ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΑ - ΠΡΟΤΕΡΟΣ ΣΥΝΝΟΜΟΣ ΒΙΟΣ - 84 παρ. 2α πκ- ΑΠ 621-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Από τη διάταξη του 84 παρ. 2 περ. α' νέου ΠΚ προκύπτει ότι ο νομοθέτης αρκείται, πλέον στη συνήθη σύννομη ανθρώπινη συμπεριφορά η οποία, μάλιστα, δεν αναιρείται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη για μικρής ποινικής απαξίας πλημμεληματική αξιόποινη πράξη. Στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή.

Απόφαση 621 / 2020   (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 621/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Στυλιανό Δαρέλλη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 21 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστασίας Δημητριάδου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Γ. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος δεν εμφανίστηκε, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 235/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Τ. του Θ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Οκτωβρίου 2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1514/2019.

Αφού άκουσε

Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο κατά το άρθρο 519 ΚΠΔ αρμόδιο Δικαστήριο.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

  1. Η από 17 Οκτωβρίου 2019 αίτηση του Α. Γ. του Σ. για αναίρεση της με αριθμό 235/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας (που δίκασε σε δεύτερο βαθμό) με την οποία αυτός κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της κλοπής και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία (3) έτη, είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο την 07-10-2019 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 17-10-2019 με δήλωση του νομίμως εξουσιοδοτημένου πληρεξουσίου του δικηγόρου ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας (άρθρα 464, 473, 474 παρ. 1, 505 παρ. 1α ΚΠοινΔ, όπως ίσχυαν πριν τον Ν. 4620/2019, εφαρμόζονται όμως στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα άρθρα 585 και 589 παρ. 2 του νέου ΚΠοινΔ, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν την 1-7-2019), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα που έλαβε χώρα στη διαδικασία στο ακροατήριο, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ). II.

Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ του νέου ΚΠοινΔ, που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ, κατά το άρθρο 585 του ίδιου Κώδικα, από την 01-07-2019, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους, με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 514 εδ. α' του νέου ΚΠοινΔ, ισχύοντος από την 1η.7.2019, "αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η αίτησή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη και μπορεί να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή έως εκατό ευρώ". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη της παρ. 3 του άνω άρθρου 512 προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση ήτοι δεν εμφανιστεί προσηκόντως με συνήγορο ή δι' αυτού, αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με άρθρα 155 - 162 ΚΠοινΔ και μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 166 του ίδιου Κώδικα, για να παραστεί, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται και καταδικάζεται ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 578 του ΚΠοινΔ, στα δικαστικά έξοδα. Τέλος, κατά το ίδιο ως άνω άρθρο 514 εδαφ. δ' του ισχύοντος ΚΠοινΔ "Κατ' εξαίρεση, ακόμα και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως: α) ... και β) εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης (άρθρο 511)".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το από 11 Νοεμβρίου 2019 αποδεικτικό επίδοσης του Επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ορεστιάδας Μ. Σ., ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί διά ή μετά του συνηγόρου του στη συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 2020, οπότε είχε προσδιοριστεί προς εκδίκαση η από 17-10-2019 αίτηση αναίρεσής του, με επίδοση στον ίδιο προσωπικά, ενώ η αυτή κλήση είχε επιδοθεί και στον διορισθέντα, με την αίτηση αναίρεσης, αντίκλητο δικηγόρο του Ευάγγελο Γκιουγκλή, όπως προκύπτει από το από 14 Ιανουαρίου 2020 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ.. Επίσης, από το από 11-11-2019 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ορεστιάδας Σ. Χ., προκύπτει ότι η ως άνω κλήση επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και στον υποστηρίζοντα την κατηγορία Α. Τ. και στην ορισθείσα αντίκλητο δικηγόρο του Μαρία Χατζιόγλου, όπως προκύπτει από το από 07-02-2020 αποδεικτικό επίδοσης της ίδιας ως άνω Επιμελήτριας. Οι παραπάνω διάδικοι όμως (ο αναιρεσείων κατηγορούμενος και ο υποστηρίζων την κατηγορία), δεν εμφανίσθηκαν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (21-02-2020), ούτε εκπροσωπήθηκαν νόμιμα, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε και συζητήθηκε από τη σειρά του οικείου εκθέματος ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου.

  1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με τον Ν. 4619/2019 ΠΚ, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 01-07-2019 (κατ' άρθρο δεύτερο του ιδίου νόμου), κατά την οποία: "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου.", ευμενέστερη διάταξη θεωρείται εκείνη με την οποία επέρχεται ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των δύο ή περισσότερων διατάξεων και εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος επιβαρύνεται το ίδιο από όλες, τότε είναι εφαρμοστέος ο νόμος που ίσχυσε κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης. Σύμφωνα δε με τις αρχές της νομιμότητας (άρθρο 7 Σ) και της ισότητας (άρθρο 4 Σ) και επιπλέον με το άρθρο 15 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ, καθιερώνεται η αναδρομική ισχύς του επιεικέστερου νόμου, ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠοινΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκαση της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ακόμη και αν απουσιάζει ο αναιρεσείων κατηγορούμενος κατά τη συζήτηση της τελευταίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το αντίστοιχο άρθρο του νέου ΠΚ, που κυρώθηκε με τον Ν. 4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ, κατά τη διάταξη του άρθρου 460 αυτού, από την 1η Ιουλίου 2019: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών...". Περαιτέρω, κατά το νέο άρθρο 372 παρ. 1 εδ. α ΠΚ: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή...". Η νέα αυτή διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, είναι επιεικέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ, που ίσχυσε μέχρι 30-6-2019, αφού με αυτήν για την απλή κλοπή απειλείται ποινή φυλάκισης με ανώτατο όριο τα τρία (3) έτη ή, διαζευκτική χρηματική ποινή αντί, αποκλειστικώς, ποινής φυλάκισης από τρεις (3) μήνες έως πέντε (5) έτη που απειλείτο με την παλαιά.

Επίσης, το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α παλαιού ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 461 του Ν. 4619/2019, όριζε: "2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Από την ανωτέρω διάταξη ορθώς συνήγετο παγίως ότι για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, ο κατηγορούμενος όφειλε να επικαλείται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονταν στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 84 του παλαιού ΠΚ, δηλαδή δεν αρκούσε η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά προς εξασφάλιση των μέσων διαβίωσης του κατηγορουμένου και της οικογενείας του, αλλά ούτε και η ανυπαρξία άλλης καταδίκης, αλλά απαιτείτο θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που ορίζονταν στην ως άνω διάταξη.

Επιπλέον, η διάταξη του 84 παρ. 2 περ. α' νέου ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του κατά τα ανωτέρω από τον Ν. 4619/2019, ορίζει ότι: "Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι ο νομοθέτης αρκείται, πλέον στη συνήθη σύννομη ανθρώπινη συμπεριφορά η οποία, μάλιστα, δεν αναιρείται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη για μικρής ποινικής απαξίας πλημμεληματική αξιόποινη πράξη. Τούτο άλλωστε επιβεβαιώνεται και από την Αιτιολογική Έκθεση του ως άνω νόμου, κατά την οποία: "Στην περ. α' αντί του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης της "νόμιμης" ζωής. Στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β') "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή. Το δικαστήριο δικαιούται να ελέγξει μόνο τις περιστάσεις τέλεσης της αξιόποινης πράξης.".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ζήτησε μεν την αναγνώριση στο πρόσωπό του της συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (ΠΚ 84 παρ. 2 περ. α'), δεν επικαλέστηκε, ωστόσο, για τη θεμελίωσή του, και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονταν στην περίπτωση α` της παρ. 2 του άρθρου 84 του παλαιού ΠΚ. Ενόψει των ανωτέρω το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ορεστιάδας ορθώς έκρινε ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Ωστόσο, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τέθηκε σε ισχύ ο Ν. 4619/2019 (έναρξη ισχύος 01-07-2019), ο οποίος είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο αφού πλέον για την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση στους τομείς της ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και, γενικά, κοινωνικής ζωής, αλλά αρκεί ο συνήθης βίος, εφόσον υπήρξε σύννομος, δηλαδή εφόσον ο κατηγορούμενος επικαλείται τη συμμόρφωσή του στις επιταγές της έννομης τάξης που προκύπτει από την απουσία παράνομης και συγκεκριμένα αξιόποινης, όπως μαρτυρεί το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' νέου ΠΚ, συμπεριφοράς του, κατά τα ανωτέρω. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 514 περ. β' του νέου Κ.Ποιν.Δ. που εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση κατά τα άρθρα 589 παρ. 3 και 590 παρ. 1 αυτού, ακόμη και αν δεν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει, μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Ακολούθως, κρίνεται αυτεπαγγέλτως, ότι είναι δυνατόν να συντρέχει περίπτωση εφαρμογής επιεικέστερου, νεότερου νόμου, σύμφωνα μετά τα άρθρα 2 ΠΚ, 511 εδ. δ' και 514 περ. β του ΚΠοινΔ, και συγκεκριμένα ότι είναι δυνατόν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφαρμόζοντας το επιεικέστερο νέο άρθρο 84 παρ. 2 περ. α ΠΚ (όπως ισχύει μετά τον Ν. 4619/2019) να αναγνωρίσει ότι συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου το ως άνω ελαφρυντικό (του σύννομου προτέρου βίου), το οποίο ρητά ζήτησε να του αναγνωριστεί και το οποίο εν όψει του προηγούμενης διατύπωσης του εν λόγω άρθρου απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον δε των ανωτέρω, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της επιεικέστερης για τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο διάταξης του άρθρου 372 παρ. 1 εδ. α του νέου ΠΚ.

Συνεπώς, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ και την επιβληθείσα ποινή για την πράξη της κλοπής, η οποία, ανεξαρτήτως της αποδοχής ή μη της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης, θα επιμετρηθεί, εκ νέου, με βάση το πλαίσιο ποινής που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 372 παρ. 1 εδ. α ΠΚ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αν είναι δυνατόν, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές, αφού η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς το σκέλος της ποινής (άρθρο 522 ΚΠοινΔ), ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την με αριθμό 235/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας και μόνον κατά τις διατάξεις της περί απόρριψης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ και περί της επιβληθείσας στον κατηγορούμενο ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, εφόσον τούτο είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 17 Οκτωβρίου 2019 αίτηση του Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 235/2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ορεστιάδας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login