ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινή, οι ημέρες που εκτίθηκαν από τις επιμέρους ποινές πριν από την έκδοση της απόφασης περί συνολικής ποινής αφαιρούνται από την τελευταία (ΑΠ 150/2012). Μετά την έκδοση της περί συνολικής ποινής απόφασης, για την κρίση περί απότισης ή μη της συνολικής ποινής φυλάκισης, το μέγεθος που ενδιαφέρει δεν είναι αυτοτελώς το ποσό της μετατροπής των επιμέρους ποινών φυλάκισης, που έχουν συνεπιμετρηθεί για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, αλλά οι ημέρες, που έχουν εκτιθεί από τις επιμέρους ποινές πριν από την έκδοση της απόφασης, με την οποία καθορίστηκε η συνολική ποινή. Οι καταβολές που έχουν γίνει για επιμέρους συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, χωρίς καμία αναφορά ή αντιστοίχιση και αναγωγή των καταβληθέντων ποσών σε ημέρες έκτισης ποινής φυλάκισης, δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι ισοδυναμούν με την πλήρη απότιση της συνολικής ποινής φυλάκισης.
Απόφαση 264 / 2021 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 264/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου, Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Χ.-Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2688/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Ιουνίου 2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 647/20.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 10-6-2020, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 14/2020, αίτηση του Σ. Κ. του Χ.-Δ. (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) για αναίρεση της απόφασης 2688/2020 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν οι κατά το άρθρο 562 εδ. β' του ΚΠοινΔ αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος, κατά της Διάταξης ΦΥΓ/ΜΕκ 19/2020 του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, οι οποίες υποβλήθηκαν με την από 9-3-2020 αίτηση αυτού (αντιλέγοντος), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 562 εδ. β', 563 εδ. β' του ΚΠοινΔ), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβαση εξουσίας) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 562 του ΚΠοινΔ, "Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του καταδικασθέντος σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από τον αρμόδιο κατ' άρθρο 549 εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται αμελλητί με αιτιολογημένη διάταξή του. Σε περίπτωση αμφιβολίας του εισαγγελέα ή αντίρρησης του καταδικασθέντος επιλαμβάνεται το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι το πλημμελειοδικείο, το οποίο επιλαμβάνεται τέτοιων αντιρρήσεων του καταδικασθέντος, περιορίζεται στην εξέταση ζητημάτων σχετικών με την εκτελεστότητα αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης, τα οποία προκύπτουν κατά την εκτέλεση και μετά το αμετάκλητο αυτής και ειδικότερα αναφορικά: α) με την εκτελεστότητα της σχετικής απόφασης, όταν προβάλλεται ότι αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη, β) με το είδος της επιβληθείσας ποινής και γ) με τη διάρκεια της ποινής, στην περίπτωση που από τον καταδικασθέντα γίνεται επίκληση εσφαλμένου προσδιορισμού του χρόνου λήξης της ποινής (άρθρο 554 του ΚΠοινΔ) ή λόγου που παύει ή κωλύει τη συνέχιση της έκτισής της, όπως της απονομής χάρης (άρθρο 564 περ. β' του ΚΠοινΔ) ή της παραγραφής της ποινής (άρθρο 565 περ. α' του ΚΠοινΔ) ή του χαρακτηρισμού της πράξης ως μη αξιόποινης με μεταγενέστερο νόμο (άρθρο 2 παρ. 2 του ΠΚ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 551 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, "Αν πρόκειται να εκτελεστούν κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή". Οι διατάξεις του άρθρου 551 του ΚΠοινΔ, κατά το μέρος που αφορούν στον καθορισμό συνολικής ποινής, είναι ουσιαστικές (ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 1352/2010, ΑΠ 1341/2009, ΑΠ 384/2000). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, "Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 97 του ίδιου Κώδικα, "Οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 και 96Α παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή". Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982, "Σε περίπτωση επιμέτρησης ή συνεπιμέτρησης ποινών της ελευθερίας, που επιβλήθηκαν ή επιβάλλονται με μια ή περισσότερες αποφάσεις που έχουν μετατραπεί σε χρηματικές ποινές, η τυχόν καθοριζόμενη συνολική ποινή και όταν υπερβαίνει το έτος, ακόμη και αν υπάρχουν αμετάτρεπτες ποινές, μετατρέπεται σε χρηματική, εφόσον η ποινή-βάση έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Η μετατροπή της συνολικής ποινής γίνεται σύμφωνα με τους όρους της ποινής-βάσης". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτουν, μεταξύ των άλλων, και τα ακόλουθα: 1) Όταν πρόκειται να εκτελεστούν πολλές καταδικαστικές αποφάσεις κατά του ίδιου προσώπου για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, επιβάλλεται υποχρεωτικά ο καθορισμός συνολικής ποινής με προσμέτρηση των ποινών που συρρέουν, υπό τη μορφή της νομικής και όχι της αθροιστικής σώρευσης, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 94-97 του ΠΚ, για την αποφυγή της υπέρμετρης έντασης της τιμωρίας του υπαιτίου με την άθροιση των ποινών που έχουν καταγνωσθεί για κάθε συρρέον έγκλημα και την τιμωρία του δράστη με ποινή που να ανταποκρίνεται σε όλα τα συρρέοντα εγκλήματα και στην εγκληματική διάθεση που εκδήλωσε. 2) Οι ποινές που συρρέουν και συνεπιμετρώνται για τη συνολική ποινή διατηρούν την αυτοτέλειά τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής και δεν απορροφώνται από αυτή, χωρίς όμως να είναι δεκτικές αυτοτελούς η καθεμία εκτέλεσης, αλλά εκτελούνται δια μέσου της συνολικής ποινής (ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 368/2015, ΑΠ 384/2000). Μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινή, οι ημέρες που εκτίθηκαν από τις επιμέρους ποινές πριν από την έκδοση της απόφασης περί συνολικής ποινής αφαιρούνται από την τελευταία (ΑΠ 150/2012). Μετά την έκδοση της περί συνολικής ποινής απόφασης, για την κρίση περί απότισης ή μη της συνολικής ποινής φυλάκισης, το μέγεθος που ενδιαφέρει δεν είναι αυτοτελώς το ποσό της μετατροπής των επιμέρους ποινών φυλάκισης, που έχουν συνεπιμετρηθεί για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, αλλά οι ημέρες, που έχουν εκτιθεί από τις επιμέρους ποινές πριν από την έκδοση της απόφασης, με την οποία καθορίστηκε η συνολική ποινή. Οι καταβολές που έχουν γίνει για επιμέρους συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, χωρίς καμία αναφορά ή αντιστοίχιση και αναγωγή των καταβληθέντων ποσών σε ημέρες έκτισης ποινής φυλάκισης, δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι ισοδυναμούν με την πλήρη απότιση της συνολικής ποινής φυλάκισης. Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου και, έτσι. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για ζήτημα, το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο έχει υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 31-1-2020 αίτησή του, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων ζήτησε από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης να αποφανθεί ότι έχει πλήρως αποτιθεί η καθορισθείσα ως εκτιτέα με την απόφαση 1/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, ισχυριζόμενος ότι τα χρηματικά ποσά που καταβλήθηκαν για την έκτιση των επιμέρους στερητικών της ελευθερίας ποινών, που συνεπιμετρήθηκαν για τον καθορισμό της ως άνω συνολικής ποινής, υπερκαλύπτουν το συνολικό ποσό της μετατροπής της εν λόγω συνολικής ποινής. Με τη διάταξή του ΦΥΓ/ΜΕκ 19/2020, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης απέρριψε την αίτηση αυτή ως μη νόμιμη. Με τις από 9-3-2020 αντιρρήσεις του περί πλήρους απότισης της ποινής, τις οποίες υπέβαλε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 562 του ΚΠοινΔ, ο αντιλέγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε να αποφανθεί το Δικαστήριο περί της πλήρους απότισης της συνολικής εκτιτέας ποινής φυλάκισης οκτώ (8) ετών, που καθορίστηκε με την απόφαση 1/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη ως άνω απόφασή του, με αριθμό 2688/2020, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, απέρριψε τις αντιρρήσεις αυτές, δεχόμενο, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, τα εξής: "Σε βάρος του αντιλέγοντος είχαν εκδοθεί οι παρακάτω αναφερόμενες αποφάσεις: 1) η με αριθμό 2/7-1-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για φοροδιαφυγή δια της μη απόδοσης ΦΠΑ και ανακριβούς απόδοσης φόρου εισοδήματος και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης 4 ετών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 3 ευρώ ημερησίως. Για την καταβολή του ποσού της μετατροπής, χορηγήθηκε σε αυτόν προθεσμία 2 ετών, εντός της οποίας όφειλε ο καταδικασθείς να καταβάλει το ποσό της μετατροπής σε δόσεις, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 2-5-2019. Ο καταδικασθείς κατέβαλε την οφειλόμενη πρώτη δόση, συνολικού ποσού 2.356,30 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων χαρτοσήμου και ΟΓΑ), η οποία αντιστοιχούσε σε 365,25 ημέρες φυλάκισης. Η δεύτερη δόση έπρεπε να καταβληθεί την 2-11-2019, η οποία όμως δεν καταβλήθηκε. Ομοίως, δεν καταβλήθηκαν και οι λοιπές δυο δόσεις, 2) η με αριθμό 1080/15-5-2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την οποία καταδικάσθηκε για έκδοση και αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, συνολικής αξίας άνω των 150.000 ευρώ και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 3 ευρώ ημερησίως. Για την καταβολή του ποσού της μετατροπής χορηγήθηκε προθεσμία 2 ετών, εντός της οποίας όφειλε ο καταδικασθείς να καταβάλει το ποσό της μετατροπής σε δόσεις, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 1ης-12-2018. Ο καταδικασθείς κατέβαλε τις οφειλόμενες πρώτη και δεύτερη των δόσεων, εκάστη ποσού 2356,30 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων χαρτοσήμου και ΟΓΑ). Το ποσό της μετατροπής της κάθε μιας από τις ανωτέρω δόσεις αντιστοιχούσε σε 365,25 ημέρες φυλάκισης [ήτοι ο αιτών κατέβαλε το ποσό δυο δόσεων που αντιστοιχούσε σε (365,25 Χ 2=) 730,50 ημέρες φυλάκισης] ενώ ο ανωτέρω πέραν των δυο δόσεων, δεν κατέβαλε έτερη, 3) η υπ' αριθ. 1674/7-6-2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών, που μετατράπηκε σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Για την καταβολή του ποσού της μετατροπής χορηγήθηκε στον προαναφερθέντα προθεσμία 2 ετών, εντός της οποίας όφειλε ο καταδικασθείς να καταβάλει το ποσό της μετατροπής σε δόσεις, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 1ης-9-2018. Από τις ως άνω ορισθείσες δόσεις (συνολικά 4), ο καταδικασθείς κατέβαλε τα οφειλόμενα ποσά τριών εξ αυτών, ήτοι της πρώτης, δεύτερης και τρίτης των δόσεων, εκάστης ποσού 2.946,05 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων χαρτοσήμου και ΟΓΑ). Η τέταρτη δόση δεν κατεβλήθη, ενώ το ποσό της μετατροπής της κάθε μιας από τις ανωτέρω δόσεις αντιστοιχούσε σε 274 ημέρες φυλάκισης [ήτοι ο αιτών κατέβαλε το ποσό τριών δόσεων που αντιστοιχούσε σε (274 Χ 3=) 822 ημέρες φυλάκισης], 4) η με αριθμό 3371/24-11- 2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, μετατραπείσα (δυνάμει της υπ' αριθ. 2720/2018 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου) σε χρηματική προς 3 ευρώ ημερησίως. Για την καταβολή δε του ποσού της μετατροπής χορηγήθηκε προθεσμία 2 ετών, εντός της οποίας όφειλε ο καταδικασθείς να καταβάλει το ποσό της μετατροπής σε δόσεις, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 1η-3-2019 και της δεύτερης δόσης την 1η-9-2019. Ο καταδικασθείς κατέβαλε τις οφειλόμενες πρώτη και δεύτερη των δόσεων, ποσού 882,21 ευρώ εκάστη (συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων χαρτοσήμου και ΟΓΑ), ενώ οι μεταγενέστερες δυο δόσεις δεν καταβλήθηκαν. Το ποσό της μετατροπής της κάθε μιας από τις ανωτέρω δόσεις αντιστοιχούσε σε 136,75 ημέρες φυλάκισης [ήτοι ο αιτών κατέβαλε το ποσό δυο δόσεων που αντιστοιχούσε σε (136,75 Χ 2=) 273,50 ημέρες φυλάκισης] και 5) η με αριθμό 1673/7-6-2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 3 ευρώ ημερησίως. Για την καταβολή του ποσού της μετατροπής του χορηγήθηκε προθεσμία 2 ετών, εντός της οποίας όφειλε ο καταδικασθείς να καταβάλει το ποσό της μετατροπής σε δόσεις, με ημερομηνία καταβολής της πρώτης δόσης την 1η-9-2018, της δεύτερης δόσης την 1η-3-2019, της τρίτης δόσης την 1η-9-2019.0 καταδικασθείς κατέβαλε τις οφειλόμενες πρώτη, δεύτερη και τρίτη των δόσεων, ποσού 395,14 ευρώ εκάστη (συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων χαρτοσήμου και ΟΓΑ), ενώ η οφειλόμενη τέταρτη δόση δεν καταβλήθηκε. Το ποσό της μετατροπής της κάθε μιας από τις ανωτέρω δόσεις αντιστοιχούσε σε 61,25 ημέρες φυλάκισης [ήτοι ο αιτών κατέβαλε το ποσό τριών δόσεων που αντιστοιχούσε σε (61,25 Χ 3=) 183,75 ημέρες φυλάκισης]. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος αναφορικά με τις πέντε πιο πάνω ποινές του, που είχαν δοσοποιηθεί, ανάλογα με το ποσό της μετατροπής εκάστης (τρία ή πέντε ευρώ), είχε καταβάλει ποσά που αντιστοιχούσαν σε έκτιση (365,25 + 730,50 + 822 + 273,50 + 183,75 =) 2.375 ημερών φυλάκισης, όπως τούτο προκύπτει από τους αναγνωσθέντες πίνακες μετατροπής και διακανονισμού ποινών. Επίσης, σε βάρος του αντιλέγοντος, είχαν εκδοθεί και οι ακόλουθες αποφάσεις: 1) Η με αριθμό 2319/26-11-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε για φοροδιαφυγή στη φορολογία εισοδήματος και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 18 μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς 3 ευρώ ημερησίως και 2) η με αριθμό 2633/8- 10-2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκη, με την οποία καταδικάσθηκε για αποδοχή και έκδοση εικονικού φορολογικού στοιχείου και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, που μετατράπηκε (δυνάμει της υπ' αριθ. 2510/2019 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου) σε χρηματική προς 5 ευρώ ημερησίως. Ο ως άνω καταδικασθείς, πριν την εκτέλεση των ποινών του και ενώ καμία εκ των ανωτέρω δεν είχε αποτιθεί, υπέβαλε την 28η-11-2019, αίτηση καθορισμού συνολικής ποινής, η οποία εισήχθη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 551 ΚΠΔ, κατά τη δικάσιμο της 8- 1-2020. Το ως άνω δικαστήριο, δυνάμει της υπ' αριθ. 1/2020 απόφασής του, προέβη στον καθορισμό συνολικής ποινής φυλάκισης 9 ετών και 5 μηνών και όρισε ως εκτιτέα ποινή, αυτής της φυλάκισης των 8 ετών, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 ΠΚ. Προκειμένου να συντρέξει η απαραίτητη προϋπόθεση για τον καθορισμό συνολικής ποινής, ήτοι η συνάντηση των ποινών που δεν αποτίθηκαν κατά την εκτέλεση, ώστε να προσμετρηθούν για το σχηματισμό της, ο αντιλέγων αφενός προέβη στην υποβολή της παραπάνω αίτησής του ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα, ενώ στη συνέχεια υπέβαλε την από 23-12-2019 δήλωσή του ότι δεν επρόκειτο να καταβάλει τις λοιπές οφειλόμενες δόσεις που αφορούσαν τις με αριθμούς 1674/2018, 3371/2015 και 1673/2018 αποφάσεις, αφού σημειωθεί ως προς την υπ' αριθ. 2/2019 απόφαση ήδη από την 2-11- 2019 είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία καταβολής της δεύτερης δόσης, το ίδιο δε συνέβη αναφορικά με την 1080/2018 απόφαση, της οποίας η προθεσμία για την καταβολή της τρίτης δόσης παρήλθε την 1-12-2019. Η υποβολή, λοιπόν, προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα στις 28-11-2019 αίτησης καθορισμού συνολικής ποινής αναφορικά με τις αποφάσεις που του είχαν επιβάλει τις άνω επιμέρους ποινές, για κάποιες από τις οποίες είχε χορηγηθεί στον αντιλέγοντα προθεσμία καταβολής του ποσού της μετατροπής σε δόσεις, έστω και αν γι' αυτές (ή για ορισμένες από αυτές) δεν έχει παρέλθει ακόμα η προθεσμία καταβολής κάποιας εκ των δόσεων, δήλωνε σαφώς την πρόθεσή του να μην καταβάλει τις οφειλόμενες δόσεις και, θέτοντας εαυτόν σε εκτέλεση των αποφάσεων, ζήτησε να καθοριστεί μία συνολική ποινή, η οποία και θα ήταν εκτελεστή, προσδοκώντας στη μείωση του αθροίσματος των ποινών του με τον καθορισμό αυτής (συνολικής ποινής). Στην προκείμενη μάλιστα περίπτωση, την υποβολή της αίτησης καθορισμού συνολικής ποινής, ακολούθησε ρητή δήλωση του προαναφερθέντος ότι δεν πρόκειται να καταβάλει χρονικά μεταγενέστερες δόσεις, παραιτούμενος ουσιαστικά του ευεργετήματος της προθεσμίας καταβολής, που του είχε χορηγηθεί -μετά από αίτηση του-, από το Δικαστήριο σε προγενέστερους χρόνους, για τις ως άνω πέντε μετατραπείσες ποινές του, ενώ σημειώνεται ότι εάν δεν είχε μεσολαβήσει η αίτηση για καθορισμό συνολικής ποινής ο αντιλέγων θα καλείτο να καταβάλει προς έκτιση των ποινών που του είχαν έως τότε επιβληθεί και δοσοποιηθεί το συνολικό ποσό των 35.744 ευρώ (ήτοι 4 δόσεις των 2.356,30 ευρώ για την υπ' αριθ. 2/2019 απόφαση, 4 δόσεις των 2.356,30 ευρώ για την υπ' αριθ. 1080/2018 απόφαση, 4 δόσεις των 2.946,05 ευρώ για την υπ' αριθ. 1674/2018 απόφαση, 4 δόσεις των 882,21 ευρώ για την υπ' αριθ. 3371/2015 απόφαση και 4 δόσεις των 395,14 ευρώ για την υπ' αριθ. 1673/2018 απόφαση) και πλέον του άνω ποσού θα καλείτο να καταβάλει τα ποσά των δυο ακόμη αποφάσεων, που αφορούσαν ποινές μετατραπείσες (18 μηνών προς 3 ευρώ και 15 μηνών προς 5 ευρώ), οι οποίες δεν είχαν δοσοποιηθεί, αλλά συμπεριλήφθηκαν στην αίτησή του για το σχηματισμό της συνολικής ποινής. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στην υπ' αριθ. 1/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινής φυλάκισης 9 ετών και 5 μηνών και ορίστηκε ως εκτιτέα η ποινή φυλάκισης των 8 ετών, συμμετέχουν όλες οι ανωτέρω αποφάσεις (σε σύνολο 7) και μάλιστα εξ ολοκλήρου, όπως αυτές είχαν αρχικά επιβληθεί στον κατηγορούμενο...ακόμη και ως προς τις πέντε ποινές για τις οποίες ο αντιλέγων είχε καταβάλει τα άνω ποσά, τα οποία κατά τα προαναφερθέντα αντιστοιχούσαν συνολικά σε έκτιση 2.375 ημερών φυλάκισης. Μολονότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της συνολικής ποινής είναι το ότι εντός αυτής δεν χάνονται οι επιμέρους ποινές που τη σχημάτισαν αλλά διατηρούν την αυτοτέλειά τους μετά τον καθορισμό της και δεν απορροφώνται από αυτή...η συνολική ποινή είναι αυθύπαρκτη, επιβαλλόμενη ως μια ποινή που πρόκειται να εκτιθεί και ακολούθως παραμένει ως μόνη εκτελεστή σε βάρος του αιτηθέντος το σχηματισμό της. Αυτό συμβαίνει διότι με τη συνολική ποινή συνεκτίονται οι επιμέρους συμμετέχουσες ποινές και υπάρχει, με τον τρόπο αυτό ένα είδος παράλληλης και "εξ αδιαιρέτου" έκτισης των επιμέρους ποινών μέσα στην αυθύπαρκτη συνολική ποινή, ώστε να μην μπορεί να προσδιοριστεί ποια ποινή εκτίεται σε δεδομένη χρονική στιγμή. Αφού, λοιπόν, οι επιμέρους ποινές με το σχηματισμό της συνολικής ποινής χάνουν την αυτοτελή εκτελεστότητά τους εντός αυτής, μόνη εκτελεστή πλέον σε βάρος του αντιλέγοντος είναι η με αριθμό 1/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, δια μέσου της οποίας εκτελούνται και οι ποινές που προσμετρήθηκαν κατά το σχηματισμό της... Μάλιστα, μετά το σχηματισμό της συνολικής ποινής, με την παύση της αυτοτελούς εκτελεστότητας των επιμέρους ποινών που είχαν μετατραπεί σε χρηματικές, έπαυσε και η αυτοτελής μετατροπή τους, αφού η τελευταία αποτελεί τρόπο εκτέλεσής τους. Ειδικότερα, δε κατά το σκέλος της μετατροπής των ποινών ισχύει το άρθρο 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982 που ορίζει ότι "σε περίπτωση επιμέτρησης ή συνεπιμέτρησης ποινών της ελευθερίας, που επιβλήθηκαν ή επιβάλλονται με μια ή περισσότερες αποφάσεις που έχουν μετατραπεί σε χρηματικές ποινές, η τυχόν καθοριζόμενη συνολική ποινή και όταν υπερβαίνει το έτος, ακόμη και αν υπάρχουν αμετάτρεπτες ποινές, μετατρέπεται σε χρηματική, εφόσον η ποινή-βάση έχει μετατραπεί σε χρηματική ποινή. Η μετατροπή της συνολικής ποινής γίνεται σύμφωνα με τους όρους της ποινής-βάσης". Η άνω διάταξη ίσχυε και μετά το ν. 4093/2012, που επέφερε μεταβολές στο άρθρο 82 ΠΚ, δεδομένου ότι κάθε μία από τις διατάξεις αυτές ρυθμίζει διαφορετικά θέματα χωρίς να υπάρχει αντίθεση μεταξύ τους ώστε η μία να αποκλείει την άλλη...και συνεπώς κατά το σχηματισμό συνολικής ποινής η κάθε επιμέρους ποινή δεν διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς το ποσό της μετατροπής. Συνέπεια των ανωτέρω ήταν ότι εφόσον ως ποινή βάσης λήφθηκε υπόψη για το σχηματισμό της 1/2020 απόφασης, αυτή των τεσσάρων ετών (επιβληθείσα με την 2/7-1-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης), που είχε μετατραπεί προς 3 ευρώ ημερησίως, η μοναδική εκτελεστή απόφαση σε βάρος του αντιλέγοντος είναι η με αριθμό 1/2020 συγχωνευτική απόφαση, η οποία περαιτέρω, κατά την επιταγή του νόμου (άρθρ. 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982) και άνευ διαγνώσεως, μετατράπηκε προς 3 ευρώ. Για την απότιση της συνολικά εκτιτέας ποινής των 8 ετών, σύμφωνα με τον πίνακα εκκαθάρισης του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, πρέπει να καταβληθεί 18.850,40 ευρώ. Ωστόσο, το ποσό της μετατροπής που πρέπει να καταβληθεί για να αποτιθεί η μόνη εκτελεστή πλέον συνολική ποινή, δεν είναι μέγεθος μεμονωμένο αλλά αποτελεί το χρηματικό "αντίκρυσμα" - την εκτέλεση της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής που καθορίστηκε σε βάρος του αντιλέγοντα την οποία καλείται αυτός να πληρώσει και δη των 2.922 ημερών φυλάκισης προς 3 ευρώ ημερησίως, ποσό που είναι αναγκαίο για την απότιση της άνω συνολικής στερητικής της ελευθερίας ποινής του, δοθέντος ότι ουδέποτε οι ποινές που του επιβλήθηκαν (παρά τη μετατροπή τους ή τη δοσοποίησή τους) έχασαν το χαρακτήρα τους ως ποινές περιοριστικές της ελευθερίας...
Εν προκειμένω ο αντιλέγων. ισχυρίζεται ότι ενόψει της συμμετοχής των επιμέρους ποινών του στο σχηματισμό της συνολικής ποινής με την υπ' αριθ. 1/2020 απόφαση του ΜονΕφΚακ Θεσσαλονίκης και της εντεύθεν (συν)έκτισής τους μέσω αυτής, αλλά και του γεγονότος ότι ήδη έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.857,19 ευρώ σε δόσεις, για τις επιμέρους ποινές του (κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο των αντιρρήσεών του) σε συνδυασμό με το ότι το ποσό που καλείται να καταβάλει προς έκτιση (κατά μετατροπή) της κατά τα ανωτέρω σχηματισθείσας συνολικής ποινής των 8 ετών ανέρχεται στο ποσό των 18.850,41 ευρώ, πρέπει να θεωρηθεί ότι ήδη έχει αποτίσει πλήρως τη συνολική ποινή του, ζητεί δε από το Δικαστήριο, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του άρθρου 562 ΚΠΔ (ως ισχύει) μετά την έκδοση της υπ' αριθ. ΦΥΓ/ΜΕκ 19/2020 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, να αποφανθεί περί της πλήρους απότισης της συνολικής εκτιτέας ποινής που καθορίστηκε σε βάρος του. Αναφορικά με τα παραπάνω πράγματι αποδεικνύεται ότι ο αντιλέγων έχει καταβάλει αναφορικά: α) με την 2/2019 απόφαση στις 7-5-2019 το ποσό των 2.356,30 ευρώ για την πρώτη δόση. η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί στις 2-5-2019, β) με την υπ' αριθ. 1080/2018 απόφαση, στις 4-12-2018 το ποσό των 2.356,30 ευρώ για την πρώτη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την 1η-12-2018 και στις 5-6-2019 το ποσό των 2.356,30 ευρώ για τη δεύτερη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την Ρ-6-2019, γ) με την υπ' αριθ. 1674/2018 απόφαση, στις 6-9-2018 το ποσό των 2.946,05 ευρώ για την πρώτη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την 1η-9-2018. την 1-3- 2019 το ποσό των 2.946,05 ευρώ για τη δεύτερη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την 1η-3-2019 και στις 4-9-2019 το ποσό των 2.946,05 ευρώ για την τρίτη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την 1η-9-2019, δ) με την υπ' αριθ. 3371/2015 την 1-3-2019 το ποσό των 882,21 ευρώ για την πρώτη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την 1η-3-2019 και στις 4-9-2019 το ποσό των 882,21 ευρώ για τη δεύτερη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την 1η-9-2019 και ε) με την υπ' αριθ. 1673/2018 απόφαση, στις 5-9-2018 το ποσό των 395,14 ευρώ για την πρώτη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την 1η-9-2018, την 1-3-2019 το ποσό των 395,14 ευρώ για τη δεύτερη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την Ρ-3-2019 και στις 4-9-2019 το ποσό των 395,14 ευρώ για την τρίτη δόση, η οποία ήταν έπρεπε να καταβληθεί την 1η-9-2019, ήτοι έχει καταβάλει συνολικά το ποσό των (2.356,30 + 2.356,30 + 2.356,30 + 2.946,05 + 2.946,05 + 2.946,05 + 882,21 + 882,21 + 395,14 + 395,14 + 395,14=) 18.856,89 ευρώ. Έτσι, πράγματι αποδεικνύεται η καταβολή του άνω ποσού σε δόσεις, ενώ από τις ανωτέρω παρατεθείσες ημεροχρονολογίες, προκύπτει ότι άλλες δόσεις καταβλήθηκαν εντός των ορισθέντων χρόνων καταβολής και άλλες με μικρή καθυστέρηση. Ωστόσο, οι αντιρρήσεις του αντιλέγοντος, ο οποίος ζητεί να αποφανθεί το παρόν Δικαστήριο περί πλήρους απότισης της κατά τα ανωτέρω σχηματισθείσας συνολικής ποινής του και συνεπώς περί αποβολής της εκτελεστότητας σε βάρος του της υπ' αριθ. 1 /2020 συγχωνευτικής απόφασης για το λόγο ότι δεν υπάρχει υπόλοιπο προς καταβολή του υπολογισθέντος κατά μετατροπή ποσού των 18.850,41 ευρώ, ενόψει των προγενέστερων καταβολών του για τις επιμέρους ποινές του που εκτίονται πλέον μέσω της συνολικής ποινής (βλ. σελ. 7 των αντιρρήσεών του), δεν είναι βάσιμες και σχετικά πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Πράγματι ο αντιλέγων αποδεικνύεται ότι έχει καταβάλει το άνω ποσό (18.856,89 ευρώ) για τις δόσεις των επιμέρους ποινών του, που συγχωνεύτηκαν στην υπ' αριθ. 1/2020 απόφαση του ΜονΕφΚακ, ποσό που υπερβαίνει το αντίστοιχο των 18.850,41 ευρώ, που υπολογίστηκε για τη μετατροπή των 2.922 ημερών φυλάκισης (συνολική ποινή) προς 3 ευρώ εκάστη. Παρά το γεγονός, όμως, ότι πράγματι αποδεικνύονται οι καταβολές που έγιναν από τον αντιλέγοντα για τις ως άνω επιμέρους ποινές, που συμμετέχουν στο σχηματισμό της συγχωνευτικής νέας απόφασης, η εκδοχή του προαναφερθέντος δεν μπορεί να γίνει δεκτή, διότι τα άνω ποσά (καταβληθέντα και οφειλόμενο) δεν είναι τα κρίσιμα προς σύγκριση στοιχεία, ώστε το Δικαστήριο να αποφανθεί αν πράγματι έχει αποτιθεί η σε βάρος του συνολική ποινή. Και τούτο διότι δεν πρόκειται να κριθούν γνήσιες χρηματικές ποινές, ώστε με μαθηματικές πράξεις να αφαιρεθεί η αποτιθείσα ή μερικώς αποτιθείσα ποινή από τη νέα σχηματισθείσα χρηματική ποινή, αλλά περιοριστικές της ελευθερίας ποινές που διατηρούν το χαρακτήρα τους και μετά τη μετατροπή (82 παρ. 9 ΠΚ). Ως εκ τούτου για την κρίση περί απότισης ή μη της ποινής του, το μέγεθος που ενδιαφέρει δεν είναι το καταβληθέν ποσό, ως αποτέλεσμα μετατροπής της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής, αλλά η ίδια η τελευταία και η ενδεχόμενη απότισή της (μέσω οποιουδήποτε τρόπου εκτέλεσης αυτής), αφού μετά την έκδοση απόφασης περί συνολικής ποινής περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, το μέγεθος από το οποίο θα κριθεί η απότιση δεν είναι αυτοτελώς το ποσό της μετατροπής της ποινής αλλά οι ημέρες φυλάκισης που έχουν εκτιθεί από τις επιμέρους συμμετέχουσες σε αυτήν καταδικαστικές αποφάσεις πριν την έκδοση της απόφασης περί συνολικής ποινής. Επομένως, δεν είναι βάσιμα όσα ο αντιλέγων ισχυρίζεται αναφορικά με τον ως άνω τρόπο υπολογισμού, ήτοι ότι η καταβολή του ποσού των 18.856,89 ευρώ, πρέπει να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με απότιση της ποινής της φυλάκισης που του έχει επιβληθεί, ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε απώλεια της εκτελεστότητας της υπ' αριθ. 1/2020 άνω απόφασης σε βάρος του, αφού δεν γίνεται οποιαδήποτε αναγωγή του ποσού αυτού στις επιμέρους περιοριστικές της ελευθερίας ποινές που του επιβλήθηκαν και συμμετέχουν στη συνολική ποινή. Μόνο η συμμετοχή στο σχηματισμό της συνολικής ποινής, επιμέρους ποινών φυλάκισης που έχουν μετατραπεί και εκτελούνται με τον άνω τρόπο εναλλακτικό τρόπο (μετατροπή), δεν αρκεί για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι οι καταβολές που έχουν γίνει γι' αυτές, χωρίς καμία αναφορά ή αντιστοίχιση και αναγωγή των καταβληθέντων ποσών σε ημέρες έκτισης των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών, ισοδυναμούν με την πλήρη απότιση της συνολικής ποινής φυλάκισής του, αφού ο τρόπος αυτός υπολογισμού δεν μπορεί να βρει έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 94, 97 ΠΚ και 551 ΚΠΔ. Άλλωστε, η καταβολή του άνω ποσού των 18.856,89 δεν ήταν μάταιη για τον αντιλέγοντα, αφού με τον τρόπο αυτό εξασφάλισε τη μη άμεση έκτιση των ποινών που αφορούσαν οι καταβολές. Μετά τα παραπάνω, οι κρινόμενες αντιρρήσεις πρέπει να απορριφθούν, αφού ο τρόπος που ο αντιλέγων ισχυρίζεται ότι οδηγεί στην απότιση της ποινής του δεν στηρίζεται στο νόμο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, στα πλαίσια ποινών που έχουν μετατραπεί και δοσοποιηθεί, για την περίπτωση που ο καταδικασθείς έχει προβεί σε καταβολή κάποιων από τις ορισθείσες δόσεις και στη συνέχεια δεν καταβάλει τις υπόλοιπες (ή παρέλθει η ορισθείσα προθεσμία για καταβολή τους), ο Εισαγγελέας- παρά την έλλειψη σχετικής ρύθμισης από τον νόμο (όπως γίνεται στην περίπτωση των άρθρ. 82 παρ. 7 και 8 ΠΚ)-, θα πρέπει να παραγγέλλει την εκτέλεση της απόφασης όχι στο σύνολο της, αλλά αφού υπολογιστούν και αφαιρεθούν οι ημέρες φυλάκισης που αντιστοιχούν στο ποσό που έχει καταβληθεί, ο αντιλέγων και πάλι δεν έχει πλήρως αποτίσει την ποινή του. Ειδικότερα, ακόμη και μετά το σχηματισμό της υπ' αριθ. 1/2020 συγχωνευτικής απόφασης του ΜονΕφΚακ Θεσσαλονίκης, εάν προκρινόταν η παραπάνω ερμηνευτική εκδοχή περί εκτέλεσης της απόφασης μετά την αφαίρεση των ημερών φυλάκισης σε συνάρτηση με τα καταβληθέντα ποσά (μετά το σχετικό υπολογισμό τους στα πλαίσια των επιμέρους ποινών) πρακτικά, στην προκείμενη περίπτωση να έπρεπε να θεωρηθεί ότι έχουν εκτιθεί οι στερητικές της ελευθερίας ποινές, υπολογιζόμενες σε ημέρες που αντιστοιχούν σε κάθε δόση που έχει πληρωθεί και συγκεκριμένα: 1) από την με αριθμό 2/7-1-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης 365,25 ημέρες φυλάκισης (αντιστοιχούν σε μια πληρωμένη δόση), 2) από την με αριθμό 1080/15-5- 2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης 730,50 ημέρες φυλάκισης (αντιστοιχούν σε δυο πληρωμένες δόσεις), 3) από την με αριθμό 1674/7-6- 2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης 822 ημέρες φυλάκισης (αντιστοιχούν σε τρεις πληρωμένες δόσεις), 4) από την με αριθμό 3371/24- 11-2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης 273,50 ημέρες φυλάκισης (αντιστοιχούν σε δυο πληρωμένες δόσεις) και 5) από την με αριθμό 1673/7-6- 2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης 183,75 ημέρες φυλάκισης (αντιστοιχούν σε τρεις πληρωμένες δόσεις). Έτσι, ακόμη και με βάση τον ανωτέρω υπολογισμό, ο αντιλέγων θα είχε εκτίσει συνολικά 2.375 ημέρες, αντί των 2.922 εκτιτέων ημερών της καθορισθείσας συνολικής ποινής του, οπότε και πάλι θα σήμαινε ότι ο αιτών δεν έχει εκτίσει την τελευταία, αφού θα του απέμεναν προς έκτιση 547 ημέρες, μετατρέψιμες προς 3,00 ευρώ, ενόψει του ποσού μετατροπής της ποινής βάσης. Τα ανωτέρω, μάλιστα, περί αφαίρεσης ημερών φυλάκισης και όχι αφαίρεσης απλώς του ποσού μετατροπής, δεν μεταβάλλονται ακόμη και στην περίπτωση που έχει χωρήσει ο σχηματισμός συνολικής ποινής (ως εν προκειμένω), αφού οι επιμέρους ποινές δεν απορροφώνται από αυτήν, αλλά μόνο το αποτιθέν τμήμα κάθε μιας των επιμέρους ποινών λογίζεται ως αποτιθέν τμήμα της συνολικής πλέον ποινής, το δε αποτιθέν τμήμα ποινής στερητικής της ελευθερίας δεν μπορεί παρά να παριστά αντίστοιχο μέγεθος της καθορισθείσας συνολικής ποινής και όχι του τρόπου έκτισης αυτής (μετατροπής). Τέλος, η εκδοχή του αντιλέγοντος (η οποία κατά τα ανωτέρω αναφερθέντα θέτει ως κρίσιμο μέγεθος μόνο τα αποτελέσματα της μετατροπής των ποινών του, αποσυνδεμένα από τις στερητικές της ελευθερίας ποινές που επιβλήθηκαν σε αυτόν, οριοθετώντας έτσι λανθασμένα την έκτισή τους και εξομοιώνοντας αυτή με την αντίστοιχη εντός του πλαισίου των γνήσιων χρηματικών ποινών), δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να γίνει δεκτή, αφού η καταβολή δόσεων για τις επιμέρους ποινές που συμμετέχουν στη συνολική ποινή (ακόμη και αν λαμβάνει χώρα στις καθορισθείσες ημερομηνίες για κάθε επιμέρους ποινή), ουσιαστικά εκ πλαγίου μεταβάλει τη δοσοποίηση από έναν τρόπο έκτισης μιας υφιστάμενης ποινής σε έναν τρόπο προκαταβολικής έκτισης μιας μελλοντικής συνολικής ποινής και έτσι εκ των πραγμάτων (de facto) οδηγεί σε αυτό που έχει κριθεί απαγορευόμενο, δηλαδή τη δοσοποίηση της συνολικής ποινής.. .ότι δεν μπορεί να γίνει δοσοποίηση της συνολικής ποινής) και μάλιστα πριν ακόμα από το σχηματισμό της". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης) διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με σαφήνεια και πληρότητα και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, απέρριψε τις ως άνω αντιρρήσεις του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές, κατά τα προαναφερθέντα, ως αφωρώσες στον καθορισμό συνολικής ποινής, διατάξεις του άρθρου 551 του ΚΠοινΔ και τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 4 του Ν. 1240/1982, 82, 94 και 97 του προϊσχύσαντος ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, και σε σχέση με τις επιμέρους αιτιάσεις του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται: α) Ότι στην απόφαση 1/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινής φυλάκισης εννιά (9) ετών και πέντε (5) μηνών και ορίστηκε ως εκτιτέα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών, συνεπιμετρήθηκαν οι ποινές φυλάκισης, όπως αυτές είχαν αρχικά επιβληθεί στον αντιλέγοντα-αναιρεσείοντα με τις ανωτέρω μνημονευόμενες επτά (7) αποφάσεις, β) Ότι οι ποινές που συνεπιμετρήθηκαν για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, διατηρούν την αυτοτέλειά τους και μετά τον καθορισμό της συνολικής ποινής και δεν απορροφώνται από αυτή, χωρίς όμως να είναι δεκτικές αυτοτελούς η καθεμία εκτέλεσης, μόνη δε εκτελεστή πλέον σε βάρος του αντιλέγοντος-αναιρεσείοντος είναι η καθορισθείσα με την απόφαση 1/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης συνολική ποινή, δια μέσου της οποίας εκτελούνται και οι ποινές που συνεπιμετρήθηκαν για το σχηματισμό της. γ) Ότι, αν δεν είχε μεσολαβήσει η αίτηση για καθορισμό της συνολικής ποινής, ο αντιλέγων- αναιρεσείων θα έπρεπε να καταβάλει. για την έκτιση των ποινών φυλάκισης, που του είχαν επιβληθεί και δοσοποιηθεί με τις πέντε πρώτες από τις πιο πάνω αναφερόμενες επτά αποφάσεις, το συνολικό ποσό των 35.744 ευρώ, επιπλέον δε και τα ποσά για τη μετατροπή των ποινών φυλάκισης, που του επιβλήθηκαν με τις δυο τελευταίες αποφάσεις (18 μηνών προς 3 ευρώ και 15 μηνών προς 5 ευρώ), οι οποίες δεν είχαν δοσοποιηθεί, αλλά συμπεριλήφθηκαν στην αίτησή του για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, δ) Ότι για την καταβολή δόσεων επιμέρους ποινών, που συνεπιμετρήθηκαν για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, ο αντιλέγων-αναιρεσείων είχε καταβάλει, μέχρι τον καθορισμό της συνολικής ποινής, το ποσό των 18.856,89 ευρώ, που αντιστοιχεί σε έκτιση 2.375 ημερών ποινής φυλάκισης, ε) Ότι για την καταβολή του ποσού της μετατροπής των 2.922 ημερών ποινής φυλάκισης, στις οποίες αντιστοιχεί η συνολική εκτιτέα ποινή φυλάκισης των οκτώ (8) ετών, που καθορίστηκε με την απόφαση 1/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, απαιτείται το ποσό των 18.850,40 ευρώ. στ) Ότι μετά την έκδοση της περί συνολικής ποινής απόφασης, για την κρίση περί απότισης ή μη της συνολικής ποινής φυλάκισης, το μέγεθος που ενδιαφέρει δεν είναι αυτοτελώς το ποσό της μετατροπής των επιμέρους ποινών φυλάκισης, που έχουν συνεπιμετρηθεί για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, αλλά οι ημέρες, που έχουν εκτιθεί από τις επιμέρους ποινές πριν από την έκδοση της απόφασης, με την οποία καθορίστηκε η συνολική ποινή, ζ) Ότι οι καταβολές που έχουν γίνει για επιμέρους συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, χωρίς καμία αναφορά ή αντιστοίχιση και αναγωγή των καταβληθέντων ποσών σε ημέρες έκτισης ποινής φυλάκισης, δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι ισοδυναμούν με την πλήρη απότιση της συνολικής ποινής φυλάκισης. Τέλος, η αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, στα πλαίσια ποινών φυλάκισης, που έχουν μετατραπεί και δοσοποιηθεί, για την περίπτωση που ο καταδικασθείς έχει προβεί σε καταβολή κάποιων από τις ορισθείσες δόσεις και στη συνέχεια δεν καταβάλλει τις υπόλοιπες, πρέπει να εκτελείται η απόφαση όχι στο σύνολο της, αλλά αφού υπολογιστούν και αφαιρεθούν οι ημέρες ποινής φυλάκισης, που αντιστοιχούν στο ποσό που έχει καταβληθεί, ο αντιλέγων και πάλι δεν έχει αποτίσει πλήρως τη συνολική ποινή φυλάκισης των οκτώ ετών (2.922 ημέρες φυλάκισης), αφού θα απέμεναν προς έκτιση 547 (2.922-2.375) ημέρες, δεδομένου ότι ο αντιλέγων-αναιρεσείων θα είχε εκτίσει 2.375 ημέρες, αντί 2.922 ημερών, δεν αποτελεί αντιφατική, προς τη βασική, επικουρική αιτιολογία, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αντιλέγων-αναιρεσείων, αλλά συνέχεια του σκεπτικού της ότι μετά την έκδοση της περί συνολικής ποινής απόφασης, για την κρίση περί απότισης ή μη της συνολικής ποινής φυλάκισης, το μέγεθος που ενδιαφέρει δεν είναι αυτοτελώς το ποσό της μετατροπής των επιμέρους ποινών φυλάκισης, που έχουν συνεπιμετρηθεί για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, αλλά οι ημέρες, που έχουν εκτιθεί από τις επιμέρους ποινές πριν από την έκδοση της απόφασης, με την οποία καθορίστηκε η συνολική ποινή και ότι οι καταβολές που έχουν γίνει για επιμέρους συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, χωρίς καμία αναφορά ή αντιστοίχιση και αναγωγή των καταβληθέντων ποσών σε ημέρες έκτισης ποινής φυλάκισης, δεν αρκούν για να θεωρηθεί ότι ισοδυναμούν με την πλήρη απότιση της συνολικής ποινής φυλάκισης, με την παραδοχή δε του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης ότι από τη συνολική ποινή φυλάκισης των οκτώ ετών έχουν απομείνει προς έκτιση 547 ημέρες και από την παράλειψη αυτού να αποφανθεί περί της εν μέρει εκτελεστότητας αυτής (συνολικής ποινής) ως προς το υπόλοιπο των 547 ημερών, δεν έλαβε χώρα υπέρβαση της εξουσίας, αφού με την από 31-1-2020 αίτησή του, ο αιτών-αντιλέγων-αναιρεσείων είχε ζητήσει από τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης να αποφανθεί ότι έχει πλήρως και όχι μερικώς αποτιθεί η καθορισθείσα ως εκτιτέα με την απόφαση 1/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης συνολική ποινή φυλάκισης οκτώ (8) ετών και ότι η απόφαση αυτή δεν είναι πλέον εκτελεστή. Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και Θ' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 14/2020 αίτηση του Σ. Κ. του Χ.-Δ. (ασκηθείσα με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) για αναίρεση της απόφασης 2688/2020 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2021.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ