ΠΕΡΙΛΗΨΗ - Μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου- άρθρου 84 παρ. 3 του Π.Κ.
Κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης εύλογου χρόνου διάρκειας της δίκης ως λόγος μείωσης της ποινής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος αλλά συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο ( ΑΠ 658/2024) . Η καθυστέρηση εκδίκασης της υποθέσεως που διήρκησε 17 έτη, οφείλεται στην παρελκυστική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την εξέλιξη της δίκης και συγκεκριμένα ενώ η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε το 2013, ο εκκαλών - κατηγορούμενος με συνεχείς δικές του αιτήσεις κι ισχυρισμούς ότι θα προβεί σε εξόφληση του πολιτικώς ενάγοντας παρακώλυσε την πρόοδο της δίκης (σχετ. οι αποφάσεις παρόντος Δικαστηρίου 2/2022, 1659/2022, 1575/2021, 529/2019, 1654/2018).".
ΜΕΙΖΟΝΑ
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προμνημονευόμενη λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 οαρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά και ως προς τους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 και 3 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής, εφόσον, όμως, αυτός προβάλλεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή του. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους (Α.Π. 971/2023, Α.Π. 115/2020). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει επίσης να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και εκείνος περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 3 του Π.Κ. (μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου), αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 4239/2014, "1. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης εύλογου χρόνου διάρκειας της δίκης, ως λόγος αναγνώρισης ελαφρυντικού, δεν είναι μόνον η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο (Α.Π.10/2022, Α.Π. 1377/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου υπεράσπισής του, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, αίτημα να αναγνωριστεί, μεταξύ άλλων, στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση της μη εύλογης διάρκειας της δίκης, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του (άρθρο 84 παρ. 3 του Π.Κ.), για την θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκε, αυτολεξεί, τα ακόλουθα: "....3. ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΗ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 84 παρ. 3. Στην προκειμένη περίπτωση η αναγνώριση της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης θα πρέπει να γίνει δεκτή, καθώς η διάρκεια της εναντίον του κατηγορουμένου λογίζεται ως μη εύλογη και δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Χαρακτηριστικό τυγχάνει το γεγονός ότι ως χρόνος τελέσεως της πράξης προσδιορίσθηκε το έτος 2003 και το έτος 2004 και σχεδόν είκοσι έτη μετά δεν έχει εκδοθεί εισέτι τελεσίδικη απόφαση. Τα παραπάνω πραγματικό περιστατικά που αποδείχθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν στην αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 3 η οποία οδηγεί σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης σε επιβολή ελαττωμένης ποινής, κατ' άρθρο 83 ΠΚ.". Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο της ουσίας (Α' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών), απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αναγνώριση της παραπάνω ελαφρυντικής περίστασης, με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία: "Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 83 και 84 του κυρωθέντος με το ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 (άρθρο δεύτερο του ν. 4619/2019) Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά μεν αυτεπαγγέλτως αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από το δεύτερο ως άνω άρθρο ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Εφόσον όμως υποβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του τέτοιος ισχυρισμός περί αναγνώρισης σ' αυτόν μιας ή περισσοτέρων από τις ελαφρυντικές αυτές περιστάσεις, το δικαστήριο έχει υποχρέωση να τον ερευνήσει και αν τον απορρίψει να αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την κρίση του. Προϋπόθεση, όμως, της εξέτασης της ουσιαστικής βασιμότητας τέτοιου αυτοτελούς ισχυρισμού αποτελεί η προβολή του κατά τρόπον σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της επικαλούμενης ελαφρυντικής περίστασης. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίον είναι αύτη γνωστή στη νομική ορολογία, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίον ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή του.
Τέλος, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 3 Π.Κ., η μη εύλογη διάρκεια της δίκης της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 4239/2014, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, συνεκτιμώντας ιδίως: α) την, καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη δίκης, β) την πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης εύλογου χρόνου διάρκειας της δίκης ως λόγος μείωσης της ποινής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος αλλά συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο, το δε δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, ενώ δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, όταν, μάλιστα, δεν έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, δοθέντος και του ότι αυτός (κατηγορούμενος) διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει συναφώς στα αρμόδια όργανα, για τη δίκαιη ικανοποίησή του λόγω της καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί αναγνωρίσεως συνδρομής στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περ/στάσεως του άρθρου 84 παρ. 3 του Π. Κ., ο οποίος είναι νόμιμος, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, η καθυστέρηση εκδίκασης της υποθέσεως που διήρκησε 17 έτη, οφείλεται στην παρελκυστική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια και συγκεκριμένα ενώ η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύθηκε το 2013, ο εκκαλών - κατηγορούμενος με συνεχείς δικές του αιτήσεις κι ισχυρισμούς ότι θα προβεί σε εξόφληση του πολιτικώς ενάγοντας παρακώλυσε την πρόοδο της δίκης (σχετ. οι αποφάσεις παρόντος Δικαστηρίου 2/2022, 1659/2022, 1575/2021, 529/2019, 1654/2018).". Με τις παραδοχές αυτές, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την απόρριψη του παραπάνω ισχυρισμού του (αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου) περί μη εύλογης διάρκειας της δίκης, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του (άρθρο 84 παρ. 3 του Π.Κ., εκθέτοντας, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, τους λόγους που το οδήγησαν στην ανωτέρω απορριπτική κρίση του. Ειδικότερα, εκτίθεται με αναλυτικό τρόπο η δικονομική εξέλιξη και διαδρομή της υπόθεσης, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κρίση του περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων για εφαρμογή στην κρινόμενη υπόθεση της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 3 του Π.Κ., περί μη εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, δεχόμενο με αιτιολογική επάρκεια ότι η διάρκεια της προκείμενης ποινικής διαδικασίας, οφείλεται στην παρελκυστική συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά την εξέλιξη της δίκης και συντρέχει υπαιτιότητά του στην εξέλιξη και διάρκειά της. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. τέταρτος πρόσθετος λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, που με αυτόν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το εκδώσαν αυτήν Δικαστήριο, χωρίς αιτιολογία απέρριψε το αίτημα για αναγνώριση της μη εύλογης διάρκειας της δίκης, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του (άρθρο 84 παρ. 3 του Π.Κ.), είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι, να απορριφθούν στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Σημειώνεται ότι δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη υπέρ του υποστηρίζοντος την κατηγορία Γ. Κ. του Δ., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ελλείψει νομοθετικής πρόβλεψης για την επιδίκασή της στον ισχύοντα Κ.Ποιν.Δ.