ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η διάταξη του άρθρου 98 παρ.2 ΠΚ καταλαμβάνει όλα τα εγκλήματα που περιέχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση ως στοιχείο την περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, αφού αναφέρεται αδιακρίτως στο "έγκλημα" και συνακόλουθα έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις των περιουσιακών εγκλημάτων πλημμεληματικού χαρακτήρα, όπως αυτό της καταδολίευσης δανειστών, εφόσον βέβαια ο υπαίτιος απέβλεψε στο συνολικό περιουσιακό όφελος ή βλάβη που προέκυψε από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος. Επί του εγκλήματος της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας επιμέρους πράξης.
Αριθμός 100/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη-Εισηγήτρια και Νικόλαο Βεργιτσάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1.... του ..., κατοίκου ... και 2.... του ..., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Δημήτραινα, για αναίρεση της υπ`αριθ. 2167/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ".........", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ηλία Αναγνωστόπουλο και ....
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 5.10.2020 αίτηση αναιρέσεως και τους από 24.11.2020 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2020.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ` αριθ. 712/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ` αριθ. 2609/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών από κοινού κατ` εξακολούθηση, επειδή συνέτρεχε περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής της επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 397 παρ. 2 του ισχύοντος από 1/7/2019 νέου ΠΚ κατά το άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, εξέδωσε την υπ` αριθ. 2167/2020 προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι καταδικάσθηκαν για την παραπάνω αξιόποινη πράξη σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι άσκησαν την από 5/10/2020 αίτηση αναίρεσης και τους από 24/11/2020 πρόσθετους λόγους, τα οποία ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 και 509 ΚΓΙΑ) και πρέπει ως συναφή δικόγραφα να συνεκδικασθούν και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παράνομη παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία στη διαδικασία του ακροατηρίου. Τέτοια ακυρότητα υπάρχει μόνο όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης για την υποστήριξη της κατηγορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 66 του ΚΠΔ, καθώς και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία, που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά το άρθρο 67 του ΚΠΔ, ο οποίος φτάνει μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου. Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν την παράσταση ή την εκπροσώπηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της υποστήριξης της κατηγορίας και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού οι ελλείψεις ή οι πλημμέλειες αυτές θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορουμένου ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη. Έτσι, δεν είναι παράνομη η παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία και δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα για λόγο που αναφέρεται στη σχετική νομιμοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ( ΑΠ 1123/2019). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 66, 67, 82, 83 και 87 ΚΠΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, σε δήλωση παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας νομιμοποιείται μόνον όποιος έχει ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο έχει επιληφθεί της εκδίκασης του εγκλήματος, από το οποίο φέρεται ως αμέσως ζημιωθείς ο ίδιος. Έτσι, δικαίωμα παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε σε βάρος τους όταν αυτή έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων ( ΑΠ 228/2019 ). Το επιτρεπτό της παράστασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης από την αποδεικτική διαδικασία. Εξάλλου, ναι μεν επί της ρυθμιζόμενης από τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ καταδολίευσης το δικαίωμα του δανειστή εξαντλείται στη διάρρηξη της γενομένης προς βλάβη του απαλλοτρίωσης, πλην όμως ο περιορισμός αυτός δεν ισχύει και είναι δυνατή η εφαρμογή των περί αδικοπραξιών διατάξεων, όταν συντρέξουν στοιχεία επιπλέον εκείνων που απαιτούνται για την εφαρμογή των περί καταδολίευσης των δανειστών του άρθρου 939 ΑΚ τοιούτων, όπως λ.χ. όταν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 397 του ΠΚ. Επίσης, για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά τα άρθρα 914 και 939 του ΑΚ απαιτείται υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του ζημιώσαντος συνισταμένη σε πράξη ή παράλειψη αυτού και περιέχουσα παράνομη επέμβαση σε αλλότριο δικαίωμα ή συμφέρον που προστατεύεται από την παραβιασθείσα διάταξη. Με αυτή την έννοια παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά που προσβάλλει δικαίωμα και δημιουργεί αξίωση προς αποζημίωση κατά το άρθρο 914 ΑΚ ή αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνιστά και η πράξη του οφειλέτη, ο οποίος σκοπεύοντας να ματαιώσει την ικανοποίηση απαίτησης του πιστωτή του προβαίνει σε απαλλοτρίωση της περιουσίας του χωρίς ισότιμο ή αξιόχρεο αντάλλαγμα. Έτσι, επί εγκλήματος καταδολίευσης δανειστών, που προβλέπεται από το προαναφερόμενο άρθρο 397 του ΠΚ, άμεσα ζημιωμένος και εντεύθεν νομιμοποιούμενος να παραστεί για την υποστήριξη της κατηγορίας είναι προεχόντως ο δανειστής του οφειλέτη εκείνου από την ενέργεια του οποίου με την παράνομη και υπαίτια απαλλοτρίωση της περιουσίας του ματαιώθηκε ολικά ή εν μέρει η ικανοποίηση της περιουσίας του ( ΑΠ 1443/2010, ΑΠ 5/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αποδιδόμενες με το κατηγορητήριο καταδολιευτικές δικαιοπραξίες, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι με την ιδιότητά τους ως νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές, τυπικά και ακολούθως εν τοις πράγμασι, της οφειλέτριας εταιρείας και που οδήγησαν στη ματαίωση της ικανοποίησης της εγκαλούσας εταιρείας, φέρονται τελεσθείσες κατόπιν συναπόφασης και βάσει οργανωμένου σχεδίου με κοινό δόλο, ήτοι συντρέχουν περισσότερα και βαρύτερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 939 ΑΚ και πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 397 ΠΚ και επομένως ως δανείστρια και ζημιωθείσα άμεσα η εγκαλούσα εταιρεία νομιμοποιείται ενεργητικά να δηλώσει παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας κατά των ποινικά υπευθύνων κατηγορουμένων, όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτιολογία της οποίας δεν οδηγεί σε χειροτέρευση της θέσης των αναιρεσειόντων σε σχέση με την αναιρεθείσα απόφαση, αφού η τελευταία μετά την αναίρεσή της έπαυσε να ισχύει, οπωσδήποτε δε και αν ήταν διαφορετικά και οι δύο κατέτειναν στην απόρριψη της ένστασης αποβολής της παρισταμένης για την υποστήριξη της κατηγορίας εγκαλούσας εταιρείας. Με τα δεδομένα αυτά ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο κατά το υπό στοιχείο { 1 } σκέλος του πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας της εγκαλούσας εταιρείας, είναι αβάσιμος. Η επιμέρους αιτίαση, που αφορά το διορισμό συνηγόρου και την εκπροσώπηση της υποστηρίζουσας την κατηγορία στο ακροατήριο, είναι απαράδεκτη καθόσον η πλημμέλεια αυτή, μη αναγόμενη στην ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση για την υποστήριξη της κατηγορίας ούτε στον τρόπο και στις διατυπώσεις άσκησής της, δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30 παρ. 2, 138 παρ. 1 και 2 και 367 παρ. 1 ΚΠΔ προκύπτει ότι αν δεν δοθεί ο λόγος στον εισαγγελέα και δεν διατυπώσει αυτός πρόταση πριν την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται αίτηση του κατηγορουμένου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα ιδρύουσα λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και 171 παρ. 1 περ. β` ΚΠΔ. Προκειμένου, όμως, περί αυτοτελών ισχυρισμών, που προτείνονται σύμφωνα με το άρθρο 333 παρ.2 ΚΠΔ από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του κατά το στάδιο που ακολουθεί την αποδεικτική διαδικασία, δεν είναι αναγκαίο να δοθεί και πάλι, μετά την πρότασή του επί της ενοχής, ο λόγος στον εισαγγελέα, εκτός αν ζητήσει ο ίδιος το λόγο για να δευτερολογήσει, οπότε και μπορεί να προτείνει επί του υποβληθέντος ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού (ΑΠ 2053/2010, ΑΠ 679/2009, ΑΠ 992/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας δόθηκε ο λόγος στον εισαγγελέα , ο οποίος πρότεινε την ενοχή των κατηγορουμένων, οι δε συνήγοροι υπεράσπισης στα πλαίσια των αγορεύσεων τους επί της ενοχής πρότειναν και κατέθεσαν εγγράφως τον ισχυρισμό περί παραγραφής επικαλούμενοι συμπλήρωση οκταετίας από το χρόνο τέλεσης των μερικότερων απαλλοτριωτικών πράξεων. Ακολούθως, το δικαστήριο απήγγειλε την περί ενοχής απόφασή του απορρίπτοντας τον παραπάνω ισχυρισμό ως αβάσιμο.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα δεν ήταν αναγκαίο να δοθεί και πάλι ο λόγος στον εισαγγελέα μετά την αγόρευσή του επί της ενοχής να προτείνει επί του αυτοτελούς ισχυρισμού της παραγραφής, εφόσον δεν ζήτησε το λόγο ο ίδιος να δευτερολογήσει επί αυτού και επομένως ουδεμία ακυρότητα επήλθε από την παράλειψη αυτή, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο κατά το υπό στοιχείο [ 2] σκέλος του λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, την παραγραφή, που είναι θεσμός δημόσιας τάξης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, είχε ερευνήσει ο εισαγγελέας και είχε λάβει υπόψη του όταν πρότεινε επί της ενοχής, οπότε στην πρότασή του αυτή εμπεριέχεται και η αρνητική του θέση επί της παραγραφής.
Από διάταξη του άρθρου 362 παρ. 2 ΚΠΔ σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 170,171 και 177 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το δικάζον ποινικό δικαστήριο, αναζητώντας την ουσιαστική αλήθεια για τη διαμόρφωση της κρίσης του ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, προβαίνει στην ανάγνωση και ουσιαστική αξιολόγηση οποιουδήποτε χρήσιμου εγγράφου, αποδεικτικού ή διαδικαστικού, εφόσον δεν αμφιβάλλει για τη γνησιότητά του έστω και αν το έγγραφο προέρχεται από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση ή πρόκειται για απόφαση που δεν είναι αμετάκλητη χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, πολύ περισσότερο όταν δεν έχει εναντιωθεί στην ανάγνωσή τους κάποιος από τους διαδίκους ( ΑΠ 887/2020, ΑΠ 837/2019). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329,331,333,358,362 και 367 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ` του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α` του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ ), εκτός αν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη. Ο προσδιορισμός της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενο του, πράγμα που εξαρτάται από την πραγματοποίηση της ανάγνωσης του εγγράφου και όχι από τον τρόπο καταχώρισής του στα πρακτικά (ΑΠ 82/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης με στοιχείο [3] προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας που αφορά τη μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου υπό τη επίκληση ότι α) το δικάσαν δικαστήριο ανέγνωσε και έλαβε υπόψη μη αμετάκλητες αποφάσεις πολιτικής δίκης, όπως την υπ` αριθ. 637/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αναίρεση, καθώς και τα σχετικά έγγραφα των οικείων δικογραφιών ( αγωγές, προτάσεις, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων κλπ ) β) ανακύπτει αμφιβολία ως προς την ταυτότητα των κάτωθι αναγνωσθέντων εγγράφων: "εκτύπωση μηνυμάτων ηλεκτρονικής επικοινωνίας", "άρθρο από περιοδικό ................", "κατάσταση συμφωνητικών προς ΔΟΥ .................", "εκτύπωση από το Taxisnet" και γ) παραβίαση της ισότητας των όπλων λόγω εξέτασης της μάρτυρα υπεράσπισης ... από τέσσερις συνηγόρους από την πλευρά της υποστηρίζουσας την κατηγορία αντί του επιτρεπόμενου αριθμού των τριών ( άρθρο 89 παρ. 1 ΚΠΔ). Ο λόγος αυτός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` ΚΠΔ είναι αβάσιμος διότι α) η ανάγνωση απόφασης πολιτικής δίκης που δεν έχει καταστεί αμετάκλητη καθώς και των εγγράφων που έχουν εξαχθεί από άλλη πολιτική υπόθεση δεν προκαλεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, καθόσον μάλιστα από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε αντίρρηση από τους συνηγόρους υπεράσπισης για την ανάγνωσή τους β) η ταυτότητα των παραπάνω εγγράφων προσδιορίζεται επαρκώς, αφού με την ανάγνωση του κειμένου τους στο ακροατήριο, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση από κανένα παράγοντα της δίκης, έγινε γνωστό το περιεχόμενο τους και είχαν τη δυνατότητα οι συνήγοροι υπεράσπισης να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις, ενώ δεν αναγνώσθηκαν και άλλα έγγραφα με όμοιο ή παρεμφερές περιεχόμενο ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση για την ταυτότητά τους και γ) από την επισκόπηση των ίδιων πρακτικών προκύπτει ότι κατά την εξέταση της άνω μάρτυρα υπεράσπισης εκπροσώπησαν την υποστηρίζουσα την κατηγορία τρείς και όχι τέσσερις ταυτόχρονα συνήγοροι, αφού ο ... αντικατέστησε τον ... στις δικάσιμους 22 και 23 Ιουλίου 2020 λόγω κωλύματος του τελευταίου, οπότε δεν τίθεται θέμα υπέρβασης του επιτρεπόμενου αριθμού των συνηγόρων, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν προκαλεί απόλυτη ακυρότητα.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ` αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Ο καθορισμός της πράξης είναι ακριβής όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη σ` αυτό ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή, χωρίς όμως να απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο δεν ταυτίζεται. Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει και στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α και βΧ της ΕΣΔΑ, το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορείται στη βραχύτερη προθεσμία, στη γλώσσα που εννοεί και με κάθε λεπτομέρεια τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και β) να διαθέτει το χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες για την προετοιμασία της υπεράσπισής του. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία είναι άκυρο κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠΔ και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και σε περίπτωση έλλειψής τους από το αποδεικτικό επίδοσης (άρθρο 321 παρ. 5 ΚΠΔ) ενώ αν υπάρχει αντίθεση μεταξύ του αντιτύπου που επιδόθηκε και του αποδεικτικού επίδοσης υπερισχύει το πρώτο. Η ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει κατά το άρθρο 174 παρ.2 ΚΠΔ να προταθεί ωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται κατά το άρθρο 175 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ. Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης. Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει ή απαντήσει εσφαλμένα στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` του ΚΠΔ, ενώ αν απορρίψει αναιτιολόγητα τη σχετική ένσταση στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ( ΑΠ 359/2020, ΑΠ 528/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες επανέφεραν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με ειδικό λόγο έφεσης την πρωτοδίκως απορριφθείσα ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, την οποία έγκαιρα κατέθεσαν εγγράφως και ανέπτυξαν προφορικά επικαλούμενοι ως λόγους ακυρότητας ότι α) δεν προσδιόριζε τις νομικές διατάξεις και τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων θεμελιωνόταν η ευθύνη τους ως " εν τοις πράγμασι" εκπροσώπων και διαχειριστών της οφειλέτριας εταιρείας και β) δεν περιείχε ακριβή περιγραφή του χρόνου και του τρόπου τέλεσης των επιμέρους απαλλοτριωτικών πράξεων και ειδικότερα δεν προσδιόριζε το ληφθέν τίμημα από τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, την αγοραία αξία τους, αν το τίμημα ήταν ισάξιο της πραγματικής αξίας τους και αν τα περιουσιακά στοιχεία της οφειλέτριας επαρκούσαν για την ικανοποίηση της δανείστριας εταιρείας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την ακόλουθη αιτιολογία: "οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, .. και ..., ισχυρίζονται ότι είναι άκυρο το κλητήριο θέσπισμα για τους ειδικότερα αναφερόμενους και επαναφερόμενους παραδεκτά με τις εφέσεις τους λόγους, όπως αυτοί καταχωρήθηκαν και στα πρακτικά της παρούσας δίκης, ισχυρισμοί, όμως, που ελέγχονται ως αβάσιμοι. Τούτο δε διότι όλες οι πράξεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών περιγράφονται επαρκώς ως τελεσθείσες από κοινού από τους κατηγορουμένους, εκ των οποίων οι μεν τρίτος και τέταρτος εξ αυτών (... και ...) αναφέρονται στο κατηγορητήριο ως εκπρόσωποι της οφειλέτριας εταιρείας με την επωνυμία ".....................", οι δε πρώτος και δεύτερος (εν προκειμένω οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι) και ως "εν τοις πράγμασι" εκπρόσωποι και διαχειριστές της ίδιας εταιρείας και, όπως δέχεται πάγια και η νομολογία ακόμη και για την ανώνυμη εταιρεία (ΑΠ 1274/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 457/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 793/2004 ΠοινΛογ 2004.906, ΑΠ 292/2003 ΠοινΛογ 2003.265, ΑΠ 46/1998 ΠοινΧρ 1998.1057), δύνανται και αυτοί να υπέχουν ποινική ευθύνη, εφόσον αποδειχθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι στην ουσία είχαν (και) αυτοί την πραγματική διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας και ενεργούσαν ως εκπρόσωποι της προς το συμφέρον αυτής, όταν διέπραξαν τις αποδιδόμενες με το κατηγορητήριο πράξεις. Μάλιστα, δεν απαιτείται να αναγράφεται κάποια διάταξη νόμου για την ιδιότητα που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, ήτοι αυτή των "εν τοις πράγμασι" εκπροσώπων και διαχειριστών της "οφειλέτριας" ανώνυμης εταιρείας, εκτός από τη διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών (άρθρο 397 § 1 του ΠΚ, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος και ήδη άρθρο 397 §§ 1 και 2 του ΠΚ), η οποία ρητά αναφέρεται, καθόσον κατά την κρατούσα άποψη στη θεωρία το υπόψη έγκλημα είναι κοινό (βλ. Α. Μαργαρίτη - Κ. Ν. Χριστοδούλου, Καταδολίευση δανειστών, σχόλια σε παράγραφο 209, σελ. 170), αφού αυτό τελείται από οποιονδήποτε "οφειλέτη" (βλ. και § 2 του προϊσχύοντος άρθρου και ήδη § 3 του άρθρου 397 του νέου ΠΚ, που όμως εν προκειμένω δεν έχει εφαρμογή), ο οποίος εν γνώσει του ματαιώνει την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή του και συνεπώς εάν οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεσθεί τόσον από τα αρμόδια όργανα εκπροσωπήσεως αυτού, που μετήλθαν την αξιόποινη συμπεριφορά όσον και από τα φυσικά πρόσωπα που ουσιαστικά ασκούν την εκπροσώπηση και διαχείριση του νομικού προσώπου και μετήλθαν και αυτά, από κοινού με τους νόμιμους εκπροσώπους του νομικού προσώπου, αξιόποινη συμπεριφορά, όπως περιγράφεται εν προκειμένω (βλ. ΑΠ 1260/1994 ΠοινΧρ 1994.1014, όπου εφαρμόσθηκε η § 1 του άρθρου 397 επί εκπροσώπων της οφειλέτιδας ΕΠΕ). Περαιτέρω, το κλητήριο θέσπισμα περιγράφει επαρκώς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, αφού αναφέρεται ότι σταδιακά εκποίησαν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας με τους ειδικότερα αναφερόμενους και περιλαμβανόμενους στη διάταξη του άρθρου 397 του ΠΚ τρόπους, όπως αναλυτικά περιγράφονται τα επιμέρους εκποιηθέντα στοιχεία της εταιρείας και ο τρόπος εκποίησης τους, χωρίς να εισπραχθεί ισόχρεο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, πράξεις που τέλεσαν με την εκ μέρους τους γνώση και τη θέληση να ματαιώσουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εγκαλούσας εταιρείας. Ειδικότερα, αναφορικά με τους αβάσιμους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων λεκτέα τα ακόλουθα: 1) στην υπό στοιχείο Β1 πράξη περιγράφεται επαρκώς ότι οι κατηγορούμενοι, στις 3-10-2011, με συμβάσεις δικαιόχρησης παραχώρησαν στις εταιρείες "................" και ήδη "..............", "..... και ήδη "..." και "..." και ήδη ".......... Εμπορίας Αθλητικών Ειδών", τη διαχείριση και λειτουργία συνολικά είκοσι έξι (26) καταστημάτων, όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά, τα οποία εκμεταλλευόταν μέχρι τότε η οφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία "........". Ότι με τις παραπάνω συμβάσεις δικαιόχρησης οι κατηγορούμενοι απογύμνωσαν την εταιρία "......................." από το σημαντικά περιουσιακά της στοιχεία, δεδομένου ότι οι δικαιοδόχες εταιρίες, Αθλητική Δυναμική, .............., ανέλαβαν τη λειτουργία των καταστημάτων της, καταβάλλοντος ένα χαμηλό δικαίωμα εισόδου (entry fee) ύψους 5.ΘΘ0 - 10.000 ευρώ, χωρίς να καταβάλουν πέραν αυτού, ούτε ετήσια δικαιώματα, ούτε κάποιο περιθώριο κέρδους επί των πωλήσεων των εμπορευμάτων που αποκτούσαν από την ως άνω εταιρία (.... ...) με τους ευνοϊκότερους όρους που ίσχυαν στην ελληνική αγορά. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία περιγράφονται επαρκώς οι απαλλοτριωτικές πράξεις, ήτοι οι συμβάσεις δικαιόχρησης, στις οποίες προέβησαν οι κατηγορούμενοι, υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους, οι οποίες μικτές συμβάσεις και μη ρυθμιζόμενες ειδικώς από το νόμο εμπεριέχουν τα στοιχεία περισσότερων επώνυμων συμβάσεων, όπως της πώλησης, της μίσθωσης κλπ (ΑΠ 1180/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1043/2015 ΧΡΙΔ 2015.748) και συνιστούν συνεπώς "απαλλοτρίωση" κατά την έννοια του άρθρου 397 ΠΚ, αφού ως τέτοια νοείται κάθε νομική διάθεση με την οποία μεταβιβάζεται, επιβαρύνεται, αλλοιώνεται ή αποσβέννυται το περιουσιακό δικαίωμα του οφειλέτη (λχ πώληση βλ. ΑΠ 384/2019 ΝΟΜΟΣ, δωρεά βλ. ΑΠ 108/2019 ΝΟΜΟΣ, μίσθωση βλ. ΑΠ 1073/2002 ΝΟΜΟΣ εγγραφή προσημείωσης υποθήκης βλ. ΑΠ 1987/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 670/2014 ΝΟΜΟΣ κλπ) και έτσι αυτός (οφειλέτης) αποχωρίζεται του περιουσιακού του στοιχείου, χωρίς ισότιμο και και αξιόχρεο αντάλλαγμα, εφόσον με τη διάθεση αυτή αποκλείεται ή μειώνεται η δυνατότητα του δανειστή προς ικανοποίηση της απαίτησής του (ΑΠ 108/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 339/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 384/2019 ΝΟΜΟΣ). Περιγράφεται δε επιπρόσθετα ότι οι δικαιοδόχες εταιρείες κατέβαλαν ένα χαμηλό δικαίωμα εισόδου (entry fee) ύψους 5.000 - 10.000 ευρώ, χωρίς να καταβάλουν πέραν αυτού, ούτε ετήσια δικαιώματα, ούτε κάποιο περιθώριο κέρδους επί των πωλήσεων των εμπορευμάτων που αποκτούσαν από την ως άνω εταιρία (.... ...) με τους ευνοϊκότερους όρους που ίσχυαν στην ελληνική αγορά, γεγονός που, εφόσον αποδειχθεί, συνιστά τη μείωση της περιουσιακής κατάστασης της οφειλέτριας εταιρείας και τη σταδιακή ματαίωση της ικανοποίησης της εγκαλούσας εταιρείας. Δεν απαιτείτο δε να αναφερθεί ούτε το ακριβές αντάλλαγμα (δικαίωμα εισόδου) για τις επίμαχες συμβάσεις δικαιόχρησης, αφού αναφέρεται το εύρος ποσού, το οποίο χαρακτηρίζεται ως "χαμηλό", ενώ το ακριβές ποσόν αποτελεί στοιχείο που δύναται να συμπληρωθεί από την αποδεικτική διαδικασία, ούτε βέβαια απαιτείτο να αναφερθεί ποιά ήταν η πραγματική αξία του δικαιώματος εισόδου, των ετήσιων δικαιωμάτων και του περιθωρίου κέρδους επί των πωλήσεων, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο κατηγορητήριο, οι δικαιοδόχες εταιρείες ουδέν κατέβαλαν για ετήσια δικαιώματα ή για περιθώριο κέρδους επί των πωλήσεων των εμπορευμάτων που απέκτησαν από την οφειλέτρια εταιρεία και συνεπώς, εάν ήθελε αποδειχθεί το γεγονός αυτό, θεωρείται άνευ ετέρου η μείωση της περιουσίας της οφειλέτιδας εταιρείας και 2) στην υπό στοιχείο Β4 πράξη αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι "εντός του χρονικού διαστήματος από 3-10-2011 μέχρι 31-12-2012, εκποίησαν, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα αποθέματα εμπορευμάτων αξίας τουλάχιστον 6.000.000 ευρώ, που είχαν αγοράσει από την εγκαλούσα εταιρία ................ Με τις παραπάνω ενέργειες τους ματαίωσαν, εν όλω την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ως άνω εγκαλούσας εταιρίας, αφού η οφειλέτρια εταιρία "............................................................" μετετράπη σε ανενεργή μη παραγωγική εταιρία, χωρίς περιουσία, τα δε δικαιώματα και τις απαιτήσεις αυτής τα απέκτησαν οι παραπάνω δικαιοδόχες εταιρίες χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα".
Περιγράφεται δηλαδή στο ερευνώμενο κλητήριο θέσπισμα επαρκώς απαλλοτριωτική πράξη (πώληση, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω) με την οποία φέρεται ότι οι κατηγορούμενοι απογύμνωσαν την οφειλέτιδα εταιρεία αφού μεταβίβασαν κατά κυριότητα εμπορεύματα αξίας 6.000.000 ευρώ χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Ουδόλως δε απαιτείτο να περιγραφούν στο κλητήριο θέσπισμα κατ` είδος και ποσότητες τα πωληθέντα εμπορεύματα ή σε ποιο χρόνο πωλήθηκε ποιο μέρος του αποθέματος ή έναντι ποίου τιμήματος πωλήθηκαν (ενώ η αξία τους αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα, αποτιμώμενη σε 6.000.000 ευρώ), στοιχεία που σε κάθε περίπτωση δύνανται να συμπληρωθούν κατά την αποδεικτική διαδικασία ούτε απαιτείτο η αναφορά ότι κατά το χρόνο της εκάστοτε εκποίησης η οφειλέτιδα εταιρεία διέθετε ή όχι περιουσία ικανή να υπερκαλύψει την απαίτηση της δανείστριας εταιρείας ή εάν κατά το χρόνο της εκάστοτε εκποίησης προέκυπτε εξαιτίας αυτής αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησης της εγκαλούσας εταιρείας ή ποια επιμέρους πράξη του αδικήματος φέρεται να τελέσθηκε κατ` εξακολούθηση, οπότε να κριθεί εάν αυτή έχει παραγραφεί καθόσον στο κλητήριο θέσπισμα αναφέρεται ρητά (ζήτημα το οποίο και θα ερευνηθεί) ότι οι κατηγορούμενοι κατά το χρονικό διάστημα από 3-10- 2011 μέχρι και 8-2-2013, ήτοι σταδιακά και βάσει οργανωμένου σχεδίου, ενεργώντας από κοινού, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ γνώριζαν ότι η εταιρεία "........................" όφειλε στην εγκαλούσα εταιρεία το συνολικό ποσόν των 22.790.929 ευρώ προέβησαν στις καταδολιευτικές πράξεις που επαρκώς περιγράφονται σε αυτό. Επομένως, οι αιτιάσεις των κατηγορουμένων περί ακυρότητας του επίμαχου κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας ως προς την περιγραφή των αποδιδόμενων σε αυτούς επί μέρους καταδολιευτικών πράξεων (Β1 και Β4 του κλητηρίου θεσπίσματος), πρέπει να απορριφθούν ως παντελώς αβάσιμοι, καθόσον παρατίθενται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, ενώ, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην υπό στοιχείο ΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, για τον ακριβή καθορισμό της πράξης, κατ` άρθρο 321 εδάφιο δ` ΚΠΔ, δεν απαιτείται η λεπτομερής αναφορά περιστατικών και στοιχείων που αξιώνουν οι κατηγορούμενοι και προσιδιάζει στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, σε καμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται." Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας ορθά και με πλήρη και σαφή αιτιολογία δέχθηκε για τη θεμελίωση της απορριπτικής του κρίσης ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι φερόμενοι κατά το κατηγορητήριο ως "εν τοις πράγμασι" νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της οφειλέτριας εταιρείας δύνανται να υπέχουν ποινική ευθύνη, εφόσον από την ακροαματική διαδικασία αποδειχθεί ότι αυτοί ήταν τα φυσικά πρόσωπα που ουσιαστικά ασκούσαν την πραγματική διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας και ενεργούσαν ως εκπρόσωποι της και προς το συμφέρον αυτής όταν διέπραξαν τις αποδιδόμενες πράξεις και δεν χρειαζόταν να αναγράφεται κάποια διάταξη νόμου που να προβλέπει την ευθύνη τους από την ιδιότητα αυτή, περαιτέρω δε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή του, στο κλητήριο θέσπισμα περιγράφονται επαρκώς τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, αφού αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες σταδιακά και βάσει οργανωμένου σχεδίου εκποίησαν το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας με τους ειδικότερα αναφερόμενους και περιλαμβανόμενους στη διάταξη του άρθρου 397 ΠΚ τρόπους, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις δικαιόχρησης, όπως αναλυτικά περιγράφονται τα επιμέρους εκποιηθέντα στοιχεία της εταιρείας και ο τρόπος απαλλοτρίωσής τους, χωρίς να εισπραχθεί ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, πράξεις που φέρονται ότι τέλεσαν κατ` εξακολούθηση με την εκ μέρους τους γνώση και τη θέληση να ματαιώσουν την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εγκαλούσας εταιρείας. Άλλα περαιτέρω στοιχεία για το ορισμένο και την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ως προς την περιγραφή των επιμέρους απαλλοτριωτικών πράξεων δεν απαιτούνται, όποια δε επιπλέον ζητήματα ανακύψουν μένει να διευκρινιστούν κατά την αποδεικτική διαδικασία. Με το να απορρίψει επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως αβάσιμη την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της σχετικής ακυρότητας που δεν καλύφθηκε, ούτε επήλθε απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του υπερασπιστικού δικαιώματος των αναιρεσειόντων να λαμβάνουν λεπτομερή γνώση της κατηγορίας και ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` και Α` ΚΠΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης καθώς και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης υπό το στοιχείο " 1 " του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 και 2 του νέου ΠΚ, η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση ως επιεικέστερη κατ` άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 712/2020), " 1. Ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του εκποιώντας ή αποκρύπτοντας στοιχεία της περιουσίας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. 2. Με την ποινή της προηγούμενης παραγράφου τιμωρείται και ο οφειλέτης ο οποίος εν γνώσει ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του που έχει σε βάρος του βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, αν ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσής του α) βλάπτει, καταστρέφει, καθιστά χωρίς αξία, αποκρύπτει ή απαλλοτριώνει χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο ή β) κατασκευάζει ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες". Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται αντικειμενικώς μεν ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή ολικά ή μερικά με μία από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ενέργειες που αποτελούν διαφορετικούς τρόπους τέλεσης του εγκλήματος αυτού ( υπαλλακτικώς μικτό ), υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος. Ειδικότερα, απαιτείται α) ματαίωση ολικά ή μερικά της ικανοποίησης του δανειστή που έχει βέβαιη και εκκαθαρισμένη απαίτηση, η οποία γίνεται ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης της υποχρέωσης του οφειλέτη, προερχόμενη από τη μεταξύ αυτών ενοχική σχέση από κάποια νόμιμη αιτία, όπως είναι και η σύμβαση αναγνώρισης και αναδοχής χρέους. Εάν οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο το αδίκημα τελείται από τα αρμόδια όργανα εκπροσώπησής του, που μετήλθαν την αξιόποινη συμπεριφορά. Η απαίτηση του δανειστή πρέπει να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη κατά τους όρους των άρθρων 915 και 916 ΚΠολΔ, δηλαδή να είναι ορισμένη κατά ποσό και ποιόν και να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία ή άλλο όρο, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να είναι δικαστικά αναγνωρισμένη ή να έχει επιδοθεί στον οφειλέτη σχετική αγωγή ή να επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση. Ως επικείμενη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη νοείται εκείνη η περίπτωση κατά την οποία η απαίτηση του οφειλέτη δεν έχει ακόμη καταστεί ληξιπρόθεσμη, αλλά επίκειται η ικανοποίησή της σε χρονική εγγύτητα, ήτοι όταν δεν υπάρχει μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ του χρόνου που τελούνται οι καταδολιευτικές πράξεις και του χρόνου που ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την υποχρέωσή του, αφού άλλως ο νόμος θα αναφερόταν σε "επικείμενη αναγκαστική ικανοποίηση" και όχι σε "επικείμενη εκπλήρωση της υποχρέωσης", η οποία βέβαια προηγείται του ληξιπροθέσμου της απαίτησης, β) η ματαίωση να τελείται με έναν από τους προβλεπόμενους στην εν λόγω διάταξη τρόπους, οι οποίοι δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ως απαλλοτρίωση νοείται κάθε νομική διάθεση με την οποία ο οφειλέτης αποχωρίζεται του περιουσιακού του στοιχείου χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, εφόσον με τη διάθεση αυτή αποκλείεται ή μειώνεται η δυνατότητα του δανειστή να ικανοποιηθεί η απαίτησή του, ενώ ως κατασκευή ψεύτικων χρεών ή ψεύτικων δικαιοπραξιών νοείται η δημιουργία εικονικών χρεών ή η σύναψη εικονικών συμβάσεων αφού ψευδής δικαιοπραξία είναι και η εικονική , κατ` άρθρο 138 ΑΚ και γ) άμεσος δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ύπαρξης απαίτησης από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαίωσης ολικά ή μερικά της ικανοποίησης αυτής, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν το κατά τα άνω περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή όταν τα εναπομείναντα μετά ταύτα περιουσιακά στοιχεία ενόψει της αξίας τους δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση του δανειστή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 εδ. α` ΠΚ " χρόνος τέλεσης της πράξης θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει" ( ΑΠ 792/2017 ).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση απόφασης (ενότητα δόλου). Στο κατ` εξακολούθηση έγκλημα, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό, στις περιπτώσεις δε αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Σκοπός της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, η οποία αντιμετωπίζει το κατ` εξακολούθηση έγκλημα ως νέο είδος εγκλήματος, είναι το αυξημένο άδικο της εξακολουθητικής εγκληματικής συμπεριφοράς στα εγκλήματα περιουσιακής βλάβης ή οφέλους να αξιολογείται βάσει της συνολικής βλάβης που προκλήθηκε από τις μερικότερες πράξεις και όχι βάσει του αντικειμένου εκάστης εξ αυτών. Πρόκειται για ρύθμιση που αφορά τη βαρύτητα του αδίκου των πράξεων, ανεξαρτήτως του εάν προβλέπεται διακεκριμένη παραλλαγή του οικείου εγκλήματος επί τη βάσει ποσοτικού κριτηρίου. Επομένως, η παραπάνω διάταξη καταλαμβάνει όλα τα εγκλήματα που περιέχουν στην αντικειμενική τους υπόσταση ως στοιχείο την περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, αφού αναφέρεται αδιακρίτως στο "έγκλημα" και συνακόλουθα έχει εφαρμογή και στις περιπτώσεις των περιουσιακών εγκλημάτων πλημμεληματικού χαρακτήρα, όπως αυτό της καταδολίευσης δανειστών, εφόσον βέβαια ο υπαίτιος απέβλεψε στο συνολικό περιουσιακό όφελος ή βλάβη που προέκυψε από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του αδικήματος. Εξάλλου, επί του εγκλήματος της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ ο χρόνος παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας επιμέρους πράξης. Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων με την προσβαλλόμενη απόφασή του μετά από συνεκτίμηση των κατά το είδος τους αναφερομένων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε στο σκεπτικό του κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "..................." είναι θυγατρική της γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία ".........", η οποία μαζί με την ολλανδική εταιρεία με την επωνυμία "................................" είναι δικαιούχοι των σημάτων και των διακριτικών γνωρισμάτων του ομίλου .... Η εγκαλούσα εταιρεία εισήγαγε αποκλειστικά στην Ελλάδα και διένειμε στη χονδρική πώληση τα προϊόντα του ομίλου ......... Οι δύο εκκαλούντες - κατηγορούμενοι είχαν ιδρύσει στην Ελλάδα και ήταν μέτοχοι πληθώρας εμπορικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων και της εταιρείας με την επωνυμία "..........", η οποία από το έτος 1994 ήταν μέτοχος κατά 50% της εγκαλούσας εταιρείας έως και τον Ιανουάριο 2009, οπότε το ως άνω ποσοστό της εξαγοράσθηκε από τη μητρική - γερμανική ........... Ακολούθως, περί τα τέλη του 2009, οι κατηγορούμενοι συνέστησαν την εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη εταιρεία με την επωνυμία "................." (όπως μετονομάστηκε στη συνέχεια), της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκε κατά ποσοστό 70% στην εταιρεία ..............., η οποία ήταν συμφερόντων των νυν κατηγορουμένων, κατά ποσοστό 28% στην εταιρεία "........." και κατά ποσοστό 2% στο ..., που ήταν νομικός της σύμβουλος. Μέλη του ΔΣ και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας "..............." ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος, ...., ο οποίος ήταν Πρόεδρος του ΔΣ και Διευθύνων Σύμβουλος και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ...., ήταν Αντιπρόεδρος του ΔΣ. Από το έτος 2000 η προαναφερόμενη εταιρεία είχε ως αντικείμενο την μέσω αλυσίδας εμπορικών καταστημάτων πώληση και διανομή μόνο προϊόντων της ...... στην Ελλάδα (..............), ενώ από το έτος 2006 ανέπτυξε παράλληλα αλυσίδα καταστημάτων λιανικής, υπό το σήμα - διακριτικό τίτλο ".........", βάσει συμβάσεων κύριας δικαιόχρησης και παραχώρησης άδειας χρήσης σήματος με τις εταιρείες "................................." και "..................................", μέσω των οποίων διέθετε στην Ελλάδα και προϊόντα διαφόρων άλλων εταιρειών αθλητικών ειδών, πέραν των ...... που προμηθεύονταν από την εγκαλούσα εταιρεία. Η συνεργασία των εταιρειών ...... για την προμήθεια της εταιρείας με την επωνυμία "............." με εμπορεύματά τους (.........) μέχρι και το 2006 δεν είχε περιβληθεί κάποιο τύπο, ενόψει του στενού δεσμού μεταξύ τους, καθώς οι κατηγορούμενοι (αδελφοί ... και ...), νόμιμοι εκπρόσωποι της παραπάνω εταιρείας, συμμετείχαν τόσο στο μετοχικό κεφάλαιο (μέσω της εταιρείας συμφερόντων τους ..........) όσο και στο ΔΣ της εγκαλούσας εταιρείας. Το Δεκέμβριο όμως του 2006, ενόψει της σταδιακής εξαγοράς της ......... από τη γερμανική εταιρεία .......... και την αποχώρηση των κατηγορουμένων από το ΔΣ της ................., υπεγράφη η από 8-12-2006 σύμβαση στρατηγικής συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία η "....................." θα είναι ο προτιμώμενος συνεργάτης χονδρικής κατ` αποκλειστικότητα σε προϊόντα ...... στην Ελλάδα, ενώ στις 25-1-2008 υπεγράφησαν μεταξύ τους δύο συμβάσεις τριετούς συνεργασίας (από 1-1-2008 έως 31-12-2010), εκ των οποίων η μία αφορούσε τα καταστήματα της αλυσίδας ........... .......... και η άλλη τα καταστήματα της αλυσίδας ........ 2000. Με βάση την πρώτη σύμβαση η "....................." θεωρούνταν ως ο προνομιούχος αποκλειστικός συνεργάτης χονδρικής της ...... στην Ελλάδα, θα δημιουργούσε είκοσι (20) νέα καταστήματα, στον εξοπλισμό των οποίων η ................ θα συνέβαλε κατά ποσοστό 50%, η τελευταία δε θα της παρείχε για το 2008 έκπτωση 30% στα τιμολόγια πώλησης και 25% για το 2009 και 2010 και ορίσθηκε προθεσμία πληρωμής των τιμολογίων μέχρι 180 ημέρες από την έκδοσή τους, συμφωνήθηκε δε και ότι αν οι μικτές παραγγελίες της εταιρείας "........................." μειωθούν πάνω από 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος θα είχε δικαίωμα η .............. να αποσύρει τη ρήτρα αποκλειστικότητας και να επιτρέψει σε τρίτους να ανοίξουν καταστήματα αποκλειστικής διάθεσης. Στη δεύτερη σύμβαση, η παρεχόμενη έκπτωση στα τιμολόγια ήταν μικρότερη καθώς και η συμβολή της ............... στον εξοπλισμό των νέων καταστημάτων, ενώ η προθεσμία αποπληρωμής των τιμολογίων παρέμεινε η ίδια (180 ημέρες). Κατά τη λήξη των δύο ως άνω συμβάσεων, στις 31- 12-2010, το ανεξόφλητο υπόλοιπο των οφειλών της εταιρείας ".........................." για την αποπληρωμή εμπορευμάτων και εξοπλισμού καταστημάτων ανερχόταν σε 16.613.968,70 ευρώ, ενώ το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο ανερχόταν σε 8.825.970,93 ευρώ. Ενόψει της λήξης των προαναφερομένων συμβάσεων (που αφορούσαν τα έτη 2008 - 2010), ο τρίτος κατηγορούμενος, ...., που ήταν Γενικός Διευθυντής της οφειλέτριας εταιρείας και επιπλέον με απόφαση του ΔΣ της ως άνω εταιρείας του είχε χορηγηθεί η εξουσιοδότηση και η εντολή όπως δια μόνης της υπογραφής του τιθέμενης κάτωθι της εμπορικής επωνυμίας εκπροσωπεί και δεσμεύει την εταιρεία σε άπασες τις μετά τρίτων συναλλαγές και δοσοληψίες της (βλ. ΦΕΚ ......./15-7-2008 του Τεύχους Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης), με την από 3-6-2011 επιστολή του προς την ............ αναγνώρισε ότι η οφειλή της, στις 31-12-2010, ανέρχονταν συνολικά σε 16.613.968,70 ευρώ. Μετά από διαπραγματεύσεις μεταξύ των εκπροσώπων της .................... και της οφειλέτριας εταιρείας "....................." υπεγράφη στις 27-7-2010 νέα σύμβαση συνεργασίας τους, τετραετούς διάρκειας, που αφορούσε μόνο στα καταστήματα ....................., η οποία προέβλεπε ότι η τελευταία θα συνέχιζε τη λειτουργία των υφισταμένων καταστημάτων (monobrand) και θα δημιουργούσε επιπλέον νέα καταστήματα, δικαίωμα που διατήρησε παράλληλα και η πρώτη (......................) και επιπλέον συμφωνήθηκε αφενός προθεσμία μέχρι 150 ημερών για την εξόφληση στη δικαιοπάροχο .......... των τιμολογίων πώλησης, αφετέρου προβλέφθηκε ρητά το δικαίωμά της (......... ...........) να καταγγείλει τη σύμβαση σε περίπτωση παραβίασης του όρου για εμπρόθεσμη εξόφληση των τιμολογίων, οπότε με την δια καταγγελίας λήξη της σύμβασης η "......................" υποχρεούνταν άμεσα να καταβάλει το σύνολο των οφειλομένων κατά το χρόνο της καταγγελίας τιμολογίων καθώς και να παύσει να χρησιμοποιεί τα σήματα .... στα καταστήματα .............
Έτσι, από 1-1-2011 η ................ συνέχισε να προμηθεύει με εμπορεύματα και εξοπλισμό την εταιρεία "..........................", στα πλαίσια μόνον της από 27-7- 2010 νέας σύμβασης για τα καταστήματα ........... Επειδή, όμως, η τελευταία δεν εξοφλούσε τα τιμολόγια των παραγγελιών, η δικαιοπάροχος ....................... αρχικά προχώρησε, τον Αύγουστο του 2011, σε αναστολή παράδοσης εμπορευμάτων, προκειμένου να την προειδοποιήσει ότι η μεταξύ τους συνεργασία δεν έβαινε ομαλά, ώστε αυτή να φροντίσει έγκαιρα την εξόφληση, και τελικά, στις 27-10-2011, κατήγγειλε την ως άνω (από 27-7-2010) σύμβαση εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία (καταγγελία), όπως κρίθηκε και με την 5250/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι έγκυρη, απορριφθέντων των περί αντιθέτου ισχυρισμών της εταιρείας "......................". Η τελευταία με την ίδια ως άνω απόφαση, η οποία κατέστη τελεσίδικη με την έκδοση της 636/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (κατά της οποίας έχει ασκηθεί αναίρεση, η οποία έχει συζητηθεί και δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση) υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εγκαλούσα εταιρεία το ποσόν των 5.262.173,04 ευρώ για μη εξοφληθείσες οφειλές της που αφορούσαν στις προαναφερθείσες ορισμένου χρόνου συμβάσεις, που είχαν λήξει στις 31-12-2010 και επιπλέον 10.909.393,82 ευρώ και 6.619.363,05 ευρώ, ποσά που αφορούν σε ανεξόφλητα τιμολόγια με βάση τη νέα από 27-10-2010 σύμβαση, η οποία καταγγέλθηκε στις 27-10-2011. Και ενώ είχαν γεννηθεί και ήταν βέβαιες και εκκαθαρισμένες οι προαναφερόμενες απαιτήσεις της εγκαλούσας εταιρείας έναντι της εταιρείας "..................." (όπως αναλυτικά θα αναφερθεί παρακάτω), στις 7- 11-2011 και 14-11-2011 οι κατηγορούμενοι, αδελφοί ... και ...., παραιτήθηκαν από Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και Αντιπρόεδρος του ΔΣ, αντίστοιχα, της οφειλέτριας εταιρείας, παρόλα αυτά όμως συνέχισαν μαζί με το .... να διοικούν την οφειλέτρια εταιρεία συμφερόντων τους και να διαχειρίζονται τα οικονομικά της, δίνοντας, μάλιστα, κατά περίπτωση, τις κατευθυντήριες γραμμές δράσης της, όπως πιο κάτω θα αναφερθεί, ενώ όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 2-12-2011 Πρακτικό του ΔΣ της οφειλέτριας εταιρείας, τις αντίστοιχες θέσεις κατέλαβαν ο ... και ο ..... Κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από 3- 10-2011 έως 8-2-2013 και ενόσω οι προαναφερόμενες απαιτήσεις της εγκαλούσας εταιρείας έναντι της εταιρείας "................" καθίσταντο βέβαιες και εκκαθαρισμένες, οι κατηγορούμενοι από κοινού με το ...., ενεργώντας με τις ως άνω τυπικές και ουσιαστικές ιδιότητές τους στην οφειλέτρια εταιρεία, προέβησαν σταδιακά, εν γνώσει τους της ύπαρξης της απαίτησης από τις παραπάνω συγκεκριμένες νομικές αιτίες (σύμβαση συνεργασίας - πώλησης και σύμβαση δικαιόχρησης) και με τη θέληση, ύστερα από συναπόφαση με το ... και με οργανωμένο σχέδιο σταδιακής οικονομικής αποδυνάμωσης της εταιρείας τους, να μην της απομείνουν οικονομικά στοιχεία και να ματαιώσουν έτσι ολικά την ικανοποίηση της εγκαλούσας εταιρείας, με αντίστοιχη βλάβη της, ύψους 22.790.929 ευρώ, στο οποίο αυτοί απέβλεπαν, στις ακόλουθες ενέργειες: Στις 3-10-2011, ο ... μετά από συναπόφαση με τους νυν κατηγορούμενους συμβλήθηκε ως εκπρόσωπος της εταιρείας "................." με τους εκπροσώπους τριών άλλων εταιρειών που ήταν όμως συμφερόντων τους και συγκεκριμένα με την εταιρεία με την επωνυμία "..........................", η οποία εκπροσωπούνταν από το ..., με την εταιρεία ".................................." και με την εταιρεία "...." και συνήψαν αντίστοιχες συμβάσεις δικαιόχρησης παραχωρώντας πλήρως σε αυτές τη λειτουργία και διαχείριση των αναγραφομένων στο διατακτικό 26 συνολικά καταστημάτων πώλησης αθλητικών ειδών που μέχρι τότε εκμεταλλεύονταν η οφειλέτρια εταιρεία "....", σης οποίες εκποίησαν σταδιακά από 3-10-2011 έως και 31-12-2012 (31-12-2012 είναι ο χρόνος που αναγράφεται στο κλητήριο θέσπισμα και δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ από τα προσκομισθέντα τιμολόγια προκύπτει ότι συνέχισαν την εκποίηση του εμπορεύματος μέχρι και 22-2-2013) το σύνολο των αποθεμάτων του εμπορεύματος, αξίας τουλάχιστον 6.000.000 ευρώ και όφειλε το τίμημα στην εγκαλούσα εταιρεία (σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα τιμολόγια), απογυμνώνοντας έτσι την εταιρεία τους από τα περιουσιακά της στοιχεία, καθόσον οι δικαιοδόχες εταιρείες κατέβαλαν στη δικαιοπάροχο εταιρεία "....." μη ισότιμο, αλλά εξαιρετικά χαμηλό δικαίωμα εισόδου "eηtry fee", το οποίο κυμάνθηκε μεταξύ 5.000 και 10.000 ευρώ, που ήταν κατώτερο του συνηθισμένου σης συναλλαγές, ενώ δεν συμφωνήθηκε ούτε καταβλήθηκαν στην τελευταία ετήσια δικαιώματα, ούτε ποσοστά κέρδους επί των πωλήσεων των εμπορευμάτων, όπως αυτό συνηθίζεται στις συναλλαγές, τα οποία αυτή εισέφερε στις δικαιοδόχους εταιρείες (βλ. ιδίως κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας), γνωρίζοντας ότι τα εναπομείναντα περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούσαν για την πλήρη ικανοποίηση (τότε) της δανείστριας. Και ενώ τυπικά δεν υπήρξε ισότιμο αντάλλαγμα στην οφειλέτρια εταιρεία από τις ως άνω συμβάσεις, ώστε να ικανοποιηθεί η δανείστρια - εγκαλούσα εταιρεία, γεγονός που οι κατηγορούμενοι γνώριζαν και ήθελαν να επιτύχουν, στην ουσία οι ίδιοι από κοινού με το .... απολάμβαναν τα κέρδη των τριών εταιρειών, που ήταν συμφερόντων τους. Συγκεκριμένα, η οφειλέτρια εταιρεία ".....", το έτος 2011, συμμετείχε σε ποσοστό 91,17% στην εταιρεία "...........................", η οποία εκπροσωπούνταν από το ..., επίσης μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2011 συμμετείχε σε ποσοστό 99,32% στην εταιρεία "................................", με Πρόεδρο το δεύτερο κατηγορούμενο, .... (ο οποίος παραιτήθηκε το 2013 από το ΔΣ αυτής) και τελικά στις 16-11-2011 μεταβίβασε το ποσοστό της στην εταιρεία με επωνυμία ".....", με έδρα το Βουκουρέστι και τέλος η εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία, όπως προαναφέρθηκε συμμετείχε στην "......" κατά ποσοστό 29,34%, εκπροσωπούνταν από το .... (βλ. περί όλων αυτών τη με στοιχεία ................έκθεση μερικού επιτόποιου ελέγχου - προσωρινού - προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και τα ΦΕΚ ..../7-6-2007, ....../20-12-2011, ..../30-12- 2011, ....../5-12-2011, ...../22-3-2013 και ........./20-12-2011). Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι από την εταιρεία ......., ενόψει της σύμβασης δικαιόχρησης, έλαβαν χρήματα, τα οποία διοχέτευσαν για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της οφειλέτριας εταιρείας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και των εργαζομένων της, γεγονός το οποίο όμως ουδόλως αποδεικνύεται, αντίθετα μάλιστα αποδεικνύεται ότι η οφειλέτρια εταιρεία είχε και χρέη προς το Δημόσιο, αφού ο ...., ως εκπρόσωπος της εταιρείας "................", μετά την παραίτηση των κατηγορουμένων, διώχθηκε για χρέη της παραπάνω εταιρείας προς το Δημόσιο [βλ. την με αριθμό πρωτοκόλλου ....../05-05-2016 αίτηση ποινικής δίωξης με το συνημμένο πίνακα χρεών με α/α ..../2016 της Δ.Ο.Υ. ......................................, το κατηγορητήριο με ΑΒΜ: ................. της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών και το απόσπασμα της υπ` αριθμ. ΔΤ 2806/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών], ενώ όπως αποδείχθηκε το προσωπικό της οφειλέτριας εταιρείας μεταφέρθηκε στις άλλες εταιρείες συμφερόντων των νυν κατηγορουμένων, κάποιες εκ των οποίων συστεγάζονταν με την οφειλέτρια εταιρεία (βλ. περί τούτου απολογία πρώτου κατηγορουμένου), οπότε και δεν απαιτήθηκε η καταβολή αποζημιώσεων κλπ, όπως αβασίμως αυτοί ισχυρίζονται (βλ. περί τούτου σαφή κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας). Εξάλλου, είναι χαρακτηριστική η αποστροφή στην κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου, ...., αναφορικά με τα entry fees που εισέπραξαν από τις επίμαχες συμβάσεις δικαιόχρησης, σύμφωνα με την οποία "...το entry fee ήταν πέντε, δέκα. δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ, δεν είναι μικρό...Το κάναμε λίγο λιγότερο για να είμαστε ευέλικτοι...". Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι περί τα τέλη του 2010, οι κατηγορούμενοι προέβησαν, χωρίς νόμιμη αιτία, σε ανάληψη από το ταμείο της εταιρείας ποσού 1.595.000 ευρώ, το οποίο περιήλθε στους ίδιους και από το οποίο το επόμενο έτος επέστρεψαν μεν ένα μέρος του ποσού, όπως αναγράφεται και στην έκθεση ισολογισμού του έτους 2011, η οποία δημοσιεύθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, ήτοι στις 21-2-2013 (βλ. ΦΕΚ ....../21-2-2013 Τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ και Γενικού Εμπορικού Μητρώου) , χωρίς όμως να επιστρέψουν στο ταμείο της εταιρείας μέχρι την 31-12-2011 το υπόλοιπο ποσόν των 582,842,25 ευρώ, όπως όφειλαν, αλλά αντίθετα το απαλλοτρίωσαν με σκοπό να ματαιωθεί η μη επαρκούσα για την πλήρη ικανοποίηση της δανείστριας περιουσία της εταιρείας ".........................". Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το εν λόγω ποσόν το ανέλαβαν από το ταμείο της εταιρείας το έτος 2010 και ως εκ τούτου η ως άνω πράξη, αν ήθελε υποτεθεί ότι εν προκειμένω δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 98 § 2 ΠΚ, έχει παραγραφεί, είναι νόμω αβάσιμος και τούτο διότι οι κατηγορούμενοι δεν διώκονται για υπεξαίρεση ή κλοπή, οπότε και θα είχε έννομη συνέπεια ως προς το χρόνο τέλεσης η στιγμιαία αφαίρεση του εν λόγω ποσού από το ταμείο της εταιρείας, αλλά διώκονται για το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών, το οποίο τελειούται με τη ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή, η οποία στην προκειμένη περίπτωση επήλθε όταν στο τέλος της χρήσεως οι κατηγορούμενοι δεν επέστρεψαν όπως όφειλαν το παραπάνω ποσόν. Επιπρόσθετα, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το εν λόγω ποσόν αφορούσε κατά ένα μικρό μέρος αμοιβή των μελών ΔΣ (το οποίο μάλιστα δεν προσδιορίζουν επακριβώς) και κατά το μεγαλύτερο μέρος δοσοληπτικό λογαριασμό, αφού, κατά τη συνήθη πρακτική της εταιρείας, τα ποσά αυτά δίδονταν για την προώθηση της εταιρείας και για αμοιβές αθλητών και ομάδων, χωρίς μάλιστα να υπάρχουν σχετικά τιμολόγια, στο τέλος δε εκάστου έτους η εγκαλούσα εταιρεία τους επέστρεφε το ποσόν αυτό (βλ. απολογίες κατηγορουμένων). Το γεγονός αυτό δεν κρίνεται αληθές αφού δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από τους ισολογισμούς παλαιών ετών, εάν ήθελε υποτεθεί ότι ήταν πάγια πρακτική της οφειλέτριας εταιρείας, όπως καταθέτουν οι κατηγορούμενοι, ενώ και η κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης δεν κρίνεται αξιόπιστη. Περαιτέρω, σε ημερομηνία που δεν αποδείχθηκε επακριβώς, πάντως εντός του χρονικού διαστήματος από 1-1-2012 έως και 8-2-2013 (ημερομηνία κατά την οποία συντάχθηκε το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο αγοράς γεωτεμαχίων στη Χαλκιδική) οι κατηγορούμενοι εκταμίευσαν από το ταμείο της εταιρείας ποσόν ύψους 2.232.800 ευρώ. Προς δικαιολόγηση δε της ως άνω ενέργειάς τους και προκειμένου να καλύψουν με νόμιμο μανδύα την ως άνω εκταμίευση, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ..., μετά από συναπόφαση με τον πρώτο κατηγορούμενο, .... και το ...., προέβη στις 8-2- 2013, ως νόμιμος εκπρόσωπος, κατ` εντολή και για λογαριασμό της εταιρείας με την επωνυμία "............." (μετόχου κατά ποσοστό 70% στην οφειλέτιδα εταιρεία ........................) στην κατάρτιση του με αριθμό ... συμβολαιογραφικού προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .... για την πώληση στην οφειλέτιδα εταιρεία εξ αδιαιρέτου ποσοστό (49%) των περιγραφομένων πέντε (5) γεωτεμαχίων που βρίσκονται στη Χαλκιδική αντί προσυμφωνηθέντος τιμήματος 2.550.000 ευρώ που ορίσθηκε καταβλητέο κατά τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου πώλησης. Η ως άνω σύμβαση προσυμφώνου είναι εικονική, δεν ανταποκρίνεται στην αληθή βούληση των εκπροσώπων των συμβληθέντων εταιρειών, συμφερόντων όλες των κατηγορουμένων, η οποία (βούληση) δεν ήταν η μεταβίβαση των γεωτεμαχίων αυτών στην οφειλέτιδα εταιρεία, προκειμένου αυτή να αποκτήσει περιουσιακό στοιχείο, αλλά όπως προαναφέρθηκε, η ματαίωση της ικανοποίησης της δανείστριας εταιρείας με τη χωρίς νόμιμη αιτία ως άνω εκταμίευση του ποσού των 2.232.800 ευρώ, επειδή α) ουδέποτε ακόμη και μέχρι σήμερα συντάχθηκε το οριστικό συμβόλαιο και ως εκ τούτου η οφειλέτιδα εταιρεία δεν απέκτησε ποτέ τα παραπάνω γεωτεμάχια και β) δεν καταβλήθηκε για τη δήθεν αγοραπωλησία από αυτήν προς τη φερόμενη ως πωλήτρια εταιρεία το προαναφερόμενο ποσόν, το οποίο κατατέθηκε στους προσωπικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων, αλλά αντίθετα συντάχθηκε το παραπάνω εικονικό προσύμφωνο για να καλύψει λογιστικά την ως άνω εκταμίευση, χωρίς μάλιστα να ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός που διοχετεύθηκε το παραπάνω ποσόν και για ποιους σκοπούς, όχι πάντως για την αγοραπωλησία των παραπάνω γεωτεμαχίων και προς όφελος της περιουσίας της οφειλέτιδας εταιρείας. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το εν λόγω προσύμφωνο δεν ήταν εικονικό και η παραπάνω αγοραπωλησία αφορούσε πραγματική επένδυση, την οποία είχαν ήδη προσυμφωνήσει από τις αρχές του 2011, σύμφωνα με το από 11-3-2011 Πρακτικό Γενικής Συνέλευσης της οφειλέτιδας εταιρείας "....................." καθώς επίσης και ότι οι διαδοχικές καταβολές για την εν λόγω επένδυση ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2011, προσκομίζοντας μάλιστα τραπεζικά αποδεικτικά καταθέσεως μετρητών χρημάτων από τους προσωπικούς λογαριασμούς των κατηγορουμένων στο λογαριασμό της εταιρείας "..................." από 21-2-2011 μέχρι 22-9-2011. Όπως όμως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ιδίως δε το πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης στις 11-3- 2011 και το από 2-2-2013 πρακτικό της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της οφειλέτιδας εταιρείας αποδεικνύεται ότι στη Γενική Συνέλευση στις 11-3-2011 αποφασίσθηκε γενικά η υπογραφή των αναγκαίων συμφωνητικών με σκοπό την απόκτηση μέρους της ιδιοκτησίας στα Λουτρά Αγίας Παρασκευής, χωρίς να εξειδικεύεται ούτε το τίμημα ούτε τα κατ` ιδίαν στοιχεία της μέλλουσας δήθεν αγοραπωλησίας, ενώ μόλις στις 21-12-2011 (και πάντως όχι νωρίτερα) αποφασίσθηκε να δαπανηθεί το ποσόν των 2.550.000 ευρώ για τη δήθεν επένδυση, οπότε δεν θα ήταν δυνατόν χωρίς την έγκριση της Γενικής Συνέλευσης να έχει ήδη εκταμιευθεί το παραπάνω ποσόν και μάλιστα να γίνονται προς εκπλήρωση του παραπάνω σκοπού, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, διαδοχικά καταβολές από 21-2-2011 μέχρι 22-9-2011, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα τραπεζικά αποδεικτικά καταθέσεως, στα οποία ούτως ή άλλως ουδόλως αναγράφεται η αιτία, όπως συνηθίζεται στις συναλλαγές, πχ καταβολή σε εκτέλεση προσυμφώνου πώλησης, αν ήθελε υποτεθεί ότι είναι αληθής ο ισχυρισμός αυτός. Αντίθετα, οι παραπάνω αποφάσεις, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ελήφθησαν στα πλαίσια ενός οργανωμένου σχεδίου για τη ματαίωση της ικανοποίησης της δανείστριας εταιρείας με αντίστοιχη ενίσχυση των άλλων εταιρειών συμφερόντων των κατηγορουμένων. Επιρρωτικό της ανωτέρω κρίσης είναι και το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι, όπως αποδείχθηκε, είναι έμπειροι και ικανότατοι επιχειρηματίες, με διακεκριμένες σπουδές στη διοίκηση επιχειρήσεων ο πρώτος και στα οικονομικά ο δεύτερος (βλ. απολογίες κατηγορουμένων) και συνεπώς, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο ουδόλως πείθεται ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι αφενός μεν έκριναν ως ωφέλιμη την επένδυση αυτή για την οφειλέτιδα εταιρεία αφού η τελευταία θα αποκτούσε μόνο το 49% των γεωτεμαχίων ενώ το 51% παρέμενε στην κυριότητα της πωλήτριας εταιρείας "..............", συμφερόντων των ιδίων, η οποία κυριαρχικά θα αποφάσιζε για όλα τα ζητήματα, αφετέρου δε ότι συμφώνησαν να καταβληθεί ως προκαταβολή δήθεν αγοραπωλησίας, έναντι συνολικού τιμήματος 2.550.000 ευρώ, το ποσόν των 2.232.800 ευρώ, ήτοι σχεδόν ολόκληρο το τίμημα για ένα ακίνητο το οποίο ακόμη δεν είχε περιέλθει στην κυριότητα της εταιρείας. Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι η οφειλέτιδα εταιρεία όχι μόνο δεν ζημιώθηκε αλλά επωφελήθηκε κιόλας από τις παραπάνω ενέργειες των κατηγορουμένων, αφού η πωλήτρια εταιρεία "................", συμφερόντων των κατηγορουμένων, συναίνεσε, χωρίς να έχει προς τούτο νόμιμη υποχρέωση, στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο εν λόγω ακίνητο, προς εξασφάλιση του ανοικτού λογαριασμού μεταξύ της τραπεζικής εταιρείας "........." και της εταιρείας με την επωνυμία "...................", ύψους περίπου 2.020.000 ευρώ, στην οποία η οφειλέτιδα ήταν εγγυήτρια υπέρ της εταιρείας "................", με αποτέλεσμα να εξασφαλισθεί όχι μόνο η πρωτοφειλέτρια αλλά και η εγγυήτρια (νυν οφειλέτιδα) εταιρεία, ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά αποτελούν μία ακόμη μεθόδευση των κατηγορουμένων για τη ματαίωση της ικανοποίησης της δανείστριας εταιρείας. Και τούτο διότι όπως αποδείχθηκε το ακίνητο αυτό χρησιμοποιήθηκε από τους κατηγορούμενους μέσω της εταιρείας "...............", συμφερόντων τους, για να δανειοδοτηθεί με ποσόν 2.020.000 ευρώ η εταιρεία "..............." (η οποία έχει σε ποσοστό 91,17% μέτοχο την οφειλέτιδα εταιρεία), για το οποίο η τελευταία, ως εγγυήτρια του δανείου εξακολουθεί να είναι υπόλογη, αφού τελικά η τραπεζική εταιρεία εκπλειστηρίασε τα εν λόγω ακίνητα μόλις για ποσόν 139.240 ευρώ (βλ. αντίγραφο με ημερομηνία 24-5- 2019 εγγράφου με τίτλο αναζήτηση ηλεκτρονικών πλειστηριασμών), με αποτέλεσμα τα εν λόγω ακίνητα αντικειμενικά αφενός μεν να μην είναι δυνατόν να μεταβιβασθούν ουδέποτε στην οφειλέτιδα εταιρεία αφετέρου δε η τελευταία να είναι υπόλογη, ως εγγυήτρια, από κοινού με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία για το υπόλοιπον του δανείου, το οποίο ακόμη οφείλεται (βλ. περί τούτου και απολογία του δεύτερου κατηγορούμενου). Σημειώνεται δε ότι η αξία των παραπάνω γεωτεμαχίων, για τα οποία είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 2.500.000 ευρώ, το έτος 2018, μετά από νεότερη εκτίμηση της ίδιας (δανείστριας) τράπεζας εκτιμήθηκε στο ποσόν των 171.000 ευρώ (βλ. την από 5-7-2013 εκτίμηση της .......... ...........) και τελικά αυτά εκπλειστηριάσθηκαν για ποσόν 139.240 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εκπρόσωποι της εγκαλούσας εταιρείας έλαβαν γνώση της ματαίωσης της ικανοποίησης των αξιώσεών τους σε βάρος της οφειλέτριας εταιρείας στις 15-4-2013, όταν σε εκτέλεση της ...../6-2-2013 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιχείρησαν να επιβάλλουν συντηρητική κατάσχεση εις χείρας τρίτων, μέχρι του ποσού των 25.000.000 ευρώ, των χρηματικών ποσών των κατατεθιμένων σε λογαριασμούς που τηρούσε η οφειλέτρια σε τρεις τράπεζες, ήτοι ....... - ......, ...... ....... και ............... της Ελλάδος, κοινοποιώντας σε αυτές σχετικό κατασχετήριο. Όμως, από τις με αριθμούς ..../15-4-2013, ....../15-4-2013 και ......./15-4-2013 αντίστοιχες δηλώσεις των εκπροσώπων των ως άνω τραπεζών ενημερώθηκαν για πρώτη φορά στις 15-4-2013 ότι τα υφιστάμενα υπόλοιπα των λογαριασμών της οφειλέτριας εταιρείας δεν υπερέβαιναν το ποσόν των 355 ευρώ στην πρώτη τράπεζα, τα 44.000 ευρώ και 73 δολλάρια ΗΠΑ στη δεύτερη τράπεζα και τα 100 ευρώ στην τρίτη τράπεζα, ποσά τα οποία η δανείστρια ουδέποτε εισέπραξε αφού κατασχέθηκαν τελικά από το Δημόσιο, ενώ ότι εμπορεύματα ανευρέθηκαν ήταν πεπαλαιωμένα και χωρίς καμία αξία. Τότε δηλαδή, στις 15-4-2013, η εγκαλούσα εταιρεία έλαβε γνώση ότι κάθε τυχόν επιχειρούμενη εκτέλεση προς ικανοποίηση των απαιτήσεών της σε βάρος της οφειλέτριας εταιρείας θα απέβαινε άκαρπη (γεγονός το οποίο γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και σε αυτό απέβλεπαν), καθόσον και η καθολική της διάδοχος, αλλοδαπή (κυπριακή) εταιρεία με την επωνυμία "............", η οποία απορρόφησε την οφειλέτρια εταιρεία, "υπήρχε μόνο στα χαρτιά", το κεφάλαιο της περιορίζονταν μόνο σε 1.000 ευρώ, στερούνταν οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας και δεν είχε αναπτύξει καμία οικονομική δραστηριότητα, ούτε καν είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή της έναντι του Μητρώου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας για υποβολή των οικονομικών της καταστάσεων και για καταβολή ετήσιου τέλους ύψους 350 ευρώ, όπως έκρινε και η με αριθμό 7879/2018 απόφαση του ΠΠρΘες/κης, αιτία για την οποία τελικώς διαγράφηκε από το σχετικό Μητρώο Κύπρου (βλ. Τεύχος Επίσημης Εφημερίδας Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. ...... της 17-7-2015 και Τεύχος Επίσημης Εφημερίδας Κυπριακής Δημοκρατίας αρ. ...... της 16-5-2018). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, εφόσον η εγκαλούσα εταιρεία έλαβε γνώση το πρώτον στις 15-4-2013 ότι τα εναπομείναντα στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας "..............." χρηματικά ποσά, τα οποία μάλιστα αργότερα κατασχέθηκαν από το Δημόσιο κλπ δεν επαρκούσαν για την ικανοποίησή της, εμπρόθεσμα υπέβαλε, ήτοι εντός της τρίμηνης προθεσμίας, την ερευνώμενη από 31-5-2013 έγκλησή της. Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, ... και ......, τέλεσαν την αποδιδόμενη σε αυτούς αξιόποινη πράξη της κατ` εξακολούθηση καταδολίευσης δανειστών και για το μετά από την προαναφερόμενη από 7-11-2011 και 14-11-2011 τυπική παραίτησή τους, διότι αυτοί ήταν που συνέχισαν καθόλο το επίμαχο διάστημα να διοικούν εν τοις πράγμασι την οφειλέτρια εταιρεία και να διαχειρίζονται πλήρως τα οικονομικά της, από κοινού βέβαια με το ....., όπως με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα κατέθεσε και η εξετασθείσα εκπρόσωπος της εγκαλούσας εταιρείας, .... Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση της μάρτυρος ....., που είναι εξαδέρφη των κατηγορουμένων και Διευθύνουσα Σύμβουλος στην εταιρεία "........................" και ήδη ".....", ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία χαρακτηριστικά καταθέτει ότι "...Η διοίκηση γινόταν από τους αδερφούς .....Λάμβανα μηνύματα από τους αδερφούς .. για τις κινήσεις που έπρεπε να κάνω. Υπήρχε εντολή να μη γίνεται καμία κίνηση αν δεν έχει πάρει την έγκριση από τα αδέρφια. Δίνονταν οδηγίες για τα πάντα..Τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε άλλες εταιρείες για να μείνει η Ελληνική Φλόγα χωρίς χρήματα, υπαλλήλους και καταστήματα...". Τα παραπάνω δε επιβεβαιώνονται και από τα αναγνωσθέντα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που αντάλλαξαν οι κατηγορούμενοι με τα στελέχη της οφειλέτριας εταιρείας και μετά την τυπική αποχώρησή τους από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ιδίως δε α) από το από 9-2-2013 ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο ... (δεύτερος εκκαλών) στην πιστή συνεργάτιδά του και νομική σύμβουλο (δικηγόρο) των εταιρειών τους, ... (μάρτυρα υπεράσπισης στην προκειμένη δίκη), η οποία μάλιστα διετέλεσε και μέλος του ΔΣ της οφειλέτριας εταιρείας μέχρι και το 2013 αλλά και εκπρόσωπος του Ιδρύματος ............, που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, το οποίο είναι σήμερα ο βασικός μέτοχος στην εταιρεία ".............." (βλ. το από 31-12-2019 Πρακτικό της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της παραπάνω εταιρείας) και στο οποίο ίδρυμα πραγματικοί δικαιούχοι είναι τα τέκνα των κατηγορουμένων (βλ. το από 28-6-2020 απόσπασμα Μητρώου Πραγματικών Δικαιούχων). Ειδικότερα, με το παραπάνω ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο είναι κοινοποιούμενο στον πρώτο κατηγορούμενο, ο δεύτερος κατηγορούμενος, ..., δίνει στην ... κατευθυντήριες γραμμές και εντολές ως προς τις αναγκαίες ενέργειες και την πορεία των οικονομικών και νομικών θεμάτων που αφορούν την εταιρεία "..........." (...., όπως σε συντομογραφία την αναφέρει), αναγράφοντας σε αυτό, μεταξύ άλλων, κατά λέξη και τα ακόλουθα "...1. Κλείσιμο όλων των λογαριασμών της .....2...3...Να διασφαλίσουμε ότι τίποτα άλλο δεν θα αφιχθεί στο όνομα της .. ΣΤΟΠ ότι έρχεται από S2000!!!...6. Να ετοιμάσουμε το κείμενο προς όλους τους ιδιοκτήτες καταστημάτων της ... που υπεκμισθώνονται σε ... (εννοεί Αθλητική Δυναμική) και Οπίνιονς ότι αποδέχονται τις απευθείας από τις υπεκμισθώτριες την μηνιαία καταβολή...8. ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ μεταξύ ..................... για πρόσθετο δάνειο €500.000 και επέκταση ενεχειρίασης στο δικαστήριο. 9. Πρακτικό ..., και τροποποιητικό ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ μεταξύ ..... και ........ κατά το υπόδειγμα του κ. .... Να ληφθεί βεβαία χρονολογία...11. Χάραξη νέας στρατηγικής για την συνέχεια του νομικού αγώνα... 13. Στενή παρακολούθηση της υπόθεσης "απορρόφηση από Κύπρο"... 14. Αντιμετώπιση ..... που είναι η μόνη τράπεζα που "ξέμεινε" στην .." και καταλήγει αυστηρά "ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΗ Η ΣΥΝΕΧΗΣ ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ ΟΛΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟ ΧΤΕΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΛΙΣΤΑΣ ΜΕΧΡΙΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΗΣ" και β) το από 29-1-2013 ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε η ίδια ως άνω μάρτυρας, ..., προς το ..., στον οποίο μεταφέρει κατ` ουσίαν τις εντολές, κατευθυντήριες οδηγίες και υποδείξεις των κατηγορουμένων αναφορικά και με την εταιρεία "..............", ως προς την οποία χαρακτηριστικά αναφέρει, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "...η .... ..........στω και αν σε λίγο θα πάψει να μας απασχολεί στην Ελλάδα, πρέπει να ολοκληρώσει πλήρως τους φακέλους της, πρακτικών Γ.Σ. και Δ.Σ...... Επομένως, με βάση τα ως άνω, πέραν κάθε αμφιβολίας, αποδειχθέντα, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι από το Νοέμβριο 2011 και εφεξής δεν άσκησαν οποιαδήποτε μορφή διαχείρισης στην οφειλέτιδα εταιρεία και με τα παραπάνω ηλεκτρονικά μηνύματα απλώς εξέφραζαν συμβουλευτικά και μόνον τη γνώμη τους ως τέως συνεργάτες και ως εκπρόσωποι του βασικού μετόχου της εταιρείας ".................", ήτοι της εταιρείας ........., πρέπει να απορριφθεί ως παντελώς αβάσιμος κατ` ουσίαν. Επίσης, ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το συγκεκριμένο αδίκημα δεν συγκροτείται αντικειμενικώς διότι φυσικός αυτουργός της καταδολίευσης δανειστών, όταν υπόκειται πρόσωπο νομικό και μάλιστα εταιρεία ανώνυμη, όπως εν προκειμένω, μπορεί να είναι αποκλειστικώς τα μέλη του ΔΣ της εταιρείας, ήτοι ο Πρόεδρος της, ο Διευθύνων Σύμβουλος κλπ, δηλαδή πρόσωπα εξουσιοδοτημένα και τυπικώς νομιμοποιημένα να δεσμεύουν (και προς τρίτους) την ανώνυμη εταιρεία, την οποία εξουσία οι ίδιοι δεν είχαν, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν προαναφερθεί, όπως δέχεται πάγια και η νομολογία ακόμη και για την ανώνυμη εταιρεία (ΑΠ 1274/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 457/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 793/2004 ΠοινΛογ 2004.906, ΑΠ 292/2003 ΠοινΛογ 2003.265, ΑΠ 46/1998 ΠοινΧρ 1998.1057), δύνανται να υπέχουν ποινική ευθύνη και τα πρόσωπα εκείνα, εφόσον αποδειχθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, τα οποία στην ουσία είχαν την πραγματική διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας και ενεργούσαν ως εκπρόσωποι της προς το συμφέρον αυτής, όπως δηλαδή αποδείχθηκε στην προκειμένη περίπτωση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι από κοινού με το..... εκτέλεσαν κατ` εξακολούθηση με βάση οργανωμένο σχέδιο τους κάθε μία από τις επιμέρους πράξεις του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών, αποβλέποντας στο να επέλθει (όπως και επήλθε) το συνολικά επιδιωκόμενο με αυτές αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης της εγκαλούσας εταιρείας, ύψους 22.790.929 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος της οφειλέτριας εταιρείας, ήτοι την επ` ωφελεία της τελευταίας ματαίωση της ικανοποίησης της δανείστριας από τις αξιώσεις της έναντι της εταιρείας "...................". Ειδικότερα, το Δικαστήριο από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδίως από τις απολογίες των κατηγορουμένων πείσθηκε ότι οι τελευταίοι από κοινού με το ... θεωρώντας ότι πλήττονται οικονομικά από την με ημερομηνία 27- 7-2010 σύμβαση την οποία είχαν δεχθεί και υπογράψει καθώς και ότι η εγκαλούσα εταιρεία τους ανταγωνιζόταν με αποτέλεσμα να μειώνεται η κερδοφορία τους, οργάνωσαν και εκτέλεσαν με τις παραπάνω καταδολιευτικές πράξεις ένα σχέδιο απογύμνωσης της εταιρείας "......................" από τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να ματαιώσουν την ικανοποίηση των αξιώσεων της εγκαλούσας εταιρείας επ` ωφελεία αποκλειστικά των δικών τους συμφερόντων. Τούτο δε το έπραξαν με άμεσο δόλο, ήτοι εν γνώσει τους ότι όφειλαν στην εγκαλούσα εταιρεία το ποσόν των 22.790.929 ευρώ από το τίμημα των εμπορευμάτων που είχε παραλάβει η εταιρεία "..........................." σε εκτέλεση των συμβάσεων των ετών 2008 -2010 και της με ημερομηνία 27-7-2010 σύμβασης αλλά και με τη θέληση της ματαίωσης ολικά της ικανοποίησης της πωλήτριας - εγκαλούσας εταιρείας, αφού γνώριζαν ότι με τις ενέργειές τους αυτές δεν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εγκαλούσας εταιρείας. Τα παραπάνω αποδειχθέντα (οργανωμένο σχέδιο και άμεσος δόλος) προκύπτουν αβιάστως και από το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αν και βρίσκονταν από τον Οκτώβριο του 2011 σε διαπραγματεύσεις με τη μητρική - γερμανική εταιρεία, αναφορικά με την εξόφληση των οφειλομένων στην εγκαλούσα, η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί, προέβησαν από τις 3-10-2011 σε συμβάσεις δικαιόχρησης εκποιώντας κάθε εμπόρευμα που είχε η οφειλέτρια εταιρεία, στη συνέχεια παραιτήθηκαν (τυπικά) από το ΔΣ της οφειλέτιδας εταιρείας με σκοπό να αποφύγουν την εμπλοκή τους αστικά και ποινικά και σταδιακά, διοικώντας εν τοις πράγμασι την εταιρεία "......................" και προβαίνοντας στις λοιπές καταδολιευτικές πράξεις, κατέστησαν αυτή ανενεργή επιχειρηματικά και οικονομικά, παραιτούμενοι στη συνέχεια και από τις άλλες εταιρείες τους (βλ. ιδίως ΦΕΚ .../22-3-2013 του Τεύχους ΑΕ, ΕΠΕ και ΓΕΜΗ, από το οποίο προκύπτει ότι ο ... παραιτήθηκε από Πρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας ".......................................") και τελικά αναχώρησαν αμφότεροι στο εξωτερικό, όπου πλέον εργάζονται και δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά. Ως προς τα σημεία αυτά, είναι αποκαλυπτικές οι απολογίες των κατηγορουμένων οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η καταγγελία της εγκαλούσας εταιρείας ήταν καταχρηστική, ότι υπήρχε μεταξύ τους αλληλόχρεος λογαριασμός καθώς και ότι η εγκαλούσα εταιρεία μετήλθε ενεργειών σε αντίθεση με τα συμφωνηθέντα στις 27-7-2010, οπότε και τους εξώθησε στις συμβάσεις δικαιόχρησης και στην εκποίηση των εμπορευμάτων, ισχυρισμοί, οι οποίοι, όμως, όλοι έχουν απορριφθεί τελεσίδικα από τα πολιτικά δικαστήρια κατόπιν άσκησης αγωγής της εγκαλούσας εταιρείας (βλ. την 636/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και την 5250/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Επίσης, με την 1442/2013 απόφαση του ΜΠρΑΘ (της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων) έγινε δεκτή η αίτηση της εγκαλούσας περί συντηρητικής κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων της οφειλέτριας εταιρείας και απορρίφθηκε αντίστοιχη αίτηση της τελευταίας, δεχόμενη ότι "...δεν πιθανολογήθηκε απαίτηση της ... για αποζημίωση πελατείας...ούτε και απαίτηση για αναπόσβεστες επενδύσεις...ούτε και απαίτηση αποζημίωσης λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού..συνακόλουθα δε και απαίτηση για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης...ούτε απαίτηση λόγω διαφυγόντων κερδών, αφού η από 27-7-2010 σύμβαση δεν ήταν καταχρηστική...ούτε απαίτηση διαφυγόντων κερδών λόγω ανεκτέλεστων παραγγελιών...".
Εξάλλου, επιρρωτικό του αβάσιμου των ισχυρισμών των κατηγορουμένων αναφορικά με την ύπαρξη οποιονδήποτε απαιτήσεών τους έναντι της εγκαλούσας εταιρείας είναι και το γεγονός ότι προσχηματικά άσκησαν δύο αγωγές σε βάρος της εγκαλούσας εταιρείας, τις οποίες ουδέποτε μέχρι σήμερα συζήτησαν, χωρίς να αντέχει στην κοινή λογική ότι αυτό δεν το έπραξαν επειδή "δεν είχαν ρευστότητα να τις υποστηρίξουν" (βλ. απολογία πρώτου κατηγορουμένου), αφού, σύμφωνα με την κατάθεση της μάρτυρος υπεράσπισης, ..., οι ίδιοι τυγχάνουν εύποροι, με μεγάλη ακίνητη περιουσία. Επίσης, οι κατηγορούμενοι οψίμως δεν αναγνωρίζουν ότι η οφειλή της εταιρείας "... ... ..." στις 31-12-2010 ανέρχονταν σε 16.613.968,70 ευρώ, σύμφωνα και με την από 3-6-2011 επιστολή - σύμβαση αναγνώρισης του ...., που είχε προς τούτο αρμοδιότητα και απεστάλη στην εγκαλούσα εταιρεία και την αποδίδουν σε συμπαικτική με την εγκαλούσα εταιρεία και αθέμιτη προς τα συμφέροντά της πράξη του συγκατηγορουμένου τους, ..., ο οποίος μάλιστα, όπως κατατέθηκε για πρώτη φορά στο παρόν Δικαστήριο από τον πρώτο κατηγορούμενο, ..., "είχε σχέση με μία κυρία, αδερφική φίλη της κας ...", νομίμου εκπροσώπου της εγκαλούσας εταιρείας, η οποία αντλούσε δια του τρόπου αυτού πληροφορίες εκ των έσω. Τα παραπάνω όμως γεγονότα δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο αποδεικτικό μέσο, αντίθετα μάλιστα: α) από το έγγραφο της αναγνώρισης προκύπτει ότι η εγκαλούσα εταιρεία αντιλέγει ως προς τα ποσά του εν λόγω εγγράφου (βλ. σχετικές σημειώσεις επί του εγγράφου αυτού) και συνεπώς αυτό δεν θα μπορούσε να είναι ούτε προκατασκευασμένο ούτε προσυννενοημένο, β) τα παραπάνω ποσά είχαν ελεγχθεί και διασταυρωθεί από τους ορκωτές ελεγκτές και των δύο εταιρειών, γ) στον ισολογισμό του 2010, τον οποίο προσυπογράφουν στις 30-4-2011, και οι νυν κατηγορούμενοι, αλλά και ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής της εταιρείας, αναγράφεται στη στήλη "ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ", που αφορά στους προμηθευτές, το ποσόν των 21.546.212,21 ευρώ, από το οποίο τα 16.613.968,70 ευρώ αφορούν την οφειλή της εταιρείας "......" στην εγκαλούσα και ως εκ τούτου δεν κρίνονται βάσιμοι οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων ότι δεν γνώριζαν το ύψος της οφειλής κατά τις 31-12-2010 ή ότι ο ... προέβη σε αναγνώριση της ως άνω οφειλής χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν ή σε συμπαιγνία με την εγκαλούσα, "εκβιάζοντάς τους" μάλιστα ότι θα αποκαλύψει ποιος πράγματι ασκούσε τη διοίκηση της εταιρείας (βλ. τα αναγνωσθέντα από Ιουλίου 2014 ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ του ... και του δεύτερου κατηγορουμένου και μάλιστα χωρίς μέχρι σήμερα να έχουν ασκήσει σε βάρος του μήνυση για απιστία, καταγγέλοντας τα παραπάνω) και δ) τη συναυτουργική δράση του ... με τους αδελφούς ... αναφορικά με τα δρώμενα στην εταιρεία "....." δέχθηκε και η 871/2016 Διάταξη της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη έγκληση του ... σε βάρος των νυν κατηγορουμένων για τα αδικήματα της απάτης, της υπεξαίρεσης και της απιστίας, που φέρονταν τελεσθέντα από το έτος 2011 έως και το έτος 2013. Με βάση, λοιπόν, τα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, οι κατηγορούμενοι προέβησαν κατ` εξακολούθηση, σύμφωνα με το άρθρο 98 § 2 του ΠΚ, στις παραπάνω καταδολιευτικές πράξεις, αποβλέποντας στο να επέλθει (όπως και επήλθε) το συνολικά επιδιωκόμενο με αυτές αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης της εγκαλούσας εταιρείας, ύψους 22.790.929 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος της οφειλέτριας εταιρείας, ήτοι την επ` ωφελεία της τελευταίας ματαίωση της ικανοποίησης της δανείστριας από τις αξιώσεις της έναντι της εταιρείας ".....", όπως τα στοιχεία αυτά περιγράφονται στο επίμαχο κλητήριο θέσπισμα στην αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος και για το οποίο (αδίκημα) καταδικάσθηκαν αυτοί πρωτοδίκως, απορριπτομένων ως αβασίμων εν γένει των αιτιάσεων των κατηγορουμένων περί μη εχούσης εφαρμογής στο έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών του άρθρου 98 § 2 του ΠΚ, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IB νομική σκέψη της παρούσας. Επομένως, στην ερευνώμενη ποινική υπόθεση, η οποία συνιστά περίπτωση νομικής (εγκληματικής) ενότητας, ήτοι περίπτωση εγκλήματος ex lege, ο χρόνος τέλεσής του είναι ενιαίος και αρχίζει από την ενέργεια της πρώτης πράξης και λήγει με την τελευταία, η δε παραγραφή του ξεκινά από την ημέρα τέλεσης της τελευταίας μερικότερης πράξης (βλ. και Ανδρουλάκη, ΓενΜερ III, 44, Α. Χαραλαμπάκη, ΠΚ Ερμηνεία κατ` άρθρο, Τόμος Πρώτος, 2η έκδοση, σχόλια υπ` άρθρον 98, σελ. 779). Με βάση τις παραδοχές αυτές, ως προς τα ζητήματα που τέθηκαν με την 712/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, λεκτέα τα ακόλουθα: Α) Ως προς το βέβαιο και εκκαθαρισμένο των απαιτήσεων της εγκαλούσας εταιρείας αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Κατά τις επιμέρους καταδολιευτικές πράξεις, οι οποίες έλαβαν χώρα από ης 3-10-2011 έως και 8-2-2013 (κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω), λαμβανομένου υπόψη του χρόνου τέλεσης ως ενιαίου, ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη η συνολική απαίτηση της εγκαλούσας εταιρείας, ήτοι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχείο ΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, αυτή δεν τελούσε υπό κάποια αίρεση ή προθεσμία και συγκεκριμένα κατά τις 3-10-2011 ήταν βέβαιο και εκκαθαρισμένο ήδη το ποσόν των 16.613.968,70 ευρώ, στο οποίο βέβαια περιλαμβάνεται και το υπολειπόμενο τελικά οφειλόμενο ποσόν των 5.262.173,04 ευρώ για το έτος 2010 (όπως αυτό διαμορφώθηκε ενόψει των καταβολών στις οποίες προέβησαν οι κατηγορούμενοι για λογαριασμό της οφειλέτιδας εταιρείας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-1-2012), αφού το παραπάνω ποσόν αναγνωρίσθηκε με την από 3-6-2011 επιστολή του ... και ούτως ή άλλως είχε ήδη καταστεί και ληξιπρόθεσμο, επειδή είχαν παρέλθει περισσότερες από 180 ημέρες από τη λήξη της ισχύος των συμβάσεων των ετών 2008 - 2010, άρα και από την τελευταία παραγγελία που εκτελέσθηκε βάσει αυτών καθώς και το ποσόν των 10.909.393 ευρώ, που αφορούσε τη σύμβαση της 27-7-2010 και τα παραδοθέντα εμπορεύματα από την εγκαλούσα εταιρεία στην εταιρεία ".....................", κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως και 17-5-2011, το οποίο είχε επίσης καταστεί και ληξιπρόθεσμο μετά την πάροδο των 150 ημερών από την 15η ημέρα του μηνός έκδοσης εκάστου τιμολογίου, ενώ μετά την καταγγελία της σύμβασης στις 27-10-2011 κατέστη βέβαιο και εκκαθαρισμένο και το υπόλοιπο ποσόν των 6.619.363,05 ευρώ, που αφορούσε τις συναλλαγές μετά τις 20-5-2011. Σημειώνεται δε ότι η οφειλέτιδα εταιρεία ουδέποτε ήγειρε απαιτήσεις για ελαττώματα των προϊόντων ούτε αναστροφή της πώλησης, ενώ στα αγορασθέντα εμπορεύματα είχαν ήδη επιβληθεί οι συμφωνηθείσες εκπτώσεις και συνεπώς οποιαδήποτε αμφισβήτηση των κατηγορουμένων αναφορικά με το βέβαιο και εκκαθαρισμένο των παραπάνω ποσών είναι αβάσιμη, όψιμη και παρελκυστική. Το γεγονός δε ότι με τις εξώδικες δηλώσεις της μετά την καταγγελία της σύμβασης η οφειλέτιδα εταιρεία, επικαλούμενη ακυρότητα και καταχρηστικότητα της καταγγελίας, ήγειρε ανταπαιτήσεις έναντι της εγκαλούσας δεν καθιστά από μόνο του αβέβαιη και μη εκκαθαρισμένη την απαίτηση της τελευταίας, γεγονός που ερευνά παρεμπιπτόντως το παρόν Δικαστήριο, αφού ουδέποτε επιδιώχθηκε από τους κατηγορούμενους όπως οι ως άνω αξιώσεις της εταιρείας συμφερόντων τους κριθούν δικαστικά, αντίθετα μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, με την 1442/2013 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ΜΠρΑΘ κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν απαιτήσεις της εταιρείας "................." έναντι της .........., ενώ με την 636/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε τελεσίδικα ότι η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική καθώς και ότι δεν υπήρξε αντισυμβατική συμπεριφορά της εγκαλούσας έναντι της οφειλέτριας εταιρείας.
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων περί μη εκκαθαρισμένης και αβέβαιης απαίτησης της εγκαλούσας πρέπει να απορριφθούν ως κατ` ουσίαν αβάσιμοι, Β) Ως προς το επικείμενο της εκπλήρωσης, σύμφωνα και με όσα έχουν λεχθεί στην υπό στοιχείο ΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, λεκτέα τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, αποδείχθηκε ότι με τις διαδοχικές - εξακολουθητικές ως άνω καταδολιευτικές πράξεις, στις οποίες προέβησαν οι κατηγορούμενοι υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-2011 έως και 8- 2-2013, λαμβανομένου υπόψη του ενιαίου χρόνου τέλεσης του κατ` εξακολούθηση, επέφεραν σταδιακά την ολική ματαίωση της ικανοποίησης των βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων της εγκαλούσας εταιρείας (αφού και τα ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία που βρέθηκαν κατασχέθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ τα παλαιωμένα εμπορεύματα δεν είχαν καμία αξία), των οποίων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα επέκειτο η εκπλήρωση, αφού οι απαιτήσεις της εγκαλούσας εταιρείας α) ποσού 5.262.173,04 ευρώ αφορούσαν το χρονικό διάστημα των ετών 2008 - 2010, για τις οποίες ήταν ήδη υπερήμερη η οφειλέτρια εταιρεία "........................" και συνεπώς, ανεξαρτήτως της αναγνώρισης τους, επέκειτο η εκπλήρωσή τους, β) οι απαιτήσεις ποσού 10.909.393 ευρώ, που αφορούσε τη σύμβαση της 27-7-2010 και τα παραδοθέντα εμπορεύματα από την εγκαλούσα εταιρεία στην εταιρεία ".......................", κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως και 17-5-2011, είχαν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμες μετά την πάροδο των 150 ημερών από την 15η ημέρα του μηνός έκδοσης εκάστου τιμολογίου και συνεπώς επέκειτο η εκπλήρωσή τους και γ) τέλος, απαιτήσεις ποσού 6.619.363,05 ευρώ, που αφορούσε στις συναλλαγές μετά τις 20-5-2011 και μέχρι τις 15-9-2011, οι οποίες με βάση σχετικό όρο της σύμβασης, μετά την καταγγελία της στις 27-10-2011, κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και ως εκ τούτου, επέκειτο επίσης η εκπλήρωσή τους και Γ) Αναφορικά με τον άμεσο δόλο των κατηγορουμένων λεκτέα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν και συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι με βάση οργανωμένο σχέδιο προέβησαν στις παραπάνω επιμέρους καταδολιευτικές πράξεις εν γνώσει τους ότι όφειλαν στην εγκαλούσα εταιρεία το συνολικό ποσόν των 22.790.929 ευρώ που προέρχονταν από το τίμημα των εμπορευμάτων που είχε παραλάβει η εταιρεία "........................." σε εκτέλεση των συμβάσεων των ετών 2008 -2010 και της με ημερομηνία 27-7-2010 σύμβασης αλλά και με τη θέληση της ματαίωσης ολικά της ικανοποίησης της πωλήτριας - εγκαλούσας εταιρείας, αφού γνώριζαν ότι με τις ενέργειές τους αυτές δεν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εγκαλούσας εταιρείας, αποβλέποντας με τις μερικότερες πράξεις τους στο αποτέλεσμα αυτό που είχε ως συνέπεια την περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας εταιρείας ύψους 22.790.929 ευρώ, με αντίστοιχο όφελος της εταιρείας "..................". Ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι δεν είχαν καταδολιευτικό σκοπό, διότι καθ` όλο το έτος 2011 κατέβαλαν το ποσόν των 11.351.795,66 ευρώ, είναι αβάσιμος, διότι η συνολική οφειλή τους μαζί με τους τόκους και τα δικαστικά έξοδα υπερβαίνει το ποσόν των 22.790.929,91 ευρώ, αντίθετα μάλιστα είναι βέβαιο ότι εάν δεν είχαν γίνει έστω οι καταβολές αυτές η εγκαλούσα εταιρεία θα είχε σταματήσει πολύ νωρίτερα να προμηθεύει την Ελληνική Φλόγα με εμπορεύματα. Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι επικαλούμενοι ότι η διάταξη του άρθρου 98 § 2 του ΠΚ δεν δύναται να έχει εφαρμογή εν προκειμένω ισχυρίζονται ότι οι μερικότερες και αυτοτελείς πράξεις της ερευνώμενης εξακολουθητικής, κατ` άρθρο 98 § 1 του ΠΚ, καταδολίευσης δανειστών, έχουν υποκύψει σε παραγραφή κατά τις κατωτέρω διακρίσεις: α) Οι δύο πρώτες πράξεις με χρόνο τέλεσης ρητώς προσδιοριζόμενο αφενός μεν στις 3-10-2011 η πρώτη, αφετέρου δε μέχρι τις 31-12- 2011 η δεύτερη, έχουν ήδη υποπέσει στην πλημμεληματική οκταετή παραγραφή των άρθρων 111 § 3 και 113 του ΠΚ και β) οι δύο μεταγενέστερες πράξεις, οι οποίες φέρονται τελεσθείσες σε μη επακριβώς προσδιορισμένο χρόνο τέλεσης και συγκεκριμένα η τρίτη πράξη από 1-1-2012 μέχρι 8-2-2013 και η τέταρτη πράξη από 3-10-2011 μέχρι 31-12-2012 επίσης έχουν υποπέσει στην πλημμεληματική οκταετή παραγραφή των άρθρων 111 § 3 και 113 του ΠΚ, καθόσον τμήμα των ανωτέρω σαφώς προσδιοριζομένων πράξεων έχει ήδη παραγραφεί και ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα δέχεται νομολογία, "...εφόσον ο χρόνος τελέσεως της πράξεως εμπίπτει σε χρονικό διάστημα που δεν εξειδικεύεται, οι αμφιβολίες ως προς τον ακριβή χρόνο τελέσεως αυτής που επιδρά στην παραγραφή ερμηνεύονται υπέρ του κατηγορουμένου σύμφωνα με την ανωτέρω αρχή (in dubio pro reo) και, συνεπώς, θεωρείται ως χρόνος τελέσεως το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής" (ΑΠ 1160/2017 ΝΟΜΟΣ). Ο παραπάνω όμως ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί καθόσον ερείδεται σε εσφαλμένη νομική προϋπόθεση και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι στην ερευνώμενη καταδολίευση δανειστών δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 98 § 2 του ΠΚ, πλην όμως το Δικαστήριο δέχεται ότι με βάση όσα περιγράφονται στο ερευνώμενο κλητήριο θέσπισμα και δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών εξακολουθητικά, κατ` άρθρο 98 § 2 του ΠΚ και συνεπώς, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχείο IB νομική σκέψη της παρούσας, δεν υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή η κάθε μερικότερη πράξη του αδικήματος της ερευνώμενης καταδολίευσης δανειστών, αλλά ο χρόνος έναρξης της παραγραφής προσδιορίζεται από την τέλεση της τελευταίας κατ` εξακολούθηση καταδολιευτικής πράξης, ήτοι αρχίζει από 8-2-2013 και συνεπώς με βάση τα παραπάνω δεν παρήλθε ούτε πενταετία από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος στους δύο κατηγορούμενους (7-2-2017 και 8-2-2017 αντίστοιχα), ούτε μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι και συνεπώς δεν έχει παραγραφεί η ως άνω πράξη. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι ο Άρειος Πάγος, ο οποίος ανήρεσε την 2609/2019 απόφαση του Γ` Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων και ανέπεμψε την υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο προκειμένου να ερευνηθεί αυτή με βάση τη νεότερη και επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 397 § 2 του ΠΚ, δεν έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, όπως είχε προς τούτο δυνατότητα, κατ` άρθρο 511 εδάφιο γ`του ΚΠΔ, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι στο αναιρετήριο περιλαμβάνονταν και σχετικοί λόγοι αναίρεσης περί μη ορθής εφαρμογής του άρθρου 98 § 2 του ΠΚ από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και περί παραγραφής της ένδικης πράξης. Τέλος, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι με την από 11-12-2009 έγγραφη επιστολή της η εγκαλούσα εταιρεία ανήγγειλε στην εταιρεία "......................" την εκχώρηση των απαιτήσεών της, λόγω σύναψης των με αριθμούς ... και ... συμβάσεων Factoring, στην τράπεζα ........... και ότι με την αναγγελία της αυτή γνωστοποίησε ως πρόσωπο του νέου δανειστή της ... ..... την εν λόγω τράπεζα (εκδοχέα) και προσδιόρισε ως εκχωρούμενες όλες τις απαιτήσεις της, υφιστάμενες και μελλοντικές, από την πώληση των προϊόντων της. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι με την από 7-4-2011 επιστολή της, η αντίδικος εταιρεία επιβεβαίωσε το - κατά τους υπολογισμούς της - ύψος των εκχωρηθεισών απαιτήσεων, οι οποίες συμποσούνται στο ποσόν των 20.421.909,89 ευρώ καθώς και ότι από την με ημερομηνία 3-6-2011 επιστολή του ...., την οποία βέβαια οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουν, προκύπτει οφειλή προς την εκδοχέα ...... τουλάχιστον του ποσού των 15.970.697,08 ευρώ, οφειλή την οποία η εγκαλούσα προσδιόρισε στο ποσόν των 16.022.575,08 ευρώ. Ότι, από τα ανωτέρω προκύπτει σαφώς η ολοκλήρωση της εκχώρησης από την εγκαλούσα στην .......... όλων των υφισταμένων και μελλουσών απαιτήσεών της, χωρίς να προκύπτει ούτε η σύναψη σύμβασης μετεκχώρησης ή επανεκχώρησης από την ......... στην εγκαλούσα συγκεκριμένων απαιτήσεων κατά της .... ούτε πολύ περισσότερο η αναγγελία στην ....., με το νόμιμο τύπο, τέτοιας μετεκχώρησης ή επανκχώρησης απαιτήσεων στην ... και ως εκ τούτου ουδέποτε πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις για την αποκοπή του δεσμού εκδοχέα - οφειλέτη που αποδεδειγμένα συνέδεε την .. με την ......, με αποτέλεσμα η εγκαλούσα εταιρεία να μην είναι η ίδια δικαιούχος της απαίτησης και επομένως να μην νομιμοποιείται ως δανείστρια και δικαιούχος σε έγκληση, τέτοια δε είναι η παραπάνω εκδοχέας τράπεζα και αιτείται να κηρυχθεί απαράδεκτη η παρούσα ποινική δίωξη. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι αναφορικά με το ποσόν των 16.613.968,70 ευρώ (μέρος του οποίου αποτελεί το υπόλοιπον οφειλόμενο ποσόν των 5.262.173,04 ευρώ από τις συμβάσεις των ετών 2008 - 2010), με την από 3-6-2011 επιστολή του ... δημιουργήθηκε μία νέα ενοχική σχέση οφειλέτη - δανειστή μεταξύ της εταιρείας "............ και "........................", θεμελιούμενη στην ως άνω αναγνώριση χρέους (άρθρα 873επ ΑΚ), όπως δέχθηκαν τελεσίδικα και τα πολιτικά δικαστήρια και συνεπώς ανεξάρτητη της μέχρι τότε ενοχικής σχέσης μεταξύ της οφειλέτριας εταιρείας και της εκδοχέως τράπεζας λόγω των εκχωρηθεισών μέχρι τότε απαιτήσεων από την εγκαλούσα εταιρεία και ως εκ τούτου κατά το χρόνο έναρξης τέλεσης της εξακολουθητικής καταδολίευσης δανειστών (3-10-2011) η εγκαλούσα εταιρεία ήταν ήδη οφειλέτρια σύμφωνα με τις σχετικές ρυθμίσεις του αστικού δικαίου, στις οποίες γίνεται πάντοτε προσφυγή για την ερμηνευτική προσέγγιση του όρου "οφειλέτης" (ad hoc ΑΠ 1299/2011 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα ΑΠ και ΠοινΔνη 2012.457). Περαιτέρω δε όπως αποδείχθηκε κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, λαμβανομένου υπόψη, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο χρόνος τέλεσης του εν λόγω αδικήματος είναι ενιαίος και αρχίζει από την ενέργεια της πρώτης πράξης και λήγει με την τελευταία, οι εκχωρηθείσες απαιτήσεις της εγκαλούσας εταιρείας προς την εκδοχέα ... ...... ανέρχονταν στο συνολικό ποσόν των 9.321.902,98 ευρώ (και όχι στα ποσά που εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι κατηγορούμενοι, αφού τα προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα και συγκεκριμένα οι από 11-12-2009 και από 7-4-2011 έγγραφες επιστολές της εγκαλούσας εταιρείας έχουν προηγηθεί της αναγνώρισης οφειλής), ήτοι για μέρος μόνο των τιμολογίων, αυτές δε επανεκχωρήθηκαν από την εκδοχέα τράπεζα στην εγκαλούσα εταιρεία την 7-10-2011 (βλ. την με ίδια ημερομηνία επιστολή της .........) και το γεγονός αυτό της επανεκχώρησης αναγγέλθηκε νομότυπα από την εγκαλούσα εταιρεία στην οφειλέτιδα εταιρεία "......................" στις 24-10-2011, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα με ίδια ημερομηνία ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων των αρμοδίων υπαλλήλων των δύο εταιρειών (βλ. προσκομισθείσα ηλεκτρονική αλληλογραφία). Σημειώνεται δε ότι δεν απαιτείτο συγκεκριμένος τύπος για την αναγγελία της επανεκχώρησης, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι (βλ. ΑΠ 1233/2012 ΝΟΜΟΣ, σύμφωνα με την οποία η επανεκχώρηση στον οφειλέτη από τιμολόγια νομίμως γνωστοποιείται με τις μηνιαίες καταστάσεις τιμολογίων που απέστελνε η προμηθεύτρια εταιρεία στην οφειλέτρια εταιρεία, σε συνδυασμό με την από 24-10-2011 ηλεκτρονική αλληλογραφία), ενώ συνακόλουθα απορριπτέος ως κατ ουσία αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι η μόνη απαίτηση της εγκαλούσας εταιρείας, εξαιτίας της εκχώρησης και της μη αναγγελθείσας επανεκχώρησης ανέρχεται στο ποσόν των 348.271,62 ευρώ, ως προς το οποίο και επαρκούσε η κατασχεθείσα από την εγκαλούσα εταιρεία περιουσία της οφειλέτιδας, δυνάμει της 1442/2013 απόφασης του ΜΠρΑΘ. Κατόπιν αυτών, αφού απορριφθούν στο σύνολο τους οι προβληθέντες από τους κατηγορούμενους κατά την παρούσα ποινική διαδικασία αλλά και με τα εφετήριά τους ισχυρισμοί, πρέπει αυτοί να κηρυχθούν ένοχοι της κατ` εξακολούθηση και από κοινού, κατά τους ορισμούς του άρθρου 45 ΠΚ, τέλεσης της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών, αφού τόσο κατά το χρόνο που κατείχαν ο πρώτος κατηγορούμενος, ... τις ιδιότητες του Προέδρου του ΔΣ και του Διευθύνοντος Συμβούλου της οφειλέτιδας εταιρείας και ο δεύτερος κατηγορούμενος, ..., την ιδιότητα του Αντιπροέδρου του ΔΣ όσο και μετά την παραίτησή τους, ασκώντας εν τοις πράγμασι τη διοίκηση της οφειλέτιδας εταιρείας και τη διαχείριση των οικονομικών της, πραγμάτωσαν με τη λήψη αποφάσεων από μέρους τους αναφορικά με τις από 3-10-2011 συμβάσεις δικαιόχρησης (βλ. ιδίως απολογίες των κατηγορουμένων) καθώς και με την εκταμίευση των ποσών από το ταμείο της εταιρείας την αντικειμενική υπόσταση της παραπάνω αξιόποινης πράξης, με τις επιμέρους καταδολιευτικές πράξεις τους, χωρίς να απαιτείται για τη θεμελίωση της συναυτουργικής τους δράσης με το ... να έχουν υπογράψει οι ίδιοι τις από 3-10-2011 συμβάσεις δικαιόχρησης ή να έχουν πραγματώσει εν όλω τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο ως άνω αξιόποινης πράξης (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 4619/2019)". Ακολούθως, το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους για την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών από κοινού κατ` εξακολούθηση (άρθρα 397 παρ. 2, 98 παρ. 2 ΠΚ ) με το ακόλουθο διατακτικό: " Στη ... και στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-2011 μέχρι 8-2-2011 ενεργώντας εκ προθέσεως από κοινού με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενώ ετύγχαναν οφειλέτες, ως εκπρόσωποι της εταιρείας με την επωνυμία "........................" και διαχειριστές της περιουσίας της και ειδικότερα από 3-10-2011 έως 7-11-2011 και 14-11-2011 αντίστοιχα ως μέλη του ΔΣ της εταιρείας ".." και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής και εφεξής ως εν τοις πράγμασι εκπρόσωποι της ανωτέρω εταιρείας και διαχειριστές της περιουσίας της, ματαίωσαν εν όλω την ικανοποίηση του δανειστή τους, απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα τα περιουσιακά της στοιχεία και κατασκευάζοντας ψεύτικες δικαιοπραξίες. Συγκεκριμένα, ενεργώντας με τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, ύστερα από συναπόφαση και βάσει οργανωμένου σχεδίου, με κοινό δόλο, ενώ γνώριζαν ότι η παραπάνω εταιρεία όφειλε στην εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία ..., ποσό συνολικού ύψους 22.790.929 ευρώ, που αντιστοιχεί στο τίμημα των εμπορευμάτων και του τεχνικού εξοπλισμού που είχε προμηθευθεί από αυτήν με βάση την από 27-7-2010 σύμβαση και στις οφειλές της από συναλλαγές που έλαβαν χώρα από τον Ιανουάριο 2011 μέχρι και 3-10-2011, προέβησαν στις κάτωθι καταδολιευτικές ενέργειες και ειδικότερα: 1) Στις 3-10-2011, με συμβάσεις δικαιόχρησης παραχώρησαν στις παρακάτω εταιρείες τη διαχείριση και λειτουργία συνολικά είκοσι έξι (26) καταστημάτων πώλησης αθλητικών ειδών, τα οποία εκμεταλλευόταν μέχρι τότε η ως άνω εταιρεία (... ... ...) και συγκεκριμένα:
α) Στην εταιρεία με την επωνυμία ".............." και ήδη ".........." παραχώρησαν τα ακόλουθα δεκατέσσερα εννέα (14) καταστήματα:
β) Στην εταιρεία με την επωνυμία "............." και ήδη "............", παραχώρησαν τα ακόλουθα εννέα (9) καταστήματα:
γ) Στην εταιρεία με την επωνυμία ".............." και ήδη ".............. παραχώρησαν τα ακόλουθα τρία (3) καταστήματα:
Με τις παραπάνω συμβάσεις δικαιόχρησης οι κατηγορούμενοι απογύμνωσαν την εταιρεία "..........................." από το σημαντικά περιουσιακά της στοιχεία, δεδομένου ότι οι δικαιοδόχες εταιρίες, ............... και ..., ανέλαβαν τη λειτουργία των καταστημάτων της, καταβάλλοντας ένα χαμηλό δικαίωμα εισόδου (entry fee) ύψους 5.000 - 10.000 ευρώ, χωρίς να καταβάλουν πέραν αυτού, ούτε ετήσια δικαιώματα, ούτε κάποιο περιθώριο κέρδους επί των πωλήσεων των εμπορευμάτων που αποκτούσαν από την ως άνω εταιρεία [.... ......] με τους ευνοϊκότερους όρους που ίσχυαν στην ελληνική αγορά.
2) Κατά το χρονικό διάστημα από 3-10-2011 μέχρι 31-12-2011 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε κατέβαλαν άνευ νομίμου αιτίας το ποσό 582.842,25 ευρώ στα μέλη του ΔΣ της εταιρείας ".............." μειώνοντας κατά τούτο την περιουσία της.
3) Εντός του χρονικού διαστήματος από 1-1-2012 μέχρι 8-2-2013 και σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε εκταμίευσαν το ποσό των 2.232.800 ευρώ, το οποίο εμφάνισαν ότι κατεβλήθη δήθεν ως προκαταβολή για την αγορά ακινήτου και προς δικαιολόγηση συντάχθηκε στις 8-2-2013 το 1454 εικονικό προσύμφωνο πώλησης γεωτεμαχίων, αντί συνολικού τιμήματος 2.550.000 ευρώ, χωρίς να συνταχθεί ποτέ το οριστικό συμβόλαιο και χωρίς να επιστραφεί το ποσό των 2.232.800 ευρώ στο ταμείο της εταιρείας και 4) Εντός του χρονικού διαστήματος από 3-10-2011 μέχρι 31-12-2012, εκποίησαν, χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, αποθέματα εμπορευμάτων αξίας τουλάχιστον 6.000.000 ευρώ, που είχαν αγοράσει από την εγκαλούσα εταιρεία ............. Με τις παραπάνω ενέργειές τους ματαίωσαν εν όλω την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ως άνω εγκαλούσας εταιρείας, αφού η οφειλέτρια εταιρεία "...............................................", μετετράπη σε ανενεργή και μη παραγωγική εταιρεία, χωρίς περιουσία, τα δε δικαιώματα και τις απαιτήσεις αυτής τα απέκτησαν οι παραπάνω δικαιοδόχες εταιρίες χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα."
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 17, 98 παρ.2 και 397 παρ.2 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, με την προσήκουσα υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου ποινικές διατάξεις, αφού δέχθηκε α) ότι οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι τέλεσαν από κοινού κατ` εξακολούθηση, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.2 ΠΚ, με βάση οργανωμένο σχέδιο καθεμία από τις επιμέρους πράξεις του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών αποβλέποντας ώστε να επέλθει, όπως και επήλθε, το συνολικά επιδιωκόμενο με αυτές αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης της εγκαλούσας εταιρείας ύψους 22.790.929 ευρώ με αντίστοιχο όφελος της οφειλέτριας εταιρείας, ήτοι την επ` ωφελεία της τελευταίας ματαίωση της ικανοποίησης της δανείστριας από τις αξιώσεις της έναντι της εταιρείας " .... ..........." και β) ότι μετά ταύτα ο χρόνος της παραγραφής στο ένδικο αδίκημα είναι ενιαίος και προσδιορίζεται από την τέλεση της τελευταίας χρονικά κατ` εξακολούθηση καταδολιευτικής πράξης, ήτοι αρχίζει για όλες τις μερικότερες πράξεις από 8/2/2013, οπότε κατά τις παραδοχές της απόφασης συντάχθηκε το εικονικό προσύμφωνο πώλησης γεωτεμαχίων και συνεπούς δεν παρήλθε ούτε πενταετία μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ούτε οκταετία μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό. Η ειδικότερη αιτίαση ότι υπάρχει ασάφεια και αντίφαση ως προς το χρόνο τέλεσης της τελευταίας χρονικά μερικότερης πράξης, η οποία φέρεται τελεσθείσα εντός του χρονικού διαστήματος από 1/1/2012 μέχρι 8/2/2013, είναι αβάσιμη, καθόσον ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης απαιτείται όταν ασκεί επιρροή στην παραγραφή ή στην ταυτότητα της πράξης και στην προκειμένη υπόθεση, υπό το πρίσμα εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, δεν επηρεάζεται η παραγραφή, η οποία όπως προαναφέρθηκε αρχίζει από 8/2/2013. Επομένως, ο περιεχόμενος στο δικόγραφο προσθέτων λόγων τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το αριθμητικό στοιχείο 1 και 2, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 98 παρ.2, 397 παρ.2 και 17 του ΠΚ είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του νέου ΓΙΚ, "αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στο νόμο αξιόποινης πράξης, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να χαρακτηρισθεί κάποιος συναυτουργός δεν αρκεί να έχει κοινό δόλο και να τελεί πράξεις που συμβάλλουν στην πραγμάτωση του εγκλήματος, αλλά πρέπει να πραγματώνει από κοινού εν όλω ή εν μέρει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τη θεμελίωση της συναυτουργικής δράσης των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων δέχθηκε ότι αυτοί τόσο κατά το χρόνο που είχαν την ιδιότητα του προέδρου και αντιπροέδρου αντίστοιχα, όσο και μετά την παραίτησή τους οπότε συνέχισαν να ασκούν από κοινού εν τοις πράγμασι τη διοίκηση της οφειλέτριας εταιρείας και τη διαχείριση των οικονομικών της, πραγμάτωσαν με τη λήψη αποφάσεων από μέρους τους αναφορικά με τις από 3/10/2011 συμβάσεις δικαιόχρησης καθώς και με την εκταμίευση των ποσών από το ταμείο της εταιρείας την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης του άρθρου 397 παρ. 2 ΓΙΚ με τις επιμέρους καταδολιευτικές πράξεις, χωρίς να απαιτείται να έχουν υπογράψει οι ίδιοι τις εν λόγω συμβάσεις δικαιόχρησης ή να έχουν πραγματώσει εν όλω τα στοιχεία της παραπάνω αξιόποινης πράξης. Υπό τα γενόμενα δεκτά αυτά πραγματικά περιστατικά πλήρως θεμελιώνεται η συναυτουργική ποινική ευθύνη των αναιρεσειόντων υπό την ιδιότητά τους ως ασκούντων ουσιαστικά και πραγματικά τη διοίκηση και διαχείριση της οφειλέτριας εταιρείας κατά την πραγμάτωση των καταδολιευτικών πράξεων και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων υπό το αριθμητικό στοιχείο 3, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 45 και 397 παρ. 2 ΠΚ για το λόγο ότι αυτοί δεν μπορούσαν να είναι συναυτουργοί επειδή δεν είχαν τυπικά την εκπροσώπηση της εταιρείας, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, τα δε αποδεικτικά μέσα αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά ούτε αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους, ενώ δεν είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ` αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που συμβαίνει στο έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών, για τη στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος απαιτεί τη συνδρομή άμεσου δόλου οπότε χρειάζεται ειδική αιτιολογία.
Με τις παραδοχές που αναφέρονται παραπάνω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της καταδολίευσης δανειστών από κοινού και κατ` εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 17, 26 εδ. α`, 27 παρ. 1, 2 εδ. α`, 45, 98 παρ. 2 και 397 παρ. 2 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και να στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στο σκεπτικό που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό υφίστανται παραδοχές του Εφετείου με τις οποίες πλήρως αιτιολογούνται: Α) Το βέβαιο και εκκαθαρισμένο των απαιτήσεων της εγκαλούσας εταιρείας ......................, ύψους συνολικά 22.790.929 ευρώ, εκ των οποίων α) 5.262.173, 04 ευρώ αφορά μη εξοφληθείσες οφειλές από τις ορισμένου χρόνου συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας με την οφειλέτρια εταιρεία των ετών 2008-2010, που είχαν λήξει στις 31/12/2010 και υπήρχε γι` αυτό αναγνώριση χρέους και β) 10.909.393,82 ευρώ και 6.619.363,05 ευρώ, ποσά που αφορούν ανεξόφλητα τιμολόγια από την από 27/7/2010 σύμβαση, η οποία καταγγέλθηκε από την εγκαλούσα στις 27/10/2011, με την περαιτέρω παραδοχή ότι κατά το χρονικό διάστημα που έλαβαν χώρα οι διαδοχικές καταδολιευτικές πράξεις η οφειλέτρια είχε καταστεί υπερήμερη και οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες και συνεπώς επέκειτο η εκπλήρωσή τους (σελ. 146, 159-160) Β)Οι επιμέρους καταδολιευτικές πράξεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων με την ιδιότητά τους ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ο πρώτος και αντιπρόεδρος ο δεύτερος και μετά την τυπική παραίτησή τους ως ασκούντες εν τοις πράγμασι τη διαχείριση της οφειλέτριας εταιρείας, ήτοι 1) η κατάρτιση στις 3/10/2011 των συμβάσεων δικαιόχρησης, με τις οποίες η οφειλέτρια εταιρεία παραχώρησε στις δικαιοδόχες εταιρείες τη διαχείριση και λειτουργία των αναφερομένων καταστημάτων πώλησης αθλητικών ειδών χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα 2) η ανάληψη από το ταμείο της εταιρείας χωρίς νόμιμη αιτία ποσού 582.842,25 ευρώ, το οποίο δεν επέστρεψαν, ως όφειλαν, μέχρι 31/12/2011 3) η εντός του χρονικού διαστήματος από 1/1/2012 έως και 8/2/2013 εκταμίευση από το ταμείο της εταιρείας ποσού 2.232.800 ευρώ, το οποίο δήθεν καταβλήθηκε ως προκαταβολή για την αγορά ακινήτου στη Χαλκιδική και προς δικαιολόγησή του συντάχθηκε το υπ` αριθ. ....../8-2-2013 εικονικό προσύμφωνο πώλησης γεωτεμαχίων, η οποία αποτελεί την τελευταία χρονικά καταδολιευτική πράξη και 4) η εντός του χρονικού διαστήματος από 3/10/2011 μέχρι 31/12/2012 εκποίηση των αποθεμάτων εμπορευμάτων της εταιρείας αξίας τουλάχιστο 6.000.000 ευρώ χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Γ) Η ματαίωση ( εν όλω ) της ικανοποίησης των βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων της εγκαλούσας εταιρείας με την παραδοχή ότι ενόψει της επικείμενης εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της απογύμνωσαν την οφειλέτρια εταιρεία των περιουσιακών της στοιχείων, τα οποία απαλλοτρίωσαν με τους παραπάνω τρόπους χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα" Δ) Η κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, κατά την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, με την παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι προέβησαν στις επιμέρους καταδολιευτικές ενέργειες με βάση οργανωμένο σχέδιο αποβλέποντας στο να επέλθει το συνολικά επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της βλάβης της εγκαλούσας δανείστριας εταιρείας, που ήταν η ματαίωση της ικανοποίησης της παραπάνω απαίτησής της ύψους συνολικά 22.790.929 ευρώ. Ε) Ο χρόνος παραγραφής του εγκλήματος με την παραδοχή ότι η παραγραφή είναι ενιαία για όλες τις μερικότερες καταδολιευτικές πράξεις και αρχίζει από την τελευταία χρονικά ενέργεια που είναι η 8/2/2013, οπότε καταρτίστηκε το εικονικό προσύμφωνο πώλησης γεωτεμαχίων, ΣΤ) Η ποινική ευθύνη των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων με την παραδοχή ότι αυτοί μετά την τυπική παραίτηση τους από πρόεδρος και αντιπρόεδρος αντίστοιχα του Δ.Σ της οφειλέτριας εταιρείας συνέχισαν καθόλο το επίμαχο χρονικό διάστημα να έχουν ουσιαστικά και πραγματικά τη διοίκηση και διαχείριση των οικονομικών της και να ενεργούν προς το συμφέρον της ως εν τοις πράγμασι εκπρόσωποι της. Ζ) Η χωρίς νόμιμη αιτία ανάληψη από το ταμείο της εταιρείας του ποσού των 582.842,25 ευρώ, το οποίο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ήταν επιστρεπτέο μέχρι 31/12/2011, χρόνο κατά τον οποίο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές έγινε δεκτό ότι συντελέστηκε αυτή η απαλλοτριωτική πράξη, Η) Η νομιμοποίηση της εγκαλούσας ως δανείστριας ως προς τις εκχωρηθείσες προς την ............. απαιτήσεις ύψους 9.321.902,98 ευρώ, οι οποίες αποτελούν μέρος των επιδίκων απαιτήσεων, με την παραδοχή ότι οι απαιτήσεις αυτές κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήτοι από 3/10/2011 μέχρι 8/2/2013 είχαν επανεκχωρηθεί από την εκδοχέα τράπεζα στην εγκαλούσα, γεγονός το οποίο αναγγέλθηκε νομότυπα με ηλεκτρονικό μήνυμα στην οφειλέτρια εταιρεία στις 24/10/2011 και επομένως κατά την 8/2/2013 η εγκαλούσα ήταν δικαιούχος και αυτού του μέρους των απαιτήσεων, ενώ η παραδοχή ότι για το ποσό των 5.262.173,04 ευρώ είχε γίνει αναγνώριση χρέους από την οφειλέτρια εταιρεία ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Θ) Ο άμεσος δόλος, αφού το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ( σελ. 156, 161 ) ότι οι αναιρεσείοντες- κατηγορούμενοι με βάση οργανωμένο σχέδιο προέβησαν στις παραπάνω καταδολιευτικές πράξεις εν γνώσει τους ότι όφειλαν στην εγκαλούσα εταιρεία το συνολικό ποσό των 22.790.929 ευρώ που προέρχονταν από το τίμημα των εμπορευμάτων που είχε παραλάβει η εταιρεία " ........ ......." σε εκτέλεση των συμβάσεων των ετών 2008-2010 και της από 27/7/2010 σύμβασης, αλλά και με τη θέληση της ματαίωσης ολικά της ικανοποίησης της εγκαλούσας εταιρείας, αφού γνώριζαν ότι με τις ενέργειές τους αυτές δεν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία στο ενεργητικό της οφειλέτριας εταιρείας, αποβλέποντας με τις μερικότερες πράξεις τους στο αποτέλεσμα αυτό που είχε ως συνέπεια την κατά το παραπάνω ποσό περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας εταιρείας. Άλλα περισσότερα διευκρινιστικά στοιχεία για τη θεμελίωση του εξεταζόμενου εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών από κοινού κατ` εξακολούθηση και την υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις παραπάνω εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις δεν ήταν αναγκαίο να διαλαμβάνει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφασή του, το οποίο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο κατέληξε στην καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους κρίση. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων υπό τα αριθμητικά στοιχεία 4, 5 και 6 για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, καθώς και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων υπό το αριθμητικό στοιχείο 2 ( για το υπό στοιχείο 1 που αφορά αιτίαση για την απόρριψη της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος διαλαμβάνεται ανωτέρω), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης με τις ειδικότερες αιτιάσεις ως προς α) την ταυτοποίηση της βέβαιης και εκκαθαρισμένης απαίτησης β) την επικείμενη εκπλήρωση της υποχρέωσης του οφειλέτη γ) τη ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή δ) τον άμεσο δόλο ε) την ταυτοποίηση της ιδιότητας δανειστή και οφειλέτη στ) τις κατ` ιδίαν καταδολιευτικές πράξεις και ζ) την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, είναι αβάσιμοι, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν ιδρύονται οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` ΚΠΔ αναιρετικοί λόγοι.
Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και εμφανίζεται ως θετική όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα, το οποίο δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση της υπέρβασης εξουσίας με την επίκληση ότι α) κηρύχθηκαν ένοχοι για άλλη διαφορετική απαίτηση από αυτή που ασκήθηκε η ποινική δίωξη και καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως β) παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση και χειροτέρευσε τη θέση τους διότι δεν αφαίρεσε το διαδραμόντα χρόνο αναστολής της ποινής που διατάχθηκε με την υπ` αριθ. 2609/2919 αναιρεθείσα απόφαση γ) χειροτέρευσε τη θέση τους αα) μεταβάλλοντας το χρόνο τέλεσης της υπό στοιχείο " γ" πράξης και ββ) καταδικάσθηκαν για κατ` εξακολούθηση έγκλημα σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, ενώ κατά την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταδικάσθηκαν με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 98 ΠΚ.
Από την αντιπαραβολή των πρακτικών και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης με τα αντίστοιχα πρακτικά και διατακτικό της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι α) οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για την ίδια απαίτηση ύψους 22.790.929 ευρώ προερχόμενη από τις μεταξύ της εγκαλούσας και της οφειλέτριας εταιρείας εμπορικές συναλλαγές που ιστορική προέλευση είχαν και τις προηγούμενες της από 27/7/2010 συμβάσεις των ετών 2008 - 2010 και καμία αμφιβολία ή ασάφεια δεν δημιουργείται για την ταυτότητα της επίδικης οφειλής, β) ο χρόνος τέλεσης στην υπό στοιχείο "γ" καταδολιευτική πράξη, που αφορά την εκταμίευση του ποσού των 2.232.800 ευρώ, προσδιορίζεται ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο εντός του χρονικού διαστήματος από 1/1/2012 μέχρι 8/2/2013, με την επισήμανση στην προσβαλλόμενη απόφαση ( ορθά όπως προαναφέρθηκε ), ενόψει των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων περί παραγραφής, ότι ο χρόνος παραγραφής του ένδικου κατ` εξακολούθηση αδικήματος αρχίζει από 8/2/2013, οπότε συντάχθηκε το εικονικό προσύμφωνο πώλησης ακινήτων, γ) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σαφώς δέχθηκε την εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, περί της οποίας αναφέρει κατά λέξη ( σελ. 83 των πρακτικών ) ότι " οι δράστες φέρονται να απέβλεπαν με τις μερικότερες πράξεις τους στο συνολικό περιουσιακό όφελος από την καταδολίευση δανειστών ( άρθρο 98 παρ. 2 ΠΚ " και δ) από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να αφαιρέσει το διαδραμόντα χρόνο αναστολής που είχε χορηγηθεί με την υπ` αριθ. 2609/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία όπως ήδη έχει αναφερθεί έχει αναιρεθεί ως προς τους αναιρεσείοντες - κατηγορουμένους στο σύνολο της. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ` ΚΠΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η ένδικη αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη της παραστάσης για την υποστήριξη της κατηγορίας ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/10/2020 αίτηση και τους από 24/11/2020 πρόσθετους λόγους των ... του ..., κατοίκου ... και ... του ..., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 2167/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα ( 250 ) ευρώ για τον καθένα.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας την κατηγορία, την οποία ορίζει συνολικά σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ