ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΑ - ΚΑΛΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ 84 παρ..2 ε - ΑΠ 1296-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Για να συντρέξει η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση, πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, χωρίς να αρκεί η απλή, καλή και συνήθης συμπεριφορά, όπως η εργασία και η ομαλή οικογενειακή ζωή χωρίς παραβατικότητα και μόνο, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο της έλλειψης παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, με εξαίρεση την παραβίαση των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1001/2020, ΑΠ 850/2020, ΑΠ 761/2020).

Απόφαση 1296 / 2022    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1296/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Αυγέρη, Ασπασία Μεσσηνιάτη-Γρυπάρη, Παναγιώτη Βενιζελέα και Βρισηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου G. H. S. G. του R. G., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μπερδούση, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΖΤ 77/2020 αποφάσεως του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Ζ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.6.2022 (αρ. καταθ. 23/20.6.2022) αίτησή του αναιρέσεως και τους από 10.8.2022 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 621/22.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, η από 20-6-2022 (αρ. καταθ. 23/20-6-2022) αίτηση του G. H. S. G. του R. G. και της M. B., κατοίκου ... ασκηθείσα από τον ίδιο ενώπιον της Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στις 20-6-2022 και οι από 10-8-2022 πρόσθετοι λόγοι, που κατατέθηκαν ενώπιον της αρμόδιας Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, στις 10-8-2022, για αναίρεση της με αριθμό ΖΤ 77/2020 απόφασης του Ζ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α του ΠΚ και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 4 και 509 του ΚΠοινΔ), είναι παραδεκτοί γιατί περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β, Δ και Ε του ΚΠοινΔ και πρέπει, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 428/2020, ΑΠ 190/2018, ΑΠ 1164/2017, ΑΠ 122/2015), να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναίρεσης της απόφασης μπορεί να προβληθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173, 174 και 175 του ως άνω Κώδικα. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει, είτε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, με τα οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής (ΑΠ 1122/2020, ΑΠ 1213/2018). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων, 320 και 321 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος) που περιέχει με ποινή ακυρότητας, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει, έτσι ώστε να ικανοποιηθεί το δικαίωμα αυτού από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ να πληροφορηθεί την κατηγορία που του αποδίδεται και να μπορέσει να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Ο καθορισμός της πράξης είναι ακριβής, όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη σ' αυτό ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την απειλούμενη ποινή. Διαφορετικά, αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει αυτά τα στοιχεία, είναι άκυρο, κατά το άρθρο 321 παρ. 4 ΚΠοινΔ. Ακολούθως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 172, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί (176 παρ. 2 ΚΠΔ), αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 97/2017, ΑΠ 1027/2016). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 359/2020). Αν ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται γι' αυτό αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1122/2020, ΑΠ 1027/2016, ΑΠ 1296/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης με αριθμό ΖΤ 77/2020 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και των οικείων πρακτικών, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη, με αριθμό ΑΜ6659/2018 απόφαση και τα σχετικά πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καθώς και από την 55922/22-10-2018 έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης απόφασης, προβλήθηκαν κατά την πρωτοβάθμια δίκη από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, α) ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας αυτού ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της πράξης της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, η οποία του αποδιδόταν με αυτό και β) ένσταση ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω μη επίδοσης στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών απέρριψε τις παραπάνω ενστάσεις και στη συνέχεια με τη με αριθμό ΑΜ 6659/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την προαναφερόμενη έφεση, με λόγο της οποίας παραπονέθηκε, μεταξύ άλλων, και για ότι ''εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον παραδεκτώς και ορισμένως προβληθέντα αυτοτελή - νομικό ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας'', ενώ δεν περιέλαβε λόγο στην έφεση για την απόρριψη της ένστασής του, περί ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω μη επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος. Κατά την εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, επανέφερε τους ίδιους ως άνω αυτοτελείς ισχυρισμούς, ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, λόγω αοριστίας και ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω μη επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος σ' αυτόν, διατυπωμένους σε γραπτό κείμενο, που αναπτύχθηκαν προφορικά και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς - ενστάσεις, αφού δέχτηκε τα εξής: ''Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει απ? την επισκόπηση της υπ' αριθμ. 55922/2018 έκθεσης εφέσεως του εκκαλούντος, πέραν των τυπικών στοιχείων του εντύπου και την προσβολή της αποφάσεως, διότι κατ' εσφαλμένη εκτίµηση των αποδείξεων κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ µηνών, περιέχεται και λόγος, ''διότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο απέρριψε τον παραδεκτώς και ορισµένως προβληθέντα αυτοτελή νοµικό ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος, λόγω αοριστίας''. Ο λόγος αυτός σύµφωνα και µε τα ανωτέρω διαλαμβανόµενα στη νομική σκέψη είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν καθορίζεται ποιο είναι το ακριβές περιεχόµενο της ενστάσεως κατά του κλητηρίου θεσπίσµατος, σε ποιό στάδιο της διαδικασίας αυτή προβλήθηκε ώστε να κριθεί το παραδεκτό της, ενώ δεν προσδιορίζονται οι νομικές πλημμέλειες της αποφάσεως ως προς την απόρριψη της ενστάσεως µε την διαλαμβανοµένη στην πρωτόδικη απόφαση αιτιολογία. Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος τυγχάνει απορριπτέος και ως αβάσιµος, καθόσον το προσβαλλόµενο κλητήριο θέσπισµα περιέχει όλα τα κατ' άρθρο 321 ΚΠΔ στοιχεία, αφού προσδιορίζονται µε σαφήνεια και πληρότητα όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειµενικής υπόστασης του αδικήματος της πλαστογραφίας µετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και συγκεκριµένα διαλαµβάνονται τα στοιχεία των πλαστών υπεύθυνων δηλώσεων που φέρεται να κατήρτισε εξ υπαρχής ο κατηγορούμενος στις οποίες ανέγραφε ως όνοµα δηλούντος διάφορα ονόματα Πακιστανών και Ινδών υπηκόων αλλά και τριών Ελλήνων υπηκόων, µε αναγραφόμενες ψευδείς και ανύπαρκτες διευθύνσεις και τηλέφωνα επικοινωνίας απενεργοποιηµένα, θέτοντας, κατ? απομίµηση την υπογραφή αυτών, µε σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας για το, έχον έννομες συνέπειες, γεγονός, ότι τα αναφερόμενα στις δηλώσεις πρόσωπα είναι συνδρομητές και χρήστες των εκάστοτε αναφερόµενων συνδέσεων καρτοκινητής τηλεφωνίας. Κατόπιν τούτων, πρέπει ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσµατος λόγω αοριστίας να απορριφθεί και ως κατ? ουσίαν αβάσιµος. Επιπλέον δε, από το από 9-08-2017 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα Σ. Β., που υπηρετεί στο ΑΤ Ασπρόπυργου, αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα νοµίµως επίδοση του κλητηρίου θεσπίσµατος στον ενήλικο υιό του κατηγορουμένου, Κ. Α., και ως εκ τούτου ο έτερος ισχυρισμός του εκκαλούντος περί µη επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσµατος τυγχάνει, επίσης, απορριπτέος ως αβάσιµος". Σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν, ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος λόγω αοριστίας, ως προς τον ακριβή καθορισμό της πράξης της πλαστογραφίας, που αποδόθηκε στον αναιρεσείοντα, ο οποίος απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον άνω λόγο έφεσης, ο οποίος, όμως, όπως διατυπώθηκε παραπάνω, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν καθοριζόταν το ακριβές περιεχόµενο της ένστασης ακυρότητας κατά του κλητηρίου θεσπίσµατος και το στάδιο της διαδικασίας που αυτή προβλήθηκε, ώστε να κριθεί το παραδεκτό της, ούτε οι νομικές πλημμέλειες της απόφασης ως προς την απόρριψη της ένστασης αυτής, ενώ ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος ομοίως προβλήθηκε πρωτοδίκως και απορρίφθηκε, δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης. Έτσι, εφόσον η ενδεχόμενη σχετική ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και της επίδοσής του, καλύφθηκε κατά τα προεκτεθέντα, με την προβολή, όσον αφορά την αοριστία του κλητηρίου θεσπίσματος, απαράδεκτου λόγω αοριστίας λόγου έφεσης και τη μη προβολή όσον αφορά την ακυρότητα της επίδοσής του, ειδικού λόγου έφεσης, ήταν απαράδεκτη η προβολή των εν λόγω ισχυρισμών ενώπιον του Εφετείου, το οποίο δεν είχε υποχρέωση να ερευνήσει τους ισχυρισμούς αυτούς (που πάντως τους ερεύνησε, καίτοι δεν όφειλε), με συνέπεια να κρίνονται αβάσιμοι οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β ΚΠΔ, για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.

Ακολούθως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 784/2020). Εξάλλου, με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α 95/11-6-2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 του νέου ΠΚ). Με το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται, ότι, ''Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι πλέον σαφές, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο ''όλον''. Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι, εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος, ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου, με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσότερων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Προδήλως δε, επιεικέστερος είναι και ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (ΑΠ 720/2020). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την 1-7-2019, ''1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος με τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο'', ενώ κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, ''1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο''. Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερη διάταξη είναι αυτή του ισχύοντος από 1-7-2019 ποινικού κώδικα, καθόσον: α) η χρήση πλαστού δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση κατά την παρ. 1, αλλά αυτοτελή πράξη (παρ. 2) που συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτήν και β) ειδικώς και μόνο ως προς την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αφού με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ. από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της επίδικης πράξης, προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως πέντε (5) ετών (ΑΠ 639/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των κατά το είδος τους μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι των εγγράφων που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο και αναφέρονται στα πρακτικά, των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, δέχθηκε ανελέγκτως ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη που του αποδίδεται µε το κατηγορητήριο, καθώς αποδείχθηκε ότι: "Στον ... κατά το χρονικό διάστηµα από 04-07-2013 έως 21-11-2014, µε περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα, µε σκοπό να παραπλανήσει µε τη χρήση τους άλλους σχετικά µε γεγονός που µπορεί να έχει έννοµες συνέπειες, στη συνέχεια δε, έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα, διατηρώντας κατάστηµα - παντοπωλείο, επί της οδού ... στον …., στο οποίο μεταξύ άλλων πωλούσε σε πελάτες και προενεργοποιηµένες κάρτες SΙΜ µε τα στοιχεία ταυτότητας έτερου προσώπου, σε γενόµενο αστυνομικό έλεγχο κατελήφθη να έχει εξ' υπαρχής καταρτίσει 1.217 πλαστές υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86, όπως αυτές εξειδικεύονται στο διατακτικό της παρούσας, στις οποίες ανέγραψε ως όνοµα δηλούντος διάφορα ονόματα Πακιστανών και Ινδών υπηκόων, αλλά και τριών Ελλήνων υπηκόων, µε αναγραφόμενες ψευδείς και ανύπαρκτες διευθύνσεις κατοικίας αυτών και τηλέφωνα επικοινωνίας απενεργοποιηµένα, θέτοντας κατ' αποµίµηση την υπογραφή αυτών, µε σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας για το, έχον έννομες συνέπειες γεγονός, ότι τα πρόσωπα αυτά είναι συνδρομητές και χρήστες των εκάστοτε αναφερόµενων συνδέσεων καρτοκινητής τηλεφωνίας. Στη συνέχεια, δε, έκανε χρήση των πλαστών αυτών υπευθύνων δηλώσεων, καθώς τις απέστειλε στις διάφορες εταιρίες κινητής τηλεφωνίας προς ενεργοποίηση των συνδέσεων. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται ιδίως απ? την σαφή και κατηγορηµατική κατάθεση της μάρτυρος Κ. Α., η οποία σημειωτέον, ήταν η µόνη δηλούσα που κατέστη εφικτό να εντοπιστεί και κατέθεσε ότι ουδέποτε συμπλήρωσε ή υπέγραψε τις δύο υπεύθυνες δηλώσεις που την αφορούν. Εξάλλου, η ανωτέρω πράξη του κατηγορουμένου καταδεικνύεται και από την πληθώρα των υπεύθυνων δηλώσεων που ανευρέθηκαν στην κατοχή του µε στοιχεία δηλούντων κυρίως αλλοδαπών υπηκόων Πακιστανικής και Ινδικής καταγωγής, µε αναγραφόμενες ψευδείς διευθύνσεις και λοιπά στοιχεία επικοινωνίας που δεν αντιστοιχούσαν στα εν λόγω πρόσωπα. .... Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον πληρούνται όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειµενικής υπόστασης του αδικήµατος της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος αυτής''. Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο - νυν αναιρεσείοντα ένοχο, για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, κατ' εξακολούθηση, με τη μορφή της κατάρτισης πλαστών εγγράφων (άρθρ. 216 παρ. 1 ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυάκισης 12 μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: ''ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο ...... του ότι: Στον ... κατά το χρονικό διάστηµα από 04-07-2013 έως 21-11-2014, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος κατήρτισε πλαστά έγγραφα, µε σκοπό να παραπλανήσει µε τη άλλους σχετικά µε γεγονός που µπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε, έκανε χρήση των εγγράφων αυτών. Ειδικότερα διατηρώντας παντοπωλείο, επί της οδού ... στον …., οποίο μεταξύ άλλων πωλούσε σε πελάτες και προενεργοποιηµένες κάρτες SΙΜ µε τα στοιχεία ταυτότητας έτερου προσώπου, σε γενόµενο αστυνομικό έλεγχο κατελήφθη να έχει εξ υπαρχής καταρτίσει 1.217 πλαστές υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/86, στις οποίες ανέγραψε ως όνοµα δηλούντος διάφορα ονόματα Πακιστανών και Ινδών υπηκόων, αλλά και τριών Ελλήνων υπηκόων, µε αναγραφόμενες ψευδείς, και ανύπαρκτες διευθύνσεις κατοικίας αυτών και τηλέφωνα επικοινωνίας απενεργοποιηµένα, θέτοντας κατ? αποµίµηση την υπογραφή αυτών, µε σκοπό να παραπλανήσει τους υπαλλήλους των υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας για το, έχον έννοµες συνέπειες γεγονός, ότι τα πρόσωπα αυτά είναι συνδρομητές και χρήστες των εκάστοτε αναφερόµενων συνδέσεων καρτοκινητής τηλεφωνίας. Στη συνέχεια, δε, έκανε χρήση των πλαστών αυτών υπευθύνων δηλώσεων, καθώς απέστειλε τις στις διάφορες εταιρείες κινητής τηλεφωνίας προς ενεργοποίηση των συνδέσεων. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε τις κάτωθι αναφερόμενες υπεύθυνες δηλώσεις .... ''. Με τις ως άνω παραδοχές είναι σαφές, ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος είναι αυτή της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, όπως ρητά αναφέρεται στην κατάληξη του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς το δικαστήριο να λάβει υπόψη την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης πλαστού εγγράφου. Η δε αναφορά στην επακολουθήσασα την κατάρτιση των πλαστών εγγράφων χρήση αυτών από τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, έγινε διηγηματικά προς διερεύνηση του σκοπού της παραπλάνησης τρίτων, με τη χρήση τους. Άλλωστε, για την ανωτέρω πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης 12 μηνών, ενώ αυτός πρωτοδίκως είχε καταδικασθεί για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, στη μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης των 18 μηνών. Μάλιστα κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής γίνεται ρητή αναφορά ότι η πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος προβλέπεται και τιμωρείται, μεταξύ άλλων, από τη διάταξη του άρθρου ''216 παρ. 1 του ΠΚ (πλαστογραφίας), όπως η τελευταία διάταξη ισχύει μετά το ν. 4619/2019, ως ευμενέστερη της προγενέστερης''. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή ως προς την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης πλαστού της άνω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων, από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, θεωρείται, μεταξύ άλλων, (υπό στοιχ. ε), το ότι ο υπαίτιος ''συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του''. Για να συντρέξει η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση, πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, χωρίς να αρκεί η απλή, καλή και συνήθης συμπεριφορά, όπως η εργασία και η ομαλή οικογενειακή ζωή χωρίς παραβατικότητα και μόνο, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παρα-βατικότητας. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο της έλλειψης παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητας του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν και άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, με εξαίρεση την παραβίαση των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1001/2020, ΑΠ 850/2020, ΑΠ 761/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου της ουσίας, ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος πρόβαλε, δια του συνηγόρου του, μεταξύ άλλων, τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του, της ελαφρυντικής περίστασης, ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε του ΠΚ), ισχυριζόμενος ότι, ''Από το φερόμενο ως χρόνο τέλεσης της πράξης για την οποία κατηγορούμαι έχει παρέλθει χρόνος πλέον των έξι ετών. Στο χρονικό αυτό διάστημα ουδέποτε έχω απασχολήσει τις αρχές για οποιαδήποτε αιτία, ζώντας έντιμα και σύννομα και εξακολουθώντας να εργάζομαι σε σταθερή βάση καθημερινά. Εξακολουθώ να δραστηριοποιούμαι επιχειρηματικά, αλλά και να είμαι απόλυτα συνεπής στο σύνολο των φορολογικών, ασφαλιστικών και λοιπών υποχρεώσεών μου έναντι του κράτους. Από τα μέσα δε του έτους 2019 έως και σήμερα είναι ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος του σωματείου με την επωνυμία, ... με διαρκή προσφορά και φιλανθρωπική δράση στα πολυάριθμα μέλη ομοεθενείς του σωματείου μας, όπως η οργάνωση συσσιτίων και η συγκέντρωση και δωρεάν διανομή ρούχων στα μέλη μας που το έχουν ανάγκη. Εξακολουθώ δε να είμαι έγγαμος και να διαμένω νόμιμα και μόνιμα στον ... όπου και δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά''. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης επί λέξει, τα ακόλουθα: ''δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τυγχάνει ιδρυτικό μέλος του σωματείου με την επωνυμία ... καθόσον το εν λόγω σωματείο ιδρύθηκε μόλις τον Απρίλιο του έτους 2019 αποτελούμενο μόνο από τριάντα μέλη, χωρίς να προκύπτει από οποιοδήποτε από τα προσκομισθέντα στοιχεία, η περαιτέρω δραστηριότητα αυτού, ώστε να κριθεί και η τυχόν μεταστροφή του κατηγορουμένου. Πρέπει επομένως, το αίτημα της αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε του ΠΚ να απορριφθεί''. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (84 παρ. 2 στοιχ. ε του ΠΚ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την τελευταία διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη κατά τις άνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όσον αφορά την απορριπτική του κρίση, δεχόμενο ανέλεγκτα ότι δεν αποδείχθηκαν τέτοια περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του. Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠοινΔ, λόγοι των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπο αυτού της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του ΠΚ και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε του ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου για έρευνα, πρέπει ν' απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-6-2022 (αρ. καταθ. 23/20-6-2022) αίτηση και τους από 10-8-2022 πρόσθετους λόγους, του G. H. S. G. του R. G. και της M. B., κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό ΖΤ 77/2020 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Login