ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ΄ ΠΚ, ήτοι για το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης, η μετά τη σύλληψη του υπαιτίου ομολογία της πράξης του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του (Α.Π.518/2020).Αυτός που δεν αποδέχεται ότι τέλεσε την ένδικη πράξη, προδήλως, δεν έχει επίγνωση των συνεπειών αυτής και επομένως, δεν δείχνει ότι μεταμελήθηκε, άρα δεν συντρέχουν τα στοιχεία της έμπρακτης και ειλικρινούς μεταμέλειας που απαιτεί η ως άνω διάταξη για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού.
Απόφαση 1447 / 2022 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1447/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού - Εισηγήτρια, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα και Ελένη Μπερτσιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.359/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 10958/6-12-2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1259/21.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β' ΠΚ και ως προς την επιβολή σε αυτόν ποινής, να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το άνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5.12.2021 δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου Σ. Λ. του Ι. που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αρ.πρωτ.10958/6-12-21, για αναίρεση της υπ' αριθμ.359/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 93 ετών και εκτιτέα ποινή κάθειρξης 20 ετών για την πράξη της παραλαβής λαθρομεταναστών (89 τον αριθμό), εκ κερδοσκοπίας και κατά συρροή, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, ως περιέχουσα λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. και με την έννοια της έλλειψης νόμιμης βάσης ( άρθρα 473 παρ.2,3, 474 παρ.4 και 510 παρ.1 στοιχ. Δ' & Ε' του Κ.Π.Δ.).
Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 30 ν.4251/2014 ''Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης κλπ διατάξεις'' "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της Χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α. με κάθειρξη μέχρι-δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) έως τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β. με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) έως εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου η τουριστικού ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορα ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού, γ. με κάθειρξη τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο, δ. με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή τουλάχιστον επτακοσίων χιλιάδων (700.000) ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν στην περίπτωση γ` επήλθε θάνατος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους, από τα πρόσωπα που (μεταξύ άλλων) αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο έδαφος της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας τη μη νόμιμη είσοδό τους στο ελληνικό έδαφος, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος, αρκεί δε και ενδεχόμενος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 42 παρ. 1 του νέου ΠΚ "όποιος έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Από τη νέα διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την νομοτυπική μορφή της απόπειρας, προσδιορίζεται με μεγαλύτερη σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής εκτέλεσης του εγκλήματος, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι το έγκλημα βρίσκεται σε απόπειρα μόνο όταν έχει πραγματωθεί ένα τμήμα της αντικειμενικής του υποστάσεως. Με τον τρόπο αυτόν η ποινή της απόπειρας συναρτάται με την πράξη που έχει τελεστεί και όχι με το δόλο του υπαιτίου, τηρουμένης για την επιβολή της (ποινής) της αρχής της αναλογικότητας. Το τελεσθέν τμήμα της αντικειμενικής υπόστασης τελεί προς την πραγμάτωση αυτής σε αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής που αναμένει την ολοκλήρωση του εγκλήματος. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχάς αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Όταν όμως πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στο δόλο και να αιτιολογείται ιδιαίτερα η ύπαρξή του και ειδικότερα τόσο το στοιχείο της πρόβλεψης του εγκληματικού αποτελέσματος, όσο και το στοιχείο της αποδοχής του. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παράγραφος 1 και 178 του Κ.Π.Δ. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ιδίου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης ερευνά αυτεπαγγέλτως.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 359/2021 απόφασής του, αφού συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν και έλαβε υπόψη του, δέχθηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης της άδικης πράξης της παραλαβής λαθρομεταναστών από κερδοσκοπία και κατά συρροή. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο για τον σχηματισμό της καταδικαστικής του κρίσης διαλαμβάνει στο σκεπτικό του τα εξής : "Την 10-09-2017 και περί ώρα 10.30, εργαζόμενος του εργοστασίου ... τηλεφώνησε στο κέντρο της Άμεσης Δράσης στη Θεσσαλονίκη και ανέφερε ότι πλησίον του εργοστασίου, όπου εργάζεται, στάθμευσε ένα Ι.Χ.Φ. επικαθήμενο, με φορτωμένο ένα κοντέινερ χρώματος ερυθρού ή πορτοκαλί, από το οποίο δύο άτομα αποβίβαζαν αλλοδαπούς, πιθανότατα λαθρομετανάστες. Σε άμεσο χρόνο άνδρες της ομάδας ΔΙΑΣ μετέβησαν στο σημείο, όπου εντόπισαν περιφερόμενους τριάντα έξι (36) ενήλικες αλλοδαπούς, υπηκόους …. και ….., στερούμενους παντελώς ταξιδιωτικών εγγράφων, οι οποίοι συνόδευαν συνολικά τριάντα τρεις (33) ανηλίκους, που επίσης εστερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων, δηλονότι συνολικά εξήντα εννέα (69) λαθρομετανάστες, πλην όμως οι αστυνομικοί δεν εντόπισαν το προπεριγραφέν όχημα, που τους είχε μεταφέρει εκεί, αφού οι δράστες της λαθροδιακίνησης είχαν σπεύσει να το απομακρύνουν από το σημείο. Μετά το γεγονός αυτό άρχισαν να καταφθάνουν στο Τμήμα Διαχείρισης Μετανάστευσης της Δ/νσης Αλλοδαπών Θεσσαλονίκης πληροφορίες ότι ομάδα αγνώστων λαθροδιακινητών προβαίνει στην κατ' επανάληψη παράνομη προώθηση μεταναστών από την ευρύτερη περιοχή του Νομού Έβρου έως τα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, χρησιμοποιώντας προς τούτο επικαθήμενο φορτηγό, φέρον κοντέινερ χρώματος πορτοκαλί, πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώθηκαν, όταν σε περιπτώσεις ανεύρεσης συγκεντρωμένου μεγάλου αριθμού αλλοδαπών στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, πολλές μαρτυρίες αυτών ανέφεραν ότι κατά τη μεταφορά τους ευρίσκοντο εντός κοντέινερ χρώματος πορτοκαλί. Ακολούθως, τα αρμόδια τμήματα της άνω αστυνομικής Διεύθυνσης, συνδυάζοντας τις άνω πληροφορίες με την ανάλυση των δεδομένων των σταθμών διοδίων κατά μήκος της Εγνατίας οδού από Αλεξανδρουπόλεως μέχρι Θεσσαλονίκη, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα το εν λόγω φορτηγό είναι το φέρον πινακίδες κυκλοφορίας των αρχών Βουλγαρίας με αριθμό ... Μετά ταύτα, δόθηκε εντολή στους περιπολούντες κατά μήκος της Εγνατίας οδού αστυνομικούς του προαναφερθέντος Τμήματος Διαχείρισης Μετανάστευσης Θεσσαλονίκης, να είναι σε επαγρύπνηση, προκειμένου να εντοπισθεί το προαναφερόμενο όχημα. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, την 10-11-2017 οι αστυνομικοί Σ. Τ. (που εξετάσθηκε και ως μάρτυρας κατηγορίας στο ακροατήριο) και Κ. Ρ. ενεργούσαν, με πολιτική περιβολή, ελέγχους στο σταθμό διοδίων Ανάληψης της Εγνατίας οδού, οπότε, περί ώρα 9.15 αντιλήφθηκαν φορτηγό που έφερε τις προαναφερθείσες πινακίδες κυκλοφορίας και συγκέντρωνε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά, να διέρχεται από εκεί. Αποφασίσαντες να το ελέγξουν, το ακινητοποίησαν σε ασφαλές σημείο, χωρίς όμως να εντοπίσουν κάτι ύποπτο, στο μέτρο που τους επετρέπετο ο έλεγχος, δεδομένου ότι το επί του επικαθημένου κοντέινερ ήταν σφραγισμένο με σφραγίδα τελωνείου και οι αστυνομικοί δεν επετρέπετο να ελέγξουν, άνευ εμφανούς λόγου, το εσωτερικό του. Οδηγός του οχήματος αυτού ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος, ερωτηθείς από τους αστυνομικούς, απάντησε ότι μεταφέρει ανταλλακτικά για τρακτέρ από τη Βουλγαρία και προορισμός του είναι το λιμάνι Θεσσαλονίκης. Μετά το πέρας του ελέγχου ο κατηγορούμενος αφέθηκε να συνεχίσει την πορεία του, η κίνησή του όμως παρακολουθείτο εξ αρχής διακριτικά από τους αστυνομικούς, οι οποίοι παρατήρησαν ότι ο κατηγορούμενος, κινηθείς αρχικά επί της Εγνατίας οδού, ακολούθως εξήλθε αυτής, εισερχόμενος στην Εθνική οδό Θεσσαλονίκης - Αθηνών, από την οποία εξήλθε στην περιοχή Σίνδου και κατευθύνθηκε προς την εκεί Βιομηχανική περιοχή, όπου και στάθμευσε το όχημά του. Στο σημείο εκείνο επενέβησαν και πάλι οι αστυνομικοί, προκειμένου να ελέγξουν εκ νέου το όχημά του, αφού οι κινήσεις του κατηγορουμένου ήταν εμφανώς ύποπτες δεδομένου ότι η διαδρομή που ακολουθούσε ουδεμία σχέση είχε με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, που δήλωνε ως τελικό προορισμό του. Ακολούθησε νέα λεπτομερής έρευνα του οχήματος, κατά τη διάρκεια της οποίας από το κοντέινερ ακούστηκαν δυνατοί θόρυβοι, προφανώς προκληθέντες από ανθρώπους. Μετά από ενδελεχή έρευνα στο κοντέινερ οι αστυνομικοί εντόπισαν επιμελώς κρυμμένη είσοδο προς το εσωτερικό του και δη κρύπτη, η οποία και είχε δημιουργηθεί σε κεντρικό σημείο στη βάση του, από τη δεξιά πλευρά. Η εν λόγω κρύπτη καλύπτετο από μια ορθογώνια εργαλειοθήκη (100 επί 50 εκατοστών περίπου), η οποία μπορούσε, κινούμενη επάνω σε δύο αυτοσχέδιες ράγες, να μετακινείται δεξιά και αριστερά. Όταν η εργαλειοθήκη μετακινείτο αριστερά, αποκαλύπτετο η κρυφή είσοδος προς το εσωτερικό του κοντέινερ, ενώ όταν μετακινείτο προς τα δεξιά, αυτή αποκρύπτετο και πάλι. Παράλληλα, προκειμένου να απελευθερωθεί η εργαλειοθήκη, ώστε να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη κίνηση, έπρεπε με τη χρήση ειδικού εργαλείου, που ευρίσκετο εντός αυτής, να αφαιρεθούν δύο μπουλόνια. Με την αποκάλυψη της εισόδου του κοντέινερ, οι αστυνομικοί εισήλθαν εντός αυτού και διαπίστωσαν την ύπαρξη μεγάλου αριθμού παράτυπων μεταναστών, καθώς και ότι στο εσωτερικό του είχε τοποθετηθεί μονωτικό υλικό, προφανώς για ηχομόνωση. Τελικά εμετρήθησαν εντός του κοντέινερ ογδόντα εννέα (αλλοδαποί), ενήλικες και ανήλικοι, διαφόρων εθνικοτήτων, όπως τα στοιχεία ταυτότητός τους καταγράφονται στο διατακτικό, οι οποίοι εστερούντο άπαντες ταξιδιωτικών εγγράφων και, μετά ταύτα, του δικαιώματος εισόδου και παραμονής στη Χώρα μας. Οι προαναφερόμενοι, έχοντες συγκεντρωθεί στην Τουρκία, διεκπεραιώθηκαν λάθρα στην Ελλάδα τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της προαναφερόμενης ημέρας (10-11-2017) με την καθοδήγηση αγνώστων μελών του όλου κυκλώματος της λαθροδιακίνησής τους, στο οποίο έκαστος κατέβαλε, για τη μεταφορά του, το ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και παρέμειναν κρυπτόμενοι σε σημείο παρά την ελληνοτουρκική μεθόριο στην περιοχή Ορεστιάδος, σημείο στο οποίο, καθοδηγούμενος από τους αγνώστους οργανωτές της εν προκειμένω λαθροδιακίνησης, μετέβη οδηγών το προαναφερόμενο όχημα ο κατηγορούμενος, τους παρέλαβε και τους προώθησε στο εσωτερικό της Χώρας μέχρι του άνω σημείου. Το Δικαστήριο, περαιτέρω, πείθεται απολύτως, απορριπτομένων των δια της απολογίας του προβληθέντων περί αντιθέτου ισχυρισμών, ως εκτός της λογικής φοράς των πραγμάτων και προφανώς προσχηματικών, ότι ο κατηγορούμενος, αφ' ενός ανέλαβε την εν προκειμένω λαθροδιακίνηση έχοντας πλήρη των περί αυτή περιστάσεων, δηλονότι ότι επρόκειτο για παράνομη μεταφορά αλλοδαπών, στερουμένων του δικαιώματος εισόδου και παραμονής στη Χώρα και αφ' ετέρου ενήργησε από κερδοσκοπία, δηλαδή προκειμένου αποκομίσει παράνομο όφελος, λαμβάνοντας, από τους διοργανωτές της λαθροδιακίνησης και κατά τις ειδικότερες μεταξύ τους συμφωνίες, μέρος του ποσού που, ως ανωτέρω, κατέβαλε για τη μεταφορά του καθένας των διακινούμενων αλλοδαπών, μη υπολειπόμενο των διακοσίων (200) ευρώ. Υπό τις παραδοχές αυτές ο κατηγορούμενος τέλεσε το έγκλημα που του αποδίδεται, η καταδίκη του όμως θα χωρήσει χωρίς την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 30 παρ.1γ'του Ν. 4251/2014, που του αποδόθηκε με το κατηγορητήριο και με την εκκαλουμένη, επειδή κρίθηκε ότι από την πράξη του μπορούσε να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο........Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της παραλαβής και προωθήσεως στο εσωτερικό της Χώρας πολιτών τρίτων χωρών, μη εχόντων δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, τελεσθέντος από κοινού με τους αγνώστους, οργανωτές της λαθροδιακίνησης, δράστες, από κερδοσκοπία και κατά συρροή, κατά τα ειδικότερον στο διατακτικό οριζόμενα". Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για το ότι : '' Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, παρέλαβε, ως οδηγός μεταφορικού μέσου, από τα εσωτερικά σύνορα της Χώρας και προώθησε εντός του ελληνικού εδάφους υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στην ελληνική επικράτεια, ενεργώντας από κερδοσκοπία και κατά συρροή. Ειδικότερα, υπό την καθοδήγηση των αγνώστων δραστών, που είχαν οργανώσει την εν συνεχεία αναφερομένη λαθροδιακίνηση και οδηγών το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ όχημα, αποτελούμενο από τράκτορα και επικαθήμενο, Βουλγαρικών αρχών, φερόμενο της ιδιοκτησίας της εταιρείας ... μετέβη, την 10-11-2017, σε σημείο εντός της ελληνικής επικράτειας και παρά την ελληνοτουρκική μεθόριο, στην περιοχή της Ορεστιάδας, όπου παρέλαβε και επιβίβασε στο επί του επικαθημένου του οχήματός του κοντέινερ ογδόντα εννέα (89) υπηκόους τρίτων χωρών, ενήλικες και ανηλίκους, οι οποίοι είχαν εισέλθει παράνομα στην Ελλάδα τις πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της ιδίας ημέρας και δεν είχαν νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα, δηλαδή φέροντα τις σχετικές θεωρήσεις από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές και συγκεκριμένα τους: (ακολουθούν τα ονοματεπώνυμα με πατρώνυμα, τον τόπο και ημεροχρονολογία γέννησης 89 ατόμων). Τους αλλοδαπούς αυτούς μετέφερε μέχρι του συμφωνημένου προορισμού τους, στη Βιομηχανική περιοχή Σίνδου Θεσσαλονίκης, όπου όμως συνελήφθη από αστυνομικούς. Ενήργησε δε ο κατηγορούμενος εν γνώσει του ότι οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί εισήλθαν και παρέμειναν στη Χώρα παρανόμως, προς δε και εκ κερδοσκοπίας, αφού για την εν προκειμένω συμμετοχή του στη λαθροδιακίνηση θα ελάμβανε από τους διοργανωτές της λαθροδιακίνησης, και κατά τις ειδικότερες μεταξύ τους συμφωνίες, μέρος, μη υπολειπόμενο των διακοσίων (200) ευρώ, του ποσού των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ που κατέβαλε για την μεταφορά του καθένας των διακινούμενων αλλοδαπών". Ακολούθως, δεχόμενο την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ., τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για καθένα μεταφερόμενο από τους 89 αλλοδαπούς και συνολική ποινή καθείρξεως ενενήντα τριών (93) ετών, όρισε δε εκτιτέα ποινή για τον κατηγορούμενο τα 20 έτη. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η εν λόγω απόφαση περιέχει την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος για το οποίο το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 περ. β' του Ν. 4251/2014, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες γενικές διατάξεις του Π.Κ. Ειδικότερα, η προσβαλλομένη απόφαση παραθέτει όλα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα και το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του, κατά τα οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος την 10-11-2017, καθοδηγούμενος από αγνώστους οργανωτές λαθροδιακίνησης με το αναφερόμενο ΙΧΦ όχημα που οδηγούσε , βουλγαρικών αρχών, παρέλαβε από σημείο πλησίον της ελληνοτουρκικής μεθορίου και επιβίβασε στο επικαθήμενο κοντέινερ του εν λόγω οχήματος 89 υπηκόους τρίτων χωρών, ενήλικες και ανήλικους, οι οποίοι είχαν εισέλθει στο ελληνικό έδαφος παράνομα χωρίς ταξιδιωτικά έγγραφα και τους προώθησε εντός του ελληνικού εδάφους και δη τους μετέφερε στον συμφωνημένο προορισμό τους, εντός του εσωτερικού της Χώρας, στη Βιομηχανική περιοχή Σίνδου Θεσσαλονίκης, όπου συνελήφθη από αστυνομικούς. Επιπλέον, δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήδη αναιρεσείων τέλεσε την ανωτέρω πράξη του εν γνώσει του ότι οι μεταφερόμενοι στερούντο του δικαιώματος εισόδου και παραμονής στην Ελλάδα, αφού στερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων και έδρασε με κίνητρο την κερδοσκοπία, δεδομένου ότι αυτός με τους άγνωστους διοργανωτές της διακίνησης αυτής είχαν συμφωνήσει να λάβει χρηματικό ποσό όχι μικρότερο από 200 ευρώ για κάθε μεταφερόμενο με το όχημα που οδηγούσε άτομο από τα συνολικά 89 άτομα και επομένως, αποσκοπούσε να αποκομίσει παράνομο όφελος. Κατά τα παραπάνω, το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει και στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά σε ολοκληρωμένη μορφή η τέλεση του υπόψη εγκλήματος με τον αναφερόμενο υπαλλακτικό τρόπο της παράνομης προώθησης λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας. Εξάλλου, κατά τα ως άνω περιστατικά που διέλαβε στο σκεπτικό του, το Δικαστήριο με επαρκή αιτιολογία δέχθηκε την επιβαρυντική περίσταση ότι ο αναιρεσείων έδρασε ορμώμενος από κερδοσκοπία. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' του Κ.Π.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων αιτιάται ότι η πράξη στην οποία καταδικάστηκε τελέστηκε με την έννοια της απόπειρας και δεν ολοκληρώθηκε και ότι ελλείπει η αιτιολογία στο επιβαρυντικό στοιχείο της κερδοσκοπίας, είναι αβάσιμοι. Αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής κάθε τέτοιας περιστάσεως . Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του νέου ΠΚ, με στοιχ. δ' , ήτοι το ότι ο υπαίτιος......δ) επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Σε περίπτωση προβολής του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνωρίσεως της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μεταμέλειας, προϋπόθεση της δυνατότητας αξιολόγησης και σε περίπτωση ευδοκίμησης του, του ευνοϊκότερου για τον κατηγορούμενο αποτελέσματος, είναι η προβολή αυτού να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή εγγράφως και με προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσής του, άλλως το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού πολύ, περισσότερο δε να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Περαιτέρω, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ' ΠΚ, ήτοι για το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης, η μετά τη σύλληψη του υπαιτίου ομολογία της πράξης του, έστω και αν έγινε αυθόρμητα, ή η διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών δια μόνης της ομολογίας του (Α.Π.518/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπεράσπιση του κατηγορουμένου, αφού ζήτησε και έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε' Π.Κ. ( μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς), ''καθώς ο κατηγορούμενος αναλαμβάνει τις ευθύνες του, αλλά αυτές είναι συγκεκριμένες, είναι κρατούμενος 3,5 χρόνια, εργάζεται ανελλιπώς και δείχνει με τη μεταγενέστερη συμπεριφορά του ότι έχει μεταμεληθεί''. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο τον αυτοτελή ισχυρισμό της υπεράσπισης του κατηγορουμένου για την αναγνώριση αυτού του αυτοτελούς ισχυρισμού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' Π.Κ., ενώ με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα του ιδίου για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 δ' Π.Κ., καθώς στη δικάσιμο της 7-6-2021 είχε προβληθεί και αίτημα αναγνώρισης αυτού του ελαφρυντικού, το οποίο περιέλαβε σε σχετικό έγγραφο προβολής αυτοτελών ισχυρισμών, το οποίο καταχωρίστηκε στα πρακτικά, όπου διελάμβανε και τα εξής: ''Από την στιγμή που συνελήφθην έδειξα αμέσως πνεύμα συνεργασίας με τις διωκτικές αρχές. Βοήθησα στον εντοπισμό προσώπων που ήταν πραγματικοί υπαίτιοι στην συγκεκριμένη υπόθεση στην οποία αναμείχθηκα μόνο επειδή διετέλεσα τα καθήκοντα οδηγού προκειμένου να εξασφαλίσω ένα μεροκάματο. Αξίζει άλλωστε να σημειωθεί ότι πριν την σύλληψή μου ζούσα με την μητέρα μου η οποία φροντίζει ηλικιωμένες κυρίες και προσπαθούσα κι εγώ να τη βοηθώ με κάθε τρόπο για να συντηρούμε την οικία μας. Ο εγκλεισμός μου στις φυλακές έχει δημιουργήσει πολύ σοβαρά προβλήματα στην καθημερινή της διαβίωση.'' Το Δικαστήριο για την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περιέλαβε στο σκεπτικό του ότι ''πέραν της αοριστίας της προβολής του, τοιαύτη σε κάθε περίπτωση, περίσταση, εκ των προαναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων, ουδόλως προέκυψε, ιδία αν ληφθεί υπ' όψιν ότι, ενώ η απονομή της εν προκειμένω ελαφρυντικής περιστάσεως συνδέεται άνευ ετέρου με την παρά του κατηγορουμένου αποδοχή της πράξεώς του, για την τέλεση της οποίας δηλώνει την ειλικρινή μεταμέλειά του, αυτός όχι μόνο δεν αποδέχεται την προδήλως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, επιδειχθείσα εν προκειμένω αξιόποινη συμπεριφορά του, αλλά εμμένει και σε προσχηματικούς, αρνητικούς αυτής, ισχυρισμούς''. Θεωρείται ότι η εμφιλοχώρηση στα πρακτικά και στο ως άνω σκεπτικό της επόμενης και τελευταίας φράσης ''για την προέλευση και τον προορισμό της παρ' αυτού, σε μεγάλη ποσότητα, κατεχόμενης ναρκωτικής ουσίας'', συνέβη από παραδρομή κατά τη διαδικασία γραφής των πρακτικών και δεν περιλαμβάνεται στο ανωτέρω σκεπτικό απόρριψης. Το Δικαστήριο της ουσίας με το παραπάνω σκεπτικό του, αφού διαπίστωσε ότι ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται προεχόντως κατ' αόριστο τρόπο, υπόψη ότι αυτός δεν θεμελιώνεται από παράλληλη αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η έμπρακτη μεταμέλεια του καταδικασθέντος αναιρεσείοντα, στη συνέχεια έκρινε ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης ως βάσιμης, πράγματι καμία σχετική αναφορά δεν έγινε ως προς την κατεύθυνση των συγκεκριμένων ενεργειών του αναιρεσείοντα που θα βοηθούσαν στον εντοπισμό των πραγματικών υπαιτίων και διοργανωτών της προκείμενης λαθροδιακίνησης. Περαιτέρω, με το σκεπτικό του το Δικαστήριο αναφέρεται στη στάση του αναιρεσείοντα ως κατηγορουμένου, προκειμένου να καταδείξει ότι αυτός που δεν αποδέχεται ότι τέλεσε την ένδικη πράξη, προδήλως, δεν έχει επίγνωση των συνεπειών αυτής και επομένως, δεν δείχνει ότι μεταμελήθηκε, άρα δεν συντρέχουν τα στοιχεία της έμπρακτης και ειλικρινούς μεταμέλειας που απαιτεί η ως άνω διάταξη για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού. Μετά ταύτα, το Δικαστήριο με επαρκή αιτιολογία έκρινε ως αβάσιμο το εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό και ακολούθως, τον απέρριψε. Κατόπιν αυτών, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά ταύτα, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση δήλωση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2021 (με αρ.πρωτ.10958/6-12-21) δήλωση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 359/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσειόντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ .-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ