ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ - ΑΠΟ ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΕ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΕΙΣΟΔΟΥ - ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ - ΑΠ 1274-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :

-Δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν το Δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσης αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξης ως ιστορικού γεγονότος, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση, ότι ο ακριβέστερος αυτός προσδιορισμός δεν καθιστά την πράξη ουσιωδώς διάφορη από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η δίωξη (ΑΠ 1017/2020 ).

-Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που μετέβαλε  την κατηγορία από μεταφορά με πλωτό μέσο από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος σε διευκόλυνση εισόδου αυτών στο ελληνικό έδαφος, δεν είχε υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 343 ΚΠοινΔ για τον χαρακτηρισμό της πράξης στον οποίο προέβη κατά την διάσκεψή του, καθόσον η ταυτότητα της πράξης ως ιστορικό γεγονός δεν μεταβλήθηκε και συνακόλουθα δεν προέκυψαν νέες περιστάσεις όπως ορίζεται στην εν λόγω διάταξη, ούτε υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τους τελευταίους πέραν του ότι, η ως άνω μεταβολή της κατηγορίας είχε ως συνέπεια την ευνοϊκότερη μεταχείριση των κατηγορουμένων.

-Δεν δημιουργείται ακυρότητα,  σύμφωνα με το άρθρο 363 ΚΠοινΔ, όταν το Δικαστήριο λάβει υπόψη κατάθεση μάρτυρα που δόθηκε στην προδικασία και αναγνώστηκε στο ακροατήριο, αν συναινεί ο κατηγορούμενος ή αν κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, μη ανεύρεσής του λόγω αδυναμίας εντοπισμού της διεύθυνσης κατοικίας του ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος.

Απόφαση 1274 / 2022   (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1274/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη - Εισηγήτρια, Σοφία Οικονόμου και Κωστούλα Πρίγγουρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. H. H. A. του M. και 2. H. M. του H., αμφότεροι κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καμπαγιάννη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 264/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 29.10.2020 αιτήσεις τους και τους από 3.2.2021 πρόσθετους λόγους αυτών, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1174/2020.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 29/10/2020 αιτήσεις αναίρεσης των α)H. H. του A. M. και της F. και β)H. M. του H. και της A., κατοίκων ... οι οποίες ασκήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Πατζανακίδη, δικηγόρο Ξάνθης, ο οποίος είχε παραστεί στη συζήτηση, με δηλώσεις του στη Γραμματέα του Εφετείου Θράκης, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 264/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο κατ' άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ. α του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο στις 9/10/2020 και με την οποία οι ως άνω αιτούντες κηρύχθηκαν ένοχοι διευκόλυνσης εισόδου στο ελληνικό έδαφος πολιτών τρίτων χωρών κατά συρροή με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ και καταδικάστηκαν σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών ο καθένας , η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ 89, 466 παρ.2 ,473 παρ.1,2,3, 474 παρ. 1,2,4 ΚΠοινΔ).Πρέπει επομένως να ερευνηθούν περαιτέρω κατ'ουσία συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας. Με τις αιτήσεις αυτές αναίρεσης πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συναφείας και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι των αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 3/2/2021 (άρθρ. 509 ΚΠοινΔ).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 30 Ν 4251/2014, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 Ν.4637/2019 (ΦΕΚ Α 180/18.11.2019), τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολίτες τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους παραλαμβάνουν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας ή στο έδαφος κράτους - μέλους της Ε.Ε. ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι θεσμοθετείται αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, τελούμενο με οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους τρόπους από τα πρόσωπα τα οποία αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή την προώθησή τους, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τούτων ως λαθρομεταναστών και για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δε υποκειμενικά δόλος, είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος, ενώ συνιστά επιβαρυντική περίσταση όταν ο δράστης ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ` επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή αν δύο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού (ΑΠ 1033/21, ΑΠ 333/2020). Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.5 του άρθρου 29 του ως άνω νόμου όποιος διευκολύνει την είσοδο στο ελληνικό έδαφος ή την έξοδο από αυτό πολίτη τρίτης χώρας, χωρίς να υποβληθεί στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας ή κατ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή το έγκλημα τελείται από δύο (2) ή περισσότερους από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Από τη σαφή δε διατύπωση της συγκεκριμένης αυτής διάταξης προκύπτει, ότι ως διευκόλυνση εισόδου στο ελληνικό έδαφος, ή εξόδου από αυτό αλλοδαπών προσώπων, η οποία καθιερώνεται ως αυτοτελές έγκλημα, νοείται η παρεχόμενη στα πρόσωπα αυτά, που δεν έχουν το προς τούτο δικαίωμα, βοήθεια προς διέλευσή τους χωρίς έλεγχο από την οριοθετική γραμμή των συνόρων της Ελλάδος με ξένο κράτος, καθώς και η διευκόλυνση με οποιονδήποτε άλλο τρόπο της περαιτέρω, χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις προώθησής τους στο Ελληνικό έδαφος, χωρίς να υποβληθούν στον προβλεπόμενο από την ίδια διάταξη έλεγχο. (ΑΠ 915/20).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 171 §1 εδ. β` και δ` του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας η οποία δημιουργεί λόγο αναίρεσης της απόφασης κατά το άρθρο 510§1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η μεταβολή κατηγορίας, γιατί παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα, την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την ευρωπαϊκή σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.). Τέτοια μεταβολή υπάρχει, όταν η πράξη, για την οποία επήλθε η καταδίκη του κατηγορουμένου, είναι ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, κατά χρόνο, τόπο και λοιπές περιστάσεις, ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα. Αντίθετα, δεν υπάρχει ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν το Δικαστήριο της ουσίας με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, αποσαφηνίζει και συμπληρώνει εκείνα που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο διώχθηκε και έχει εισαχθεί σε δίκη ο κατηγορούμενος ή καθορίζει ακριβέστερα τον τρόπο τέλεσης αυτού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητα της πράξης ως ιστορικού γεγονότος, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση, ότι ο ακριβέστερος αυτός προσδιορισμός δεν καθιστά την πράξη ουσιωδώς διάφορη από εκείνη για την οποία ασκήθηκε η δίωξη (ΑΠ 1017/2020 ).Σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 343 του ΚΠοινΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 135 του Ν.4855/2021, αν από την αποδεικτική διαδικασία προκύψουν νέες περιστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να συνδεθούν με επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, το δικαστήριο, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον κατηγορούμενο, παρέχει σε αυτόν τον κατά την κρίση του αναγκαίο χρόνο προετοιμασίας. Η πιθανολογούμενη μεταβολή της κατηγορίας ουδέποτε συνιστά λόγο αναβολής της δίκης.

Επίσης η ανάγνωση στο ακροατήριο ένορκων καταθέσεων απολειπόμενων μαρτύρων, οι οποίες δόθηκαν στην προδικασία, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ` ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α` ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο από το άρθρο 6 παρ. 3 στοιχ. δ` της ΕΣΔΑ και το άρθρο 14 παρ. 3 στοιχ. ε` του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, και συνακόλουθα η υποχρέωση τήρησης της δικαιότητας της διαδικασίας καθώς και η υποχρέωση τήρησης της αρχής της προφορικότητας. Δεν δημιουργείται όμως ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 363 ΚΠοινΔ, όταν το Δικαστήριο λάβει υπόψη κατάθεση μάρτυρα που δόθηκε στην προδικασία και αναγνώστηκε στο ακροατήριο, αν συναινεί ο κατηγορούμενος ή αν κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, μη ανεύρεσής του λόγω αδυναμίας εντοπισμού της διεύθυνσης κατοικίας του ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 30/2021, ΑΠ 1121/2020). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ' άρθρ. 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρ. 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ, όταν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 132/2020). Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 1/2020). Από την παραδεκτή επισκόπηση της απόφασης της πρωτοβάθμιας δίκης, ήτοι της υπ'αριθμ. 88/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν με αυτή ένοχοι παράβασης του άρθρου 30 παρ.1 περ. α Ν.4251/2014 και ειδικότερα κατά πιστή μεταφορά του ότι: "Α. Περί ώρα 16.50 στις 22-07-2019 στην αγροτική περιοχή ... ως κυβερνήτες πλαστικής λέμβου μετέφεραν από το εξωτερικό από την τουρκική όχθη του ποταμού Έβρου στην ελληνική, δύο (2) αλλοδαπούς υπηκόους τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, στερούμενοι νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός το οποίο γνώριζαν. Κατόπιν, αφού τους αποβίβασαν κινήθηκαν εκ νέου προς την Τουρκία ώστε να παραλάβουν και άλλα ογδόντα (80) άτομα που τους ανέμεναν εκεί, πλην όμως τους συνέλαβαν οι ελληνικές αρχές, οι οποίες παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους με τη χρήση θερμικών καμερών. Τα στοιχεία των αλλοδαπών που μετέφεραν είναι τα εξής: (επ) K. (ον) R. του A. και της N., υπήκοος … γεννηθείς στις 08-01-1996 στο …., κάτοικος ομοίως, άρρεν, κάτοχος του με αρ., ... διαβατηρίου Μαροκινών αρχών, εκδοθέντος την 29-05-2019 με ημερομηνία λήξης την 29-05-2024 (επ) H. (ον) Y. του A. M. και της F., υπήκοος …, γεννηθείς στις 21-07-1988 στο …., κάτοχος του με αρ. ... διαβατηρίου Μαροκινών αρχών εκδοθέντος την 03-05-2019 με ημερομηνία λήξης την 03-05-2024".

Ακολούθως από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού και μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ'είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, πρακτικά και απόφαση πρωτοβάθμιας δίκης, έγγραφα, φωτογραφίες, απολογίες κατηγορουμένων), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "οι δύο κατηγορούμενοι περί ώρα 16.50 στις 22-07-2019 είχαν επιβιβασθεί σε πλαστική λέμβο προκειμένου, χωρίς να τηρήσουν τις νόμιμες διατυπώσεις εισόδου στην ελληνική επικράτεια, να περαιωθούν από την από την τουρκική όχθη του ποταμού Έβρου στην ελληνική. Στο ίδιο παρόχθιο σημείο της τουρκικής όχθης του ποταμού Έβρου βρισκόταν και οι αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών, ήτοι οι: 1) (επ) Κ. (ον) R. του Α. και της Ν., υπήκοος …. γεννηθείς στις 08-01-1996 στο …. και 2) (επ) H. (ον) Y. του A. M. και της F., υπήκοος …., οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, στερούμενοι νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Οι κατηγορούμενοι αν και γνώριζαν ότι οι ως άνω αλλοδαποί, εκ των οποίων μάλιστα ο δεύτερος τυγχάνει αδερφός του πρώτου κατηγορουμένου, ήθελαν να εισέλθουν παράνομα στο ελληνικό έδαφος, χωρίς να τηρήσουν τις διατυπώσεις διέλευσης από νόμιμο σημείο εισόδου με την επίδειξη ταξιδιωτικών εγγράφων, δέχθηκαν να επιβιβασθούν και αυτοί στην πλαστική λέμβο, ώστε αποφεύγοντας τον συνοριακό έλεγχο να αυτοπεραιωθούν στο ελληνικό έδαφος. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, της τυποποιούμενης στην παρ.5 του άρθρου 29 ν. 4251/2014 διευκόλυνσης εισόδου στο ελληνικό έδαφος που τέλεσαν κατά συρροή".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τους κατηγορούμενους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους κατ'επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας διευκόλυνσης εισόδου στο ελληνικό έδαφος πολιτών τρίτων χωρών κατά συρροή και αφού τους αναγνώρισε το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία με το ακόλουθο διατακτικό: "Περί ώρα 16.50 στις 22-07-2019 στην αγροτική περιοχή ... διευκόλυναν την είσοδο στο ελληνικό έδαφος πολιτών τρίτων χωρών, χωρίς να υποβληθούν στον έλεγχο που προβλέπεται στο άρθρο 5 ν. 4251/2014 και συγκεκριμένα δέχθηκαν να επιβιβασθούν στην πλαστική λέμβο που οι ίδιοι επέβαιναν προκειμένου να περαιωθούν από την τουρκική όχθη του ποταμού Έβρου στην ελληνική και άλλοι δύο (2) αλλοδαποί υπήκοοι τρίτων χωρών, ήτοι οι 1) επ) Κ. A. (ον) R. T. Α. και της Ν., υπήκοος …. γεννηθείς στις 08-01-1996 στο …., κάτοικος ομοίως, άρρεν, κάτοχος του με αρ., ... διαβατηρίου Μαροκινών αρχών, εκδοθέντος την 29-05-2019 με ημερομηνία λήξης την 29-05-2024 και 2) (επ) H. (ον) Y. του A. M. και της F., υπήκοος …., γεννηθείς στις 21-07-1988 στο …., κάτοχος του με αρ. ... διαβατηρίου Μαροκινών αρχών εκδοθέντος την 03-05-2019 με ημερομηνία λήξης την 03-05-2024, οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, στερούμενοι νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων, γεγονός το οποίο γνώριζαν." Ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α ΚΠοινΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 171§1 στοιχ. Β` του ίδιου Κώδικα με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενοι ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω της ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας από μεταφορά με πλωτό μέσο από το εξωτερικό στην Ελλάδα πολιτών τρίτων χωρών χωρίς δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος σε διευκόλυνση εισόδου αυτών στο ελληνικό έδαφος, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση αυτών, ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και αποσαφηνίστηκαν ακριβέστερα κατά την ακροαματική διαδικασία καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για παράβαση του άρθρου 29 παρ.5 του Ν. 4251/2014, ήτοι για αδίκημα που στοιχειοθετείται από τα ίδια ως προς τα ουσιώδη στοιχεία πραγματικά περιστατικά με την παράβαση του άρθρου 30 παρ.1α του ιδίου νόμου για την οποία πρωτόδικα είχαν καταδικαστεί, ήτοι είσοδος αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος με την μεταφορά αυτών σε σημείο όπου δεν υπήρχε συνοριακός έλεγχος, εν γνώσει των κατηγορουμένων ότι στερούντο ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου. Σημειώνεται δε ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 343 ΚΠοινΔ για τον χαρακτηρισμό της πράξης στον οποίο προέβη κατά την διάσκεψή του, καθόσον η ταυτότητα της πράξης ως ιστορικό γεγονός δεν μεταβλήθηκε και συνακόλουθα δεν προέκυψαν νέες περιστάσεις όπως ορίζεται στην εν λόγω διάταξη, ούτε υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τους τελευταίους πέραν του ότι, η ως άνω μεταβολή της κατηγορίας είχε ως συνέπεια την ευνοϊκότερη μεταχείριση των κατηγορουμένων.

Περαιτέρω, με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27,94 παρ.1 ΠΚ, 5, 29 παρ.5 του Ν.4251/2014, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού και διατακτικού συνάγεται, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, πρακτικά και απόφαση πρωτοβάθμιας δίκης και απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της , και περιγράφεται επαρκώς ο τρόπος δράσης κατά την τέλεση της ως άνω αξιόποινης πράξης ως και οι συνθήκες τέλεσης αυτής με την παράθεση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν τις παραδοχές της απόφασης. Οι αιτιολογίες της απόφασης αναφέρονται εκτενώς σε όλα τα συγκροτούντα την υπόσταση του επιδίκου εγκλήματος στοιχεία. Ειδικότερα με τις σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι αναιρεσείοντες με το να αποδεχτούν να επιβιβαστούν στην ίδια με αυτούς λέμβο οι δύο στερούμενοι ταξιδιωτικών εγγράφων αλλοδαποί υπήκοοι … K. R. και H. Y. και με την αποβίβαση αυτών στην αναφερόμενη στην απόφαση αγροτική περιοχή όπου δεν υπήρχε σημείο ελέγχου, προσδιορίζεται με επάρκεια και πληρότητα ο τρόπος με τον οποίο οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες διευκόλυναν στην αδρανοποίηση των ελεγκτικών συνοριακών μηχανισμών της Ελλάδος με συνέπεια να επιτευχθεί η αβίαστη διέλευση των συνόρων από τους μη έχοντας προς τούτο δικαίωμα δύο αλλοδαπούς και η παράνομη είσοδος αυτών στη χώρα, παρακάμπτοντας τον προβλεπόμενο νόμιμο έλεγχο. Τέλος θεμελιώνεται με σαφήνεια και επάρκεια, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι οι υπαίτιοι της διευκόλυνσης κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες τελούσαν σε γνώση του παρανόμου της εισόδου των ως άνω δύο αλλοδαπών ήτοι του ότι αυτοί στερούντο νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Σημειώνεται ότι για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της διευκόλυνσης για το οποίο καταδικάστηκαν οι ήδη αναιρεσείοντες δεν απαιτείται οι κατηγορούμενοι να έχουν την ιδιότητα κυρίου, κατόχου, κυβερνήτη της λέμβου αφού η διευκόλυνση της παράνομης εισόδου μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να συντελεστεί.

Κατ` ακολουθία τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος και τρίτος λόγοι των υπό κρίση αιτήσεων αναίρεσης με τους οποίους προβάλλονται οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Ε`, του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Εξάλλου, για την κατάφαση της ενοχής των αναιρεσειόντων, δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο μόνο η κατάθεση στην προδικασία του μάρτυρα αστυνομικού. Αντίθετα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και συναξιολογήθηκαν όλα τα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, δεν ήταν δε απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση αυτών ή ο προσδιορισμός ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής του (δικαστηρίου) κρίσης. Επομένως, ο πρώτος (με αριθ. 4 στα δικόγραφα προσθέτων λόγων) πρόσθετος λόγος περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας λόγω έλλειψης αξιολογικής συσχέτισης και στάθμισης όλων των αποδεικτικών μέσων κρίνεται αβάσιμος. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης (με αρ.5 στα δικόγραφα προσθέτων λόγων) οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να έχει την ρητή συναίνεση των ιδίων ή του συνηγόρου αυτών, έλαβε υπόψη του την ληφθείσα στην προδικασία ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Α. Π., ο οποίος δεν είχε παραστεί κατά την διαδικασία τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ελέγχεται αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώστηκε το υπ' αριθμ. πρωτ. 6012/12/571-β/1-9-2020 έγγραφο του Γραφείου Συνοριακής Φύλαξης του Α.Τ. Τυχερού, σύμφωνα με το οποίο ο μάρτυρας κατηγορίας Α. Π. ήταν ασθενής και αδυνατούσε να παραστεί στο Δικαστήριο, ακολούθως δε μετά από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ρωτήθηκαν και δεν αντέλεξαν ο συνήγορος των κατηγορουμένων και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες στην ανάγνωση της ληφθείσας στην προδικασία ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα αστυνομικού Α. Π. , ο οποίος απουσίαζε και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, αναγνώστηκε η εν λόγω κατάθεση αυτού, επί της οποίας ο συνήγορος των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων προέβη και σε σχολιασμό κατ'άρθρο 358 ΚΠοινΔ. Τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των ως άνω αναιρεσειόντων και σχετικές με την κατηγορία, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών των αναιρεσειόντων, που, κατά την άποψή τους, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής τους και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτών ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης ως και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 578 παρ.1 ΚΠοινΔ) όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 29/10/2020 αιτήσεις αναίρεσης ως και τους από 3/2/2021 προσθέτους λόγους αναίρεσης των α) H. H. του A. M. και της F. και β) H. M. του H. και της A., κατοίκων ... κατά της υπ'αριθμ. 264/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα που ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Οκτωβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login