ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΜΕΤΑΦΟΡΑ-ΚΑΤΟΧΗ-ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗ- ΑΝΩ ΤΩΝ 75.000- ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΞΙΚΟΜΑΝΙΑΣ-ΑΠΟΡΡΙΨΗ - ΑΠ 1121-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Διακίνηση (εισαγωγή στην χώρα, μεταφορά, κατοχή, αποθήκευση) ναρκωτικών (κοκαΐνης) από κοινού, κατ' επάγγελμα, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ.

-Το γεγονός ότι για το έγκλημα αυτό, ο δράστης του οποίου αποβλέπει σε οικονομικό όφελος άνω των 75.000 ευρώ, προβλέπεται σωρευτικά και χρηματική ποινή δεν αποκλείει την εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή, της  ευνοϊκής ρύθμισης του άρθρου 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ. ,σύμφωνα με την οποία: «Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών», αφού η λέξη «μόνο» αναφέρεται, κατά τα προεκτεθέντα, στη στερητική της ελευθερίας ποινή (ΑΠ 1103/2022, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 299/2020).

-Απόρριψη ισχυρισμού περί τοξικομανίας.

Οι θετικές στο σημείο αυτό γνωμοδοτήσεις του ψυχιάτρου  ……. που περιέχονται στις σχετικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης αυτών που αφορούν τους   κατηγορουμένους και διατάχθηκαν με την σχετική διάταξη του  … Ανακριτή  …. δεν οδηγούν σε αντίθετη κρίση, διότι αυτές βασίστηκαν αποκλειστικά και μόνο στις απαντήσεις των ίδιων οι οποίες λήφθηκαν υπόψη για την ύπαρξη των κριτηρίων που απαιτεί ο νόμος για τον χαρακτηρισμό κάποιου ατόμου ως εξαρτημένου και δεν προηγήθηκε αυτών εργαστηριακός έλεγχος, δηλαδή τοξικολογική ανάλυση σωματικών υγρών εντός του προβλεπόμενου χρόνου, ούτε εισήχθησαν σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα για κλινικό έλεγχο.

 

Αριθμός 1121/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ Ποινικό Τμήμα

 

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου, Κωστούλα Πρίγγουρη και Σταυρούλα Κουσουλού - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου  ……., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Αγίου Στεφάνου Πάτρας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Δημήτριο Αγγελάκο και Κωνσταντίνο Φιλάνδρα, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 693/2021 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 6389/19.7.2022 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 764/2022.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: 1) να κηρυχθεί εν μέρει απαράδεκτη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης για τους κριθέντες απαράδεκτους λόγους και εν μέρει τυπικά δεκτή για τους κριθέντες ως παραδεκτούς λόγους, 2) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του εκ του άρ. 510 παρ. 1 Ε'ΚΠΔ λόγου αναίρεσης ως προς το σκέλος της επιμέτρησης της ποινής για την πράξη της διακίνησης (εισαγωγή στην χώρα, μεταφορά, κατοχή, αποθήκευση) ναρκωτικών (κοκαΐνης) από κοινού, κατ' επάγγελμα, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ, 3) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα περί ποινής συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να γίνει νέα επιμέτρηση της ποινής για την ανωτέρω πράξη και βεβαίως εφόσον προκύψει ζήτημα, να καθοριστεί συνολική ποινή, 4) να επεκταθεί το ανωτέρω αποτέλεσμα όσον αφορά την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη της διακίνησης (εισαγωγή στην χώρα, μεταφορά, κατοχή, αποθήκευση) ναρκωτικών (κοκαΐνης) από κοινού, κατ' επάγγελμα, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, με προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 ευρώ και ως προς τους μη ασκήσαντες αίτηση αναίρεσης συναυτουργούς, συγκατηγορούμενος, συγκαταδικασθέντες στην δευτεροβάθμια δίκη ωφελούμενους και συγκεκριμένα στους  … και  …… και 5) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη με αρ. πρωτ. 6389/ 19-7-2022 αίτηση του  ……, υπηκόου Γουϊάνας και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Αγ. Στεφάνου Πάτρας, για αναίρεση της υπ’αρ. 1525/2020, 366/2021,693/2021 τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου  Κακ/των Αθηνών, ασκήθηκε με δήλωση του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου του Κων/νου ΦΙΛΑΝΔΡΑ που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19-7-2022, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας  των είκοσι ημερών από την καταχώρηση [30/6/2022] της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο (άρ.  464, 466 παρ.1α΄, 473 παρ.2, 3α΄, 474 παρ. 2 Α, 4,  504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ.α΄ του  ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών λόγων της.

Ι. Κατά τις μεταβατικές διατάξεις του άρ. 590 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ  «Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ΚΠΔ, οι δε πράξεις που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους......», και του άρ. 589 παρ. 3 του ίδιου ΚΠΔ, «Αποφάσεις που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα». Από τις άνω διατάξεις σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρ. 2 του ΠΚ συνάγεται η γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου κατά την οποία οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές και μέχρι την αμετάκλητη εκδίκασή τους. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίον επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και συνεπώς, οι διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου, διατηρούν το κύρος τους και είναι ισχυρές, ενώ ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης που συντελείται μετά τη θέσπισή του, καθώς επίσης το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας. Επομένως, η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Έτσι ευχερώς συνάγεται ότι το παραδεκτό του ενδίκου μέσου, δηλαδή, η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησής του κρίνεται με βάση το νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης αυτού, ενώ οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης (ΟλΑ.Π 1/2020 , ΟλΑΠ1/2014,ΑΠ 882/2020, ΑΠ741/2020,ΑΠ 568/2020, ΑΠ 1728/ 2019).  

ΙΙ. Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του  ΚΠΔ ως λόγος για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί - πλην των λοιπών - να προταθεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171 ΚΠΔ). Σύμφωνα δε με την  παρ. 1 εδ. δ΄ του άρ. 171 ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ. Κατά δε το άρθρο 173  παρ. 2 του προϊσχύσαντος  ΚΠΔ (ήδη άρ. 174 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ), από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171, όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας, μπορούν να προτείνονται έως ότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. Εξάλλου, κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1 του προϊσχ. ΚΠΔ (ήδη 175 παρ. 1 του νέου ΚΠΔ) ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του προϊσχ. ΚΠΔ (ήδη άρ. 176 παρ. 1 εδ. α΄ του νέου ΚΠΔ), αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, δηλ. αν η παραπομπή στο ακροατήριο έγινε (όπως στην ένδικη  υπόθεση) με απευθείας κλήση και δεν χωρεί κατ’ άρ. 322 επ. ΚΠΔ προσφυγή, μπορεί να προταθεί μέχρι την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως (Ολ. ΑΠ 1/2008, ΑΠ 431 /2019, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 196/2017). Επισημαίνεται,πάντως, ότι ο αναιρετικός λόγος περί αστυνομικής παγίδευσης (κατά την προδικασία)  κρίνεται τυπικά παραδεκτός, έστω και αν απορρίπτεται κατ’ ουσίαν (ΑΠ 1354/2018, ΑΠ 2221/2018, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 1337/2016, ΑΠ 205/2015, ΑΠ 1122/2014, ΑΠ 754/2014, ΑΠ 819/2013).

ΙΙΙ. Προβοκάτορας «agent provocateur», κατά την έννοια του άρθρου 46 παρ. 2 του προϊσχ. Π.Κ (όμοιο το ταυτάριθμο άρθρο του νέου ΠΚ) είναι εκείνος, που με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει έγκλημα, με το μοναδικό σκοπό να τον καταλάβει ενώ αποπειράται την τέλεση αυτού ή ενώ επιχειρεί αξιόποινη προπαρασκευαστική του πράξη και με την θέληση να τον ανακόψει από την αποπεράτωση του και τιμωρείται με την ποινή αυτουργού μειωμένη στο μισό. Η ύπαρξη προβοκάτορος «agent provocateur» δεν επηρεάζει κατ’ αρχήν την ευθύνη του αυτουργού. Είναι όμως δυνατό,υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, να κριθεί ότι ο αυτουργός χωρίς την παραπλανητική συμπεριφορά των αστυνομικών,πέραν δηλ. των ορίων της «αστυνομικής διείσδυσης»,δεν θα τελούσε την πράξη, οπότε πρόκειται περί «υφαρπαγής της ενοχής», που παραβιάζει την αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 2221/2018, ΑΠ 1337/2016, ΑΠ 205/2015).

 Σύμφωνα με το άρ. 28 ν. 4139/2013 περί εξαρτησιογόνων ουσιών, «Παρ. 1. Δεν είναι άδικη η πράξη αστυνομικού………., ο οποίος με εντολή  του αρμόδιου για τη δίωξη ναρκωτικών προϊσταμένου του και με σκοπό την ανακάλυψη ή σύλληψη προσώπου που διαπράττει έγκλημα από τα αναφερόμενα στα άρθρα 20,22 και 23, αφού τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 253Α΄ παρ. 3 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δρα ως αγοραστής ή μεσολαβητής ή μεταφορέας ή φύλακας ναρκωτικών ουσιών ή με άλλους τρόπους που δεν δημιουργούν ούτε επιτείνουν κινδύνους για τρίτα πρόσωπα. Το ίδιο ισχύει και για τον ιδιώτη που με αυτόν το σκοπό τελεί ανάλογες ενέργειες ύστερα από πρόταση των αρμόδιων, για τη δίωξη ναρκωτικών, υπηρεσιών. Παρ. 2. Τα ανωτέρω ελεγκτικά όργανα ή ο ιδιώτης μπορούν να ενεργούν τις πράξεις της παραγράφου 1 και να συναλλάσσονται με συγκαλυμμένα στοιχεία ταυτότητας, φορολογικά ή άλλα στοιχεία, καθώς και να διεξάγουν συναλλαγές επιβαλλόμενες αποκλειστικά από τις ανάγκες της συγκαλυμμένης δράσης». Συνεπώς, το ανακριτικό όργανο, χωρίς το ως άνω άρ. 28 ν. 4139/2013 που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης, θα ήταν υπαίτιο ηθικής αυτουργίας,κατ’ άρ. 46 παρ. 2 ή 1 του ΠΚ, ενώ κατά την  παρ. 2 εδ. α' του ιδίου ως άνω άρθρου προβλέπεται η δράση του με διαφορετικά από τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας και ιδιότητας, ώστε να διευκολύνεται η αποστολή του και παράλληλα να προστατεύεται η ιδιωτική του ζωή. Εξάλλου,  σύμφωνα με το άρ. 253Α του προϊσχ. ΚΠΔ, όπως ίσχυε τούτο κατά τον χρόνο εφαρμογής του στην ένδικη  υπόθεση (Απρίλιος και Ιούλιος 2015) : «Παρ.1. Ειδικά για τις αξιόποινες πράξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 187, του Ποινικού Κώδικα, η έρευνα μπορεί να συμπεριλάβει και τη διενέργεια : α) ανακριτικής διείσδυσης, με την τήρηση των εγγυήσεων και τις διαδικασίες των επόμενων παραγράφων και όπως κατά τα λοιπά η διείσδυση προβλέπεται στο άρθρο 28 του Ν. 4139/2013 (Α' 74), όπως ισχύει, και στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 2713/1999 (Α' 89), όπως ισχύει, εφόσον η ανακριτική διείσδυση περιορίζεται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση εγκλημάτων, την τέλεση των οποίων τα μέλη της οργάνωσης είχαν προαποφασίσει, β)…, γ)…, δ)…, ε)….». Παρ.2. «Οι ανακριτικές πράξεις της προηγούμενης παραγράφου διεξάγονται μόνο : α) αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι έχει τελεσθεί αξιόποινη πράξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 187 του Ποινικού Κώδικα, β) αν η εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης ή ….. είναι διαφορετικά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής». Παρ.3. «Για τη διενέργεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 ανακριτικών πράξεων, καθώς και για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμά του το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μετά από πρόταση του Εισαγγελέα. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις την έρευνα μπορεί να διατάξει ο Εισαγγελέας ή ο Ανακριτής. Στην περίπτωση αυτή ο Εισαγγελέας ή ο Ανακριτής είναι υποχρεωμένοι να εισάγουν το ζήτημα στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μέσα σε προθεσμία τριών ημερών. Διαφορετικά η ισχύς της σχετικής διάταξης παύει αυτοδικαίως με τη λήξη της τριήμερης προθεσμίας». Παρ.4. «Κάθε στοιχείο ή γνώση που αποκτήθηκε κατά τη διενέργεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 ανακριτικών πράξεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για λόγους που όρισε το δικαστικό συμβούλιο……». Παρ. 5. «Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και κατά τη διενέργεια των αντίστοιχων ερευνών που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους των οποίων οι ρυθμίσεις εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος». Η νεότερη πρόβλεψη του μεταγενέστερου -και μη εφαρμοζόμενου εν προκειμένω-  άρθρου 254 παρ. 1 εδ. β΄ εδάφια τελευταία του ισχύοντος από 1/7/2019 νέου ΚΠΔ ορίζει ότι « Η διενέργεια της ανακριτικής διείσδυσης γίνεται υπό την εποπτεία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, για δε τις ενέργειες του συγκαλυμμένα δρώντος ανακριτικού υπαλλήλου ή του ιδιώτη συντάσσεται αναλυτική έκθεση κατά τα άρθρα 148 έως 153. Αποδεικτικά στοιχεία που αποκτήθηκαν με ενέργειες του συγκαλυμμένα δρώντος ανακριτικού υπαλλήλου ή του ιδιώτη, οι οποίες δεν μνημονεύονται αναλυτικά στην έκθεση, δεν λαμβάνονται υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου», δεν ισχύει αναδρομικά, κατά τα προεκτεθέντα. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων «ανακριτική διείσδυση» είναι η κεκαλυμμένη δράση ανακριτικών και αστυνομικών οργάνων που εμφανίζονται ως πολίτες και δρουν ως «agents provocateurs», δηλ. ως ηθικοί αυτουργοί ή συμμέτοχοι τέλεσης εγκληματικών πράξεων, αιρουμένου του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων αυτών, εφόσον γίνονται με εντολή του προϊσταμένου τους. Οι πράξεις όμως των αστυνομικών υπαλλήλων, οι οποίοι  ενεργούν ως «agents provocateurs», για ανακάλυψη ή σύλληψη προσώπου,που διαπράττει εγκλήματα από τα αναφερόμενα στα άρθρα 20, 22 και 23 του ΚΝΝ (ν. 4139/2013), πρέπει να μην υπερβαίνουν τα όριά της ανωτέρω επιτρεπόμενης κεκαλυμμένης δράσεώς τους. Συνεπώς, πρέπει τα διωκτικά όργανα που διεισδύουν, να περιορίζονται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση κακουργηματικών παραβάσεων του Ν. περί ναρκωτικών, την τέλεση των οποίων ο δράστης είχε προαποφασίσει και θα τελούσε προς τρίτους και χωρίς την αστυνομική διείσδυση, δηλ. να μην είναι εκείνοι, οι οποίοι αποκλειστικά παρότρυναν τον κατηγορούμενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, διότι τότε πρόκειται για υφαρπαγή ενοχής. Διαφορετικά, επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης,και ειδικότερα της τήρησης μιας δίκαιης διαδικασίας, που απαιτεί το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Σε περίπτωση που οι ανακριτικές πράξεις, μεταξύ των οποίων και η ανακριτική διείσδυση, δεν έγιναν με τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στον ανωτέρω νόμο, καθίστανται άκυρες και έτσι τα εξ αυτών συλλεχθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του δικαστηρίου, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (ΑΠ 2221/2022, ΑΠ 1354/2018, ΑΠ 726/2017, ΑΠ  1337/16, ΑΠ 205/2015, ΑΠ 754/2014, ΑΠ  1122/2014, ΑΠ 537/2011). Βεβαίως, εφόσον οι συγκεκαλυμμένα δρώντες ενήργησαν κατά το μέτρο και τις προϋποθέσεις του άρ. 28 του ν. 4139/2013 και του άρ. 253Α του πρ. ΚΠΔ, η πράξη τους δεν είναι τελικά άδικη και  δεν ανακύπτει πρόβλημα όσον αφορά την αξιοποίηση της καταθέσεώς τους κατά την ποινική δίκη, μη τιθέμενου ζητήματος εφαρμογής του άρ. 211 ΚΠΔ (ΑΠ 100/2007). Ειδικότερα, ο διεισδύων κατ’ αρχήν πρέπει να αρκείται,κατά το μάλλον ή ήττον, σε παθητικό ρόλο, υπό την έννοια όμως όχι της απαγόρευσης κάθε ενεργητικού χαρακτήρα δράσης, αλλά του περιορισμού της, ώστε η ενεργητική του συμπεριφορά να μην προκαλέσει ένα έγκλημα που αλλιώς δεν θα είχε τελεσθεί, όντας έτσι η γενεσιουργός του αιτία. Συνεπώς, στην ανακριτική διείσδυση, που κατ’ ουσίαν συνεπάγεται την σύμπραξη του διεισδύοντος στην εγκληματική δραστηριότητα, η συγκεκαλυμμένη δράση δεν επιτρέπεται να λαμβάνει την μορφή επιθετικής - πιεστικής συμπεριφοράς, που δημιουργεί η ίδια το πρώτον την εγκληματική απόφαση και εξωθεί τον μετέπειτα αυτουργό στο έγκλημα, ούτε αναλαμβάνει πρωταγωνιστικό ρόλο, αλλά απλώς ανταποκρίνεται στις εγκληματικές πρωτοβουλίες του υπόπτου, ενώ σαφώς δικαιολογείται η δημιουργία πρόσφορων συνθηκών και η παροχή ευκαιρίας τέλεσης του εγκλήματος, σε όσους όμως ήδη από μόνοι τους έχουν προαποφασίσει βάσει σοβαρών ενδείξεων να το πράξουν. Ενόψει των ανωτέρω διατυπώσεων του άρ. 28 του ν. 4139/2013 και του άρ. 253  Α΄ του πρ. ΚΠΔ είναι σαφές ότι η ανακριτική διείσδυση δεν επιτρέπεται να αποφασίζεται κατά το δοκούν, χωρίς στοιχεία, με σχεδόν τυχαία και τυφλή αναζήτηση υπόπτων υποβαλλόμενων σε «δοκιμασία αρετής», ούτε αρκούν γενικόλογες και αόριστες αστυνομικές πληροφορίες, διότι απλώς τότε το δικαστικό συμβούλιο,ελλείψει ειδικής αιτιολογίας, δεν την εγκρίνει, αλλά απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία για κακούργημα που έχει ήδη τελεσθεί ή τελείται ή έστω έχουν εκκινήσει οι προαποφασισμένες, σχεδιασμένες και προγραμματισμένες  διαδικασίες που άγουν αναπόδραστα στην τέλεσή του στο εγγύς μέλλον. Έτσι ανακριτική διείσδυση δεν μπορεί να αποφασισθεί στο αρχικό στάδιο που ακόμη συλλέγονται οι αστυνομικές πληροφορίες για ενδεχόμενα μελλοντικούς δράστες, οι οποίοι προβαίνουν σε προκαταρκτικές συναντήσεις, συνεννοήσεις, διαπραγματεύσεις ή μελέτη του υπό σχεδίαση μελλοντικού κακουργήματος. Στο προστάδιο αυτό η συλλογή πληροφοριών και ο τρόπος αυτής ανήκει στην αρμόδια διωκτική υπηρεσία, λ.χ. με φυσική παρακολούθηση ή ακόμη με παρείσφρυση οργάνου της σε συνάντηση λόγω γνωριμίας του με έναν από τους μελλοντικούς δράστες και με χρήση από αυτό ψευδωνύμου, το οποίο μελλοντικά, όταν συντρεχουσών των ανωτέρω νομίμων προϋποθέσεών της αποφασισθεί η ανακριτική διείσδυση, θα διατηρηθεί και θα του δοθεί ως κωδική ονομασία. Συνεπώς, υπό την προϋπόθεση ότι το όργανο αυτό δεν κατέστη,κατ’ άρ. 46§§1,2  του ΠΚ,ηθικός αυτουργός ή προβοκάτορας της εν τελεί εκδηλωθείσας και επιχειρηθείσας κακουργηματικής πράξης,  η ένορκη κατάθεσή του είναι νόμιμο αποδεικτικό μέσο για τα συμβάντα στο άνω προστάδιο, οπότε μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο, προκειμένου να αποφασίσει την ανακριτική διείσδυση, όπως βεβαίως επίσης και από το δικαστήριο.

Με τους  πρώτο, δεύτερο, τρίτο,πέμπτο,έκτο,έβδομο και όγδοο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος  πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ’ άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ σε συνδ. με άρθρα 171 παρ.1 εδ.δ΄ και 254 του ιδίου κώδικα, 253 Α΄ του πρ. ΚΠΔ,28 του  ν. 4139/2013 και  6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, λόγω παραβίασης των θεσμοθετημένων δικαιωμάτων του για δίκαιη δίκη, με τις ακόλουθες αιτιάσεις, και δη  : 1) Mε τον πρώτο λόγο αναίρεσης ,ότι  στην ένδικη υπόθεση διενεργήθηκε παρανόμως ανακριτική διείσδυση, άνευ  εκδόσεως βουλεύματος ή εισαγγελικής διάταξης που να την επιτρέπει).  2) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης , ότι υπήρξε υπέρβαση των νομίμων ορίων της ανακριτικής διείσδυσης. 3) Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη πράξεις ανακριτικής διείσδυσης που έγιναν παρανόμως (άνευ  εκδόσεως βουλεύματος ή εισαγγελικής διάταξης), καθώς και πράξεις ανακριτικής διείσδυσης που δεν έχουν καταχωρηθεί σε αναλυτική έκθεση ή έκθεση εξέτασης. 4) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, ότι  το Δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε και έλαβε υπόψη, παρά την ρητή εναντίωσή του, για την σε βάρος του καταδικαστική της κρίση τις αναφερόμενες ένορκες  καταθέσεις των ανακριτικώς διεισδυσάντων αστυνομικών που αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα.5) Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ότι  το Δικαστήριο της ουσίας δεν ανέγνωσε,ούτε έλαβε υπόψη,τα έγγραφα των οποίων είχε διαταχθεί η ανάγνωση  με  την αναφερόμενη αναβλητική απόφασή του. 6) Με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε  αποδεικτικά στοιχεία, περί των οποίων δεν συντάθηκε ειδική αναλυτική έκθεση του άρ. 254 παρ.1 εδ.β΄ του ν. ΚΠΔ. 8) Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, ότι κατά την προδικασία δεν είχαν χορηγηθεί σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα), οι αναφερόμενες ένορκες καταθέσεις συγκεκαλυμμένων μαρτύρων, των οποίων έλαβε γνώση για πρώτη φορά κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση,για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος,πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε, δια των συνηγόρων του,  αρνητικούς της κατηγορίας και αυτοτελείς ισχυρισμούς,μεταξύ των οποίων, και τις ακόλουθες ενστάσεις,οι οποίες προτάθηκαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και ως λόγοι έφεσης  στην υπ’ αρ. 315/2016 έκθεση εφέσεως κατά της πρωτόδικης υπ’ αρ. 3200/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Αθηνών, και οι οποίες καταχωρήθηκαν στα πρακτικά (σελ. 5-15), ως εξής,  κατά πιστή μεταφορά, και δη: Α) Ένσταση απόλυτης ακυρότητας λόγω ανακριτικής παγίδευσης-υπέρβαση ανακριτικής διείσδυσης «…..Στην υπό κρίση υπόθεση αυτό που συμβαίνει αποτελεί την πεμπτουσία της ανακριτικής παγίδευσης, από τη στιγμή που οι ανακριτικοί διεισδύσαντες δεν μένουν παθητικοί,παρά δρουν ενεργητικά και από την δράση τους αυτή, καθιστούν δυνατή την προηγουμένως αδύνατη τέλεση των κατηγορουμένων πράξεων. Όπως καταθέτουν οι μάρτυρες αστυνομικοί ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου «Αυτό το κοντεϊνερ, λόγω του δικού μας αστυνομικού δεν ελέγχθηκε» κάτι που χωρίς την παρέμβαση του διεισδύσαντος δεν θα είχε επιτευχθεί,άρα ήταν μείζονος  σημασίας η δράση του ανακριτικώς δρώντος για την πράξη της εισαγωγής. Συνεχίζει, λέγοντας ότι «Στον εκτελωνισμό φαντάζομαι ότι ήταν παρών ο αστυνομικός που κανόνισε τη μεταφορά. Κλειδιά για την αποθήκη είχε ο αστυνομικός». Επίσης, αναφέρει ο  …. «Η αποθήκη νοικιάστηκε από εμάς…», αναφερόμενος στην εταιρεία που συστήθηκε προκειμένου να γίνει η συγκεκριμένη αποστολή, αναφέρει ότι «Ήταν δική μας η εταιρεία». Και συνεχίζει λέγοντας ότι «Χρειάζονταν τον ενδιάμεσο της μεταφορικής εταιρείας, γιατί δεν είχαν,καθόσον ήταν η πρώτη φορά που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα». Η τελευταία αυτή παραδοχή αποτελεί και την πιο εμφατική ομολογία υπέρβασης της ανακριτικής διείσδυσης, καθώς ομολογείται ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν τη δυνατότητα να πράξουν αυτά που αναφέρουν οι κατηγορίες και ότι όλο το περιεχόμενο των κατηγοριών οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη δράση των διεισδυσάντων ανακριτικών. Η ανωτέρω περιγραφείσα υπέρβαση των επιτρεπομένων ορίων της κεκαλυμμένης δράσης, συνιστά ανακριτική παγίδευσης και καθιστά το διωκτικό όργανο agent provocateur….». Β) Ανακριτική διείσδυση (254 ΚΠΔ) άνευ βουλεύματος ή διατάξεως «…Όπως έγινε για πρώτη φορά γνωστό στον κατηγορούμενο κατά την εξέταση των μαρτύρων αστυνομικών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ήταν παρόντες στη φερόμενη συνάντηση την 14-2-2015 οι δύο ανακριτικοί διεισδύσαντες και ο μάρτυρας  …... Το εν λόγω γεγονός προκύπτει στη σελ. 18 της εκκαλουμένης απόφασης, στην οποία καταθέτει για πρώτη φορά ο μάρτυρας  …. ότι «στις 14-2-2015 όταν έγινε η πρώτη συνάντηση, ήμουν στην παρακολούθηση. Ήταν ο  …, ο  ….. και οι δύο ανακριτικοί διεισδύσαντες σε ένα καφέ στην Ποσειδώνος».Εντούτοις το πρώτο βούλευμα που επέτρεπε την έναρξη της ανακριτικής διείσδυσης εκδόθηκε την 7-4-2015, καθιστώντας παράνομη την διαδικασία που κατά την ομολογία των μαρτύρων αστυνομικών έλαβε χώρα την 14-2-2015, πλήττοντας με το τρόπο αυτό την όλη διαδικασία με απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρ. 171 παρ.1δ΄ΚΠΔ…Δέον όπως ειπωθεί στο σημείο αυτό ότι η συγκεκριμένη ακυρότητα ήλθε στο φως της δημοσιότητας μόλις στο ακροατήριο, από τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών, καθώς δεν αναφερόταν σε κανένα έγγραφο της προδικασίας η ύπαρξη διείσδυσης κατά μήνα Φεβρουάριο του 2015.Για τον λόγο αυτό δεν ήταν δυνατόν για τον εκκαλούντα να την προβάλλει νωρίτερα, αφού δεν γνώριζε ότι οι ανακριτικώς διεισδύσαντες ήταν ήδη παρόντες σε διείσδυση τον Φεβρουάριο, άνευ εκδόσεως του απαιτούμενου βουλεύματος που να επιτρέπει την ανακριτική διείσδυση. Επειδή,λοιπόν, η συγκεκριμένη απόλυτη ακυρότητα ανέκυψε για πρώτη φορά στο ακροατήριο,και επειδή ουδείς ευθύνεται για τα αδύνατα, μπορεί να προβληθεί και προβάλλεται νομίμως έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης…». ΚΑΙ Γ) Διενέργεια ανακριτικής πράξης άνευ εκθέσεως αυτής «Από τις καταθέσεις των μαρτύρων αστυνομικών σχετικά με τη συνάντηση την 14-2-2015, προκύπτει ότι έλαβε χώρα ανακριτική ενέργεια χωρίς τη σύνταξη της απαιτούμενης από το νόμο εκθέσεως, οδηγώντας σε παραβίαση του δικαιώματος περί υπερασπίσεως,καθώς δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να εξετάσει την ανακριτική πράξη που διενεργήθηκε και τις περιστάσεις αυτής, η οποία παραβίαση του εν λόγω δικαιώματος οδηγεί σε απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρ. 171 παρ.1εδ.δ΄ ΚΠΔ…..η οποία προβάλλεται και αυτεπαγγέλτως σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης και …..σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 254 ΚΠΔ δεν λαμβάνονται υπόψη τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα…..». Μετά ταύτα, και ενώ η Εισαγγελέας της έδρας επιφυλάχθηκε να προτείνει  επί των ανωτέρω ενστάσεων-ισχυρισμών του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος,  το  Δικαστήριο της ουσίας προχώρησε στην αποδεικτική διαδικασία. Κατά το στάδιο της ανάγνωσης των εγγράφων,η Εισαγγελέας της έδρας, λαμβάνοντας το λόγο είπε  ότι : «Εκτελέστηκε η αναβλητική απόφαση και σας εισφέρω, σχετικά με την ανακριτική διείσδυση, βούλευμα, διάταξη και καταθέσεις». Οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος υπέβαλαν αίτημα περί μη ανάγνωσης των ανωτέρω εγγράφων ,που εισέφερε η Εισαγγελέας, αναφέροντας επί λέξει τα  εξής : «....Αν αναγνωσθούν, υπάρχει απόλυτη ακυρότητα. Οι δύο καταθέσεις των φερομένων  ως διεισδυσάντων δεν υπήρχαν πότε στη δικογραφία και εισφέρονται σήμερα. Έχουμε καταδικαστεί χωρίς αυτά τα έγγραφα. Αν τα δεχτείτε, υπάρχει ακυρότητα και στην κύρια διαδικασία. Τον Φεβρουάριο δεν υπήρχε βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, άρα το αξιόποινο των διεισδυσάντων δεν έχει αρθεί. Ζητούμε να μην αναγνωσθούν, διότι αποτελούν αποδεικτικό υλικό που εισφέρεται το πρώτον σήμερα,ενώ είναι προϋπάρχον. Προϋπήρχε και της συλλήψεως. Υπάρχει κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Έπρεπε να είχαν συνεισφερθεί το πρώτον κατά την ανάκριση». Το Δικαστήριο της ουσίας,μετά την εισαγγελική πρόταση, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου περί μη ανάγνωσης των ανωτέρω εγγράφων,που προσκομίστηκαν επιμελεία της Εισαγγελέως, με την  συμπροσβαλλόμενη υπ’ αρ. 366/2021 παρεμπίπτουσα απόφαση,με το  εξής,κατά πιστή μεταφορά, σκεπτικό  : «Επί του προαναφερθέντος υποβληθέντος από τις 5-2-2021 [ δηλαδή πριν την, κατά τα προαναφερθέντα, διακοπή της δίκης λόγω κωλύματος (νόσηση από κορονοΐό) του εκ των συνηγόρων του 2ου κατηγορουμένου ] αιτήματος του 2ου των κατηγορουμένων να μην αναγνωστούν τα έγγραφα που εισφέρθηκαν υπό της Εισαγγελέως της έδρας, σε εκτέλεση των διαταχθέντων με την υπ’ αριθμ. 125/2020 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, ρητέα τα εξής: Με την υπ'αριθμ. 125/20-1-2020 απόφαση του δικαστηρίου αυτού αναβλήθηκε κατ'άρθρο 352 ΚΠοινΔ. η δικαζόμενη υπόθεση για τους εξής λόγους, όπως αυτολεξεί αναγράφεται στο διατακτικό της εν λόγω αναβλητικής απόφασης: « προκειμένου να επισυναφθούν στη δικογραφία - με επιμέλεια της Εισαγγελίας Εφετών Αθήνας -1. Αναλυτική έκθεση των ενεργειών των συγκαλυμμένων προσώπων 2. Οι από 6 και 7/3/15 ένορκες καταθέσεις των συγκαλυμμένων προσώπων « …..  » και «  … » και 3. Η εκδοθείσα Εισαγγελική διάταξη». Εξάλλου στο σκεπτικό της παραπάνω υπ' αριθμ. 125/20-1-2020 αναβλητικής απόφασης του δικαστηρίου αυτού αναγράφονται (εκτός των άλλων) και τα εξής, επίσης αυτολεξεί παρατιθέμενα εδώ (σελ. 56 και 57 πρακτικών): «…. Κατά το στάδιο αυτό της διενέργειας προανακριτικών και ανακριτικών πράξεων οι ως άνω με τις κώδικές ονομασίες διεισδύσαντες κατέθεσαν ενόρκως συνταχθέντων των με αρ. 6 και 7 /3/2015 εκθέσεων ενόρκων καταθέσεων (βλ. το 2ο φύλλο του 2724/2015 βούλευμα του Συμβ.Πλημ. Αθηνών ) δυνάμει σχετικής Εισαγγελικής Διάταξης .Όμως από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας και αυτών που αναγνώστηκαν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει και ενόψει των προβληθέντων αυτοτελών ισχυρισμών των κατηγορουμένων ότι δεν υπάρχουν α) αναλυτική έκθεση των ενεργειών των συγκαλυμμένα δρασάντων προσώπων (άρθρ. 254 παρ. 1 ΚΠΔ.) και β) οι 6-7/3/2015 ένορκες καταθέσεις αυτών καθώς και η σχετικώς εκδοθείσα Εισαγγελική Διάταξη. Συνεπώς, ενόψει ότι κρίνεται αναγκαία η ύπαρξη και ανάγνωση των ως άνω εγγράφων, προκειμένου το Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλή και δίκαιη κρίση οι δε κατηγορούμενοι να μη στερηθούν των νομίμων δικαιωμάτων τους, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της παρούσης υποθέσεως κατ'άρθρο 352 ΚΠΔ, κατά το διατακτικό». Από τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερθέντα το σκεπτικό της παραπάνω αναβλητικής απόφασης προκύπτει ότι την προσκομιδή και ανάγνωση της α) αναλυτικής έκθεσης των ενεργειών των συγκαλυμμένα δρασάντων προσώπων (άρ. 254 παρ. I ΚΠΔ.) και των β) 6-7/3/2015 ένορκων καταθέσεων αυτών καθώς και της σχετικώς εκδοθείσας Εισαγγελικής Διάταξης, ζήτησαν οι κατηγορούμενοι στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως και άρθρο 352 ΚΠΔ,κατά τα στο διατακτικό της ως άνω υπ' αριθμ. 125/20-1- 2020 αναβλητικής απόφασής του οριζόμενα προκειμένου και να « μη στερηθούν των νομίμων δικαιωμάτων τους » οι κατηγορούμενοι. Σε εκτέλεση της ως άνω αναβλητικής απόφασης, της οποίας την ανάκληση ουδείς των κατηγορουμένων ζήτησε από το παρόν δικαστήριο, η Εισαγγελέας του δικαστηρίου αυτού εισέφερε στο παρόν δικαστήριο (ως είχε υποχρέωση εκ της προαναφερθείσας υπ'αριθμ. 125/20-1-2020 αναβλητικής απόφασής) τα σχετικά με την ανακριτική διείσδυση βούλευμα, διάταξη και καταθέσεις, των οποίων ζητήθηκε η ανάγνωση. Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης (βλ. σελίδες 21 και 22 αυτής) από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχαν αναγνωσθεί τόσο η (εισφερόμενη από την εισαγγελέα της έδρας του παρόντος δικαστηρίου ) από 06-04-201 με Αριθμό Διατάξεως : Α81α/15 Διάταξη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών (Τμήμα Α' Ποινικής Δίωξης), όσο και το (επίσης εισφερόμενο και από την εισαγγελέα της έδρας του παρόντος δικαστηρίου ) υπ' αριθμ. 1247/7-4-2015 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, στο οποίο εμπεριέχεται και η υπ’ αριθμ. Α-15/81Α Πρόταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς το Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση σε σχέση με την ανάγνωσή τους από την πλευρά οποιουδήποτε των κατηγορουμένων. Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι, πριν εισφερθούν από την Εισαγγελέα της έδρας τα πιο πάνω έγγραφα, ο 2ος κατηγορούμενος είχε ήδη αναφερθεί, δια των συνηγόρων του, στο περιεχόμενο των ως άνω υπ’ αριθμ. Α-15/81Α και της υπ’ αριθμ. Δ/169 Α/2015 διατάξεων του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (σελ. 10, στίχος 19 επ. των πρακτικών του παρόντος δικαστηρίου ), αφού αναφέρονται στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του (εκτός των άλλων ) τα εξής αυτολεξεί παρατιθέμενα εδώ : « Μάλιστα τόσο στην υπ' αρ. Δ Ι69 Α/ 2015, όσο και στην υπ’ αρ. Α -15/81 Α /2015 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, αναφέρεται ότι δήθεν «προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις τελέσεως των παραπάνω αξιόποινων πράξεων που φέρεται ότι έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού σε προγενέστερο χρονικό διάστημα. Συνεπώς, εν όψει των ανωτέρω, λαμβανομένων υπόψη όσων (προαναφερόμενων) διαλαμβάνονται τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της υπ' αριθμ. 125/20-1-2020 αναβλητικής απόφασης του δικαστηρίου αυτού, ότι δηλαδή η προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων ζητήθηκε από τους κατηγορούμενους δια των αυτοτελών ισχυρισμών τους, όπως εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο εκείνο με την ως άνω υπ' αριθμ. 125/20-1-2020 αναβλητική απόφασή του, στην οποία δεν αντιτάχθηκε ο 2ος κατηγορούμενος, ούτε ζήτησε από το Δικαστήριο αυτό την ανάκλησή της, ώστε η μεταγενέστερη εναντίωση του κατηγορούμενου ως προς την ανάγνωση των εν λόγω εγγράφων απολήγει στην παρεμπόδιση της διεξαγωγής δίκαιης και ουσιαστικής δίκης, πρέπει συνεπώς να απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμο το αίτημα του 2ου κατηγορουμένου να μην αναγνωσθούν και να μη ληφθούν υπόψη τα προαναφερθέντα έγγραφα που εισέφερε η Εισαγγελέας της έδρας του δικαστηρίου αυτού, σε εκτέλεση της ως άνω υπ'αριθμ. 125 /20-1-2020 αναβλητικής απόφασης». Μετά την απαγγελία της ως άνω υπ’αρ. 366/2021 παρεμπίπτουσας απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε τα παρακάτω έγγραφα, που προσκόμισε η Εισαγγελέας, τα οποία είναι τα εξής (σελ. 57 έως 58 των ίδιων πρακτικών): 1) Το από 06-04-2015, με Αριθ.Πρωτ.: 3008/8/4449 – δ΄ έγγραφο του Τμήματος Γενικών Υποθέσεων της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής προς τον κ. Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών κ.λπ., με θέμα: « Εισαγωγή μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης στην Ελλάδα-Υποβολή Αιτήματος ανακριτικής διεισδύσεως (253 Α Κ.Π.Δ. εν συνδυασμό με άρθρο 28 του Ν. 4139/13)», με τα σε αυτό συνημμένα: α) Η από 06-04-2015 Έκθεση Εξέτασης Μάρτυρα με την κωδική ονομασία «  Ν.Π. », ενώπιον της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών της Δ.Α.Α., β) Η από 06-04-2015 Έκθεση Εξέτασης Μάρτυρα με την κωδική ονομασία «  Π Α », ενώπιον της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών της Δ.Α.Α, γ) Η από 06-04-2015, με Αριθμό Διατάξεως: Α8/α/15 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών (Τμήμα Α' Ποινικής Δίωξης), δ) Η υπ’ αριθμ. Α- 15/8/Α Πρόταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς το Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών και ε) Το υπ’ αριθμ. 1247/2015 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. 2) Το από 08-07-2015, με Αριθ.Πρωτ.: 3008/8/4449-δ' έγγραφο του Τμήματος Γενικών Υποθέσεων της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής προς τον κ. Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών κ.λπ., με θέμα: «Εισαγωγή μεγάλης ποσότητας κοκαΐνης στην Ελλάδα-Υποβολή Αιτήματος ανακριτικής διεισδύσεως (253 Α Κ.Π.Δ. εν συνδυασμό με άρθρο 28 του Ν. 4139/13)», με τα σε αυτό συνημμένα: α) Η από 07-07-2015 Έκθεση Εξέτασης Μάρτυρα με την κωδική ονομασία «Π   Κ   », «Ν   Π   », ενώπιον της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών της Δ.Α.Α., β) Η από 06-07-2015 Έκθεση Εξέτασης Μάρτυρα με την κωδική ονομασία «Ν   Π   », ενώπιον της Υποδ/νσης Δίωξης Ναρκωτικών της Δ.Α.Α, γ) Η υπ’ αριθμ. Δ-15/169/Α Πρόταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προς το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, δ) Η με Αριθμό Διατάξεως: Δ/69α/15 της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών (Τμήμα Α' Ποινικής Δίωξης) και ε) Το υπ’ αριθμ. 2724/2015 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Ακολούθως, οι συνήγοροι του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, αφού προέβησαν στον σχολιασμό των ανωτέρω αναγνωσθέντων εγγράφων (σελ. 58-59 πρακτικών), υπέβαλαν το ακόλουθο αίτημα με το εξής, κατά πιστή μεταφορά, περιεχόμενο «..Αιτούμαστε να μη ληφθούν υπόψη οι καταθέσεις από 6,7 Απριλίου   και Ιουλίου  διότι είναι πριν τη διάταξη και συνιστούν προϊόν παράνομης πράξης (177 παρ.2 ΚΠΔ». Το Δικαστήριο της ουσίας, μετά την εισαγγελική πρόταση, απέρριψε το ανωτέρω αίτημα του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος περί μη λήψης υπόψη των προαναφερομένων μαρτυρικών καταθέσεων,που εισέφερε προς ανάγνωση η Εισαγγελέας της έδρας,με την συμπροσβαλλόμενη υπ’ αρ. 366/2021 παρεμπίπτουσα απόφαση,με το εξής,επί λέξει,σκεπτικό, (σελ. 60-61 πρακτικών) : «Από το περιεχόμενο της αναγνωσθείσας στο δικαστήριο υπ'αριθμ. Α81α/15 και με ημερομηνία 6-4-2015 Διάταξης του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών (Τμήμα A΄ Ποινικής Δίωξης),προκύπτει ότι με αυτήν διατάχθηκε η « ανακριτική διείσδυση δια των υπό κωδική ονομασία συνεργατών της ΥΔ Ναρκωτικών  … και  …  για χρονικό διάστημα -3- μηνών από της εκδόσεως της σχετικής διατάξεως, ….». Επίσης, από το περιεχόμενο των φερουσών την ίδια ημερομηνία (6-4-2015 ) και ώρα 12.25΄ και 12.50' (αντιστοίχως ) εκθέσεων εξέτασης μάρτυρα, προκύπτει ότι εμφανίστηκαν την ίδια ημερομηνία με την ως άνω εισαγγελική διάταξη στις 12.25΄ και 12.50' ώρα (αντιστοίχως ), ενώπιον του αναφερόμενου στις εν λόγω εκθέσεις Αστυνόμου Α΄ και του αναφερόμενου σε αυτές Ανθυπαστυνόμου οι (αντίστοιχοι ) υπό κωδική ονομασία συνεργάτες της Υ.Δ. Ναρκωτικών  … και  …. και ανέφεραν (αντίστοιχος έκαστος εξ αυτών) τα στις εν λόγω εκθέσεις εξέτασης (αντιστοίχως) αναφερόμενα, από το περιεχόμενο των οποίων ουδόλως προκύπτει ότι η υπό των εν λόγω μαρτύρων ανακριτική διείσδυση έλαβε χώρα πριν την έκδοση της ως άνω υπ’ αριθμ. Α81α/15 και με ημερομηνία 6-4- 2015 Διάταξης του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών (Τμήμα Α΄ Ποινικής Δίωξης), όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο 2‘s κατηγορούμενος. Ενισχυτικό τούτου, είναι ότι ιδία ο εκ των προαναφερθέντων υπό κωδική ονομασία συνεργάτης της Υ.Δ. Ναρκωτικών  ……  κατηγορηματικά και μετά λόγου γνώσεως αναφέρει στην ως άνω ένορκη κατάθεσή του ότι τα μέλη του (δραστηριοποιούμενου στην εισαγωγή, μεταφορά και διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης) κυκλώματος προσέγγισαν τον υπό κωδική ονομασία  …. και ότι τα εν λόγω μέλη του ζήτησαν την από μέρους τούτου ανάληψη της παραγγελίας και της μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίου εμφόρτου με scrap, εντός του οποίου θα έχει τοποθετηθεί και αποκρυβεί μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης και εν συνεχεία τον εκτελωνισμό και την παράδοση των ναρκωτικών στον 1° κατηγορούμενο. Ιδιαίτερα από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι μετέπειτα υπό κωδική ονομασία συνεργάτης της Υ.Δ. Ναρκωτικών  …. και  …. στα μέσα Φεβρουάριου 2015 δεν συναντήθηκαν με τα μέλη του ως άνω κυκλώματος πραγματοποιώντας «διατεταγμένη υπηρεσία», στα πλαίσια της ανακριτικής διείσδυση, αλλά συναντήθηκαν με τα μέλη του εν λόγω κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών, κατόπιν πρωτοβουλίας του τελευταίου (ως άνω κυκλώματος), στην οποία (πρωτοβουλία ) αυτοί ανταποκρίθηκαν για δικούς τους λόγους, που δεν εξετάζονται στην παρούσα δίκη, και ότι πολύ μεταγενέστερα (μόλις από τις 6-4-2015 και εφεξής) άρχισε να πραγματοποιείται, δια των ιδίων ως άνω προσώπων,η διαταχθείσα με την ως άνω εισαγγελική διάταξη ανακριτική διείσδυση, κατά τα στην εν λόγω διάταξη οριζόμενα. Περαιτέρω οι από 6-7-2015 και από 7-7-2015(αντίστοιχες ) εκθέσεις εξέτασης μάρτυρα, ενώπιον του αναφερόμενου σε αυτές Αστυνόμου  …… και Αστυνόμου Α΄  ….. των ως άνω (αντιστοίχως ) υπό κωδική ονομασία  … » και  …, λήφθηκαν μετά την από 6-4-2015 εισαγγελική διάταξη, και αναφέρονται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια της νομότυπα διαταχθείσας ανακριτικής διείσδυσης. Συνακόλουθα εν όψει των ανωτέρω αναφερθέντων, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του 2ου κατηγορουμένου να μην ληφθούν καθόλου υπόψη από το δικαστήριο όλες οι προαναφερόμενες εκθέσεις εξέτασης των ως άνω υπό κωδική ονομασία μαρτύρων».

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος,πέμπτος,έκτος,έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης  για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ’ άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ σε συνδ. με άρθρα 171 παρ.1 εδ.δ΄ και 254 του ιδίου κώδικα, 253 Α΄ του πρ. ΚΠΔ,28 του  ν. 4139/2013 και  6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, λόγω παραβίασης των θεσμοθετημένων δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος για δίκαιη δίκη,   είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο πρώτος  αναιρετικός λόγος περί απόλυτης ακυρότητας λόγω παράνομης ανακριτικής διείσδυσης από τις 14/2/2015, άνευ εκδόσεως εισαγγελικής διάταξης και βουλεύματος που να την επιτρέπουν, είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης  προκύπτει με σαφήνεια και επάρκεια ότι η ανακριτική διείσδυση  στην ένδικη υπόθεση άρχισε να πραγματοποιείται από τις 6/4/2015 και εφεξής, δια των συγκεκαλυμμένων συνεργατών της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών με τις κωδικές ονομασίες  …. και  …., εκδοθέντων  προς τούτο της υπ. αρ. Α. 81 α/ 6-4-2015 εισαγγελικής διάταξης και του υπ’ αρ. 1247/ 7-4-2015 βουλεύματος του αρμοδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και η οποία (ανακριτική διείσδυση) συνεχίστηκε δυνάμει της υπ’ αρ. Α. 169 α/ 8-7-2015 εισαγγελικής διάταξης και του υπ’ αρ. 2724/ 8-7-2015 βουλεύματος του ίδιου Συμβουλίου, η  δε συνάντηση των ως άνω προσώπων ,περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2015, με τα μέλη του κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κοκαίνης), μεταξύ των οποίων ο αναιρεσείων και ο  ……. (συγκατηγορούμενος -μη αναιρεσείων), δεν  πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια διατεταγμένης υπηρεσίας  και δεν συνιστά ανακριτική διείσδυση. Ο  δεύτερος αναιρετικός λόγος περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας,ένεκα  ανακριτικής παγίδευσης και υπέρβασης των ορίων της ανακριτικής διείσδυσης είναι αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι  οι  συγκεκαλυμμένοι αστυνομικοί με τις ανωτέρω κωδικές  ονομασίες επιτρεπτώς, ανταποκρίθηκαν ενεργητικά στις εγκληματικές πρωτοβουλίες των κατηγορουμένων της ένδικης υπόθεσης,μεταξύ των οποίων,και ο αναιρεσείων, εκτελώντας τις εντολές τους, χωρίς να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο και επιθετική ή πιεστική δράση, συμβάλλοντας απλώς στη δημιουργία καταλλήλων συνθηκών τέλεσης των ενδίκων εγκλημάτων, τα οποία οι κατηγορούμενοι είχαν προαποφασίσει να διαπράξουν. Ως εκ τούτου, παρέπεται ότι οι ανωτέρω ανακριτικώς διεισδύσαντες στην ένδικη υπόθεση ανωτέρω αστυνομικοί δεν διαδραμάτισαν ρόλο  «προβοκάτορα», ούτε παγίδευσαν  ανακριτικά τον αναιρεσείοντα καθ’ υπέρβαση  των επιτρεπομένων ορίων της ανακριτικής διείσδυσης. Ο τρίτος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας,κατά το σκέλος αυτού περί του ότι  η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη παράνομες πράξεις ανακριτικής διείσδυσης, είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, η δράση των ανακριτικώς διεισδυσάντων αστυνομικών,υπό τις ανωτέρω κωδικές ονομασίες, απέφεραν νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων, και οι τέσσερεις ένορκες καταθέσεις τους, αφενός μεν στις 6/4/2015 (δύο), αφετέρου δε στις 6/7/2015 και 7/7/2015. Οι τρίτος (κατά το έτερο σκέλος του) και έβδομος αναιρετικοί λόγοι περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας,λόγω λήψης υπόψη και συναξιολόγησης από το δικάσαν Δικαστήριο των ανακριτικών πράξεων των ανωτέρω διεισδυσάντων αστυνομικών, χωρίς  αυτές  να έχουν καταχωρηθεί σε αναλυτική έκθεση ή έκθεση εξέτασης, είναι αβάσιμοι, διότι στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως,καθόσον η καταχώρηση σε αναλυτική έκθεση των ενεργειών των συγκεκαλυμμένα δρώντων αστυνομικών, δεν προβλεπόταν στις εφαρμοστέες  διατάξεις των άρ. 28 του ν. 4139/2013 και 253 Α του προϊσχ. ΚΠΔ, κατά το χρόνο  (από 6/4/2015 έως 4/9/2015), που έλαβε χώρα η  προκειμένη ανακριτική διείσδυση,αλλά προβλέφθηκε αργότερα στο άρ. 254 παρ. 1 εδ. β' εδάφια τελευταία του νέου ΚΠΔ, οι διατάξεις του οποίου δεν έχουν αναδρομική εφαρμογή, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Ο πέμπτος αναιρετικός λόγος περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω της ανάγνωσης και συνεκτίμησης από το δικάσαν Δικαστήριο των από 6-4-2015  και από 6-7-2015 και 7-7-2015 ενόρκων καταθέσεων των ανωτέρω ανακριτικώς διεισδυσάντων αστυνομικών, παρά τη ρητή εναντίωση του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω καταθέσεις ως καλυπτόμενες από εισαγγελική διάταξη και βούλευμα αρμοδίου συμβουλίου, συνιστούν νόμιμα  αποδεικτικά μέσα,όπως και οι επ’ αυτών  στηριζόμενες ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων κατηγορίας, …. και  ….. Ο έκτος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω ανάγνωσης ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας και συνεκτίμησης για την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση διαφορετικών εγγράφων από εκείνα που αναφέρονται στο διατακτικό  της υπ’ αρ. 125/2020 αναβλητικής του απόφασης είναι ομοίως αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση του διατακτικού της ανωτέρω απόφασης προκύπτει ότι αναφέρονται μεν σ’ αυτό,αυτολεξεί, τα εξής: «Να επισυναφθούν στη δικογραφία, με επιμέλεια της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, 1.Αναλυτική έκθεση των ενεργειών των συγκεκαλυμμένων προσώπων. 2. Οι από  6 και 7/3/15 ένορκες καταθέσεις των συγκεκαλυμμένων προσώπων    …. και  …. και 3.Η εκδοθείσα Εισαγγελική Διάταξη.», πλην όμως, τούτο οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή, διότι αφενός μεν -κατά τα ήδη εκτεθέντα - στην ένδικη υπόθεση δεν προβλεπόταν εκ του νόμου η σύνταξη  αναλυτικής έκθεσης καταγραφής των ενεργειών των ανωτέρω συγκεκαλυμμένων αστυνομικών και,ως εκ τούτου, δεν υπήρχε αντίστοιχη έκθεση για να επισυναφθεί στη δικογραφία, αφετέρου δε οι ανωτέρω ημεροχρονολογίες των ενόρκων καταθέσεων των συγκεκαλυμμένων αστυνομικών αναφέρθηκαν λανθασμένα σ’ αυτήν, επειδή λανθασμένα είχαν,εκ παραδρομής, αναφερθεί στο υπ’ αρ. 2724/ 9-7-2015 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών περί συνέχισης της ανακριτικής διείσδυσης. Συνεπώς, ορθά αναγνώσθηκαν και συνεκτιμήθηκαν από το δικάσαν Δικαστήριο  οι πραγματικά συνταχθείσες και υπάρχουσες εξαρχής στη δικογραφία  από 6/4/2015  και από 6/7/2015, 7/7/2015 ένορκες  καταθέσεις των δυο ως άνω συγκεκαλυμμένων αστυνομικών, στις οποίες αντιστοίχως στηρίχθηκαν τα υπ’ αρ. 1247/ 7-4-2015 και 2724/ 9-7-2015 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών  Αθηνών περί έγκρισης (το πρώτο) και συνέχισης της ανακριτικής διείσδυσης (το δεύτερο). Ο όγδοος λόγος αναίρεσης περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, λόγω μη  χορήγησης στον αναιρεσείοντα, κατά την προδικασία, αντιγράφων των από 6/4/2015 και από   6-7-2015 και 7-7-2015  ενόρκων καταθέσεων των συγκεκαλυμμένων αστυνομικών υπό τις κωδικές ονομασίες  … και  …, είναι αβάσιμος, διότι  από την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι  οι ανωτέρω ένορκες  καταθέσεις,  είχαν, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό τους, περιληφθεί στα υπ’ αρ. 1247/7-4-2015 και 2724/ 9-7-2015 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών περί έγκρισης και συνέχισης της ανακριτικής διείσδυσης αντίστοιχα, τα οποία υπήρχαν στη δικογραφία, με συνέπεια  ο αναιρεσείων να έχει λάβει γνώση αυτών. Σε κάθε δε περίπτωση ,εφόσον από τα πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι οι ανωτέρω ένορκες καταθέσεις των ως άνω συγκεκαλυμμένων αστυνομικών  προσκομίστηκαν, επιμελεία της Εισαγγελέως της έδρας, σε εκτέλεση της υπ’αρ. 125/2020 αναβλητικής του απόφασης, και αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων έλαβε γνώση αυτών και μπορούσε να αντιτάξει, κατ’ άρ. 358 του ΚΠΔ,  τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επ’ αυτών.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.  Δ΄ του  Κ.Π.Δ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Π.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε επίσης χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του Κ.Π.Δ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία  ουσιαστικής ποινικής  διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνέχει, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 586/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ,μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (ήτοι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και εκκαλουμένη απόφαση που αναγνώστηκαν, έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του,  ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή μεταφορά, πραγματικά περιστατικά: «…..Στην υπηρεσία υποδιεύθυνσης της Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής είχαν περιέλθει τουλάχιστον από τον Φεβρουάριο 2015, ανώνυμες πληροφορίες, κατά τις οποίες κύκλωμα ημεδαπών και αλλοδαπών δραστηριοποιείτο στην μεταφορά και δη στην εισαγωγή και διακίνηση δια θαλάσσης σε εμπορευματοκιβώτια (containers) μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης από τη Νότια Αμερική σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, καθώς και ότι βασικά μέλη του ως άνω κυκλώματος ήταν αφενός ο δεύτερος των τώρα κατηγορουμένων - εκκαλούντων  …., υπήκοος Γουιάνας, που ήταν ο διευθύνων και κατευθύνων σε διεθνές επίπεδο την εν λόγω εγκληματική οργάνωση διεθνούς διακίνησης κοκαΐνης και ένας των αποστολέων των containers με την ναρκωτική ουσία κοκαΐνης, ο οποίος δραστηριοποιείτο στην μεταφορά της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης από την Γουιάνα στην Ολλανδία, αφετέρου ο πρώτος των τώρα κατηγορουμένων - εκκαλούντων  ……, που ήταν ο διευθύνων και κατευθύνων την ως άνω εγκληματική οργάνωση μεταφοράς και διακίνησης της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης την Ελλάδα. Στην ως άνω εγκληματική οργάνωση εμπλεκόταν και άλλος αλλοδαπός, υπό το φερόμενο όνομα  ……., αγνώστων λοιπών στοιχείων, που συμμετείχε σε όλες τις παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενες συνεννοήσεις των ως άνω δύο κατηγορουμένων σχετικά με την μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης στην Ελλάδα. Η ως άνω υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής διερευνούσε τις προαναφερόμενες καταγγελίες σε συνεργασία με την αντίστοιχη υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών της DEA (δηλαδή την υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ) και με τις ομόλογες Αρχές Δίωξης Ναρκωτικών, ήτοι το ΣΔΟΕ, το Λιμενικό Σώμα και το Τελωνείο. Στα πλαίσια της διερεύνησης των προαναφερόμενών καταγγελιών οι προαναφερθέντες τώρα 1ος και 2ος κατηγορούμενοι - εκκαλούντες τέθηκαν υπό παρακολούθηση, στα πλαίσια της οποίας (εν λόγω παρακολούθησης) διαπιστώθηκε από τους διενεργούντες αυτήν αστυνομικούς ότι στις 14 Φεβρουάριου 2015 πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα σε ένα καφέ στην λεωφόρο Ποσειδώνος, μία συνάντηση (εκτός άλλων δύο ατόμων του δεν είναι κατηγορούμενοι στην δίκη αυτή, όπως παρακάτω θα εκτεθεί, ο ένας εκ των οποίων ήταν και προσωπικός φίλος του 1ου των κατηγορουμένων, όπως απολογούμενος κατέθεσε ανωμοτί αυτός, των προαναφερόμενων δύο κατηγορούμενων, οι οποίοι εκ μέρους της προαναφερόμενης εγκληματικής οργάνωσης . στην οποία συμμετείχαν και την οποία διηύθυναν, όπως προαναφέρθηκε, συζητούσαν και αναζητούσαν δίαυλο μεταφοράς και εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης στην Ελλάδα, καθώς και την ύπαρξη εταιρείας στην Ελλάδα, που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει νομοτύπως συναλλαγές μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (containers) από τη Ν. Αμερική, υπό τις οποίες θα καλυπτόταν η παράνομη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών. Αρκετό χρόνο μετά την προαναφερθεΐσα συνάντηση και συζήτηση των ως άνω κατηγορουμένων, την οποία είχε παρακολουθήσει από παρακείμενο σημείο ο εξετασθείς και στο παρόν δικαστήριο, ως μάρτυρας κατηγορίας,  …., εκ της ομάδας παρακολούθησης της ως άνω Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών, όπως μετά λόγου γνώσεως κατατέθηκε ο ίδιας ενόρκως στο δικαστήριο αυτό, ο οποίος και αναγνώρισε ανεπιφύλακτα τον πρώτο και τον δεύτερο κατηγορούμενο (βλ. σελίδα 45 των πρακτικών της απόφασης αυτής ), ενεργοποιήθηκε και ο μηχανισμός της ανακριτικής διείσδυσης,κατά το άρθρο 28 του Ν. 4139/2013,  τηρήθηκε προς τούτο η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία του άρθρου 253Α΄ παρ. 3 του ΚΠΔ, εκδόθηκαν δε προς τούτο οι προαναφερθείσες A8lα/15 και Δ169α/15 οικείες Διατάξεις του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τα υπ'αριθμ. 1247/2015 και 2724/2015 Βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με τα οποία επετράπη η ανακριτική διείσδυση και επικυρώθηκαν οι ως άνω Εισαγγελικές Διατάξεις. Μετά ταύτα, ο υπό κωδική ονομασία  …, αστυνομικός, και ο υπό κωδική ονομασία  ….. », [ τους οποίους από τις 14-2-2015 είχαν ήδη προσεγγίσει οι ως άνω πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι και με τους οποίους είχαν συναντηθεί για δικούς τους λόγους, που σχετίζονταν με την διευκόλυνση της απρόσκοπτης μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, είχαν δε ζητήσει από τον υπό την κωδική ονομασία  …… (που από τις 6-4-2015 και μετά απέκτησε την ιδιότητα του ανακριτικώς διεισδύοντος ) την από μέρους του ανάληψη της παραγγελίας και της μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίου με scrap, εντός του οποίου θα είχε τοποθετηθεί και αποκρυβεί μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης, τον εν συνεχεία εκτελωνισμό και την παράδοση των ναρκωτικών στον ως άνω 1ο κατηγορούμενο, απέκτησαν πλέον την ιδιότητα των ανακριτικώς διεισδυσάντων και συνεργάστηκαν πλέον (από 6-4- 2015 και εφεξής, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των κατηγορουμένων) με την ιδιότητα αυτή με τους προαναφερόμενους κατηγορούμενους. Ιδιαίτερα εν όψει και των παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι αποδείχτηκε από όλα τα προαναφερθέντα πως οι μετέπειτα υπό κωδική ονομασία συνεργάτες της Υ.Δ.Ναρκωτικών  ….. και  …. περί τα μέσα Φεβρουαρίου 2015 δεν είχαν συναντηθεί με τα μέλη του ως άνω κυκλώματος πραγματοποιώντας «διατεταγμένη υπηρεσία», στα πλαίσια της ανακριτικής διείσδυσης, αλλά συναντήθηκαν πριν ξεκινήσει η εν λόγω ανακριτική διείσδυση και ανεξάρτητα από την διείσδυση αυτή, για δικούς τους προσωπικούς λόγους (που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης),  η δε πρωτοβουλία της εν λόγω συνάντησης ανήκε στο ως άνω κύκλωμα, που είχε σκοπό την αναζήτηση δίαυλου μεταφοράς και εισαγωγής μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης στην Ελλάδα (μέρος των οποίων ήταν η επίδικη ποσότητα, αξίας τουλάχιστον 1.500.000 ευρώ, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω),καθώς και την αναζήτηση ύπαρξης και χρησιμοποίησης εταιρείας στην Ελλάδα, που θα μπορούσε να πραγματοποιήσει νομοτύπως συναλλαγές μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (containers) από τη Ν. Αμερική, υπό τις οποίες θα καλυπτόταν η παράνομη μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών, στην οποία (πρωτοβουλία του εν λόγω κυκλώματος ) οι προαναφερθέντες (ο ένας εκ των οποίων ήταν και προσωπικός φίλος του πρώτου κατηγορούμενου, όπως απολογούμενος στο δικαστήριο αυτό κατέθεσε ο ίδιος ) ανταποκρίθηκαν για δικούς τους λόγους, που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας δίκης,[ συνάντηση που παρακολούθησε και ο εξετασθείς και στο παρόν δικαστήριο, ως μάρτυρας κατηγορίας,   ….., εκ της ομάδας παρακολούθησης της ως άνω Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών, όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ο ίδιος ενόρκως στο δικαστήριο αυτό], και ότι πολύ μεταγενέστερα (το πρώτον από τις 6-4-2015 και εφεξής ) άρχισε να πραγματοποιείται, δια των ιδίων ως άνω προσώπων, η διαταχθείσα με την ως άνω εισαγγελική διάταξη ανακριτική διείσδυση κατά τα στην εν λόγω διάταξη οριζόμενα, καθώς και (αποδείχτηκε επίσης ότι) οι προαναφερθέντες εκτέλεσαν παθητικά τις εντολές και οδηγίες που έλαβαν από το προαναφερόμενο κύκλωμα μέσω των προαναφερθέντων 1ου και 2ου των κατηγορουμένων, το οποίο κύκλωμα (αλλοδαπών και ημεδαπών) είχε προαποφασίσει (πολύ πριν την ως άνω συνάντηση) την μεταφορά και δη στην εισαγωγή και διακίνηση δια θαλάσσης σε εμπορευματοκιβώτια (containers) μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης από τη Νότια Αμερική σε χώρες της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, πρέπει συνεπώς να απορριφθούν ως κατ’ ουσία αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του 2ου των κατηγορουμένων περί ανακριτικής διείσδυσης χωρίς βούλευμα ή εισαγγελική διάταξη, περί υπέρβασης της ανακριτικής διείσδυσης, ανακριτικής παγίδευσης και περί δράσης των ανωτέρω ως προβοκατόρων. Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι στις 18-5-2015 ξεκίνησε από τη Νότια Αμερική, και συγκεκριμένα από τη Βρετανική Γουιάνα ένα εμπορευματοκιβώτιο (container) που χρηματοδοτήθηκε με άγνωστο στο δικαστήριο χρηματικό ποσό από τον δεύτερο των τώρα κατηγορουμένων - εκκαλούντων,  …..…., δια χειρός του 1ου κατηγορουμένου - εκκαλούντος  ……., το οποίο μετέφερε νόμιμο φορτίο μέταλλα - scrap και αποτελούσε δοκιμαστική αποστολή κατ’ απαίτηση της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης, προκειμένου να φαίνεται συναλλακτική δραστηριότητα της δραστηριοποιούμενης στην Ελλάδα μεταφορικής εταιρείας εμπορευματοκιβωτίων του από 6-4-2015 ανακριτικά διεισδύσαντος υπό την κωδική ονομασία  …, και να αποφευχθούν (όπως αυτοί έλεγαν ) μελλοντικοί τελωνειακοί έλεγχοι . Το ως άνω φορτίο με μέταλλα - scrap έφθασε στην Ελλάδα στις 10-7-2010 με το εμπορικό πλοίο «ZIM  … εντός του υπ αριθμ. Z1MU 2352946 εμπορευματοκιβώτιο, υπέστη έλεγχο στις 14-7-2015 κατά την άφιξή του στον λιμένα Πειραιώς με ακτινογραφικό μηχάνημα X RAY, υπέστη φυσικό έλεγχο από τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές κατά τον εκτελωνισμό του στις 15-7-2015, στις δε 16-7-2015 πραγματοποιήθηκε, χωρίς να δημιουργηθεί οποιοδήποτε πρόβλημα,και μακροσκοπικός έλεγχος του φορτίου του κατά την εκφόρτωσή του σε αποθήκη στον Ασπρόπυργο Αττικής στην θέση «Δύο Πεύκα » και επί της οδού  …., άνευ αριθμού, όπου και έκτοτε φυλάσσεται. Παραλλήλως, και σε εκτέλεση των επιμελημένων σχεδίων της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης, είχαν ήδη ξεκινήσει από τις 28-6-2015 από το λιμάνι Georgetown της Βρετανικής Γουιάνας δύο ακόμη εμπορευματοκιβώτια (containers) που φέρονταν ότι μετέφεραν επίσης νόμιμο φορτίο με μέταλλα - scrap, σε ένα των οποίων, και συγκεκριμένα εντός του υπ’ αριθμ. ZlΜU 1112426 εμπορευματοκιβωτίου  είχε τοποθετηθεί, κρυμμένη με μεγάλη επιμέλεια μέσα σε ειδικά διασκευασμένες τέσσερες (4) κρύπτες διαφορικών- αξόνων οχημάτων  μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, και συγκεκριμένα κοκαΐνης 27 κιλών και 170 γραμμαρίων, η αξία της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό του  1.500.000 ευρώ, η οποία πράγματι βρέθηκε (όπως στη συνέχεια αναλυτικά θα εκτεθεί) επιμελώς κρυμμένη εντός ειδικώς μετασκευασμένων σε κρύπτες διαφορικών - αξόνων οχημάτων, τοποθετημένων εντός του υπ’  αριθ. ZIMU 1112426 εμπορευματοκιβωτίου (Container), μεταξύ νόμιμου φορτίου scrap και συγκεκριμένα επιμελώς κρυμμένη ανάμεσα σε τέσσερα (4) διαφορικά-άξονες, μέσα σε [13] νάιλον συσκευασίες περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία. Αποδείχτηκε,επίσης, ότι ο ως άνω 1ος κατηγορούμενος  ……. γνώριζε μεν ότι η εν λόγω ποσότητα κοκαΐνης [27] κιλών και [170] γραμμαρίων, η αξία της οποίας ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ είχε ήδη φορτωθεί από τις 28-6-2015 και είχε ξεκινήσει η μεταφορά της από την Βρετανική Γουιάνα, δεν γνώριζε όμως ακόμη σε ποιο από τα δύο εμπορευματοκιβώτια θα ήταν κρυμμένη η ως άνω ποσότητα της κοκαΐνης, αυτό θα το μάθαινε δε, όπως είχε κανονιστεί μεταξύ των ως άνω μελών της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, μετέπειτα, όταν μαζί με τον ως άνω 2ο  κατηγορούμενο, που διηύθυνε σε διεθνές επίπεδο την όλη επιχείρηση και ασκούσε την εποπτεία της από μακριά, για λόγους προσωπικής του ασφάλειας, θα έφθανε στην Ελλάδα και άλλο ένα μέλος της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης και συγκεκριμένα θα ερχόταν στην Ελλάδα (όπως και πράγματι ήλθε περί τα τέλη Αυγούστου 2015) και ο 3ος κατηγορούμενος – εκκαλών,  ……., που καταγόταν από την Γουιάνα και ο οποίος είχε διασυνδέσεις και στην Ολλανδία, την οποία δηλώνει άλλωστε τόπο κατοικίας του. Στις 29-8-2015 τα ως άνω δύο εμπορευματοκιβώτια υπ1 αριθ. ZIMU1387911 και ZIMU1112426 (Container), έφθασαν στο λιμάνι του Πειραιά, με το εμπορικό πλοίο Ζ1Μ VANCOUVER που είχε αποπλεύσει (όπως προαναφέρθηκε) από το λιμάνι Georgetown Βρετανικής Γουιάνας, εκτελωνίστηκαν στις 3-9-2015, υπέστησαν φυσικό έλεγχο από τις αρμόδιες τελωνειακός αρχές καθώς και έλεγχο με ακτινογραφικό μηχάνημα X RAY, χωρίς να εντοπιστεί η προαναφερθείσα μεγάλη ποσότητα της κοκαΐνης, που βρισκόταν επιμελώς κρυμμένη στο δεύτερο εμπορευματοκιβώτιο, εκφορτώθηκαν αυτά στην ίδια ως άνω αποθήκη στον Ασπρόπυργο Αττικής στην θέση «Δύο Πεύκα » και επί της οδού  ……, άνευ αριθμού, όπου και φυλασσόταν το πρώτο αποσταλέν εμπορευματοκιβώτιο της δοκιμαστικής αποστολής που είχε ξεκινήσει στις 18-5-2015 και είχε φθάσει στον Πειραιά στις 14-7-2015, αφού τα μέλη της εν λόγω εγκληματικής οργάνωσης είχαν πεισθεί ότι η αποθήκη αυτή ήταν ασφαλής χώρος για την εξαγωγή της κοκαΐνης. ΄Οπως και παραπάνω αναφέρθηκε, περί τα τέλη Αυγούστου 2015 έφθασε στην Ελλάδα και ο 3ος  κατηγορούμενος – εκκαλών,  …….., κατέλυσε δε αρχικά στο κείμενο επί της οδού Ωκεανίδων αρ. 21, στον Νέο Κόσμο, ξενοδοχείο  ….., τέθηκε δε αμέσως υπό παρακολούθηση. Στις πρωινές ώρες της 1-9-2015 ο προαναφερθείς 1ος  των κατηγορουμένων  …… αφού αναχώρησε από την οικία του στον Πειραιά με το υπ’ αριθμ.  …. ΙΧΕ αυτοκίνητό του, μάρκας BMW, μετέβη στο παραπάνω ξενοδοχείο  ….., παρέλαβε τον προαναφερθέντα 3° κατηγορούμενο - εκκαλούντα  …… και τον μετέφερε σε άλλο ξενοδοχείο με την επωνυμία  …, κείμενο επί της οδού  ……, στον Πειραιά,(πλησίον δηλαδή του τόπου κατοικίας του ), έκτοτε δε οι ως άνω κατηγορούμενοι είχαν συχνή και συστηματική επικοινωνία. Στις 2-9-2015,ύστερα από προσυνεννόηση με τα λοιπά μέλη της ως άνω εγκληματικής οργάνωσης και εν όψει της άφιξης και της παραλαβής της προαναφερθείσας εν λόγω ποσότητας κοκαΐνης 27 κιλών και 170 γραμμαρίων, η αξία της οποίας ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, έφθασε στην Ελλάδα, μέσω του αεροδρομίου Ελ. Βενιζέλος, και ο 2ος των κατηγορουμένων,  ….., κατέλυσε δε στο κείμενο επί της Λ. Αλεξάνδρας αρ. … ξενοδοχείο  …, στην Αθήνα. Καθόλη τη διάρκεια της παραμονής του στο ως άνω ξενοδοχείο ο προαναφερθείς 2ος των κατηγορουμένων δεν έβγαινε ποτέ από το ως άνω ξενοδοχείο παρά μόνο για να μεταβεί σε κατάστημα «calling center» στην Πλατεία Βικτωρίας, όπου μπορούσε να πραγματοποιεί με ασφάλεια, λόγω της μη ευχερούς δυνατότητας εντοπισμού και παρακολούθησής τους, τηλεφωνικές κλήσεις με τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης. Διαπιστώθηκε,εξάλλου, μετά από νόμιμη άρση του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών για την υπ’ αρ.  ….. τηλεφωνική σύνδεση που χρησιμοποιούσε ο πρώτος των κατηγορουμένων,  …., ότι αυτός στις 3-9- 2015 σε τηλεφωνική συνομιλία που πραγματοποίησε με άγνωστο άτομο περί τις πρώτες πρωινές ώρες, έλαβε οδηγίες να μεταβεί στην οδό  …..  σε κείμενο στην ως άνω διεύθυνση κατάστημα, προκειμένου να παραλάβει ζυγαριά, όπως και έπραξε. στην συνέχεια επέστρεψε δε στον Πειραιά και συναντήθηκε πάλι με τον ως άνω 3° των κατηγορουμένων  ….. Την επόμενη μέρα στις 4-9-2015, πρωινές ώρες, ο πρώτος των κατηγορουμένων,  ………, εξήλθε της οικίας του στον Πειραιά κρατώντας μία τσάντα ταξιδιού, παρέλαβε τον ως άνω 3° των κατηγορουμένων  ….. από το ξενοδοχείο με την επωνυμία   …..,στο οποίο αυτός καθ’ υπόδειξη του 1ου κατηγορούμενου διέμενε, και στην συνέχεια παρουσία ενός των ανακριτικώς διεισδυσάντων, αποκαλούμενο με το μικρό του κωδικού ονόματος του «Κώστας» στην προαναφερθείσα ως άνω αποθήκη στον Ασπρόπυργο Αττικής στην θέση «Δύο Πεύκα » και επί της οδού  …., άνευ αριθμού, όπου και ξεφορτωθεί και φυλάσσονταν τα προαναφερόμενα τρία….αποσταλέντα από την Γουιάνα Νότιας Αμερικής εμπορευματοκιβώτια. Ο συμφωνημένος με την ως άνω εγκληματική οργάνωση ρόλος που είχε ανατεθεί στον αποσταλέντα για τον σκοπό αυτό στην Ελλάδα 3ο  κατηγορούμενο, και τον οποίο (εν λόγω σκοπό) αυτός είχε αναλάβει να φέρει εις πέρας, ήταν να εντοπίσει με την βοήθεια φωτογραφιών με τις οποίες είχε εφοδιαστεί από τα μέλη της οργάνωσης στην Γουιάνα και να αφαιρέσει ο ίδιος την προαναφερόμενη ναρκωτική ουσία από τα διαφορικά - άξονες στο συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο στο οποίο αυτή ήταν επιμελώς κρυμμένη. Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα ότι ο ως άνω 3ος  των κατηγορουμένων  ………., χρησιμοποιώντας ηλεκτρικό τροχό και με την βοήθεια του πρώτου των κατηγορουμένων  ….., έκοψαν τα συγκεκριμένα διαφορικά που βρίσκονταν στο υπ’ αριθ. ZIMU1112426 εμπορευματοκιβώτιο (Container), και στα οποία ήταν επιμελώς κρυμμένη η προαναφερόμενη ναρκωτική ουσία, ήτοι ποσότητα κοκαΐνης 27 κιλών και 170 γραμμαρίων, η αξία της οποίας ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, και αφαίρεσαν από το εσωτερικό τους τα δέματα της κρυμμένης κοκαΐνης. Λίγο πριν οι προαναφερθέντες ολοκληρώσουν την αφαίρεση της κοκαΐνης επενέβησαν οι αστυνομικοί της δίωξης ναρκωτικών, που παρακολουθούσαν την εξέλιξη της ως άνω επιχείρησης  και συνέλαβαν τους ως άνω κατηγορούμενους, οπότε και διαπίστωσαν επί τόπου ότι η προαναφερόμενη ναρκωτική ουσία, ήτοι ποσότητα κοκαΐνης 27 κιλών και 170 γραμμαρίων, περιεχόταν σε τέσσερα διαφορικά- άξονες, ενώ το ένα ήταν κενό, βρέθηκαν δε και κατασχέθηκαν όλες οι δεκατρείς (13) συνολικά συσκευασίες κοκαΐνης, περιτυλιγμένες με μονωτική ταινία . συνολικού μικτού βάρους 27 κιλών και 170 γραμμαρίων, η αξία της οποίας ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ. Επίσης, κατάσχεσαν από την κατοχή του 1ου των κατηγορουμένων  …..... και μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας με δυνατότητα ζύγισης από 0,1 γραμμάριο έως 120 γραμμάρια . Στη συνέχεια οι αστυνομικοί μετέβησαν στο κείμενο επί της Λ.Αλεξάνδρας αρ… ξενοδοχείο  …., στην Αθήνα, όπου εντόπισαν και συνέλαβαν και τον 2° των κατηγορουμένων  …… . Σημειωτέον ότι τόσον ο 3ος όσον και ο 1ος των ως άνω κατηγορουμένων δεν αρνήθηκαν την εμπλοκή τους στην υπόθεση, άλλωστε συνελήφθησαν επί τόπου στην αποθήκη την ώρα της (κατά τα αναλυτικά προεκτεθέντα) υπό του 3ου κατηγορούμενου, με την βοήθεια του 1ου, εξαγωγής των ναρκωτικών από τα ως άνω διαφορικά- άξονες, και έχοντας ο 1ος τούτων στην κατοχή του μια ηλεκτρονική ζυγαριά ακρίβειας για την οποία αβασίμως ισχυρίστηκε ότι την είχε για να ζυγίσει κοσμήματα.  Την εμπλοκή του με την υπόθεση εμμέσως αποδέχεται και ο 2ος των κατηγορουμένων στην απολογία του, επιδιώκοντας βέβαια να υποβαθμίσει τον ρόλο του στην διακίνηση των ναρκωτικών. Εξάλλου, όλοι οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ότι αποτελούν μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, επικαλέστηκαν δήθεν χειραγώγησή τους από τρίτους από ανάγκη και οικονομικούς λόγους, ο 2ος  τούτων μάλιστα δήλωσε άγνοια του πραγματικού σκοπού του ταξιδιού του στην Ελλάδα από την Γουιάνα, οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί δεν είναι πειστικοί, διότι δεν επιβεβαιώθηκαν από οποιοδήποτε πειστικό επικαλούμενο από αυτούς αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από τις εντελώς γενικόλογες ένορκες καταθέσεις, στο παρόν δικαστήριο, των μαρτύρων υπεράσπισης των 1ου  και 3ου των κατηγορουμένων, πρέπει συνεπώς να απορριφθούνε ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Αντιθέτως, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, επιβεβαιώθηκαν πλήρως οι ανώνυμες πληροφορίες που (όπως προαναφέρθηκε ) είχαν περιέλθει, τουλάχιστον από τον Φεβρουάριο 2015 στην υπηρεσία υποδιεύθυνσης της Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, κατά τις οποίες κύκλωμα ημεδαπών και αλλοδαπών δραστηριοποιείτο στην μεταφορά και δη στην εισαγωγή και διακίνηση δια θαλάσσης σε εμπορευματοκιβώτια (containers) μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών,και συγκεκριμένα κοκαΐνης από τη Νότια Αμερική σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, καθώς και ότι βασικά μέλη του ως άνω κυκλώματος ήταν αφενός ο δεύτερος των τώρα κατηγορουμένων - εκκαλούντων  ……., υπήκοος Γουιάνας, που ήταν ο διευθύνων και κατευθύνων σε διεθνές επίπεδο την εν λόγω εγκληματική οργάνωση διεθνούς διακίνησης κοκαΐνης και ένας των αποστολέων των containers με τη ναρκωτική ουσία κοκαΐνης, ο οποίος δραστηριοποιείτο στην μεταφορά της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης από την Γουιάνα στην Ολλανδία, αφετέρου ο πρώτος των τώρα κατηγορουμένων - εκκαλούντων  ……., που ήταν ο διευθύνων και κατευθύνων την ως άνω εγκληματική οργάνωση μεταφοράς και διακίνησης της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνης την Ελλάδα. Συγκεκριμένα από όλα τα προεκτεθέντα, αποδείχτηκε πλήρως ότι κατά τον προαναφερθέντα χρόνο και έως την σύλληψή τους (4-9-2015) στη Νότια Αμερική, στην Βρετανική Γουιάνα και στην ευρύτερη περιοχή της Ελληνικής επικράτειας, οι προαναφερθέντες 1ος και 2ος των κατηγορουμένων είχαν συγκροτήσει και εν συνεχεία διεύθυναν δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα αποτελούμενη από τους ίδιους, τον 3° κατηγορορούμενο  ….,, άτομο με το όνομα  …. αλλά και άλλους άγνωστους ακόμη δράστες, επιδιώκοντας τη διάπραξη κακουργημάτων που προβλέπονται στις διατάξεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, και ειδικότερα το κακούργημα της διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης, την εισαγωγή τους από τη Νότια Αμερική και την Βρετανική Γουιάνα στην Ελλάδα και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και την περαιτέρω διακίνησή τους στην Ελλάδα και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και τα οποία (κακουργήματα) πράγματι διαπράχθηκαν, όπως αποδείχτηκε κατά τα αναλυτικά προαναφερθέντα. Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι οι προαναφερθέντες 1ος και 2ος των κατηγορουμένων κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα είχαν συγκροτήσει έκαστος με τους αντίστοιχους λοιπούς συγκατηγορουμένους τους εγκληματική οργάνωση,κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 187 παρ. 1 Π.Κ. και μάλιστα εγκληματική οργάνωση διεθνούς χαρακτήρα, με μέλη ημεδαπούς και αλλοδαπούς από τη Νότια Αμερική και την Ευρώπη, που δραστηριοποιούνταν στην δια θαλάσσης μεταφορά ιδιαίτερα μεγάλων ποσοτήτων απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης με εμπορευματοκιβώτια από χώρες της Νότιας Αμερικής προς την Ευρώπη και ευρωπαϊκούς δίαυλους διακίνησης κοκαΐνης, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, και στη συνέχεια την εισαγωγή και περαιτέρω διακίνηση σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και στην Ελλάδα, η οποία πληρούσε τα προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσης ποιοτικά, ποσοτικά και χρονικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας οργάνωσης, με διαρκή δράση και δομημένη ιεραρχικά, με διακριτούς ρόλους των μελών της, και συγκεκριμένα διευθυνόμενης και κατευθυνόμενης σε διεθνές μεν επίπεδο από τον 2° των κατηγορουμένων  … και άτομο με το όνομα  …. (αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας ), στην Ελλάδα δε από τον 1ο των κατηγορουμένων  ……., οι οποίοι αποτελούσαν και τους οργανωτές των μεταφορών των φορτίων κοκαΐνης, ενώ ενταγμένος στην εν λόγω εγκληματική οργάνωση ήταν και ο 3ος των κατηγορουμένων  …… που  (όπως προαναφέρθηκε ) ήταν επιφορτισμένος με τον ρόλο της επίβλεψης και καθοδήγησης της εξαγωγής της κοκαΐνης από τις κρύπτες μεταφοράς αυτής και την παράδοσή της στον 1ο  κατηγορούμενο, στην οποία εν λόγω εγκληματική οργάνωση ήταν ενταγμένοι και άλλοι άγνωστοι δράστες με διαφορετικό καθένας ρόλο,με κοινό σκοπό να αποκομίσουν μεγάλου ύψους παράνομα οικονομικά (χρηματικά ) κέρδη, που υπολογίζονται από την κατασχεθείσα και μοιρασμένη σε δέκα τρεις (13) ανισοβαρείς αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες - πακέτα περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία, ποσότητα κοκαΐνης, συνολικού μικτού βάρους (27 κιλών και 170) γραμμαρίων, τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ. Στην εν λόγω ιεραρχικά δομημένη εγκληματική οργάνωση με διάρκεια δράσης σε βάθος χρόνου είχαν ενταχθεί οι ως άνω κατηγορούμενοι, όπως αποδείχτηκε κατά τα προαναφερθέντα, υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους έκαστος υποτάσσοντας τη βούλησή τους σε αυτήν, νοούμενη ως ολότητα και ενιαία μονάδα, διευθυνόμενη και κατευθυνόμενη πάντως από τους 1ο και 2ο κατά τα προεκτεθέντα, που δεν είχε σχηματιστεί περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος, αλλά είχε συγκροτηθεί με προοπτική να έχει διαρκή και εκ των προτέρων ήδη σχεδιασμένη δράση, με μόνιμο και διαρκή χαρακτήρα, χαρακτηριζόμενη από την προαναφερόμενη εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή, και με σκοπό την παράνομη διακίνηση και εισαγωγή μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκ των οποίων και στην Ελλάδα. Αποδείχτηκε επίσης ότι οι τρεις ως άνω κατηγορούμενοι, ήτοι οι  ….,  …… και  ….., που, ενεργώντας από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με ταυτόχρονες και διαδοχικές, αλλά και συγκλίνουσες συμπεριφορές ενός εκάστου εξ αυτών, και έχοντας ενιαίο δόλο, α) στις 29/08/2015, μετέφεραν και εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια και συγκεκριμένα στο λιμάνι του Πειραιά, με το εμπορικό πλοίο ΖΙΜ  … με απόπλου από το λιμάνι Georgetown της Βρετανικής Γουιάνας την 28/6/2015 ποσότητα κοκαΐνης, 27 κιλών και 170 γραμμαρίων, η αξία της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, η οποία βρέθηκε επιμελώς κρυμμένη εντός ειδικώς μετασκευασμένων σε κρύπτες διαφορικών - αξόνων οχημάτων, τοποθετημένων εντός του υπ’ αριθ. ZIMU1112426 εμπορευματοκιβωτίου (Container), μεταξύ νόμιμου φορτίου scrap και συγκεκριμένα η ανωτέρω ποσότητα ήταν επιμελώς κρυμμένη ανάμεσα σε τέσσερα (4) διαφορικά- άξονες, μέσα σε 13 νάιλον συσκευασίες περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία, το δε συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο εκτελωνίστηκε και μεταφέρθηκε σε αποθήκη στον Ασπρόπυργο Αττικής, β) στις 3/9/2015 εντός αποθηκευτικού χώρου επί της οδού  …. άνευ αριθμού, στον Ασπρόπυργο Αττικής, στη θέση Δύο Πεύκα, αποθήκευσαν και δη τοποθέτησαν σε χώρο ασφαλή και δυσπρόσιτο σε τρίτους απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο τοποθέτησαν και απέκρυψαν δέκα τρεις (13) ανισοβαρείς αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες -πακέτα περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία, περιέχουσες κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους (27 κιλών και 170 γραμμαρίων) η αξία της οποίας ανέρχεται, τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση αυτής. Η ποσότητα αυτή ήταν επιμελώς κρυμμένη εντός ειδικώς μετασκευασμένων σε κρύπτες διαφορικών - αξόνων οχημάτων, τοποθετημένων εντός του υπ’ αριθ. ZIMU 1112426 εμπορευματοκιβωτίου (Container), μεταξύ νόμιμου φορτίου scrap, το οποίο βρισκόταν εντός της προαναφερόμενης αποθήκης και γ) στις 4/9/2015 και περί ώρα 13.15 εντός του προαναφερόμενου αποθηκευτικού χώρου επί της οδού  …. άνευ αριθμού, στον Ασπρόπυργο Αττικής, στη θέση Δύο Πεύκα, κατελήφθησαν να κατέχουν με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνουν ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση σε τρίτους απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, και συγκεκριμένα κατελήφθησαν να κατέχουν δεκατρείς (13) ανισοβαρείς αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες -πακέτα περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία, περιέχουσες κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους (27 κιλών και 170 γραμμαρίων) η αξία της οποίας ανέρχεται, τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση αυτής. Αποδείχτηκε εξάλλου από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα ότι οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών αφενός στα πλαίσια της προαναφερθείσας εγκληματικής οργάνωσης, διεθνικού χαρακτήρα, στην οποία αυτοί είχαν ενταχθεί με μέλη ημεδαπούς και αλλοδαπούς από τη Νότια Αμερική, και την Ευρώπη, που δραστηριοποιούνταν στην δια θαλάσσης μεταφορά ιδιαίτερα μεγάλων ποσοτήτων απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα κοκαΐνης με εμπορευματοκιβώτια από χώρες της Νότιας Αμερικής προς την Ευρώπη και ευρωπαϊκούς δίαυλους διακίνησης κοκαΐνης, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένους, και στη συνέχεια την εισαγωγή και περαιτέρω διακίνηση σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και στην Ελλάδα, η οποία πληρούσε τα προαναφερθέντα στην μείζονα σκέψη της παρούσης ποιοτικά, ποσοτικά και χρονικά χαρακτηριστικά μιας τέτοιας οργάνωσης, με διαρκή δράση και δομημένης ιεραρχικά, με διακριτούς ρόλους των μελών της, και συγκεκριμένα διευθυνόμενης και κατευθυνόμενης σε διεθνές επίπεδο από τον 2ο των κατηγορουμένων  … και άτομο με το όνομα  …. (αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας ), στην Ελλάδα δε από τον 1ο  των κατηγορουμένων  ……... οι οποίοι αποτελούσαν και τους οργανωτές των μεταφορών των φορτίων κοκαΐνης από την αλλοδαπή στην Ελληνική Επικράτεια, ενώ ενταγμένος στην εν λόγω εγκληματική οργάνωση ήταν και ο 3ος των κατηγορουμένων  ………., αφετέρου κατ’ επάγγελμα όπου το προσδοκώμενο όφελος του από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ, καθόσον από την ιεραρχική δομή της εγκληματικής οργανώσεως, που προκύπτει εκ του ανωτέρω περιγραφόμενου ρόλου εκάστου των μελών της, τον διεθνικό της χαρακτήρα και την μεθοδολογία δράσεως των μελών της (χρησιμοποίηση για τη μεταφορά των ναρκωτικών του συστήματος διεθνών, δια θαλάσσης, μεταφορών και διακίνησης αγαθών, προϊόντων και υλικών, αναζήτηση και χρησιμοποίηση διαύλων παραπλανήσεως των Αρχών της Χώρας για την ασφαλή παράνομη εισαγωγή των ναρκωτικών στην Επικράτεια, χρησιμοποίηση αποθηκευτικών χώρων και μέσων μεταφοράς των ναρκωτικών, καθώς και ειδικώς επιλεγμένων μετασκευασμένων σε κρύπτες υλικών αλλά επίσης και ειδικώς επιλεγμένων υλικών συγκαλύψεως -SCRAP - των κρυπτών), προκύπτει η κατάρτιση εκ μέρους των μελών της εγκληματικής οργανώσεως επαγγελματικής υποδομής, εξασφαλίζουσας την συνεχή στον χρόνο εγκληματική τους δράση (μεταφορά, εισαγωγή, διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών) προς αποκόμιση μεγάλου ύψους παρανόμων προσόδων που υπερβαίνουν τις 75.000 ευρώ. Τα ανωτέρω ενισχύονται έξαλλου και από το γεγονός ότι η ως άνω εγκληματική οργάνωση είχε διασυνδέσεις με εμπόρους ναρκωτικών από τις χώρες τις Λατινικής Αμερικής, από τους οποίους προμηθευόταν σημαντικές ποσότητες κοκαΐνης, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους και από την ασυνήθιστα μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης που κατείχαν από κοινού, αξίας τουλάχιστον 1.500.000 ευρώ, κατά τον χρόνο της προαναφερθείσας σύλληψής τους. Με βάση επομένως τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα στην αρχή της παρούσας μείζονα σκέψη στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους πράξεων της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση κατά την παραπάνω έννοια, με διευθυντικό ρόλο του πρώτου και του δεύτερου εξ αυτών, καθώς και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης), από κοινού, με τις μορφές της παράνομης εισαγωγής τους στην Ελληνική Επικράτεια από την αλλοδαπή δια της δια θαλάσσης μεταφοράς τους, αποθήκευσης από κοινού και κατοχής τους, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους, τελεσθείσας της εν λόγω δεύτερης πράξης αυτής της παράβασης της νομοθεσίας περί ναρκωτικών με τις ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις και επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ’ επάγγελμα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κοκαΐνης αξίας τουλάχιστον 1.500.000 ευρώ, κατά τον χρόνο της προαναφερθείσας σύλληψής τους ), στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης και από την οποία το προσδοκώμενο όφελος των δραστών υπερβαίνει κατά πολύ τις 75.000 ευρώ. Πρέπει συνεπώς, σύμφωνα και με όλα τα προεκτεθέντα, να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, όπως αυτές περιγράφονται αναλυτικά κατωτέρω στο διατακτικό της παρούσης και να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ’ ουσία όλοι οι περί του αντιθέτου αυτοτελείς και αρνητικοί της κατηγορίας σχετικοί ισχυρισμοί των κατηγορουμένων (αντιστοίχως) και 1) των ισχυρισμών του πρώτου κατηγορουμένου περί μη υπάρξεως κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης, και (κατ' ορθήν εκτίμηση ) περί απάλειψης της επιβαρυντικής του υπερβαίνοντος τις 75.000 ευρώ προσδοκώμενου οφέλους του,2) των ισχυρισμών του δεύτερου κατηγορουμένου περί μεταβολής επικουρικά της κατηγορίας σε συμμετοχή σε απλή οργάνωση της παρ. 2 του άρθρου 187 Π.Κ. (αντί της εγκληματικής οργάνωσης). σε απλή συνέργεια στις προαναφερθείσες πράξεις της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών, περί απάλειψης των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ’ επάγγελμα τέλεσης και του υπερβαίνοντος τις 75.000 ευρώ προσδοκώμενου οφέλους του, καθώς και των ισχυρισμών του περί ακυρότητας λόγω ανακριτικής διείσδυσης χωρίς βούλευμα ή εισαγγελική διάταξη, περί υπέρβασης της ανακριτικής διείσδυσης, ανακριτικής παγίδευσης και περί δράσης των ανωτέρω ως προβοκατόρων που πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ουσίαν αβάσιμοι, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, στην αρχή του εν λόγω σκεπτικού, 3) των ισχυρισμών του πρώτου κατηγορουμένου περί απαλλαγής του για την εγκληματική οργάνωση και περί απαλοιφής της επιβαρυντικής περίπτωσης του άρθρου 23 του νόμου περί ναρκωτικών και να επιφυλαχθεί το δικαστήριο σχετικά με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των κατηγορουμένων περί αναγνώρισης ελαφρυντικών. Εξάλλου, σχετικά με τον περί τοξικομανίας αυτοτελή ισχυρισμό που πρότειναν όλοι οι κατηγορούμενοι  [και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν παρέχει στους κατηγορούμενους την δυνατότητα ήπιας μεταχείρισης κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν 4139/2013,καθόσον το έγκλημα για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι (ως προς τα ναρκωτικά) προβλέπεται και τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 23 του Νόμου περί ναρκωτικών και δεν περιλαμβάνεται στις παραβάσεις για τις οποίες προβλέπεται ήπια ποινική μεταχείριση των τοξικομανών ] από όλα τα προαναφερθένια αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχτηκε ότι οι κατηγορούμενοι κατά τον κρίσιμο ως άνω χρόνο τέλεσης των ως άνω πράξεων (από τον Φεβρουάριο 2015 μέχρι και 4-9-2015 ) είχαν αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών σε σημείο που να μην μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις παρά μόνο με ειδική θεραπευτική αντιμετώπιση. Οι θετικές στο σημείο αυτό γνωμοδοτήσεις του ψυχιάτρου Καραμπάτσου Χρ. που περιέχονται στις σχετικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης αυτών που αφορούν τους ανωτέρω κατηγορουμένους και διατάχθηκαν με την σχετική διάταξη του 19ου  Τακτικού Ανακριτή Αθηνών δεν οδηγούν σε αντίθετη κρίση, διότι αυτές βασίστηκαν αποκλειστικά και μόνο στις απαντήσεις των ίδιων οι οποίες λήφθηκαν υπόψη για την ύπαρξη των κριτηρίων που απαιτεί ο νόμος για τον χαρακτηρισμό κάποιου ατόμου ως εξαρτημένου και δεν προηγήθηκε αυτών εργαστηριακός έλεγχος, δηλαδή τοξικολογική ανάλυση σωματικών υγρών εντός του προβλεπόμενου χρόνου, ούτε εισήχθησαν σε δημόσιο νοσηλευτικό ίδρυμα για κλινικό έλεγχο. Ιδιαίτερα όψει των ανωτέρω,που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και από τα υπό των κατηγορουμένων προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και με την επιτηδειότητά, την οργάνωση περί τον σχεδιασμό, τον μεθοδικό συντονισμό και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι (υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες του έκαστος τούτων ), που αντικειμενικά δεν μπορούν να αναπτύξουν τοξικομανείς, και που (συνακόλουθα ) δεν συνάδουν με τον περί τοξικομανίας ισχυρισμό τους πρέπει να απορριφθούν ως και ουσία αβάσιμοι οι περί τοξικομανίας αυτοτελείς ισχυρισμοί που πρότειναν όλοι οι κατηγορούμενοι».

Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας  κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο  για τις αξιόποινες πράξεις: α) της συγκρότησης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης που επεδίωκε τη διάπραξη κακουργημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών  και β) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (εισαγωγή στη χώρα, μεταφορά,κατοχή και αποθήκευση),από κοινού και κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος άνω των (75.000) ευρώ, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών για την υπό στοιχ. α΄ πράξη και σε ποινή ισόβιας κάθειρξης  και χρηματική ποινή τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) ευρώ για την υπό στοιχ. β΄ πράξη, με το ακόλουθο,κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό : «ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΕΝΟΧΟ τον 2ο κατηγορούμενο ….. του ότι :Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, εκ προθέσεως ενεργώντας με περισσότερες πράξεις,τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται και τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματική ποινή,και συγκεκριμένα:

1) Στη Νότια Αμερική, στην Βρετανική Γουιάνα και στην ευρύτερη περιοχή της Ελληνικής επικράτειας, σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του έτους 2015 τουλάχιστον και έως της συλλήψεως του την 4-9-2015 και σε ημερομηνία, που βρίσκεται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος συγκρότησε (και εν συνεχεία διεύθυνε) δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα με περισσότερα των τριών πρόσωπα και με συγκεκριμένη κατανομή εγκληματικών ρόλων, (εγκληματική οργάνωση), επιδιώκοντας τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων, που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών με σκοπό την επιδίωξη οικονομικού οφέλους των μελών της και την αποκόμιση παράνομου κέρδους από τη διακίνηση ιδιαίτερα μεγάλων ποσοτήτων απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο,συγκρότησε και εν συνεχεία διεύθυνε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα, αποτελούμενη από αυτόν και τους συγκατηγορουμένους του,  …..,  ……, άτομο με το όνομα  ….. α.λ.σ. και άλλους άγνωστους ακόμη δράστες, επιδιώκοντας τη διάπραξη κακουργημάτων που προβλέπονται στις διατάξεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και συγκεκριμένα το κακούργημα της διακίνησης μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης, της εισαγωγής τους α Νότια Αμερική, και την Βρετανική Γουιάνα στην Ελλάδα και της περαιτέρω διακίνησης τους στην Ελλάδα και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και τα οποία (κακουργήματα) πράγματι διαπράχθηκαν. σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα κατωτέρω στην υπό στοιχεία 2 πράξη, όπως αυτή αναλύεται. Συγκεκριμένα από τον Φεβρουάριο του έτους 2015 τουλάχιστον και έως της συλλήψεώς του την 4-9-2015, συγκρότησαν με τους ανωτέρω αναφερομένους συγκατηγορούμενους του εγκληματική οργάνωση διεθνικού χαρακτήρα, με μέλη ημεδαπούς και αλλοδαπούς από τη Νότια Αμερική και Ευρώπη, που δραστηριοποιούντο στην μεταφορά μεγάλων ποσοτήτων κοκαΐνης, δια θαλάσσης, με εμπορευματοκιβώτια (Containers), από χώρες της Νοτίου Αμερικής προς ευρωπαϊκούς διαύλους διακίνησης, της Ελληνικής Επικράτειας συμπεριλαμβανομένης, και εν συνεχεία στην εισαγωγή προς περαιτέρω διακίνηση τόσο σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης όσο και την χώρα μας, πληρούσα τα ποιοτικά, ποσοτικά και χρονικά χαρακτηρίστηκα μίας τέτοιας οργανώσεως, με διαρκή δράση και δομημένης ιεραρχικά, με διακριτούς των μελών της ρόλους, ήτοι διευθυνομένης και κατευθυνόμενης σε διεθνές επίπεδο από αυτόν και του ατόμου με το όνομα  .. α.λ.σ. και στην Ελλάδα από τον συγκατηγορούμενο του  ……, οι οποίοι και αποτελούν και τους οργανωτές των μεταφορών των φορτίων κοκαΐνης και ενταγμένων σε αυτήν του συγκατηγορούμενου του ….. επιφορτισμένου με τον ρόλο της επίβλεψης και καθοδήγησης της εξαγωγής της κοκαΐνης από τις κρύπτες μεταφοράς και την παράδοση των ναρκωτικών στον συγκατηγορούμενο του  ……, και άλλων άγνωστων ακόμη δραστών, με μη προσδιορισμένο ακόμη ρόλο, επί σκοπώ αποκομίσεως μεγάλου ύψους παράνομων προσόδων, υπολογιζόμενων εκ της κατασχεθείσης ποσότητας κοκαΐνης των (27 κιλών και 170 γραμ.), σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα κατωτέρω στην υπό στοιχεία 2 πράξη, όπως αυτή αναλύεται, τουλάχιστον σε 1.500.000 ευρώ.

2) Στους αναφερόμενους κατωτέρω τόπους και χρόνους εκ προθέσεως ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο με τους συγκατηγορούμενους του  ……,.... άτομο με το όνομα  ….. α.λ.σ. και άλλους άγνωστους ακόμη δράστες,ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με ταυτόχρονες και διαδοχικές ή συγκλίνουσες συμπεριφορές με αυτούς και με ενιαίο δόλο και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, τέλεσε το έγκλημα της διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, κατ’ επάγγελμα ενεργώντας και το προσδοκώμενο όφελός του υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ. Ειδικότερα τέλεσε το ως άνω έγκλημα με τις εξής πράξεις: Α) Στην ευρύτερη περιοχή της Ελληνικής Επικράτειας κατά τον κατωτέρω χρόνο, ενεργώντας από κοινού με τους προαναφερόμενους συγκατηγορούμενους του,ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με ταυτόχρονες και διαδοχικές ή συγκλίνουσες συμπεριφορές με αυτούς και έχοντας ενιαίο δόλο,εισήγαγε μέσα στα όρια του Κράτους από την αλλοδαπή ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους. Συγκεκριμένα την 29/08/2015, εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια,και συγκεκριμένα στο λιμάνι του Πειραιά, με το εμπορικό πλοίο ΖΙΜ  …. με απόπλου από το λιμάνι Georgetown Βρετανικής Γουιάνας την 8/6/2015 ποσότητα κοκαΐνης, (27 κιλών και 170 γραμμαρίων), η αξία της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, η οποία βρέθηκε επιμελώς κρυμμένη εντός ειδικώς μετασκευασμένων σε κρύπτες διαφορικών - αξόνων οχημάτων, τοποθετημένων εντός του υπ' αριθ. ZIMU1112426 εμπορευματοκιβωτίου (Container), μεταξύ νόμιμου φορτίου scrap και συγκεκριμένα η ανωτέρω ποσότητα ήταν επιμελώς κρυμμένη ανάμεσα σε τέσσερα (4) διαφορικά- άξονες, μέσα σε 13 νάιλον συσκευασίες περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία,   το δε συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο εκτελωνίστηκε και μεταφέρθηκε σε αποθήκη στον Ασπρόπυργο Αττικής. Β) Στη Βρετανική Γουιάνα και στην ευρύτερη περιοχή της Ελληνικής Επικράτειας, κατά τον κατωτέρω χρόνο ενεργώντας από κοινού με τους προαναφερόμενους συγκατηγορούμενους του, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με ταυτόχρονες και διαδοχικές ή συγκλίνουσες συμπεριφορές με αυτούς και έχοντας ενιαίο δόλο μετέφερε εν γνώσει του, με πλοίο ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους, και συγκεκριμένα, την 29-8-2015 μετέφερε στο λιμάνι του Πειραιά, με το εμπορικό πλοίο ΖΙΜ  …. που είχε αποπλεύσει από το λιμάνι Georgetown Βρετανικής Γουιάνας την 28/6/2015 ποσότητα κοκαΐνης, (27 κιλών και 170 γραμμαρίων), η αξία της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ και η οποία βρέθηκε επιμελώς κρυμμένη εντός ειδικώς μετασκευασμένων σε κρύπτες διαφορικών - αξόνων οχημάτων, τοποθετημένων εντός του υπ' αριθ. ZIMU1 112426 εμπορευματοκιβωτίου (Container) μεταξύ νόμιμου φορτίου scrap και συγκεκριμένα η ανωτέρω ποσότητα ήταν επιμελώς κρυμμένη ανάμεσα σε τέσσερα (4) διαφορικά - άξονες, μέσα σε 13 συσκευασίες περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία, το δε συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο εκτελωνίστηκε και μεταφέρθηκε σε αποθήκη στον Ασπρόπυργο Αττικής. Αυτός δε, γνώριζε ότι μέσα στο συγκεκριμένο εμπορευματοκιβώτιο (Containers), το οποίο μετέφερε μέσω του ανωτέρω πλοίου υπήρχαν απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες. Γ) Την 4/9/201 5 και περί ώρα 13.15’ εντός αποθηκευτικού χώρου επί της οδού  …. άνευ αριθμού, στον Ασπρόπυργο Αττικής, στη θέση Δύο Πεύκα, ενεργώντας από κοινού με τους προαναφερόμενους συγκατηγορούμενους του, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με ταυτόχρονες και διαδοχικές ή συγκλίνουσες συμπεριφορές με αυτούς και έχοντας ενιαίο δόλο, κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτει κατά τη βούλησή του, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση σε τρίτους απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα: Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο και δη την 4/9/201 5 και περί ώρα 13.15΄ εντός αποθηκευτικού χώρου της οδού  … άνευ αριθμού, στον Ασπρόπυργο Αττικής, στη θέση Δύο Πεύκα, οι συγκατηγορούμενοι του  …. και …., ενεργούντες και για λογαριασμό του, του ατόμου με το όνομα  … α.λ.σ. και άλλων αγνώστων ακόμη στην ανάκριση δραστών, καταλήφθηκαν να κατέχουν δεκατρείς (13) ανισοβαρείς αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες -πακέτα περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία, περιέχουσες κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους (27 κιλών και 170 γραμμαρίων), η αξία της οποίας ανέρχεται, τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση αυτής. Την ανωτέρω ποσότητα κοκαΐνης είχαν εισαγάγει από κοινού άπαντες οι κατηγορούμενοι στην ελληνική επικράτεια κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 2Α του παρόντος. Δ) Την 3/9/2015 εντός αποθηκευτικού χώρου επί της οδού  …. άνευ αριθμού, στον Ασπρόπυργο Αττικής, στη θέση Δύο Πεύκα, ενεργώντας από κοινού με τους προαναφερόμενους συγκατηγορούμενους του. ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με ταυτόχρονες και διαδοχικές ή συγκλίνουσες συμπεριφορές με αυτούς και έχοντας ενιαίο δόλο, αποθήκευσε και δη τοποθέτησε σε χώρο ασφαλή και δυσπρόσιτο σε τρίτους απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο και δη εντός αποθηκευτικού χώρου επί της οδού  ……. άνευ αριθμού, στον Ασπρόπυργο Αττικής, στη θέση Δύο Πεύκα την 3.9.2015 από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, τοποθέτησε και απέκρυψε δέκα τρεις (13) ανισοβαρείς αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες -πακέτα περιτυλιγμένες με κολλητική ταινία, περιέχουσες κοκαΐνη, συνολικού μικτού βάρους (27 κιλών και 170 γραμμαρίων) η αξία της οποίας ανέρχεται, τουλάχιστον στο ποσό του 1.500.000 ευρώ, με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση αυτής. Η ποσότητα αυτή ήταν επιμελώς κρυμμένη εντός ειδικώς μετασκευασμένων σε κρύπτες διαφορικών -αξόνων οχημάτων, τοποθετημένων εντός του υπ’ αριθ. ZIMU1112426 εμπορευματοκιβωτίου (Container), μεταξύ νόμιμου φορτίου scrap, το οποίο βρισκόταν εντός της προαναφερόμενης αποθήκης. Τις παραπάνω πράξεις διακίνησης ναρκωτικών ουσιών τελεί αυτός και οι προαναφερόμενοι συγκατηγορούμενοί του α) στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 187 ΠΚ και β) κατ’ επάγγελμα όπου το προσδοκώμενο όφελος του από τη διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, τις παραπάνω πράξεις διακίνησης κοκαΐνης, συνολικού μικτού βάρους (27 κιλών και 170 γραμμαρίων), τέλεσε στα πλαίσια της εγκληματικής οργάνωσης, την οποία αυτός συγκρότησε και διεύθυνε σε διεθνές επίπεδο, όπως αυτή ορίζεται παραπάνω στην υπ’ αριθμ. 1 πράξη του κατηγορητηρίου, περαιτέρω δε την πράξη της διακίνησης απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών τελεί κατ’ επάγγελμα, δεδομένου ότι από την ιεραρχική δομή της εγκληματικής οργανώσεως, που προκύπτει εκ του ανωτέρω περιγραφόμενου ρόλου έκαστου των μελών της - τον διεθνικό της χαρακτήρα και την μεθοδολογία δράσεως των μελών της (χρησιμοποίηση για τη μεταφορά των ναρκωτικών του συστήματος διεθνών, δια θαλάσσης, μεταφορών και διακίνησης αγαθών, προϊόντων και υλικών, αναζήτηση και χρησιμοποίηση διαύλων παραπλανήσεως των Αρχών της Χώρας για την ασφαλή παράνομη εισαγωγή των ναρκωτικών στην Επικράτεια, χρησιμοποίηση αποθηκευτικών χώρων και μέσων μεταφοράς των ναρκωτικών, καθώς και ειδικώς επιλεγμένων μετασκευασμένων σε κρύπτες υλικών, αλλά επίσης και ειδικώς επιλεγμένων υλικών συγκαλύψεως -SCRAP - των κρυπτών), προκύπτει η κατάρτιση εκ μέρους των μελών της εγκληματικής οργανώσεως επαγγελματικής υποδομής, εξασφαλίζουσας την συνεχή στον χρόνο εγκληματική τους δράση (μεταφορά, εισαγωγή, διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών) προς αποκόμιση μεγάλου ύψους παρανόμων προσόδων που υπερβαίνουν τις 75.000 ευρώ. Περαιτέρω τα ως άνω προκύπτουν από το γεγονός ότι είχε διασυνδέσεις με εμπόρους ναρκωτικών, από τις χώρες τις Λατινικής Αμερικής με σκοπό τη διακίνηση σημαντικών ποσοτήτων κοκαΐνης και από την ασυνήθιστα μεγάλη ποσότητα κοκαΐνης που κατείχε από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του, αξίας τουλάχιστον 1.500.000 ευρώ».

Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το εν λόγω Δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για τα οποία κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα,ήτοι : α) της συγκρότησης και διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό τη διάπραξη κακουργημάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών και β) της διακίνησης, με τη μορφή της εισαγωγής στη χώρα, μεταφοράς,κατοχής και αποθήκευσης ναρκωτικών ουσιών (κοκαίνης), από κοινού και  κατ’ επάγγελμα και με προσδοκώμενο όφελος  υπερβαίνον το ποσό των (75.000) ευρώ, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 8 περ.θ΄,12, 14,13 ε΄, 16,17,18, 26, 27 παρ. 1, 45, 51, 52, 57 παρ.1,  94 και 187 παρ.1,2,3 του ΠΚ,  σε συνδ. με τις διατάξεων των άρ. 20 παρ.1,2 και 3, 22 παρ.2 εδ. β΄ και 23 παρ. 2 περ. α΄ του Ν. 4139/2013,  τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον τέταρτο λόγο αναίρεσης, και αφορούν σε έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ), επειδή,όπως αιτιάται,  το Δικαστήριο της ουσίας αξιολογώντας πλημμελώς τα αποδεικτικά στοιχεία : 1) Απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφαση τον προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας,λόγω διενέργειας παράνομης ανακριτικής διείσδυσης από τον Φεβρουάριο 2015, σε χρόνο δηλ. κατά τον οποίο δεν είχε εκδοθεί εισαγγελική διάταξη  και βούλευμα αρμοδίου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που να την επιτρέπουν. 2) Δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αυτός διηύθυνε την επίδικη εγκληματική οργάνωση, άνευ μνείας του αποδεικτικού μέσου από το οποίο αποδείχθηκαν οι εν λόγω παραδοχές της, ενώ κατ’ ορθή αξιολόγηση των απομαγνητοφωνημένων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, αποδεικνύεται ότι ουδεμία επαφή είχε με τους λοιπούς συγκατηγορούμενους, είναι αβάσιμες, διότι α) η προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια αιτιολογεί ότι δεν συνιστά ανακριτική διείσδυση η συνάντηση στις 14/2/2015 των αστυνομικών με τα ψευδώνυμα  … και  … σε καφετέρια της Λ. Ποσειδώνος Αττικής με τον κατηγορούμενο  …. (μη αναιρεσείοντα) όπου ήταν παρών και ο αναιρεσείων, αλλά  ότι αυτή εντάσσεται επιτρεπτά σε προστάδιο συλλογής πληροφοριών από την Υπηρεσία Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών για το έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών που είχαν σχεδιάσει να τελέσουν από κοινού οι κατηγορούμενοι της ένδικης υπόθεσης, μεταξύ των οποίων, και ο αναιρεσείων, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, έτσι ώστε οι πληροφορίες αυτές να αξιολογηθούν από την εν λόγω υπηρεσία,η οποία  εν συνεχεία θα ζητούσε από τις εισαγγελικές αρχές να της επιτρέψουν την ανακριτική διείσδυση, η οποία διενεργήθηκε νόμιμα στην ένδικη υπόθεση από τις 6/4/2015 και εφεξής δυνάμει των προαναφερθεισών Α81α/15 και Δ169α/15  εισαγγελικών διατάξεων του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και τα υπ’αρ. 1247/2015 και 2747  βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, β) για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών  μέσων και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα εξ αυτών χωριστά, αλλά αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους στο προοίμιο του σκεπτικού της. 3) Περαιτέρω, ο αναιρεσείων,αιτιάται  ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη παράνομα αποδεικτικά στοιχεία  για την καταδικαστική σε βάρος του κρίση, ήτοι τις από 6/4/2015, 6/7/2015 και 7/7/2015 ένορκες καταθέσεις των συγκεκαλυμμένων αστυνομικών  με τις  κωδικές ονομασίες  … και  ……., οι οποίες  προσκομίστηκαν,το πρώτον ενώπιόν του, καθώς αυτές δεν υπήρχαν έως τότε στην δικογραφία και δεν είχε λάβει γνώση τους. Η εν λόγω αιτίαση είναι αβάσιμη, διότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε,με την παρεμπίπτουσα υπ’ αρ. 366/2021 απόφασή του,  με τη δέουσα αιτιολογική επάρκεια το αίτημα του αναιρεσείοντος περί μη ανάγνωσης και συνεκτίμησης των ανωτέρω ενόρκων καταθέσεων των συγκεκαλυμμένων αστυνομικών, δεχόμενο ότι αυτές υπήρχαν στη δικογραφία από το στάδιο της προδικασίας  και  ότι αποτελούσαν αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία  προκειμένου τούτο να σχηματίσει ασφαλή και δίκαιη κρίση για την υπόθεση.   Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο και σχετικές με την κατηγορία, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του  ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, είναι και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορούμενου ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας,κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά αυτεπαγγέλτως.  Κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, «η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις». Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχείο α΄, η οποία συνίσταται στο ότι «ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα». Κριτήριο, επομένως, για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, η οποία υπάρχει, όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από τα άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ. (Ολ ΑΠ 2/2022,  ΑΠ 1416/2022). 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο κατηγορούμενος και νυν αναιρεσείων, ζήτησε εγγράφως, δια των συνηγόρων του, την αναγνώριση του ελαφρυντικού του σύννομου βίου, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 α΄ του ΠΚ, επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του, κατά πιστή μεταφορά, ότι  «………μέχρι το χρόνο της φερόμενης ως τελεσθείσης, υπό κρίση αξιόποινης πράξης, έζησε ζωή σύννομη από κάθε άποψη….είναι ένας καλός οικογενειάρχης, πατέρας 5 παιδιών, ξανά παντρεμένος πρόσφατα. Η δε επαγγελματική του κατάσταση είναι τέτοια, ώστε να είναι πρότυπο επαγγελματία και ένας από τους λίγους, ο οποίος δραστηριοποιείται στην εξόρυξη χρυσού και πολυτίμων λίθων στη χώρα του. Είναι δε συνεπέστατος σε όλες τις υποχρεώσεις του απέναντι στο κράτος και πάντοτε εργαζόταν μέσα στα νόμιμα πλαίσια, δίχως να έχει δώσει ποτέ το παραμικρό δικαίωμα, σεβόμενος τις σχετικές άδειες εξόρυξης και τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς. Ο δε περίγυρός του τον σέβεται και τον εκτιμά, τόσο αυτόν όσο και την οικογένειά του και πάντοτε ήταν εκείνος, ο οποίος φρόντιζε και συντηρούσε την οικογένειά του. Υπήρξε πάντοτε ευγενικός, προσηνής και σεμνός απέναντι σ’ όλους, πρόσφερε δε απλόχερα τη βοήθειά του σε όποιον τη ζητούσε. Η καλοσύνη του αυτή την οποία όλοι βεβαιώνουν, τον βοήθησε στο να δημιουργήσει βαθιές φιλίες με αξιόλογους ανθρώπους, οι οποίοι ακόμη και μέχρι σήμερα στέκονται στο πλευρό του…..».  Το Δικαστήριο της ουσίας δεν αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω  αιτηθέν ελαφρυντικό (84 παρ.2 α΄ ΠΚ), αφού  απέρριψε -κατά πλειοψηφία- τον σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του. Ειδικότερα, αναφορικά με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α` του ΠΚ [σύννομου  βίου], για την απόρριψη της οποίας παραπονείται ο αναιρεσείων, το δικάσαν  Εφετείο, διέλαβε τα εξής : «.....  Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άποψη που επικράτησε στο Δικαστήριο, το αίτημα….περί αναγνωρίσεως …..της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α΄ του ΠΚ, τυγχάνει απορριπτέο,προεχόντως ως απαράδεκτο, για το λόγο ότι προβλήθηκε παντελώς αόριστα, καθόσον δεν εκτέθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του, ότι δηλ. αυτός δεν έχει παραβιάσει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, ότι στη διάρκεια του χρόνου σεβόταν τα έννομα αγαθά και συμμορφωνόταν με τις επιταγές του νόμου, ώστε τα ένδικα εγκλήματα που έχει τελέσει να εμφανίζονται ως μοναδική παραφωνία….,άλλως ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως κατ’ ουσία αβάσιμος,για το λόγο ότι ο ν. Ποινικός Κώδικας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν επιτρέπει  την αναγνώριση του ελαφρυντικού μόνον επί ελλείψει προηγούμενης καταδίκης, στην προκειμένη δε περίπτωση απ’ όλο το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει παραβιάσει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, ότι δηλ. στη διάρκεια του χρόνου, σεβόταν τα έννομα αγαθά και συμμορφωνόταν με τις επιταγές του νόμου, ώστε τα ένδικα εγκλήματα που τέλεσε να εμφανίζονται ως μοναδική παραφωνία, κάτι που κανένας δεν περίμενε…..αντιθέτως αποδείχθηκε πλήρως ότι ο κατηγορούμενος είχε εμπλακεί με τα ναρκωτικά από πολλού χρόνου….είχε αναφέρει μάλιστα ρητά στον ψυχίατρο πραγματογνώμονα (όπως ο ίδιος αναφέρει στην αναγνωσθείσα πραγματογνωμοσύνη του) ότι είχε κατηγορηθεί στις Η.Π.Α. για παραβίαση του ν. περί ναρκωτικών, …….εμπλοκή που δεν συνάδει με το σεβασμό του νόμου και τη συμμόρφωση με τις επιταγές του. Συνεπώς, …πρέπει ν’ απορριφθεί το αίτημα…περί αναγνώρισης …της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρ. 84 παρ.2α΄ΠΚ». Με  τις ανωτέρω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί  σύννομου βίου, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με επάρκεια έκρινε, ανελέγκτως, ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προϋποθέσεις για τη χορήγηση τoυ προαναφερθέντος ελαφρυντικού. Ειδικότερα, αφού, σύμφωνα με τις αναγραφόμενες στην αρχή της παρούσας νομικές σκέψεις, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του σύννομου βίου, δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά απαιτείται η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ήτοι η μη παραβίαση επιτακτικών ή απαγορευτικών κανόνων δικαίου, η αιτιολογία αυτή, που διέλαβε το Δικαστήριο της ουσίας στην απορριπτική κρίση του εν λόγω αυτοτελούς των ανωτέρω κατηγορουμένων ισχυρισμού, είναι αφενός επαρκής και αφετέρου εφαρμόστηκε ορθώς η εν λόγω διάταξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α` του νέου ΠΚ), καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, αναφέρει αρνητικά περιστατικά που αναιρούν το σύννομο του βίου του αναιρεσείοντος, εκ των οποίων οδηγήθηκε στην απορριπτική του κρίση. Επομένως, υπό το πρίσμα της νέας ευμενέστερης διατάξεως του άρθρου 84 παρ. 2 α΄ του νέου Ποινικού Κώδικα, το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας τον εν λόγω αυτοτελή ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του Κ.Ποιν.Δ. και ο υποστηρίζων τα αντίθετα δέκατος  λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ,μεταξύ άλλων, και  η υπό στοιχείο ε΄, που συνίσταται στο ότι «ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του». Η σχετική διάταξη που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής (ΑΠ 627/2022, ΑΠ 1466/2019).  Για να συντρέξει δε η ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση , η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε΄ του ισχύοντος ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης εκ μέρους του  των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμη και κατά την κράτησή του. Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη διαβίωση του κατηγορούμενου, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης,  μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση της αξιόποινης πράξης. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 143/2023, ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1047/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζήτησε εγγράφως,δια των συνηγόρων του, την αναγνώριση και του ελαφρυντικού της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς,  σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 ε΄ του ΠΚ, επικαλούμενος για τη θεμελίωσή του,κατά πιστή μεταφορά, ότι  «…. καθ’ όλο το διάστημα που παρήλθε από την φερόμενη ως τελεσθείσα απ’ αυτόν πράξη μέχρι και σήμερα, ως κρατούμενος, επέδειξε συμπεριφορά και διαγωγή εξαιρετική, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πιστοποιητικά καλής διαγωγής της φυλακής όπου κρατείται….είναι υπόδειγμα κρατούμενου, ο οποίος εργάζεται εντός του καταστήματος κράτησης και όλοι οι φύλακες και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι έχουν να πουν τα καλύτερα λόγια για έναν υποδειγματικό, ήρεμο και πράο άνθρωπο. Έως και τις 31/5/2019 έχει συμπληρώσει πεντακόσιες δώδεκα (654) ημέρες εργασίας, όπως προκύπτει και από την από 19/9/2019 και με αρ.πρωτ. 13811 σχετική βεβαίωση του καταστήματος κράτησης Πάτρας η οποία ανεγνώσθη. Δέον δε όπως αναφερθεί ότι ο χρόνος κράτησης αυτού, είναι πλέον ικανός προκειμένου να διαγνωστεί και να αναγνωριστεί εις το πρόσωπό του η καλή συμπεριφορά μετά την πράξη…..Επίσης, προς απόδειξη της ενεργητικής, καλής συμπεριφοράς του μετά την πράξη, προσκομίζεται η βεβαίωση του Ν.Π.Ι.Δ. Επάνοδος, από την οποία βεβαιώνεται ότι … παρακολούθησε και ολοκλήρωσε με επιτυχία το πρόγραμμα με τίτλο «ΕΚΜΑΘΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ»,διαρκείας 60 ωρών το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Κατάστημα Κράτησης του Αγ.Στεφάνου (Πάτρα)……». Τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος το δικάσαν Δικαστήριο απέρριψε -ομόφωνα- ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν,  με την ακόλουθη αιτιολογία : «…..καθόσον αποδείχθηκε μεν ότι αυτός, όντας συνεχώς κρατούμενος από το χρόνο τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, εργάστηκε σε διάφορες θέσεις εργασίας εντός της φυλακής, επέδειξε καλή διαγωγή και υπέβαλε αίτημα συμμετοχής στο εγκεκριμένο πρόγραμμα συμβουλευτικής του ΚΕΘΕΑ, πλην όμως η συμπεριφορά του 2ου κατηγορούμενου είναι η συνήθης καλή διαγωγή κάθε κρατούμενου, λαμβανομένου υπόψη και του χρονικού διαστήματος [σχετικά μικρού] της κράτησής του, και μάλιστα εν αναμονή της δίκης του σε πρώτο βαθμό [που ολοκληρώθηκε το 2019] και σε δεύτερο βαθμό [από 21/10/2020 μέχρι 24/6/2021] για τις επίδικες αξιόποινες πράξεις, δεν είναι, δηλαδή πρόδηλα διακριτή της συνήθους και δεν αποδεικνύεται από αυτήν ότι συνέχεται με εξαιρετική βελτίωση της συμπεριφοράς του, ότι αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και ότι παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, σύμφωνα και με τα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας, αλλά περιλαμβάνει και θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως, ως αποτέλεσμα της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του και όχι για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής ενός τέτοιου ισχυρισμού. Επομένως, για τους προαναφερθέντες λόγους,κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου,  πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του δεύτερου των ως άνω κατηγορουμένων  να αναγνωριστεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 ε΄του ΠΚ…….».  Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε, την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, και ορθώς απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περιστάσεως του  άρθρου 84 παρ. 2 ε΄ του ΠΚ, την οποία διάταξη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, το δικάσαν Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, κατέληξε ανέλεγκτα στις ουσιαστικές παραδοχές, ότι δεν αποδείχθηκαν οι κατά τα άνω απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση του προαναφερθέντος ελαφρυντικού από την διάταξη του άρθρου 84 παρ.2 ε΄ ΠΚ, δεχόμενο ότι η συνήθης καλή συμπεριφορά του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος μέσα στη φυλακή με την επιβεβλημένη κατά νόμο τήρηση των κανόνων λειτουργίας της,η πραγματοποίηση ημερομισθίων εντός της φυλακής, ανταμειβομένων με πλασματική έκτιση της επιβληθείσας ποινής, και η παρακολούθηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων εντός της φυλακής προς επιμόρφωση, δεν αποτελούν αυθεντική μαρτυρία για την ψυχική και ηθική μεταστροφή του. Συνεπώς, ο συναφής ένατος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ, για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την απόρριψη  του ανωτέρω ελαφρυντικού και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρ. 84 παρ.2 ε΄ ΠΚ, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 463 παρ. 4 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ.

«Όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται μόνο ποινή ισόβιας κάθειρξης, προστίθεται διαζευκτικά και η πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών». Στην ευνοϊκή αυτή ρύθμιση οδήγησε η διαπίστωση ότι σε πολλούς ειδικούς ποινικούς νόμους οι ποινές που προβλέπονταν ήταν υπερβολικά υψηλές και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματική κοινωνική βλάβη που επέφερε η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν ενδιαφέρει,εάν από τον ειδικό ποινικό νόμο μαζί με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται και χρηματική ποινή, αλλά εάν η μόνη προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή είναι αυτή της ισόβιας κάθειρξης και όχι διαζευκτικά και κάποια άλλη στερητική της ελευθερίας ποινή. Η λέξη «μόνο» αναφέρεται στη στερητική της ελευθερίας ποινή της ισόβιας κάθειρξης, ανεξάρτητα αν προβλέπεται μαζί με αυτήν και χρηματική ποινή. Με τη ρύθμιση αυτή του άρθρου 463 παρ. 4, επέρχεται εναρμονισμός των ποινών των ειδικών ποινικών νόμων, σε καθένα των οποίων δεν ήταν δυνατόν να γίνει συγκεκριμένη αναφορά, με αυτές του ισχύοντος από 1.7.2019 Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες η ποινή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται εναλλακτικά με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών για τα εγκλήματα που προσβάλλουν τα σημαντικότερα έννομα αγαθά, για τα οποία προσήκει η αυστηρότατη τιμωρία, όπως είναι η εσχάτη προδοσία (άρθρο 134 ΠΚ), η επιβουλή της ακεραιότητας της χώρας (άρθρο 138 ΠΚ) και η ανθρωποκτονία με πρόθεση (άρθρο 299 ΠΚ) ή όταν προκαλείται θάνατος πολλών ανθρώπων, ως αποτέλεσμα άλλης αξιόποινης πράξης (άρθρο 290 ΠΚ) προβλέπεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης και όχι διαζευκτικά και κάποια άλλη ποινή στερητική της ελευθερίας. Για το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικής ουσίας κατ’ επάγγελμα με προσδοκώμενο όφελος του δράστη που υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 α΄ του ν.4139/2013 προβλέπει ποινή ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή από 50.000 έως 1.000.000 ευρώ. Το γεγονός ότι για το έγκλημα αυτό, ο δράστης του οποίου αποβλέπει σε οικονομικό όφελος άνω των 75.000 ευρώ, προβλέπεται σωρευτικά και χρηματική ποινή δεν αποκλείει την εφαρμογή της ως άνω ευνοϊκής ρύθμισης και στην περίπτωση αυτή, αφού η λέξη «μόνο» αναφέρεται, κατά τα ποοεκτεθέντα, στη στερητική της ελευθερίας ποινή (ΑΠ 1103/2022, ΑΠ 449/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 299/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, το  δικάσαν Εφετείο μετά την περί ενοχής απόφαση, αφού άκουσε την Εισαγγελέα και τους συνηγόρους των κατηγορουμένων, στα πλαίσια του περί ποινής κεφαλαίου αποφάσισε την μη αναδρομική εφαρμογή της ευμενέστερης κατ’ άρ. 2§ 1 ν. ΠΚ διάταξης του άρ. 463§4 ν. Π.Κ στο αδίκημα του άρ. 23§2 εδ. α' περίπτ. β'  του ν. 4139/13, οπότε στην απειλή ισόβιας κάθειρξης του τελευταίου δεν προστέθηκε διαζευκτικά και η ποινή της προσωρινής κάθειρξης τουλάχιστον (10) ετών. Ειδικότερα δε, αποφάσισε ότι στην δεύτερη πράξη της ιδιαίτερα διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών από κοινού,κατ’ επάγγελμα, και με προσδοκώμενο όφελος άνω των 75.000 ευρώ,για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι,δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρ. 463 παρ.4 του ν. ΠΚ, αφού δεν απειλείται μόνον ισόβια κάθειρξη αλλά και σωρευτικά χρηματική ποινή,  και επέβαλε στον αναιρεσείοντα,βάσει των κριτηρίων του άρ. 79 ν. ΠΚ, για την ανωτέρω δεύτερη πράξη του,την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και χρηματική ποινή τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) €. Με τις ανωτέρω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2§1, 463§4 νέου ΠΚ και 23§2 εδ. α΄  περίπτ. β΄ του  ν. 4139/13, διότι για την εφαρμογή του άρ. 463§ 4 ν.ΠΚ δεν έχει σημασία αν στην εφαρμοζόμενη διάταξη του ειδικού ποινικού νόμου απειλείται ή όχι σωρευτικώς χρηματική ποινή, αλλά αν απειλείται μόνο ισόβια κάθειρξη χωρίς άλλη εναλλακτική στερητική της ελευθερίας ποινή. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής ενδέκατος λόγος αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ ΚΠΔ, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σκέλος της επιβλητέας ποινής για την πράξη της διακίνησης (εισαγωγή στην χώρα, μεταφορά, κατοχή, αποθήκευση) ναρκωτικών (κοκαΐνης) από κοινού, κατ’ επάγγελμα, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωση, με προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 € (παράβ. άρ. 23§2 εδ. α΄ περίπτ. β΄, σε συνδ. με άρ. 22§2 εδ. β' ν. 4139/13) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρα 519, 522 Κ.Π.Δ), προκειμένου να γίνει νέα επιμέτρηση της ποινής για την ανωτέρω πράξη,και βεβαίως,εφόσον προκύψει ζήτημα, να καθορισθεί συνολική ποινή.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ «αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ` αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους...». Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις ως άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α] να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιοδήποτε λόγο απαράδεκτο, β] οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ] οι υπόλοιποι, είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο,είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο έγινε δεκτό ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο,και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος [ΑΠ 100/2022, ΑΠ 1025/2021, ΑΠ 86/2020,ΑΠ 761/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση,  εφόσον ο ανωτέρω ενδέκατος βάσιμος λόγος αναίρεσης προδήλως δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, πρέπει το ευεργετικό αποτέλεσμα της υπό κρίση αναίρεσης να επεκταθεί στους συγκατηγορουμένους, συγκαταδικασθέντες ως συναυτουργούς στην ένδικη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών στη δευτεροβάθμια δίκη και ωφελούμενους, και συγκεκριμένα στους  … και  …., ώστε να εφαρμοσθεί αναδρομικά και υπέρ αυτών η ευμενέστερη διάταξη του άρ. 463§ 4 του ν. ΠΚ στην ανωτέρω πράξη της διακίνησης (εισαγωγή στην χώρα, μεταφορά, κατοχή, αποθήκευση) ναρκωτικών (κοκαΐνης) από κοινού, κατ’ επάγγελμα, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης, με προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000€ (παράβ. άρ. 23§2 εδ. α' περίπτ. β', σε συνδ. με άρ. 22§2 εδ. β' ν. 4139/2013) για την οποία αυτοί επίσης (όπως ο αναιρεσείων) καταδικάσθηκαν σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ έκαστος, αφού τους αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση του άρ. 84 παρ.2 ε΄ του ΠΚ,. Συνεπώς, ενόψει ότι οι ανωτέρω συγκατηγορούμενοι του αναιρεσείοντος δεν άσκησαν αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης,ωστόσο συντρέχουν οι, κατ’ άρ.469 ΚΠΔ, προϋποθέσεις επέκτασης  και σ’ αυτούς του ανωτέρω ευεργετικού αποτελέσματος της υπό κρίση αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς αυτούς :  α) κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις περί επιβολής ποινής στον καθέναν εξ αυτών για την ανωτέρω πράξη τους αντίστοιχα και β) ως προς τη διάταξή της  περί επιβολής συνολικής ποινής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθμ. 693/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και συγκεκριμένα: κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις: 1) περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα για την  πράξη της διακίνησης (εισαγωγή στην χώρα, μεταφορά, κατοχή, αποθήκευση) ναρκωτικών (κοκαΐνης) από κοινού, κατ’ επάγγελμα, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωση, με προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 € και 2) ως προς τις διατάξεις περί καθορισμού της συνολικής ποινής στον αναιρεσείοντα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση όσον αφορά τον αναιρεσείοντα,κατά το ως άνω υπό στοιχ. 1 και 2 αναιρεθέν μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της παρούσας απόφασης και στους καταδικασθέντες συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος  ….. και  ….. και αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση και ως προς αυτούς, και συγκεκριμένα: 1) κατά το μέρος που αφορά τις διατάξεις περί επιβολής ποινής στον καθέναν εξ αυτών αντίστοιχα για την   πράξη της διακίνησης (εισαγωγή στην χώρα, μεταφορά, κατοχή, αποθήκευση) ναρκωτικών (κοκαΐνης) από κοινού, κατ’ επάγγελμα, στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωση, με προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 €, και 2) ως προς τις διατάξεις περί καθορισμού της συνολικής ποινής στον καθένα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση όσον αφορά τους συγκατηγορούμενους του αναιρεσείοντος  … και  …..,κατά το ως άνω υπό στοιχ.1 και 2 αναιρεθέν μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ, κατά τα λοιπά, την με αρ.πρωτ. 6389/2022 κρινόμενη αίτηση του  …., υπηκόου Γουϊάνας, και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κρατήσεως Αγ. Στεφάνου Πατρών, για αναίρεση της ανωτέρω απόφασης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2023.

   Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

 

 

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Αυγούστου 2023.

  Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                  Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Login