ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του ΦΠΑ . Παραγραφή
- Τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 4745/2020, με τη διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55 Α παρ. 3 του Ν. 4174/2013, ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 του Ν. 4745/2020 (ΑΠ 95/2022, ΑΠ 594/2021)
- Πρόκειται για έγκλημα σκοπού και ο υπαίτιος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 Π.Κ.), δηλαδή πρέπει αυτός, να ενεργεί γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου ΦΠΑ. Αν ο υπαίτιος δεν έχει τέτοιο εγκληματικό σκοπό, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση και δεν στοιχειοθετείται το παραπάνω έγκλημα (ΑΠ 646/2020).
ΑΡΙΘΜΟΣ 976/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα και Διονύσιο Παλλαδινό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αδαμαντίας Οικονόμου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης Μ-Ά ή Μ Κ του Δ, κατοίκου Κηφισιάς Αττικής, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Γιαλάογλου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 299/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης.
Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23-9-2021 αίτησή της αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1097/2021.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠΔ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το άνω μέρος, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 23-9-2021 αίτηση της Μ - Ά Κ του Δ, κατοίκου Κηφισιάς Αττικής, ασκηθείσα με δήλωση στον γραμματέα του ειρηνοδικείου της κατοικίας της, για την οποία συντάχθηκε η έκθεση με αριθμό 6/23-9-2021, για αναίρεση της απόφασης 299/7-7-2021 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αναίρεσης της 875/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης και με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη της μη απόδοσης ΦΠΑ, του οποίου το ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 75.000 ευρώ, με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. β΄ του ΠΚ και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους, ανασταλείσα για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ και Θ΄ του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 17, 18, και 19 του ν. 2523/1997 (Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία) προκύπτει ότι τα εγκλήματα φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές αναφέρονται περιοριστικά και μόνο α) στην παράλειψη υποβολής ή στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), β) στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και γ) στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 18 παρ.1 του ν. 2523/1997, υπό το καθεστώς του οποίου φέρεται ότι τελέστηκε η ένδικη φοροδιαφυγή, όπως αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με την παρ. 2 δ’ του άρθρου 3 ν. 3943/2011, "αδίκημα, μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος, ο οποίος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή ΦΠΑ τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση πάνω από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ (μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. Στις διατάξεις αυτές περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, λοιπών φόρων, τελών κλπ. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του σχετικού εγκλήματος, κατά την οποία (μεταξύ άλλων) η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του ΦΠΑ, στοιχειοθετείται μόνο αν ο φορολογούμενος ενήργησε με σκοπό ("προκειμένου") να αποφύγει την πληρωμή ΦΠΑ ή να πληρώσει λιγότερο ΦΠΑ. Πρόκειται για έγκλημα σκοπού και ο υπαίτιος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 Π.Κ.), δηλαδή πρέπει αυτός, με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης του ΦΠΑ στο Δημόσιο, να ενεργεί γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου ΦΠΑ. Αν ο υπαίτιος δεν έχει τέτοιο εγκληματικό σκοπό, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση και δεν στοιχειοθετείται το παραπάνω έγκλημα, η δε σχετική καταδικαστική απόφαση πρέπει να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (μη απόδοση, ανακριβής απόδοση, συμψηφισμός ή απατηλή λήψη ΦΠΑ κλπ.) και τον συγκεκριμένο εγκληματικό σκοπό για αποφυγή της πληρωμής του ΦΠΑ (ΑΠ 646/2020). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ’ αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, εκτός αν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Ακόμη, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ του ΚΠοινΔ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για ζήτημα, το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό 299/7-7-2021, το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θράκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ’ είδος σ’ αυτή (εγγράφων των οποίων έγινε ανάγνωση), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: «…η κατηγορουμένη στον παρακάτω τόπο και χρόνο ως πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρίας προκειμένου να αποφύγει την για λογαριασμό της πληρωμή, δεν απέδωσε στην αρμόδια αρχή του Δημοσίου τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), ο οποίος υπερέβαινε σε ετήσια βάση, όπως καταλογίστηκε από τον προϊστάμενο της αρμόδιας οικονομικής εφορίας το χρηματικό ποσό των 75.000 ευρώ. Ειδικότερα στην Αλεξανδρούπολη ενώ είχε την ιδιότητα της προέδρου του διοικητικού συμβουλίου, διευθύνουσας συμβούλου και νόμιμης εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “Δ Ε ΑΕ”, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη Έβρου, με διακριτικό τίτλο “Δ ΑΕ”, ΑΦΜ …….. και αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία εδεσμάτων για διαβητικούς, προκειμένου να αποφύγει την για λογαριασμό της πληρωμή προς το Δημόσιο του ΦΠΑ δεν προέβη σε διακανονισμό ΦΠΑ παγίων επενδυτικών αγαθών ποσού 321.189,10 ευρώ, ο οποίος είχε επιστραφεί στην ως άνω ανώνυμη εταιρία ούτε υπέβαλε εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ για τη διαχειριστική περίοδο από την 1η Ιανουαρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2001 με αποτέλεσμα να καταλογιστεί με την υπ' αριθμ. 286/5-9-2012 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ του προϊσταμένου της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης σε βάρος της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας το προαναφερθέν ποσό για τη συγκεκριμένη διαχειριστική περίοδο και ειδικότερα με την υπ' αριθμ. 286/5-9-2012 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ αρχικά με την ΑΤΒ 6942/12-12-2012 το συνολικό ποσό των 706.616,02 ευρώ ενώ κατόπιν της υπ'αριθμ. 405/12-12-2012 απόφασης διαγραφής του διευθυντή της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης και της κατάθεσης της υπ'αριθμ. 21/6-12-2012 προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θράκης, η οποία ασκήθηκε από την εν λόγω εταιρία και κοινοποιήθηκε στη ΔΟΥ στις 21-12-2012 όπως και την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής ή αιτήματος διοικητικής επίλυσης της διαφοράς βεβαιώθηκε ποσοστό 50% του ανωτέρω ποσού και έλαβε πλέον χώρα η από 9-1-2013 οριστική βεβαίωση με αριθμό ΑΤΒ 123/9-1-2013 και τη δημιουργία του υπ' αριθμ. ΑΧΚ 25/9-1-2013 χρηματικού καταλόγου για το ποσό των 160.594,55 ευρώ πλέον προσαυξήσεων ποσού 192.713,46 ευρώ δηλ. για το συνολικό ποσό 353.308,01 ευρώ, το οποίο αφορά τον οφειλόμενο από την ανώνυμη εταιρία φόρο για την αναφερόμενη διαχειριστική περίοδο από την 1η Ιανουάριου έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2001 και δεν απέδωσε στην αρμόδια προς τούτο αρχή. Περαιτέρω όπως αναφέρεται στην αναγνωσθείσα δημόσια στο ακροατήριο υπ' αριθμ. πρωτ. 12027/1-7-2021 έγγραφη ενημέρωση κατ' άρθρο 68§6 ν. 4174/2013 της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση της κατηγορουμένης η υπ' αριθμ. 21/6-12-2012 προσφυγή της εκπροσωπούμενης από την κατηγορουμένη ανώνυμης εταιρίας απορρίφθηκε με την υπ'αριθμ. 8/12-1-2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θράκης ενώ δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι με την αναγνωσθείσα δημόσια στο ακροατήριο υπ'αριθμ. πρωτ. Γ/4982/ΝΝ80539/Ν1892/90/1998 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης ανακλήθηκε η υπαγωγή της ένδικης επένδυσης της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας στις διατάξεις του ν. 1892/1990 διότι η υπαγωγή της επένδυσης στηρίχθηκε σε αναληθή τραπεζικά έγγραφα και η πραγματοποίηση του επενδυτικού σχεδίου και ειδικότερα η αγορά και η εισαγωγή του σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο από 22-10-1998 δελτίο πληροφοριών του ΣΔΟΕ Περιφερειακής Διεύθυνσης Αττικής (αριθμός εντολής ελέγχου 7643/1998) από εταιρία, η οποία δε διέθετε τα αναγκαία κεφάλαια για την αγορά των μηχανημάτων ούτε διατηρούσε τα νόμιμα φορολογικά στοιχεία και βιβλία και τα εκδοθέντα από αυτή τιμολόγια πώλησης μηχανημάτων ήταν εικονικά και επομένως το εν λόγω επενδυτικό σχέδιο πραγματοποιούνταν κατά μη νόμιμο τρόπο κατά παράβαση του άρθρου 7 της υπ'αριθμ. ΙΕ / 3307 / ΝΝ 80539 / Ν. 1892/90/21-11-1995 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης περί υπαγωγής της επένδυσης και των διατάξεων του ν. 1892/1990. Σημειώνεται ότι η από 11-2-1999 αίτηση ακύρωσης της υπ' αριθμ. Γ/4982/ΝΝ 80539/ Ν 1892/90/1998 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, η οποία ασκήθηκε από την ως άνω ανώνυμη εταιρία, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την αναγνωσθείσα δημόσια στο ακροατήριο υπ'αριθμ. 2293/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας. Συνεπώς αφού έλαβε χώρα ανάκληση υπαγωγής της επένδυσης της ως άνω ανώνυμης εταιρίας και μάλιστα για τους ανωτέρω αναφερθέντες λόγους, που ανάγονται σε υπαιτιότητα της φορολογουμένης ανώνυμης εταιρίας και όχι λόγω περιστάσεων ανεξαρτήτων της βούλησης της νομίμου εκπροσώπου της, η τελευταία υπείχε υποχρέωση απόδοσης του ΦΠΑ, για τον οποίο είχε απαλλαγεί. Με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη της πράξης μη απόδοσης ΦΠΑ, που υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των 75.000 ευρώ, η οποία της αποδίδεται με το κατηγορητήριο και να αναγνωριστεί σε αυτή η ελαφρυντική περίσταση της διάταξης του άρθρου 84§2β ΠΚ (έλλειψη ταπεινών αιτίων), όπως με την αναιρεθείσα με την υπ'αριθμ. 662/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου υπ'αριθμ. 875/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου κατ' άρθρο 470 ΚΠΔ (απαγόρευση χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.». Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη της μη απόδοσης ΦΠΑ, του οποίου το ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 75.000 ευρώ, με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. β΄ του ΠΚ και της επέβαλε ποινή φυλάκισης ενός έτους, ανασταλείσα για τρία έτη, με το ακόλουθα διατακτικό : «Κηρύσσει την κατηγορούμενη ένοχη του ότι στον παρακάτω τόπο και χρόνο, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνουσα Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος εμπορικής εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει την για λογαριασμό της πληρωμή, δεν απέδωσε στην αρμόδια αρχή του Δημοσίου τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), που υπερβαίνει σε ετήσια βάση, όπως καταλογίστηκε από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Οικονομικής Εφορίας, το χρηματικό ποσό των 75.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, στην Αλεξανδρούπολη, ενώ είχε την ιδιότητα της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνουσας Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της νόμιμα εκπροσωπούμενης και εδρεύουσας στην Αλεξανδρούπολη Ν.Έβρου (Π. Κ , αριθ… ) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Δ Ε ΑΕ» και διακριτικό τίτλο «Δ ΑΕ», με ΑΦΜ 094340669 και αντικείμενο δραστηριότητας την παραγωγή και εμπορία εδεσμάτων για διαβητικούς, προκειμένου να αποφύγει την για λογαριασμό της πληρωμή προς το Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), δεν προέβη σε διακανονισμό ΦΠΑ παγίων επενδυτικών αγαθών ποσού τριακοσίων είκοσι ενός χιλιάδων εκατόν ογδόντα εννέα ευρώ και δέκα λεπτών (321.189,10 ευρώ), που επεστράφη στην εταιρία, ούτε υπέβαλλε εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ για την διαχειριστική περίοδο από την 1η Ιανουάριου έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2001, με αποτέλεσμα να καταλογισθεί με την υπ’ αριθμ. 286/5.9.2012 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης σε βάρος της παραπάνω ανώνυμης εταιρίας το αναφερόμενο ποσό για την συγκεκριμένη διαχειριστική περίοδο, και ειδικότερα με την υπ’ αριθμ. 286/5.9.2012 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ αρχικά με την ΑΤΒ 6942/12.12.2012 το συνολικό ποσό των επτακοσίων έξι χιλιάδων εξακοσίων δεκαέξι ευρώ και δύο λεπτών (706.616,02 ευρώ), ενώ κατόπιν της υπ' αριθμ. 405/12.12.2012 απόφασης διαγραφής του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης και της κατάθεσης της υπ' αριθμ. 21/6.12.2012 ασκηθείσας από την εν λόγω εταιρία προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θράκης και κοινοποιηθείσας στη Δ.Ο.Υ στις 21.12.2012, όπως και την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής ή αιτήματος διοικητικής επίλυσης της διαφοράς βεβαιώθηκε ποσοστό 50% του παραπάνω ποσού και έγινε πλέον η από 9.1.2013 οριστική βεβαίωση με αριθμό ΑΤΒ 123/9.1.2013 και τη δημιουργία του με αριθμό ΑΧΚ 25/9.1.2013 χρηματικού καταλόγου, για το ποσό των εκατόν εξήντα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (160.594,55 ευρώ), πλέον προσαυξήσεων ύψους εκατόν ενενήντα δύο χιλιάδων επτακοσίων δέκα τριών ευρώ και σαράντα έξι λεπτών (192.713,46 ευρώ), δηλαδή για το συνολικό ποσό των τριακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων τριακοσίων οκτώ ευρώ και ενός λεπτού (353.308,01 ευρώ) το οποίο αφορά τον οφειλόμενο από την ανώνυμη εταιρία φόρο για την αναφερόμενη διαχειριστική περίοδο από την 1η Ιανουάριου έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2001 και δεν απέδωσε στην αρμόδια προς τούτο αρχή. Δέχεται το Δικαστήριο ότι η κατηγορουμένη ωθήθηκε στην πράξη της αυτή από μη ταπεινά αίτια και της αναγνωρίζει την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2β’ ΠΚ.».
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης της φοροδιαφυγής με τη μη απόδοση ΦΠΑ, του οποίου το ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 75.000 ευρώ, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 παρ.1 του ν. 2523/1997 και 27 παρ. 2 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται : α) η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, Διευθύνουσας Συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Δ Ε ΑΕ», β) η υποχρέωση της ανώνυμης εταιρείας «Δ Ε ΑΕ» να αποδώσει ΦΠΑ ποσού 353.308,01 ευρώ που προήλθε από το γεγονός ότι δεν προέβη σε διακανονισμό ΦΠΑ παγίων επενδυτικών αγαθών ποσού τριακοσίων είκοσι μιας χιλιάδων εκατόν ογδόντα εννέα ευρώ και δέκα λεπτών (321.189,10 ευρώ), που επεστράφη στην εταιρία πριν από την ανακλητική απόφαση της υπαγωγής της ανώνυμης εταιρείας στις διατάξεις του Ν. 1882/1990, ούτε υπέβαλε εκκαθαριστική δήλωση ΦΠΑ, μετά την ανακλητική απόφαση της υπαγωγής της ανώνυμης εταιρείας στις διατάξεις του Ν. 1882/1990, με αποτέλεσμα να καταλογισθεί με την υπ’ αριθμ. 286/5.9.2012 πράξη προσδιορισμού ΦΠΑ αρχικά με την ΑΤΒ 6942/12.12.2012 το συνολικό ποσό των επτακοσίων έξι χιλιάδων εξακοσίων δεκαέξι ευρώ και δύο λεπτών (706.616,02 ευρώ), ενώ κατόπιν της υπ' αριθμ. 405/12.12.2012 απόφασης διαγραφής του Διευθυντή της Δ.Ο.Υ Αλεξανδρούπολης και της κατάθεσης της υπ' αριθμ. 21/6.12.2012 ασκηθείσας από την εν λόγω εταιρία προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θράκης και κοινοποιηθείσας στη Δ.Ο.Υ στις 21.12.2012, όπως και την πάροδο της προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής ή αιτήματος διοικητικής επίλυσης της διαφοράς βεβαιώθηκε ποσοστό 50% του παραπάνω ποσού και έγινε πλέον η από 9.1.2013 οριστική βεβαίωση με αριθμό ΑΤΒ 123/9.1.2013 και τη δημιουργία του με αριθμό ΑΧΚ 25/9.1.2013 χρηματικού καταλόγου, για το ποσό των εκατόν εξήντα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (160.594,55 ευρώ), πλέον προσαυξήσεων ύψους εκατόν ενενήντα δύο χιλιάδων επτακοσίων δέκα τριών ευρώ και σαράντα έξι λεπτών (192.713,46 ευρώ), δηλαδή για το συνολικό ποσό των τριακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων τριακοσίων οκτώ ευρώ και ενός λεπτού (353.308,01 ευρώ), το οποίο αφορά τον οφειλόμενο από την ανώνυμη εταιρία φόρο για την αναφερόμενη διαχειριστική περίοδο από την 1η Ιανουάριου έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2001 και γ) ότι η αναιρεσείουσα με την ως άνω περιγραφόμενη ιδιότητά της γνώριζε την υποχρέωσή της προς απόδοση του ΦΠΑ των 353.308,01 και παρέλειψε την απόδοση του επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου ΦΠΑ. Η αιτίαση ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ των ενεργειών του διακανονισμού του ποσού των 321.189,10 ευρώ και υποβολής εκκαθαριστικής δήλωσης, είναι αβάσιμη, διότι διακανονισμός μπορούσε να ενεργηθεί κατά το άρθρο 26 του Ν.1642/1986 πριν από την ανάκληση της υπαγωγής της ανώνυμης εταιρείας στις διατάξεις του Ν. 1882/1990, ενώ η εκκαθαριστική δήλωση έπρεπε να υποβληθεί μετά την ανακλητική πράξη υπαγωγής της ανώνυμης εταιρείας στον Ν. 1882/1990, που πραγματοποιήθηκε με την Γ/4982/ΝΝ80539/Ν1892/90/1998 ανακλητική απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης. Περαιτέρω, η αιτίαση ότι το χρηματικό αυτό ποσό του ΦΠΑ έπρεπε να βεβαιωθεί το επόμενο διαχειριστικό έτος της ανάκλησης της υπαγωγής της εταιρείας στις διατάξεις του Ν. 1882/1990, δηλαδή το διαχειριστικό έτος 1999 και όχι το διαχειριστικό έτος 2001, είναι αβάσιμη, διότι αφενός ανεξάρτητα του έτους βεβαίωσης η υποχρέωση απόδοσης του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού εξακολουθεί να υφίσταται, αφετέρου ο χρόνος βεβαίωσης, δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στο εφαρμοστέο δίκαιο και στον χρόνο παραγραφής, δεδομένου ότι ο τελευταίος αρχίζει από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ και Ε΄ του ΚΠοινΔ, πρώτος, τρίτος και τέταρτος από τους λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι.
Με το άρθρο 55Α του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 5 του Ν.4337/2015, επαναλήφθηκε η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 10 του Ν.2523/1997 και ορίστηκε ότι «η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης της προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής», ενώ όμοιου περιεχόμενου διάταξη περιλήφθηκε και στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 του Ν.4174/2013 (ΚΦΔ), στην οποία προβλεπόταν ότι «η παραγραφή των εγκλημάτων του παρόντος νόμου αρχίζει από την τελεσιδικία της απόφασης επί της προσφυγής που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής λόγω παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής». Περαιτέρω, με το άρθρο 32 παρ. 3 του Ν.4745/2020 αντικαταστάθηκε το άρθρο 55Α του Ν.4174/2013, επομένως και η παρ. 3 αυτού, που ρύθμιζε την ειδική κατά τα ανωτέρω έναρξη της παραγραφής των αδικημάτων, και σε αυτό περιλήφθηκε μόνο μία παράγραφος, που ρυθμίζει τα σχετικά με την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς μετά την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου. Επίσης, με το άρθρο 92 του ίδιου ως άνω νόμου 4745/2020 καταργήθηκε και η παράγραφος 2 του άρθρου 68 του Ν. 4174/2013, που επίσης ρύθμιζε με τον ίδιο τρόπο την έναρξη της παραγραφής των αδικημάτων φοροδιαφυγής. Με τον τρόπο αυτό καταργήθηκε η ταυτόσημη κατ’ εξαίρεση πρόβλεψη διαφοροποίησης του χρόνου τέλεσης της πράξης από αυτόν της έναρξης παραγραφής της, ώστε πλέον εφαρμογής τυγχάνει η υιοθετούμενη από τον Ποινικό Κώδικα ρύθμιση, που θέλει ο χρόνος τέλεσης της πράξης (ήτοι αυτός, κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, άρθρο 17 του ΠΚ) να ταυτίζεται με την έναρξη της παραγραφής του αξιόποινου. Εξάλλου, με το άρθρο 32 παρ. 4 του Ν.4745/2020 αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 68 του Ν.4174/2013 και ορίστηκαν τα εξής: «α) Αν με βάση εκτελεστή πράξη της φορολογικής αρχής συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής εκ των οριζομένων στο άρθρο 66, η έκδοση τέτοιας πράξης αναστέλλει την προθεσμία της παραγραφής του σχετικού εγκλήματος και συνεπάγεται την αυτεπάγγελτη αναβολή ή αναστολή της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας. Για το σκοπό αυτό, η οικεία φορολογική αρχή ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο Εισαγγελέα και του αποστέλλει αντίγραφο της ως άνω διοικητικής πράξης. β) Αν δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια της ποινικής διαδικασίας. Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και η υπόθεση εκκρεμεί στην κύρια ανάκριση, ο ανακριτής με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας. Αν η υπόθεση έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο, το ποινικό δικαστήριο διατάσσει την αναστολή της ποινικής διαδικασίας, σε κάθε δε άλλη περίπτωση την αναστολή διατάσσει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο. γ) Η αναστολή της προθεσμίας της παραγραφής και η αναβολή ή η αναστολή της ποινικής διαδικασίας διαρκούν μέχρι την οριστικοποίηση της οικείας πράξης της φορολογικής αρχής, λόγω άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης προσφυγής ή μέχρις ότου καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου επί της προσφυγής που ασκήθηκε. δ) … ε) Σε περίπτωση αναστολής της προθεσμίας της παραγραφής, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ.α΄, δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός της αναστολής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα». Εισήχθη, συνεπώς, λόγος υποχρεωτικής αναβολής της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και υποχρεωτικής αναστολής της ποινικής διαδικασίας από τον ανακριτή, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ανεξαρτήτως της βαρύτητας του αδικήματος). Περαιτέρω, στο Ν.4745/2020 περιλήφθηκαν και μεταβατικές διατάξεις και δη στο εδ.α΄ του άρθρου 96 του Ν.4745/2020 ορίζεται ότι «οι διατάξεις του άρθρου 32 καταλαμβάνουν τις πράξεις που τελούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Με τη μεταβατική αυτή διάταξη προβλέπεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 32, δηλαδή η παρ. 3 αυτού που αντικατέστησε το άρθρο 55Α του Ν.4174/2013 (καταργώντας τον κατ΄ εξαίρεση του κανόνα προσδιορισμό του χρόνου έναρξης της παραγραφής) και η παρ. 3 αυτού που κατάργησε το άρθρο 68 παρ.3 του Ν.4174/2013 (για την αναστολή της παραγραφής) δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που τελέστηκαν έως τις 6-11-2020, διατηρώντας έτσι σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 55Α του Ν.4174/2013 για τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν πριν τις 6-11-2020. Με βάση όλα τα ανωτέρω, τα φορολογικά αδικήματα που τελέστηκαν μέχρι τις 6 Νοεμβρίου 2020 υπάγονται στο σύνολο των διατάξεων του Ν. 4174/2013, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 4745/2020, με τη διευκρίνιση ότι ειδικά για την παραγραφή εφαρμόζεται το άρθρο 55 Α παρ. 3 του Ν. 4174/2013, ακόμα και μετά την κατάργηση του άρθρου 68 παρ. 2 του Ν. 4174/2013 με το άρθρο 92 του Ν. 4745/2020 (ΑΠ 95/2022, ΑΠ 594/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη φορολογική υποχρέωση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Δ Ε ΑΕ» βεβαιώθηκε οριστικά στις 9-1-2013 με τη με αριθμό ΑΤΒ 123/9.1.2013 οριστική βεβαίωση της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης και με τη δημιουργία του με αριθμό ΑΧΚ 25/9.1.2013 χρηματικού καταλόγου, για το ποσό των εκατόν εξήντα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (160.594,55 ευρώ), πλέον προσαυξήσεων ύψους εκατόν ενενήντα δύο χιλιάδων επτακοσίων δέκα τριών ευρώ και σαράντα έξι λεπτών (192.713,46 ευρώ), δηλαδή για το συνολικό ποσό των τριακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων τριακοσίων οκτώ ευρώ και ενός λεπτού (353.308,01 ευρώ), το οποίο αφορά τον οφειλόμενο από την ανώνυμη εταιρία φόρο για την αναφερόμενη διαχειριστική περίοδο από την 1η Ιανουάριου έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2001. Η πράξη σε βάρος της κατηγορουμένης, ήδη αναιρεσείουσας, φέρει τον χαρακτήρα κακουργήματος και η παραγραφή του αξιόποινου της αρχίζει από τις 9-1-2013. Με βάση τα παραπάνω, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι καταδίκασε την αναιρεσείουσα για έγκλημα το οποίο είχε υποπέσει σε παραγραφή είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-9-2021 αίτηση της Μ - Ά Κ του Δ , κατοίκου Κηφισιάς Αττικής, ασκηθείσα με δήλωση στον γραμματέα του ειρηνοδικείου της κατοικίας της, για την οποία συντάχθηκε η έκθεση με αριθμό 6/23-9-2021, για αναίρεση της απόφασης 299/7-7-2021 του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία
η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ