ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΣ - ΑΡΝΗΣΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΑΡΧΕΙΟΥ ( σχ. ΓνωμΕισΑΠ 9/2007) --ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ
Άρθρο 128 παρ.3 ν. 2830/2000 - Ο συμβολαιογράφος που εξέρχεται από την υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος κατέχει αρχείο υποχρεούται να το παραδώσει σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους. Όποιος αρνείται, παρότι προσκλήθηκε, να παραδώσει αρχείο που δεν έχει δικαίωμα να κατέχει, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν δε έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου διώκεται και κατά τις οικείες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι το αρχείο του συμβολαιογράφου που αποχώρησε καθ' οιονδήποτε τρόπο, παραδίδεται με απόφαση του αρμοδίου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, στο συμβολαιογράφο που καταλαμβάνει την κενή θέση με διορισμό ή με μετάθεσή του από άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια.
Καταδίκη για παράβαση καθήκοντος . Το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚποινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού: α) αναφέρεται η ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.α'του ΠΚ, Συμβολαιογράφου που είχε μετατεθεί από την περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Πειραιώς στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών, β) η υποχρέωση να παραδώσει τα αρχεία της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Πειραιώς που κατείχε, γ) η γνώση της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε δικαίωμα να κατέχει τα αρχεία αυτά, δ) η άρνηση της αναιρεσείουσας να τα παραδώσει με σκοπό να προσπορίσει στην ίδια παράνομο όφελος συνιστάμενο στην κατοχή και διαχείριση του αρχείου και ε) η προσφορότητα της συμπεριφοράς της, συνιστάμενης στην παράλειψη παράδοσης του αρχείου και του επιδιωκόμενου αποτελέσματος.
Αριθμός 1022/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα και Διονύσιο Παλλαδινό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Άννα - Μαρία Αντωνάτου, η οποία διορίστηκε δικηγόρος της με την υπ' αριθμ. 182/2022 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθ. 550, 599/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 27-10-2021 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1227/21.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την διορισθείσα δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠοινΔ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, σε ιδιαίτερα εξαιρετικές περιπτώσεις, να αναβάλει για μια μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης εμφανίσθηκε η πληρεξούσια συνήγορος της αναιρεσείουσας και υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπό κρίση αναίρεσης, διότι διορίσθηκε την προηγούμενη ημέρα και δεν είχε χρόνο να προετοιμαστεί. Όπως, όμως, προκύπτει από την 326/2022 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η υπόθεση αυτή είχε αναβληθεί από τη δικάσιμο της 8-3-2022 για τη σημερινή και, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη που προπαρατέθηκε, δεύτερη αναβολή δεν επιτρέπεται για κανένα λόγο. Κατά συνέπεια, το αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Σημειώνεται, ότι, στη συνέχεια, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, η υποβάλλουσα το αίτημα πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας παραστάθηκε και εκπροσώπησε την αναιρεσείουσα.
Η υπό κρίση από 27-10-2021 και με αριθμό 14/2021 αίτηση της Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 550, 599/27-10-2021 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την πράξη στις παράβασης καθήκοντος και στις επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα για τρία (3) έτη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' και ΣΤ' του ΚποινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και παραβίαση του δεδικασμένου) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2830/2000 περί "Κώδικα Συμβολαιογράφων" (ΦΕΚ Α'96 16.3.2000) "1. Ο συμβολαιογράφος ασκεί τα καθήκοντά του σε όλη την περιφέρεια του ειρηνοδικείου στην οποία είναι διορισμένος, στις κάθε φορά η περιφέρεια του ειρηνοδικείου ορίζεται, με την επιφύλαξη τυχόν ειδικότερων διατάξεων που διέπουν τη διενέργεια αναγκαστικού ή εκούσιου πλειστηριασμού, σύμφωνα με στις διατάξεις στις κείμενης νομοθεσίας. 2. Κατ' εξαίρεση των όσων ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους οι συμβολαιογράφοι που είναι διορισμένοι στις δήμους που υπάγονται δικαστηριακά στις περιφέρειες των παρακάτω Ειρηνοδικείων: α) Αθηνών, β) Πειραιά, γ) Νίκαιας, δ) Καλλιθέας, ε) Στις Ιωνίας, στ) Περιστεριού, ζ) Χαλανδρίου, η) Αμαρουσίου, θ) Σαλαμίνας, ι) Αχαρνών, ια) Κρωπίας, ιβ) Ελευσίνος, ιγ) Μεγάρων, ιδ) Μαραθώνος, ιε) Λαυρίου, πλην στις νήσου Κέας, ιστ) Νέων Λιοσίων και ιζ) Αγίας Παρασκευής έχουν το δικαίωμα να ασκούν τα καθήκοντά στις και στις στις περιφέρειες των πιο πάνω ειρηνοδικείων, αλλά μόνο εφόσον καλούνται να υπογράψουν στις συμβολαιογραφικές πράξεις στην οικία, στο κατάστημα ή στο γραφείο στις των δικαιοπρακτούντων ή των αντιπροσώπων στις ή στο χώρο νοσηλείας, αν νοσηλεύονται, ή κράτησης, αν κρατούνται, ή στο κατάστημα τράπεζας ή άλλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή οργανισμού, στις και όταν συμπράττουν με άλλο συμβολαιογράφο ή στις ανατίθεται η διενέργεια πλειστηριασμού. 3 (4). Ο συμβολαιογράφος έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να διατηρεί ένα μόνο γραφείο στην έδρα όπου είναι διορισμένος. Η παράβαση στις υποχρέωσής του στις αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα". Με βάση στις άνω διατάξεις αποκλείεται η δυνατότητα συστέγασης ή συγκεκαλυμένης διατήρησης στέγης σε ειρηνοδικειακή περιφέρεια άλλη από εκείνη στην οποία διατηρεί ο συμβολαιογράφος την έδρα του, καθώς και εκείνη στις ευκαιριακής μετακίνησης των συμβολαιογράφων από μία περιφέρεια σε άλλη ανάλογα με στις κανόνες στις αγοράς. Περαιτέρω, στο άρθρο 128 του ίδιου ως άνω Κώδικα και στις παραγράφους 1 έως 3, στις η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 32 του Ν. 2915/2001, ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το αρχείο συμβολαιογράφου που αποχώρησε με οποιονδήποτε τρόπο ή απεβίωσε παραδίδεται στο αρχειοφυλακείο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου. Σε πόλεις όπου δεν λειτουργεί αρχειοφυλακείο ή λειτουργεί και αυτό δεν επαρκεί κατά την κρίση του διοικητικού συμβουλίου του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου να στεγάσει και άλλα αρχεία συμβολαιογράφων ισχύουν τα ακόλουθα: "Το αρχείο συμβολαιογράφου που αποχώρησε κατά οποιονδήποτε τρόπο ή απεβίωσε παραδίδεται με απόφαση του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών, μετά από γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, σε εκείνον που διορίζεται στη θέση του συμβολαιογράφου που αποχώρησε ή απεβίωσε. Η σειρά διορισμού καθορίζεται από τη σειρά επιτυχίας στο σχετικό διαγωνισμό. Την ίδια υποχρέωση παραλαβής αρχείου έχει και ο συμβολαιογράφος που καταλαμβάνει κενή θέση με μετάθεσή του από άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια. Σε περίπτωση που καταργηθεί η θέση συμβολαιογράφου που αποχώρησε ή απεβίωσε, το αρχείο του, με απόφαση του αρμόδιου εισαγγελέα μετά από γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, παραδίδεται οριστικά σε έναν από στις συμβολαιογράφους που υπηρετεί στην αυτή πόλη ή εάν στην πόλη αυτή δεν υπηρετεί στις συμβολαιογράφος, τότε παραδίδεται σε έναν συμβολαιογράφο που εδρεύει στην αυτή ειρηνοδικειακή περιφέρεια και εν ελλείψει και τούτου το αρχείο παραδίδεται σε συμβολαιογράφο όμορης ειρηνοδικειακής περιφέρειας που ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου. Μέχρι τον ορισμό οριστικού αρχειοφύλακα ο αρμόδιος εισαγγελέας ορίζει έναν από στις συμβολαιογράφους που υπηρετούν στην αυτή ειρηνοδικειακή περιφέρεια ως προσωρινό αρχειοφύλακα, ο οποίος έχει την ευθύνη φύλαξης και λειτουργίας του αρχείου. 2. Τα ανωτέρω ισχύουν και για άλλα αρχεία συμβολαιογράφων που κατείχε ο συμβολαιογράφος που αποχώρησε ή απεβίωσε. Ο εισαγγελέας μπορεί στις περιπτώσεις αυτές να κατανέμει, με αιτιολογημένη διάταξή του, τα αρχεία του προηγούμενου εδαφίου σε περισσότερους συμβολαιογράφους που τυχόν υπηρετούν στην ίδια έδρα. 3. Ο συμβολαιογράφος που εξέρχεται από την υπηρεσία ή οποιοσδήποτε στις κατέχει αρχείο υποχρεούται να το παραδώσει σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους. Όποιος αρνείται, παρότι προσκλήθηκε, να παραδώσει αρχείο που δεν έχει δικαίωμα να κατέχει, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν δε έχει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου διώκεται και κατά στις οικείες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα". Από στις άνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι το αρχείο του συμβολαιογράφου που αποχώρησε καθ' οιονδήποτε τρόπο, παραδίδεται με απόφαση του αρμοδίου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, στο συμβολαιογράφο που καταλαμβάνει την κενή θέση με διορισμό ή με μετάθεσή του από άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 133 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι: "Σε περίπτωση μετάθεσης συμβολαιογράφου, που υπηρετεί, σε έδρα άλλου ειρηνοδικείου του αυτού πρωτοδικείου και εφόσον καταργείται η θέση που υπηρετούσε, ο συμβολαιογράφος μπορεί να μεταφέρει στη νέα έδρα του το αρχείο του και τα αρχεία άλλου συμβολαιογράφου που κατείχε, μετά από απόφαση του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών και γνώμη του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου". Εξάλλου, στο Άρθρο Δεύτερο του ίδιου Κώδικα ορίζονται τα εξής: "1. Συμβολαιογράφοι που υπηρετούν στις περιφέρειες των ειρηνοδικείων στις παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Κώδικα που κυρώνεται με το άρθρο πρώτο του παρόντος νόμου έχουν δικαίωμα να ζητήσουν με αίτησή στις που υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, εντός στις μηνός από την έναρξη στις ισχύος αυτού του νόμου, τη μετάθεσή στις στην περιφέρεια εκείνου από τα πιο πάνω ειρηνοδικεία, στην οποία αποδεδειγμένα ασκούσαν προ στις 31.12.1999 τα καθήκοντά στις. Με την παρ. 16 άρθρ.32 Ν.2915/2001 ΦΕΚ A 109/29.5.2001, ορίζεται ότι: "16. Η έννοια στις παραγράφου 1 του άρθρου δεύτερου του Ν.2830/2000 είναι ότι οι θέσεις που κατέχουν οι συμβολαιογράφοι, οι οποίοι μετατίθενται με αίτησή στις σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, καταργούνται". 2. Οι μετατιθέμενοι συμβολαιογράφοι τοποθετούνται σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ως υπεράριθμοι και προηγούνται στην κάλυψη των κενών θέσεων που δημιουργούνται με την αποχώρηση συμβολαιογράφων ή τη δημιουργία νέων, μέχρι ποσοστού 10% των κενού μένουν ή νέων θέσεων για κάθε έτος. 3. Για την απόδειξη ότι συμβολαιογράφος στις πρώτης παραγράφου αυτού του άρθρου ασκεί αποδεδειγμένα τα καθήκοντά του σε άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια από εκείνη στην οποία έχει διορισθεί, συνεκτιμώνται από την επιτροπή στις παραγράφου 3 αυτού του άρθρου: η δήλωσή του προ στις 31.12.1999 στο Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Αθηνών ή στην οικεία Δ.Ο.Υ., ότι έχει ως επαγγελματική στέγη την άλλη περιφέρεια, η σύνταξη των περισσοτέρων από στις μισές συμβολαιογραφικές πράξεις στις τελευταίας τριετίας, στις οι πράξεις αυτές προκύπτουν από τα τηρούμενα επίσημα βιβλία ή τα κείμενα των συμβολαιογραφικών πράξεων, σε άλλη περιφέρεια. Αν ο συμβολαιογράφος έχει ασκήσει τα καθήκοντά του σε περισσότερες από μία περιφέρειες, η μετάθεση γίνεται, κατ' επιλογή του αιτούντος, στην περιφέρεια στην οποία έχει συνταγεί ο μεγαλύτερος αριθμός των συμβολαιογραφικών πράξεων ή σε εκείνη την οποία ο στις έχει δηλώσει ως επαγγελματική του στέγη. 4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης συγκροτείται τριμελής επιτροπή στην οποία συμμετέχει ως πρόεδρος στις εφέτης, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από το τριμελές συμβούλιο διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, στις εκπρόσωπος του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Αθηνών, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από το διοικητικό συμβούλιο του Συλλόγου και ο προϊστάμενος στις αρμόδιας για στις συμβολαιογράφους Διεύθυνσης στις Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η επιτροπή με αιτιολογημένη απόφασή στις αποφαίνεται επί των αιτήσεων εντός δύο μηνών από τη συγκρότησή στις, 5. Οι συμβολαιογράφοι που μετατίθενται και εμπίπτουν στις περιπτώσεις στις παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Κώδικα μεταφέρουν το προσωπικό στις αρχείο στην ειρηνοδικειακή περιφέρεια στην οποία μετατίθενται". Τέλος, στο άρθρο τρίτο του ιδίου Κώδικα με τίτλο "Έναρξη ισχύος" ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος άρχεται μετά παρέλευση δύο μηνών από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα στις Κυβερνήσεως (16-3-2000), πλην στις διάταξης του άρθρου 147 του παρόντος, η ισχύς του οποίου αρχίζει από τη δημοσίευσή του και των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 4, η ισχύς των οποίων αρχίζει μετά παρέλευση έξι μηνών από τη δημοσίευσή του". Από στις άνω διατάξεις προκύπτει σαφώς ότι το αρχείο του συμβολαιογράφου που αποχώρησε καθ' οιονδήποτε τρόπο, παραδίδεται με απόφαση του αρμοδίου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, στο συμβολαιογράφο που καταλαμβάνει την κενή θέση με διορισμό ή με μετάθεσή του από άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τον συμβολαιογράφο, που μετατίθεται από μία ειρηνοδικειακή περιφέρεια στις παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 2830/2000 σε άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια στις στις παραγράφου και στις ουδόλως δικαιούται να μεταφέρει το αρχείο στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου, που μετατίθεται, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου δεύτερου του συμβολαιογραφικού κώδικα εισάγει εξαιρετικό δίκαιο, που εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση στις παρ. 1 του ίδιου άρθρου, ήτοι εφαρμόζεται μόνο επί συμβολαιογράφων, που υπηρετούσαν στις περιφέρειες των ειρηνοδικείων στις παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Κώδικα και που εντός στις μηνός από την έναρξη στις ισχύος του Ν.2830/2000 ζήτησαν με αίτησή στις στις το Υπουργείο Δικαιοσύνης τη μετάθεσή στις στην περιφέρεια εκείνου από τα πιο πάνω ειρηνοδικεία, στην οποία αποδεδειγμένα ασκούσαν προ στις 31ης-12-1999 τα καθήκοντά στις. Κάτι αντίθετο δεν δύναται να συναχθεί από τη διάταξη στις παρ. 5 του ιδίου άρθρου, η οποία, ναι μεν εφαρμόζεται σε όσους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου δεύτερου του κυρωθέντος Κώδικα, όχι στις και στις περιπτώσεις των συμβολαιογράφων στις παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2830/2000 που μετατίθενται από μια ειρηνοδικειακή περιφέρεια στις ανωτέρω παραγράφου, σε άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια στις ιδίας παραγράφου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του μέχρι την 30-6-2019 ισχύσαντος ΠΚ ορίζετο, ότι "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα στις υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Κατά τη διάταξη του από 1-7-2019 ισχύοντος ΠΚ ορίζεται ότι "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα στις υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε αμφότερες προβλέπεται ως ανώτερο όριο ποινής φυλάκισης αυτό των δύο ετών, ενώ στην αντίστοιχη διάταξη του από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα προβλέπεται διαζευκτικά η επιβολή, αντί στις ποινής φυλάκισης, στις στις χρηματικής ποινής, με αποτέλεσμα, να θεωρείται ευμενέστερη η διάταξη του νέου Ποινικού Κώδικα. Εξάλλου, από τη διάταξη αυτή, που σκοπό έχει την προστασία του γενικότερου συμφέροντος στις ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής στις υπηρεσίας, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος στις παράβασης καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ. α' και 263Α του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος στις υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από στις ιδιαίτερες οδηγίες στις προϊστάμενης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση στις υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν στις θέλησης στις πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημόσιων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις στις απέναντι στις τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση στις παράβασης του υπηρεσιακού καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο στις υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σ' άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δι' αυτού εκφράζεται η βούληση στις κρατικής εξουσίας ή του νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, από την ορθή δε άσκηση στις εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν ιδιωτικές διαφορές. Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται εκάστοτε και η ειδικότερη μορφή εξαρτάται από το είδος και τη φύση του. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση στις υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενέργειας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων, ή παράλειψης, όταν απαγορεύεται κάθε περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση στις οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα. Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από το νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες στις προϊστάμενης αρχής ή από τη φύση στις υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο, που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο στις καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ' αυτόν υπηρεσιακού έργου. Ως εκ τούτου, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 του ΠΚ, ενέχουν μόνον οι παραβάσεις συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημόσιων υποθέσεων (ΑΠ 445/2019). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη στις οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚποινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό στις απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού στις απόφασης, το οποίο, στις, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση στις διατύπωσης του σκεπτικού στις. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι στις ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί στις ενοχής αιτιολογία, εκτός αν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, στις η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση στις πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. Ακόμη, λόγο αναίρεσης στις απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚποινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚποινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση στις διάταξης στις, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα στις απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού στις και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, στις προκύπτει από το σκεπτικό στις προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό 550, 599/27-10-2021, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση και απολογία στις κατηγορουμένης), δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Η κατηγορουμένη, το έτος 1988 διορίστηκε συμβολαιογράφος Πειραιώς, ενώ το έτος 2010, δυνάμει στις υπ' αριθμ. 55/2010 αποφάσεως του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, μετατέθηκε στην ειρηνοδικειακή περιφέρεια των Αθηνών. Στις στέγαση του εν Αθήναις συμβολαιογραφείου στις, μίσθωσε ένα γραφείο σε πολυκατοικία επί στις συμβολής των οδών ... σε αυτό δε το γραφείο μετέφερε και το στον Πειραιά σχηματισθέν αρχείο στις. Μάλιστα, τα νέα συμβολαιογραφικά έγγραφά στις δεν τα αρίθμησε με στις αριθμούς 1,2,3,4,5 κλπ, ως όφειλε να πράξει, αλλά τα προσέδωσε αριθμούς συνεχόμενους με τον Αριθμό του τελευταίου συμβολαιογραφικού εγγράφου, που είχε καταρτίσει στον Πειραιά. Η θέση στις κατηγορουμένης στην ειρηνοδικειακή περιφέρεια Πειραιά επί μία τετραετία περίπου παρέμενε κενή, εν συνεχεία δε, δυνάμει στις υπ' αρ. 26047/7-4-2014 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης διορίστηκε στη θέση αυτή ως συμβολαιογράφος, η Σωτηρία Κουλούρη του Αθανασίου. Η τελευταία, δια σχετικής αιτήσεώς στις απευθυνομένης στις τον Συμβολαιογραφικό Σύλλογο Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς, ζήτησε την παράδοση του στον Πειραιά αρχείου στις κατηγορουμένης, ακολούθως δε, κατόπιν του υπ' αριθμ. 1643/04-07-2014 εγγράφου του ως άνω Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7284/11-7-2014 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε η οριστική παράδοση του αρχείου στις κατηγορουμένης στη νέα συμβολαιογράφο Πειραιά, Σωτηρία Κουλούρη. Παρά την έκδοση στις ως άνω παραγγελίας, περί στις οποίας η κατηγορουμένη έλαβε γνώση στις 16-7- 2014, η τελευταία αρνήθηκε να παραδώσει το αρχείο στην ανωτέρω συνάδελφό στις, αν και κατ' επανάληψη οχλήθηκε στις τούτο, συνέχισε δε όλως παρανόμως να κατέχει τούτο, μολονότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό στις οι προϋποθέσεις μεταφοράς αρχείου στη νέα στις έδρα κατ' άρθρο 133 του Ν.2830/2000, που ορίζει επί λέξει τα εξής: "Σε περίπτωση μετάθεσης συμβολαιογράφου, που υπηρετεί, σε έδρα άλλου ειρηνοδικείου του αυτού πρωτοδικείου και εφόσον καταργείται η θέση που υπηρετούσε, ο συμβολαιογράφος μπορεί να μεταφέρει στη νέα έδρα του το αρχείο του και τα αρχεία άλλου συμβολαιογράφου που κατείχε, μετά από απόφαση του αρμόδιου εισαγγελέα πρωτοδικών και γνώμη του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου". Εξάλλου, η κατηγορουμένη, ούτε στη διάταξη στις παραγράφου 5 του Άρθρου Δευτέρου του Ν.2830/2000 μπορούσε να θεμελιώσει την ως άνω άρνησή στις στις παράδοση του αρχείου, διότι, στις αναλυτικά αναφέρεται στην προηγούμενη νομική σκέψη, η παραπάνω διάταξη εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση στις παραγράφου 1 του Άρθρου Δευτέρου και όχι σε στις περιπτώσεις συμβολαιογράφων στις παραγράφου 3 του άρθρου 4 του ν. 2830/2000, που μετατίθενται από μια ειρηνοδικειακή περιφέρεια στις ανωτέρω παραγράφου, σε άλλη ειρηνοδικειακή περιφέρεια στις ιδίας παραγράφου. Περί όλων των ανωτέρω, με σαφήνεια είχε εκφραστεί ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πειραιά και ο Συμβολαιογραφικός Σύλλογος Εφετείων Αθηνών-Πειραιώς, πλην στις η κατηγορουμένη εκώφευσε πλήρως, παραβαίνοντας, ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.α' Π.Κ. σε συνδ. Αρθ. 1 Ν. 2830/2000, με πρόθεση τα υπηρεσιακά καθήκοντά στις, στην πράξη στις δε αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό στις παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην κατοχή του εν λόγω αρχείου και στη διαχείριση αυτού κατά βούληση και συνακόλουθα στην αποκόμιση από τη χορήγηση αντιγράφων κ.λπ. του αντίστοιχου οφέλους. Ενόψει όλων αυτών, που αποδείχθηκαν, πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη στις κατηγορείται.". Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο στις ουσίας κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη για την πράξη στις παράβασης καθήκοντος και επέβαλε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, που ανέστειλε για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη για την πράξη στις παράβασης καθήκοντος, ήτοι, για το ότι: Στον …. την 16-07-2014 ως υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. α Π.Κ. σε συνδ. Αρ. 1 Ν. 2830/2000, παρέβη το καθήκον στις υπηρεσίας στις με σκοπό να προσπορίσει στην ίδια παράνομο όφελος και συγκεκριμένα ενώ α) με την υπ' αρ. 55/2010 απόφαση του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Αθηνών, είχε μετατεθεί, από την περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Πειραιά όπου υπηρετούσε, στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών, β) την 03-07-2014 το Διοικητικό Συμβούλιο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών - Πειραιώς αποφάσισε να παραδοθεί οριστικά το αρχείο του Πειραιά που κατείχε η κατηγορουμένη στη Σωτηρία Κουλούρη, η οποία είχε διοριστεί στη θέση στις και γ) με την υπ' αρ. πρωτ. 7284/11-07-2014 παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πειραιά διατάχθηκε η οριστική παράδοση του αρχείου της κατηγορουμένης στη Σωτηρία Κουλούρη του Αθανασίου, Συμβολαιογράφο Πειραιά, η κατηγορουμένη, αρνήθηκε την παράδοση του αρχείου στην ανωτέρω, παρόλο που δεν είχε δικαίωμα να το κατέχει, αφού δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό της οι προϋποθέσεις μεταφοράς αρχείου στη νέα στις έδρα κατ' αρ. 133 Ν. 2830/2000 και η Σωτηρία Κουλούρη την όχλησε στις τούτο, επικαλούμενη τα ως άνω έγγραφα, στην πράξη στις δεν προέβη με σκοπό να προσπορίσει η ίδια παράνομο όφελος συνιστάμενο στην κατοχή του εν λόγω αρχείου και διαχείριση αυτού κατά βούληση (λ.χ. χορήγηση αντιγράφων κ.λ.π.)".
Με στις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό στις προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο στις ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη από στις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚποινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση στις ως άνω αξιόποινης πράξης στις, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση στις οποίους υπήγαγε αυτά (πραγματικά περιστατικά) στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α', 27 παρ.1, 259 του ΠΚ, στις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και έτσι δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα : α) αναφέρεται η ιδιότητα στις αναιρεσείουσας ως υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ.α'του ΠΚ, Συμβολαιογράφου που είχε μετατεθεί από την περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Πειραιώς στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Αθηνών, β) η υποχρέωση να παραδώσει τα αρχεία της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Πειραιώς που κατείχε στην Σωτηρία Κουλούρη, Συμβολαιογράφο Πειραιώς, γ) η γνώση της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε δικαίωμα να κατέχει τα αρχεία αυτά, δ) η άρνηση της αναιρεσείουσας να τα παραδώσει με σκοπό να προσπορίσει στην ίδια παράνομο όφελος συνιστάμενο στην κατοχή και διαχείριση του αρχείου και ε) η προσφορότητα της συμπεριφοράς της, συνιστάμενης στην παράλειψη παράδοσης του αρχείου και του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το Δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το με αριθμό πρωτ. 86163/7-1-2020 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το οποίο η αναιρεσείουσα επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία από στις 1-1-2019. Κατά συνέπεια, οι πρώτος, ως στις το οικείο σκέλος, δεύτερος και τρίτος λόγοι στις αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', με στις οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες στις έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως στις την περί ενοχής κρίση, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και μη λήψης υπόψη όλων των αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και παρ. 2 εδ.β' του ΚπονΔ, αν κάποιος έχει αμετάκλητα καταδικαστεί ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, πρέπει να συντρέχουν : α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη στις κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (τυπικό δεδικασμένο), β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως στις το πραγματικό σκέλος στις στο σύνολο του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσης στις) και ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό στις, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη) όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως με την τέλεσή στις ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 37/2017). Ως πράξη νοείται το ιστορικό γεγονός, δηλαδή η υλική πράξη και πνευματική κίνηση, με όλα τα αποτελέσματα στον εξωτερικό κόσμο, καθ' όλη τη διαδρομή και καθ' στις στις πραγματικές και νομικές όψεις στις, στις οποίες ο δικαστής έχει δικαίωμα να ερευνήσει και να αξιολογήσει αυτεπάγγελτα. Ταυτότητα, δηλαδή της πράξης, υπάρχει όταν η νέα κατηγορία συγκροτείται εξ αντικειμένου από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, από τα οποία απαρτίζεται κατά τα ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία της και η προηγούμενη κατηγορία. Ενόψει αυτών, το δεδικασμένο εξαντλείται, όχι στην ταυτότητα του εγκλήματος, αλλά στην ταυτότητα της αξιόποινης πράξης, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει νέα δίωξη για άλλη αξιόποινη πράξη, που δεν κρίθηκε, έστω και αν στα στοιχεία της πράξης περιλαμβάνεται και εκείνο που απετέλεσε στοιχείο του εγκλήματος, το οποίο έχει κριθεί. Δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και ως εκ τούτου δεδικασμένο, οσάκις τα περισσότερα αποτελέσματα μιας φυσικής πράξης έχουν αυτοτελή υλική υπόσταση και αποτελούν εξωτερικά καθένα ίδιο έγκλημα, το οποίο δεν τέθηκε υπό την κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 872/2015). Εξάλλου, ο αυτοτελής ισχυρισμός περί ύπαρξης δεδικασμένου που προβλέπεται από το άρθρο 57 παρ. 1 του ΚποινΔ, και αν δεν έχει προταθεί στο δικαστήριο στις ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ του ΚποινΔ (ΑΠ 957/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την 13/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκασε ως Πειθαρχικό Δικαστήριο Συμβολαιογράφων. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την απόφαση 13/2019, αποφάνθηκε ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε το πειθαρχικό αδίκημα του άρθρου 128 παρ. 3 του Κώδικα Συμβολαιογράφων, δηλαδή της άρνησης παράδοσης αρχείου που δεν είχε δικαίωμα να κατέχει, πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα το χρονικό διάστημα από 16-7-2014 έως 11-5-2016. Η ως άνω πράξη είναι άλλη από την πράξη στις παράβασης καθήκοντος, με χρόνο τέλεσης την 16-7-2014, για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση και δεν υφίσταται παραβίαση του δεδικασμένου. Κατά συνέπεια, ως στις το οικείο σκέλος του ο πρώτος λόγος στις αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ', με τον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια στις παραβίασης του δεδικασμένου, είναι αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει στις λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό στις η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα στις παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚποινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει, την από 27-10-2021 και με αριθμό 14/2021 αίτηση στις Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ... για αναίρεση στις απόφασης 550, 599/27-10-2021 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στον χρηματικό ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου