ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται της εκδίκασης αντιρρήσεων του καταδικασμένου, σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής, λόγω του ότι αναφέρονται σε ζητήματα σχετικά με την εκτελεστότητα αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης, που προέκυψαν κατά την εκτέλεση και μετά το αμετάκλητο αυτής, δεν μπορεί να εξετάσει αιτιάσεις του αντιλέγοντος, οι οποίες εκτείνονται στον έλεγχο της νομιμότητας της εκτελούμενης απόφασης ως προς την επιβολή της ποινής ή σε πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την έκδοση της απόφασης αυτής, η οποία τον καταδίκασε και του επέβαλε ποινή. Περιορίζεται μόνο στην εξέταση ζητημάτων κατά την εκτέλεση και μόνο αυτών που ανέκυψαν μετά το αμετάκλητο της εκτελούμενης απόφασης, γιατί με μία νέα εξέταση της υπόθεσης θα καταλυόταν το δεδικασμένο παρά την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης δεν επιτρέπεται η εφαρμογή της επακολουθήσασας ευμενέστερης ποινικής διάταξης για τον καταδικασθέντα, από λόγους σεβασμού προς το δεδικασμένο.
Αριθμός 933/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, η οποία ορίστηκε με την υπ΄ αριθμ. 154/2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Κουβίδου, Χρυσούλα Φλώρου – Κοντοδήμου – Εισηγήτρια, Γεώργιο Κόκκορη και Ελισάεβετ Τσιρακίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 8 Ιουλίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίας Αδειλίνη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ………, κατοίκου Αθηνών και ήδη κρατουμένου στο Κ.Κ. Κορυδαλλού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, για αναίρεση της υπ΄ αριθμ. 20/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Φεβρουαρίου 2020 αίτησή του, η οποία ασκήθηκε με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21.02.2020 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1828/2020, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 376/2020.
Αφού άκουσε
Την Εισαγγελέα, η οποία πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 562 του, ισχύοντος από 1.7.2019, νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), "Κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση του καταδικασθέντος σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής λύεται από τον αρμόδιο κατ’ άρθρο 549 εισαγγελέα, ο οποίος αποφαίνεται αμελλητί με αιτιολογημένη διάταξή του. Σε περίπτωση αμφιβολίας του εισαγγελέα ή αντίρρησης του καταδικασθέντος επιλαμβάνεται το δικαστήριο των πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή." Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 563 του ίδιου Κώδικα, "Στις περιπτώσεις των άρθρων 561 και 562 ο καταδικασμένος κλητεύεται στο δικαστήριο σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 551. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου επιτρέπεται στον εισαγγελέα και στον καταδικασμένο το ένδικο μέσο της αναίρεσης". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται της εκδίκασης αντιρρήσεων του καταδικασμένου, σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και το είδος ή τη διάρκεια της ποινής, λόγω του ότι αναφέρονται σε ζητήματα σχετικά με την εκτελεστότητα αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης, που προέκυψαν κατά την εκτέλεση και μετά το αμετάκλητο αυτής, δεν μπορεί να εξετάσει αιτιάσεις του αντιλέγοντος, οι οποίες εκτείνονται στον έλεγχο της νομιμότητας της εκτελούμενης απόφασης ως προς την επιβολή της ποινής ή σε πλημμέλειες που έλαβαν χώρα κατά την έκδοση της απόφασης αυτής, η οποία τον καταδίκασε και του επέβαλε ποινή. Περιορίζεται μόνο στην εξέταση ζητημάτων κατά την εκτέλεση και μόνο αυτών που ανέκυψαν μετά το αμετάκλητο της εκτελούμενης απόφασης, γιατί με μία νέα εξέταση της υπόθεσης θα καταλυόταν το δεδικασμένο παρά την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του, ισχύοντος από 1.7.2019, νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου. Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει, ότι τελευταίο χρονικό σημείο εφαρμογής του ηπιότερου νόμου είναι η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης δεν επιτρέπεται η εφαρμογή της επακολουθήσασας ευμενέστερης ποινικής διάταξης για τον καταδικασθέντα, από λόγους σεβασμού προς το δεδικασμένο. Εξάλλου, η προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο 563 εδ. β' ΚΠοινΔ αναίρεση κατ' απόφασης, που εκδόθηκε από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο του τόπου εκτίσεως της ποινής, επί αντιρρήσεων του καταδικασμένου σχετικά με την εκτελεστότητα καταδικαστικής σε βάρος του ποινικής απόφασης, είναι επιτρεπτή για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ήτοι και για τους λόγους α) της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις δικαστικές αποφάσεις, β) της εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) της υπέρβασης εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ και Θ΄ του ισχύοντος νέου ΚΠοινΔ). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ΄ (πρώην Η΄) του ισχύοντος νέου ΚΠοινΔ, υπάρχει, όταν το (ποινικό) Δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 20/13.1.2020 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας απορρίφθηκε η από 7.11.2019 αίτηση του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός είχε υποβάλλει αντιρρήσεις, κατ’ άρθρο 562 ΚΠοινΔ, ως προς τη διάρκεια της ποινής που του επιβλήθηκε με την 225/2017 απόφαση του Β΄ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, που κατέστη αμετάκλητη, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης έντεκα (11) ετών και χρηματική ποινή χιλίων (1000) ευρώ για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας ανθρωποκτονίας από δράστη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, της οπλοφορίας και της οπλοχρησίας, την οποία (ποινή) εκτίει από 12.11.2018. Με τις αντιρρήσεις που άσκησε με την προαναφερόμενη αίτησή του, ο αναιρεσείων ζήτησε τον επαναπροσδιορισμό της ποινής του στα επιεικέστερα πλαίσια του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ (άρθρα 42, 83, 299 ΠΚ), μετά από τυχόν αναγνώριση σ’ αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου σύννομου βίου, η οποία, κατά την άποψή του, συντρέχει στο πρόσωπό του, σύμφωνα με την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α΄ του νέου ΠΚ, αλλά και με βάση την επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 94 ΠΚ, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 2 του ΠΚ. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τις αντιρρήσεις του καταδικασθέντος – αναιρεσείοντος, με την εξής, κατά λέξη, αιτιολογία: «Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 ΠΚ "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Εν προκειμένω, ο αιτών-κρατούμενος κρατείται δυνάμει της υπ’ αριθμ. 225/3.5.2017 απόφασης Β΄ Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, με συνολική ποινή κάθειρξης 11 ετών και χρηματική ποινή 1.000,00, ευρώ για απόπειρα ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία με έναρξη ποινής την 12η-11-2018 (σύλληψη). Αιτείται δε, επαναπροσδιορισμό της ποινής του με τα νέα πλαίσια του Νέου Ποινικού Κώδικα και τυχόν αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, επίσης με το νέο Ποινικό Κώδικα. Παραταύτα, η αίτησή του είναι μη νόμιμη, καθότι η εκτιτέα ποινή αυτού επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 225/2017 απόφαση του Μ.Ο.Εφετ. Αθηνών, χωρίς να είναι δυνατή νέα επιμέτρηση ποινής με τυχόν αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, εφόσον είναι αμετάκλητη. Η προεκτεθείσα δε διάταξη, περί εφαρμογής του ηπιότερου ποινικού νόμου, ισχύει με σαφήνεια μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση εκάστης υποθέσεως. Διευκρινίζεται δε, ότι, αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε.».
Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για την απόρριψη των αντιρρήσεων του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρεται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, α) ότι η επικαλούμενη από τον αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα διάταξη του άρθρου 2 ΠΚ ισχύει μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, β) ότι ο αιτών εκτίει ήδη από 12.11.2018, οπότε συνελήφθη, συνολική ποινή κάθειρξης 11 ετών και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ, (1.000,00) που του επιβλήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. 225/3.5.2017 αμετάκλητης απόφασης του Β' Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών για απόπειρα ανθρωποκτονίας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία και γ) ότι λόγω του αμετάκλητου της ανωτέρω απόφασης δεν είναι πλέον δυνατή νέα επιμέτρηση ποινής με τυχόν αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπο του αιτούντος, διευκρινίζεται δε, ότι αμετάκλητη είναι η απόφαση, κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε (σελ. 3 της προσβαλλόμενης απόφασης). Περαιτέρω, το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω αναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και δεν υπερέβη την εξουσία του αρνούμενο να θίξει το δεδικασμένο με τον επαναπροσδιορισμό της ποινής του αιτούντος - αντιλέγοντος στα πλαίσια του νέου ΠΚ, μετά από τυχόν αναγνώριση μάλιστα, κατά το νέο ΠΚ, ελαφρυντικής περίστασης, η οποία προϋπέθετε επανεκδίκαση της υπόθεσης, αφού, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, τελευταίο χρονικό σημείο εφαρμογής της επακολουθήσασας ευμενέστερης ποινικής διάταξης για τον καταδικασθέντα είναι η αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση.
Ενόψει όλων αυτών, οι προβαλλόμενοι από τον αναιρεσείοντα, με την κρινόμενη αίτησή του, λόγοι αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και υπέρβασης εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄, Ε΄ και Θ΄, αντιστοίχως, του νέου ΚΠοινΔ, με την ειδικότερη κοινή και για τους τρεις λόγους αιτίαση, ότι έσφαλε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκίδας, το οποίο δεν επαναπροσδιόρισε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ποινή του στα επιεικέστερα πλαίσια του νέου ΠΚ, που ίσχυσε μετά την αμετάκλητη καταδίκη του, κατόπιν τυχόν αναγνώρισης σ' αυτόν της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου σύννομου βίου, σύμφωνα με τις επιεικέστερες διατάξεις των άρθρων 84 παρ. 2 εδ. α΄ και 94 του νέου ΠΚ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2 του ίδιου Κώδικα, αρνούμενο να επανακαθορίσει το ύψος της εκτιτέας του ποινής του, είναι αβάσιμοι. Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε παραδεκτά, κατ΄ άρθρο 563 εδ. β΄ ΚΠοινΔ, να απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 του νέου ΚΠοινΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.2.2020 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 21-2-2020) του αναιρεσείοντος, …………………….. κατοίκου Αθηνών, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 20/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ