ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ - ΔΙΑΤΑΞΗ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΑΡΧΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΡΙΣΗ - ΟΛΑΠ 1-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ο Προέδρος της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, αρμοδίως εκδίδει διάταξη για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων κατά  την διεξαγωγή τακτικής ανάκρισης . Η αρμοδιότητα της εν λόγω Αρχής και του Προέδρου αυτής μπορεί να ασκείται παράλληλα με την ανακριτική διαδικασία .

Αριθμός 1/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΕ A’ ΤΑΚΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ-
ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου, Νικόλαο Πιτπλίγκα, Γρηγόριο Κουτσοκώστα και Λουκά Μόρφη, Αντιπροέδρους, Ελένη Φραγκάκη, Ζαμπέτα Στράτα, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Ιωάννα Κλάπα-Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή, Μαρία Κουφούδη, Μαρία Ανδρικοπούλου, Μαρία Βάρκα, Δημήτριο Τράγκα, Κανέλλα Τζαβέλλα-Δημαρά, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αγάπη Τζουλιαδάκη-Εισηγήτρια, Παναγιώτη Βενιζελέα, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα, Κωνσταντίνα Νάκου, Ελευθέριο Σισμανίδη και Μαρία Χασιρτζόγλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουάριου 2022, με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, ττροκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.4445/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Με κατηγορουμένους τους: 1) ……………….., 2) …………….., 3) ……………… και 4) ………………..

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 4/10-1-2020 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου ……………. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό Β44/2020. ·, Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 45/2021 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου - Σε Συμβούλιο, που παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού.

Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βιργινία Σακελλαροπούλου εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρότασή της με αριθ. πρωτ. 1-1-2022, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:.

«Με το υπ'αριθ.4445/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έγιναν δεκτές οι από 30-7-2019 αιτήσεις (προσφυγές) των: α) ……, β)…………., γ) ………….., δ) …………, κατ. απάντων ………. και ε) η από 26-7- 2019 αίτηση (προσφυγή) της …………, κατ. Πατρών, και διετάχθη η άρση της υπ'αριθ. 62/2019 Διάταξης του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, με την οποία είχε διαταχθεί η δέσμευση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων επενδυτικών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται στα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ατομικά ή από κοινού με τρίτους, με δικαιούχους ή πληρεξουσίους τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα, μη αποκλεισμένης της πίστωσής τους, η απαγόρευση ανοίγματος θυρίδων θησαυροφυλακίου με δικαιούχους, συνδικαιούχους ή πληρεξουσίους τους ανωτέρω, καθώς και η εκποίηση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταβίβαση των αναφερομένων σ’αυτή λεπτομερώς ακινήτων, δεχθέν ότι η ως άνω Διάταξη εκδόθηκε από αναρμόδια Αρχή, διότι εκδόθηκε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος των ως άνω τότε αιτούντων και κατηγορουμένων για τα εγκλήματα της εγκληματικής οργάνωσης, της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (άρθ. 94&1, 187&1 ΠΚ, 66&&1 α,β, 4 Ν. 4174/2013 και 2,3,4α,39&1 γ Ν. 4557/2018) και κατά την διάρκεια κύριας ανάκρισης για τα αποδοθέντα σ’αυτούς εγκλήματα, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο, κατά το προαναφερθέν βούλευμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 42&&1.3 Ν. 4557/2018, μόνον ο Ανακριτής και το Δικαστικό Συμβούλιο έχουν αρμοδιότητα για την δέσμευση περιουσιακών στοιχείων. Κατά του ως άνω βουλεύματος ασκήθηκε στις 10-1-2020 η υπ’αριθ. 4/2020 αναίρεση από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειο Παππαδά για υπέρβαση εξουσίας. Σύμφωνα με την ως άνω αίτηση αναίρεσης, «το Συμβούλιο υπερέβη την αρμοδιότητά του κρίνοντας εσφαλμένα ότι ο Πρόεδρος της παραπάνω Αρχής αναρμοδίως εξέδωσε την .... Διάταξη για τον λόγο ότι η σχετική υπόθεση είχε παραπεμφθεί στον Ανακριτή μετά την άσκηση δίωξης σε βάρος των αιτούντων, καθόσον η αρμοδιότητα της εν λόγω Αρχής και του Προέδρου της μπορεί να ασκείται παράλληλα με την ποινική διαδικασία». Επί της ως άνω αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου εκδόθηκε η υπ'αριθ. 45/2021 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), με την οποία παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης της από 10-1-2020 αίτησης αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, λόγω του ότι η απόφαση περί αβασιμότητας του μοναδικού λόγου αναίρεσης ελήφθη με πλειοψηφία μίας ψήφου (άρθ. 23&&1.2 Ν. 1756/1988 και 3&3 Ν. 3810/1957). Συγκεκριμένα η πλειοψηφία δέχθηκε ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 42&&1.3 και 48 Ν. 4557/2018 και δεν υπερέβη την εξουσία του με το να προβεί στην άρση των διαταχθέντων με την υπ'αριθ. 62/2019 Διάταξη του Προέδρου  της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Αντίθετα, η μειοψηφία δέχθηκε ότι από τις διατάξεις των άρθρων 42 και 48 Ν. 4557/2018 προκύπτει ότι η αρμοδιότητα της Αρχής Καταπολέμησης της           Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες καΙ τη Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας να διενεργεί τις σχετικές έρευνες και του Προέδρου της να εκδίδει τις ανωτέρω Διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης εκποίησης ακινήτων μπορεί να ασκείται παράλληλα με τις ενέργειες των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών. Κατόπιν τούτου, παραπεμπόμενο στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και ερευνητέον τυγχάνει εάν διαρκούσης της κύριας ανάκρισης εκλείπει η αρμοδιότητα του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και τη Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας να εκδίδει Διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης εκποίησης ακινήτων σε σχέση με υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Κατά το άρθ. 42&&1,2,3,4,5,6,7,8,9,10 Ν. 4557/2018 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2015/849/ΕΕ) και άλλες διατάξεις», ενημερώνεται ο αρμόδιος εισαγγελέας ή ο ανακριτής για τις διενεργούμενες συναλλαγές. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει το τραπεζικό απόρρητο.

  1. Η δέσμευση που προβλέπεται στην παρ. 1 ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος στο πιστωτικό ίδρυμα ή στον χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου εκταμίευση χρημάτων από τον λογαριασμό ή εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παρούσας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Η δέσμευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού, των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του περιεχομένου της θυρίδας. Δεν εμποδίζεται επίσης ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα ή το αδίκημα νομιμοποίησης, ακόμη και μετά από την επιβολή της δέσμευσης, να αποκτήσει δικαιώματα επί των περιουσιακών στοιχείων της παρ. 1. Τα δικαιώματα των προηγούμενων δύο εδαφίων μπορούν να ασκηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
  2. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους, κατά περίπτωση στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή προϊστάμενο κτηματολογικού γραφείου ή νηολογίου ή άλλης αρμόδιας υπηρεσίας προς καταχώριση της σχετικής εγγραφής, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσουν το έγγραφο που τους έχει κοινοποιηθεί. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επιδίδεται στον κατηγορούμενο εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του, καθώς και στον τρίτο συγκύριο του περιουσιακού στοιχείου ή στον δικαιούχο άλλου δικαιώματος εγγεγραμμένου στα βιβλία των ανωτέρω υπηρεσιών. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στα βιβλία των ανωτέρω αρμόδιων υπηρεσιών μετά από όπως οι παρ. 7,8 και 10 τροπ. με άρθ. 171 Ν. 4855/2021, «Ι. Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2, ο ανακριτής μπορεί, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να διατάξει τη δέσμευση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και του περιεχομένου των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2. Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για βασικό αδίκημα και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση του ανωτέρω αδικήματος ή υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Η δέσμευση μπορεί να αφορά και σε περιουσιακά στοιχεία τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της δήμευσης αυτών κατά την παρ. 1 του άρθρου 40. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ, Ν. 4620/2019 Α' 96) για την επιβολή του μέτρου αυτού από τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος, η δέσμευση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες ότι αυτά προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση βασικού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης ή υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα, γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους, στο πιστωτικό ίδρυμα ή τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό και επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων επιδίδεται και στον τρίτο συνδικαιούχο, σε περίπτωση δε θυρίδων και στον πληρεξούσιο του μισθωτή. Η επιβολή της δέσμευσης δεν κωλύει το άνοιγμα νέων τραπεζικών λογαριασμών για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά βιοτικών και επαγγελματικών αναγκών εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υποχρεωτικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας και την εγγραφή της ανωτέρω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. Το τέταρτο, πέμπτο και έκτο εδάφιο της παρ. 2 εφαρμόζονται αναλόγως και στην παρούσα περίπτωση.

4.Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται το μέτρο της δέσμευσης και ο τρίτος συγκύριος ή δικαιούχος επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή, ή την ανάκληση του βουλεύματος, ή τον περιορισμό αυτών σε περιουσιακά στοιχεία μικρότερης αξίας από τα δεσμευθέντα, με προσφυγή που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι(20) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Στη σύνθεση του συμβουλίου δεν μετέχει ο ανακριτής. Η υποβολή της προσφυγής και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Το συμβούλιο, κατά την κρίση του για τον περιορισμό των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη την ύπαρξη και άλλων συγκυριών ή δικαιούχων επί των στοιχείων αυτών.

  1. Ανεξάρτητα από την υποβολή της προσφυγής κατά την παρ. 4 ή από την κρίση επ' αυτής, η διάταξη ή το βούλευμα μπορούν να ανακληθούν, ή να μεταρρυθμισθούν και η δέσμευση να αρθεί ή να περιορισθεί αυτεπάγγελτα από τον ανακριτή ή το δικαστικό συμβούλιο ή με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται ή του τρίτου συγκυρίου ή δικαιούχου επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου, αν προκύψουν νέα στοιχεία, ή συντρέξουν ιδιαίτερες περιστάσεις στο πρόσωπο αυτών ή των μελών των οικογενειών τους. Επιτρέπεται, επίσης, η άρση ή ο περιορισμός της δέσμευσης, προκειμένου να ικανοποιηθεί ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα, ή από το αδίκημα νομιμοποίησης και όταν ακόμη δεν συντρέχει περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 304 ΚΠΔ. Μετά από την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι δυνατή η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της διάταξης ή του βουλεύματος από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 και την παρ. 2 του άρθρου 294 ΚΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.
  2. Δικαίωμα υποβολής προσφυγής ή αίτησης στο δικαστικό συμβούλιο, κατά τις παρ. 4 και 5, έχουν και οι τρίτοι οι οποίοι διεκδικούν για λογαριασμό τους την κυριότητα ή άλλο δικαίωμα επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου.
  3. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Αρχή, η δέσμευση των λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων, καθώς και η απαγόρευση της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθούν σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παρ. 1 έως 3, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες κατά την περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 48. Το αντίγραφο της διάταξης του Προέδρου της Αρχής διαβιβάζεται αμελλητί στον αρμόδιο εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει την συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στις παρ. 4, 5 και 6. Τα χρονικά όρια διάρκειας των μέτρων δέσμευσης που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 36 ΚΠΔ ισχύουν και για τη δέσμευση ή απαγόρευση μεταβίβασης ή εκποίησης, η οποία διατάσσεται από τον Πρόεδρο της Αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Για την εξακολούθηση της ισχύος της διάταξης του Προέδρου της Αρχής πέραν των χρονικών ορίων του προηγούμενου εδαφίου αποφαίνεται, πριν από την παρέλευση αυτών, ο ανακριτής με διάταξή του, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, ή το δικαστικό συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3.».
  1. Κατά την έκδοση της διάταξης ή του βουλεύματος των παρ. 1, 3 και 7 εξαιρούνται τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας των ενδιαφερομένων προσώπων ή των οικογενειών τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Τα ενδιαφερόμενο πρόσωπα, με αίτησή τους που απευθύνεται στην αρμόδια δικαστική αρχή ενώπιον της οποία εκκρεμεί η υπόθεση ή με την προσφυγή ή την αίτηση που προβλέπεται στις παρ. 4, 5 και 6, μπορούν να ζητούν την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών για τους παραπάνω λόγους. Είναι δυνατόν, επίσης, να εξαιρεθούν από τη δέσμευση, ολικά ή μερικά, τραπεζικοί λογαριασμοί στους οποίους κατατίθενται μισθοί, συντάξεις ή ανάλογες πρόσοδοι εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση.
  2. Η δέσμευση του παρόντος αίρεται αυτοδικαίως όταν παρέλθουν τα χρονικά όρια που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 262 ΚΠΔ. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστικό συμβούλιο, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, αποφασίζει για τη διατήρηση της δέσμευσης, εφόσον συντρέχουν οι σοβαρές ενδείξεις της παρ. 1, ή για τον περιορισμό ή την άρση αυτής. Όταν το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, αίρει τη δέσμευση και διατάσσει την απόδοση των περιουσιακών στοιχείων στον δικαιούχο τους. Εφαρμόζεται, επίσης, η παρ. 3 του άρθρου 311 ΚΠΔ. Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εφαρμόζεται το άρθρο 373 ΚΠΔ. Στις περιπτώσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 43 ΚΠΔ και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 51 ΚΠΔ την άρση της δέσμευσης διατάσσει ο εισαγγελέας κατά ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 269 ΚΠΔ. Εφαρμόζεται, επίσης, το άρθρο 544 ΚΠΔ για την αποζημίωση σε περίπτωση που η δέσμευση δεν ήταν δικαιολογημένη.
  3. Κάθε διάταξη, βούλευμα ή δικαστική απόφαση με τα οποία τροποποιείται ή αίρεται επιβληθείσα δέσμευση ή εξακολουθεί η ισχύς της κατά την παρ. 7, καθώς και κάθε παραπεμπτικό βούλευμα με το οποίο διατηρείται η δέσμευση, επιδίδεται εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του, με μέριμνα των κατά περίπτωση αρμοδίων εισαγγελικών αρχών, στους αποδέκτες στους οποίους γνωστοποιείται ή επιδίδεται και η αντίστοιχη διάταξη ή το βούλευμα με τα οποία επιβάλλεται το μέτρο αυτό. Οι υπηρεσίες της παρ. 3 οφείλουν, στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, να προβούν σε σχετική σημείωση στα βιβλία τα οποία τηρούν. Οι τρίτοι συγκύριοι του περιουσιακού στοιχείου ή δικαιούχοι δικαιώματος επ' αυτού, καθώς και οι παραπάνω αποδέκτες έχουν δικαίωμα να πληροφορούνται τις παραπάνω μεταβολές από τα στοιχεία της οικείας δικογραφίας και να λαμβάνουν αντίγραφα από τα σχετικά έγγραφα, κατόπιν εγκρίσεως του ανακριτή, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, ή του εισαγγελέα σε κάθε άλλη περίπτωση. Για κάθε αμφιβολία, ως προς την ισχύ, τη χρονική διάρκεια, την έκταση ή την άρση της δέσμευσης αποφαίνεται το αρμόδιο κατά τις περ. σ' και β’ του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 292 ΚΠΔ δικαστικό  συμβούλιο, ή το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της εκδίκασης κατ' άρθρο 373 ΚΠΔ, κατόπιν αιτήσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση, του τρίτου συγκύριου ή δικαιούχου επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου, καθώς και των παραπάνω αποδεκτών. Στις περιπτώσεις αυτοδίκαιης άρσης της ισχύος της διάταξης, διαπιστώνεται η παρέλευση των χρονικών ορίων με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεση και το αποτέλεσμά της γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο.

Κατά το άρθ. 48&&1.2 στοιχ. δ) Ν. 4557/2018 «1. Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις (3) αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, με κοινό Πρόεδρο. Οι Μονάδες συνεδριάζουν νόμιμα εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα μισά τουλάχιστον από τα μέλη τους ή τους αναπληρωτές τους και αποφασίζουν με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου 2.... δ) Σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν υπάρχει υπόνοια ότι περιουσία ή συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ο Πρόεδρος διατάσσει την προσωρινή δέσμευση της περιουσίας ή την αναστολή εκτέλεσης της συγκεκριμένης συναλλαγής, για να διερευνηθεί η βασιμότητα της υπόνοιας το συντομότερο δυνατόν και πάντως μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών. Εφόσον η έρευνα ολοκληρωθεί πριν από την εκπνοή της προθεσμίας χωρίς επιβεβαίωση της υπόνοιας, ο Πρόεδρος αίρει την προσωρινή δέσμευση ή την αναστολή. Μετά από την παρέλευση της προθεσμίας η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή αίρεται αυτοδικαίως. Η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή διατάσσεται με τους ίδιους όρους και όταν ζητείται από αντίστοιχη αρχή άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν από την έρευνα της Αρχής προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες για τέλεση των ανωτέρω αδικημάτων, ο Πρόεδρος διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 42. Μετά το πέρας της εκάστοτε έρευνας, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για τέτοια παραπομπή. Υπόθεση που έχει αρχειοθετηθεί μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχιστεί η έρευνα ή να συσχετιστεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής.».

Από τη διάταξη του άρθ. 42&7 εδ.α Ν. 4557/2018 συνάγεται ότι όταν διεξάγεται έρευνα από την Αρχή, η δέσμευση των λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων, καθώς και η απαγόρευση της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθούν σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παρ. 1 έως 3 του άρθ. 42, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες κατά την περ. δ’ της παρ. 2 του άρθρου 48 ότι η περιουσία ή η συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Με την ρύθμιση αυτή επιτυγχάνεται ταχύτητα και ευελιξία όχι μόνο στην έκδοση αλλά  και στην ανάκληση της διάταξης, εάν και όταν εκλείψει η υπόνοια. Η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων από τον Πρόεδρο της Αρχής είναι δυνητική, όπως σαφώς προκύπτει από την χρήση του ρήματος «μπορεί». Η ως άνω διάταξη της παρ. 1 εδ.α του άρθ. 42 Ν. 4557/2018 ορίζει τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση Διάταξης του Προέδρου της Αρχής για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων. Συγκεκριμένα ορίζεται μία τυπική προϋπόθεση, ήτοι πρέπει να διεξάγεται «έρευνα» από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και δύο ουσιαστικές, ήτοι να συντρέχει «επείγουσα περίπτωση» και να συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις των παρ. 1-3 του άρθ. 42 του ως άνω νόμου. Πρέπει να επισημανθεί ότι αρκούν «βάσιμες υπόνοιες», κατά τις διατάξεις των άρθ. 42&7 και 48&2 περ. δ Ν. 4557/2008 και δεν είναι αναγκαίες «σοβαρές ενδείξεις» για να διαταχθεί δέσμευση από τον Πρόεδρο της Αρχής. Η ratio της επάρκειας βάσιμων υπονοιών είναι ότι η επιβολή της δέσμευσης πρέπει να είναι ευχερέστερη στα αρχικά διαδικαστικά στάδια, προκειμένου να εξασφαλισθεί το δημευτέο αντικείμενο. Η ως άνω έρευνα της Αρχής έχει διοικητική φύση, οι δε πράξεις του Προέδρου της περί δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης εκποίησης ακινήτων, ως διοικητικές πράξεις που επιβάλλουν επαχθές μέτρο σε βάρος του διοικουμένου, πρέπει να είναι αιτιολογημένες. Η Αρχή κείται εκτός του ποινικού δικονομικού συστήματος και οι έρευνές της δεν συνιστούν προανακριτικό έργο, ούτε υπόκεινται στους ποινικούς δικονομικούς κανόνες, αλλά στο ειδικό καθεστώς του Ν. 4557/2018. Πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες, ήτοι μία δικαστική διαδικασία, ενώπιον του Ανακριτού, και μία, διοικητικής φύσεως, διαδικασία, οι οποίες (διαδικασίες) βαίνουν παραλλήλως και οι πράξεις της Αρχής τελούν υπό τον δικαστικό έλεγχο με τους όρους που θέτει ο νομοθέτης. Η ρητή αναφορά στον Νόμο (άρθ. 42&5 Ν. 4557/2018) περί συνέχισης της έρευνας από την Αρχή και μετά την διαβίβαση των πληροφοριών στον Εισαγγελέα οδηγεί αναπόδραστα στην παραδοχή ότι πρόκειται για δύο διαδικασίες που βαίνουν παραλλήλως, η προϋπόθεση δε της «επείγουσας περίπτωσης» που απαιτεί ο νόμος (άρθ. 42&7 Ν. 4557/2018) για την έκδοση, από τον Πρόεδρο της Αρχής, Διάταξης δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων δύναται να υπάρχει και διαρκούσης της κυρίας ανάκρισης και ουδόλως αποκλείεται η ύπαρξη «επείγουσας περίπτωσης» από το γεγονός ότι, κατά την διάρκεια της κύριας ανάκρισης, ο μεν κατηγορούμενος είναι υπό έρευνα, η δε περιουσιακή του κατάσταση υπό διερεύνηση από τον Ανακριτή. Η παραδοχή αυτή περί του ότι οι δύο διαδικασίες βαίνουν παραλλήλως συμπορεύεται και εναρμονίζεται, άλλωστε, με τους σκοπούς της Αρχής, που είναι, μεταξύ άλλων, η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (άρθ. 47&1 α) Ν. 4557/2018).

Κατόπιν τούτου πρέπει η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου να αποφανθεί ότι διαρκούσης της κύριας ανάκρισης δεν εκλείπει η αρμοδιότητα του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες ,προς έκδοση Διατάξεων περί δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης εκποίησης ακινήτων, σε σχέση με υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 42&7 εδ. α Ν. 4557/2018.

Για τους λόγους αυτούς

Προτείνω: Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου να αποφανθεί ότι, διαρκούσης της κύριας ανάκρισης, δεν εκλείπει η αρμοδιότητα του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες προς έκδοση Διατάξεων περί δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης εκποίησης ακινήτων, σε σχέση με υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθ. 42&7 εδ. α Ν. 4557/2018.

Αθήνα 10-1-2022

Η ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Βιργινία Δημ. Σακελλαροττούλου»

Αφού άκουσε

Την παραπάνω Αντεισαγγελέα που πρότεινε: όπως η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου αποφανθεί ότι, διαρκούσης της κύριας ανάκρισης, δεν εκλείπει η αρμοδιότητα του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες προς έκδοση Διατάξεων περί δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης εκποίησης ακινήτων, σε σχέση με υποθέσεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 παρ. 7 εδ.αλ Ν. 4557/2018.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ’ αριθμό 45/2021 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο), παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια αυτού, λόγω λήψης της απόφασης με πλειοψηφία μιάς ψήφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1,2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (Ν. 1756/1988), όπως αυτές ισχύουν, και 3 παρ. 3 του Ν.3810/1957, ο, από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ, μοναδικός λόγος της από 10-1-2020, υπ’ αριθμό 4/2020, αίτησης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για την αναίρεση του βουλεύματος 4445/2019 του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτές τις από 30- 7-2019 αιτήσεις (προσφυγές) των ………………και την από 26-7-2019 αίτηση (προσφυγή) της ………….., και διέταξε την άρση της υπ’ αριθμό 62/2019 Διάταξης της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, με την οποία είχε διαταχθεί α) η δέσμευση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων, επενδυτικών στοιχείων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, που τηρούνται στα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ατομικά ή από κοινού με τρίτους, με δικαιούχους ή πληρεξουσίους τα ανωτέρω φυσικά πρόσωπα, μη αποκλεισμένης της πίστωσής τους, β) απαγόρευση ανοίγματος θυρίδων θησαυροφυλακίου με δικαιούχους, συνδικαιούχους ή πληρεξουσίους τους ανωτέρω, καθώς και γ) η απαγόρευση εκποίησης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταβίβασης των αναφερομένων σ’ αυτή (Διάταξη), λεπτομερώς, ακινήτων.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ.1 περ.α' και β',  παρ.2 εδ. α', παρ. 3 εδ.γ'. παρ.4 εδ.α', β' και παρ. 5 εδ.α' του Ν.4557/2018 (ΦΕΚ Α' 139/30-7-2018) «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κ.λ.π.», με τον οποίο ενσωματώθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη η οδηγία 2015/849/ΕΕ, «1. Η «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης», η οποία έχει συσταθεί με το άρθρο 7 του ν.3691/2008 μετονομάζεται σε «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες». Σκοπός της Αρχής είναι: α) η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, β) ο προσδιορισμός των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία και η επιβολή χρηματοοικονομικών κυρώσεων σε βάρος τους ... 2) Η Αρχή απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας ... 3. Η Αρχή εκπροσωπείται δικαστικώς και εξωδίκως από τον Πρόεδρό της, η δε εν γένει νομική και δικαστική υποστήριξη των υποθέσεών της και το γνωμοδοτικό έργο διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ... 4. Η Αρχή συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δεκαεπτά (17) μέλη καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους ... ο Πρόεδρος και τα μέλη της Αρχής απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους... 5. Πρόεδρος της Αρχής ορίζεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός...». Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 1 εδ. α', παρ.2 α), β), γ) και δ) του ίδιου νόμου, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσης του προσβαλλόμενου βουλεύματος, «1. Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις (3) αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, με κοινό Πρόεδρο... 2. Α' Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών α) Η Α' Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και έντεκα (11) μέλη της Αρχής με τους αναπληρωτές τους... β) Η Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή αντίστοιχης σοβαρής οικονομικής εγκληματικότητας ... γ) Το προσωπικό της Μονάδας είναι αρμόδιο για: αα) τη λήψη, τη διερεύνηση, την ανάλυση, την αξιολόγηση, τη συσχέτιση των αναφορών ύποπτων ή ασυνηθών συναλλαγών ... ββ) τη συνεργασία με τις Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών άλλων κρατών ... δδ) τη διενέργεια επιχειρησιακών αναλύσεων, όταν υφίστανται ενδείξεις ή υπόνοιες διάπραξης σοβαρής ή οργανωμένης νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, με στόχο τη διασύνδεση υποθέσεων, τον εντοπισμό εγκληματικών δικτύων ή ομάδων ή μεμονωμένων υπόπτων και την εξακρίβωση του τρόπου δράσης αυτών, εε) την εκπόνηση στρατηγικών αναλύσεων αναφορικά με τις τάσεις και τις συνήθεις πρακτικές της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, δ) σε επείγουσες περιπτώσεις, όταν υπάρχει υπόνοια ότι περιουσία ή συναλλαγή σχετίζεται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, ο Πρόεδρος διατάσσει την προσωρινή δέσμευση της περιουσίας ή την αναστολή εκτέλεσης της συγκεκριμένης συναλλαγής, για να διερευνηθεί η βασιμότητα της υπόνοιας το συντομότερο δυνατόν και πάντως μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών. Εφόσον η έρευνα ολοκληρωθεί πριν από την εκπνοή της προθεσμίας χωρίς επιβεβαίωση της υπόνοιας, ο Πρόεδρος αίρει την προσωρινή δέσμευση ή την αναστολή. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή αίρεται αυτοδικαίως. Η προσωρινή δέσμευση ή αναστολή διατάσσεται με τους ίδιους όρους και όταν ζητείται από αντίστοιχη αρχή άλλου κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν από την έρευνα της Αρχής προκύπτουν βάσιμες υπόνοιες για τέλεση των ανωτέρω αδικημάτων, ο Πρόεδρος διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των ελεγχόμενων προσώπων, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 42. Μετά το πέρας της εκάστοτε έρευνας, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμα της στον αρμόδιο Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για τέτοια παραπομπή. Υπόθεση που έχει αρχειοθετηθεί μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχιστεί η έρευνα ή να συσχετιστεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής». Περαιτέρω, κατά το άρθρο 42 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως του προσβαλλόμενου βουλεύματος, «1. Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2 μπορεί ο ανακριτής, με σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2. Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για βασικό αδίκημα και υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από την τέλεση του ανωτέρω αδικήματος ή που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, η απαγόρευση της κίνησης των λογαριασμών, των τίτλων, των χρηματοπιστωτικών προϊόντων ή του ανοίγματος των θυρίδων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα, γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητας τους, στο πιστωτικό ίδρυμα ή το χρηματοπιστωτικό οργανισμό  και επιδίδεται στον κατηγορούμενο. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων ή  χρηματοπιστωτικών προϊόντων επιδίδεται και στον  συνδικαιούχο,  σε περίπτωση δε θυρίδων και στον πληρεξούσιο του μισθωτή Η απαγόρευση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης του ανακριτή ή του βουλεύματος στο πιστωτικό ίδρυμα ή στο χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Από τότε απαγορεύεται το άνοιγμα της θυρίδας και είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου εκταμίευση χρημάτων από το λογαριασμό ή εκποίηση τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Διευθυντικό στέλεχος ή υπάλληλος του πιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοπιστωτικού οργανισμού που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της παρούσας τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή. Η απαγόρευση δεν θίγει προγενέστερα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει καλόπιστοι τρίτοι επί του λογαριασμού, των τίτλων ή των χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να ασκηθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 3. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, μπορεί ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο να διατάξει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους, κατά περίπτωση στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή προϊστάμενο κτηματολογικού γραφείου ή νηολογίου ή άλλης αρμόδιας υπηρεσίας προς καταχώρηση της σχετικής εγγραφής, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσουν το έγγραφο που τους έχει κοινοποιηθεί. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επιδίδεται στον κατηγορούμενο. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στα βιβλία των ανωτέρω αρμόδιων υπηρεσιών μετά την εγγραφή της ανωτέρω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ρυθμίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου. 4. Ο κατηγορούμενος, ο ύποπτος τέλεσης αξιόποινης πράξης των αδικημάτων των άρθρων 2 και 4 και ο τρίτος δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή ή την ανάκληση του βουλεύματος, με αίτηση που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι (20) μέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Στη σύνθεση του συμβουλίου δεν μετέχει ο ανακριτής. Η υποβολή της αίτησης και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλείται αν προκύψουν νέα στοιχεία. 5. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Αρχή, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων, του ανοίγματος θυρίδων και της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθεί σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3. Τα σχετικά, με τη δέσμευση, στοιχεία και αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης διαβιβάζονται στον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στην παράγραφο 4. 6. Τα ενδιαφερόμενο πρόσωπα, με αίτησή τους που απευθύνεται στην αρχή που αποφάσισε τη δέσμευση ή με την προσφυγή που προβλέπεται στις παραγράφους 4 και 5, μπορούν να ζητούν την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων ως άνω στοιχείων».

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι όταν η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, διενεργεί έρευνα για το έγκλημα αυτό και υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τίτλοι, χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα, που προέρχονται είτε από την τέλεση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων υπό την έννοια του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, είτε από την τέλεση των βασικών αδικημάτων, υπό την έννοια του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω νόμου ή σε κάθε περίπτωση υπόκεινται σε δήμευση κατά τις προβλέψεις του άρθρου 40 του ίδιου νόμου, καθώς και σε περίπτωση που υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι κάποιο ακίνητο έχει αποκτηθεί από το εκάστοτε ελεγχόμενο πρόσωπο με χρήματα που απέκτησε μέσω της τέλεσης των ανωτέρω αδικημάτων και επιπλέον συντρέχει επείγουσα περίπτωση, υπό την έννοια του άμεσου κινδύνου να χαθούν τα ίχνη της πιθανώς τελεσθείσας αξιόποινης πράξης, ήτοι χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία, τα οποία δεν αποτελούν μόνο ως προς το ουσιαστικό αποτέλεσμα το προϊόν της πράξης, αλλά ταυτόχρονα και τη βασική προϋπόθεση απόδειξης της τέλεσής της, ο Πρόεδρος της Αρχής μπορεί να απαγορεύσει αφενός την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων, που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, αφετέρου το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου και επιπλέον να απαγορεύσει την εκποίηση ή τη με οποιοδήποτε τρόπο μεταβίβαση ορισμένου ακινήτου του ελεγχόμενου για νομιμοποίηση εσόδων προσώπου και στη συνέχεια να διαβιβάσει τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία, μαζί με αντίγραφο φακέλου της υπόθεσης, στον αρμόδιο Εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει τη συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Με τις ρυθμίσεις αυτές επιτυγχάνεται ταχύτητα και ευελιξία όχι μόνο στην έκδοση της ως άνω σχετικής διάταξης του Προέδρου της Αρχής, αλλά και στην ανάκληση αυτής, εάν και όταν εκλείψουν οι υπόνοιες. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι για την προσωρινή δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του υπόπτου από τον Πρόεδρο της Αρχής αρκούν «υπόνοιες», ενώ για τη δέσμευση «βάσιμες υπόνοιες». Η ratio της επάρκειας βάσιμων υπονοιών είναι ότι η επιβολή της δέσμευσης της περιουσίας του υπόπτου πρέπει να είναι ευχερέστερη στα αρχικά διαδικαστικά στάδια, προκειμένου να εξασφαλιστεί το δημευτέο αντικείμενο. Η αρμοδιότητα δε αυτή του Προέδρου της Αρχής για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του υπόπτου, έχει διφυή χαρακτήρα, καθώς πρόκειται τόσο για ιδιότυπο μέτρο συλλογής αποδείξεων, όσο και για μέτρο καταναγκασμού σε βάρος του υπόπτου, καθώς από τη μια πλευρά προπαρασκευάζει μια πιθανή κατάσχεση, διατηρώντας ακέραιη την περιουσία του υπόπτου, ώστε αυτή (κατάσχεση) να αποτελέσει αντικείμενο της ειδικής δημεύσεως, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 46 Ν. 3691/2008, είτε με τη μορφή της υποχρεωτικής παρεπόμενης ποινής (παρ. 1) είτε με τη μορφή του μέτρου ασφάλειας (παρ. 3), από την άλλη δε τον αδρανοποιεί οικονομικά και ανακόπτει την εγκληματική του δράση, η οποία συνδέεται με τη δυνατότητά του να χρησιμοποιεί το οικονομικό τραπεζικό σύστημα. Επομένως, το ως άνω μέτρο της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων από τον Πρόεδρο της Αρχής, δεν έχει διοικητικό χαρακτήρα, αλλά εντάσσεται στα διωκτικά μέτρα της ποινικής νομοθεσίας, διότι ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο μέτρο που λαμβάνεται από τον Ανακριτή στα πλαίσια της διεξαγωγής τακτικής ανακρίσεως σε βάρος του κατηγορουμένου για το ίδιο ποινικό αδίκημα και, περαιτέρω, ελέγχεται ουσιαστικώς καθ' όμοιον τρόπο από όργανο της Ποινικής Δικαιοσύνης (Δικαστικό Συμβούλιο), σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 4 και 5 του ν. 4557/2018, το οποίο τελεί σε αρμονία με το άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣΤΕ 4427, 4428/2014). Η λειτουργία όμως της Αρχής και οι πράξεις του Προέδρου αυτής κείνται εκτός του ποινικού δικονομικού συστήματος και οι έρευνες της δεν συνιστούν προανακριτικό έργο, ούτε υπόκεινται στους ποινικούς δικονομικούς κανόνες, αλλά στο ειδικό καθεστώς του ν. 4557/2018. Το καθεστώς δε αυτό παρέχει στις Μονάδες της Αρχής και τον  Πρόεδρο αυτής τη δυνατότητα να ενεργούν, κατά τη διεξαγωγή των ερευνών τους, με ευελιξία και ταχύτητα, έχοντας ανεμπόδιστη πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, στα δεδομένα και αρχεία της διατραπεζικής εταιρείας «Τειρεσίας ΑΕ» και ανταλλάσσοντας πληροφορίες με τις Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (ΜΧΠ) άλλων κρατών, χωρίς να δεσμεύονται από οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο (άρθρο 49 ν. 4557/2018), αρκούντων, ειδικώς ως προς τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του υπόπτου απλώς και μόνον ελλόγων υπονοιών επί τη βάσει πληροφοριών τις οποίες η Αρχή κρίνει ως ακριβείς, εκπληρώνοντας έτσι τον προληπτικό και ενίοτε προπροληπτικό σκοπό της στον τομέα της πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, σε αντίθεση με την χρονοβόρα, ενίοτε, ανακριτική διαδικασία, κατά την οποία οι ενέργειες του ανακριτή υπόκεινται στον έλεγχο των ποινικών δικονομικών κανόνων, ενώ, ειδικώς ως προς τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέα και ήδη, μετά την  τροποποίηση του άρθρου 42 με το άρθρο 9 του ν.4816/2021, απαιτείται να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από  την τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2 του ν. 4557/2018.

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αρμοδιότητα της Αρχής να διενεργεί τις σχετικές έρευνες κατά τα ανωτέρω, όπως και του Προέδρου αυτής να εκδίδει τις προαναφερόμενες διατάξεις δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων και απαγόρευσης εκποίησης ακινήτων του υπόπτου για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, μπορεί να ασκείται παράλληλα με την τακτική ποινική διαδικασία και με τις ενέργειες των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών που μετέχουν σε αυτήν. Αυτό προκύπτει σαφώς από την παράγραφο 5 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018, όπου προβλέπεται ρητά η συνέχιση της έρευνας από την «Αρχή» και μετά τη διαβίβαση των πληροφοριών στον Εισαγγελέα, διάταξη, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τις τροποποιήσεις του εν λόγω άρθρου, με το άρθρο 9 ν. 4816/2021 και το άρθρο 171 ν. 4855/2021. Η ρητή αυτή αναφορά στο Νόμο περί συνέχισης της έρευνας από την Αρχή και μετά τη διαβίβαση των πληροφοριών στον Εισαγγελέα, προφανώς για τη συνέχιση της διαδικασίας περαιτέρω δικαστικής διερευνήσεως της υπόθεσης, οδηγεί αναπόδραστα στην παραδοχή ότι πρόκειται για δύο διαδικασίες που βαίνουν παραλλήλως. Και τούτο, διότι δεν νοείται διεξαγωγή έρευνας από την Αρχή, χωρίς ταυτόχρονη αρμοδιότητα του Προέδρου αυτής, ο οποίος, ας σημειωθεί, είναι εν ενεργεία εισαγγελικός λειτουργός και ήδη, μετά την αντικατάσταση της παρ. 5 του άρθρου 47 ν. 4557/2018 με το άρθρο 236 ν. 4798/2021 (ΦΕΚ Α' 68/24-4-2021) και επί τιμή, για τη λήψη των ειδικών περιοριστικών μέτρων, που προβλέπονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις και κυρίως αυτών της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του υπόπτου. Αντιθέτως, από καμία διάταξη νόμου και ιδίως τις διατάξεις του άρθρου 42 του ν. 4557/2018, δεν προκύπτει ότι η Αρχή, όπως και ο  Πρόεδρος της, καθίσταται αναρμόδιοι με την έναρξη της κυρίας ανάκρισης ή της εν γένει ποινικής διαδικασίας και της αποστολής του φακέλου στον αρμόδιο εισαγγελέα. Μια τέτοια ερμηνεία ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, είναι ευθέως αντίθετη με το γράμμα του νόμου (άρθρο 42 παρ. 5 ν. 4557/2018), αλλά και με το σκοπό του ν. 4557/2018, που είναι, μεταξύ άλλων, η πρόληψη, ο εντοπισμός και η ανάκτηση των προϊόντων του εγκλήματος της νομιμοποίησης εσόδων και συνίσταται εκτός των άλλων και στην ταχεία και χωρίς νομικά εμπόδια και δικονομικές ακυρότητες διεθνή διερεύνηση και τον εντοπισμό του «μαύρου χρήματος» από την Αρχή καταπολέμησης του άνω εγκλήματος. Εξάλλου, η προϋπόθεση της «επείγουσας περίπτωσης», η οποία, κατά νόμον, πρέπει να συντρέχει για τη λήψη από τον Πρόεδρο της Αρχής των ανωτέρω περιοριστικών μέτρων δύναται να υπάρχει και διαρκούσης της κυρίας ανάκρισης, ουδόλως δε αποκλείεται η ύπαρξη αυτής (επείγουσας περίπτωσης) από το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης, ο μεν κατηγορούμενος είναι υπό έρευνα, η δε περιουσιακή του κατάσταση υπό διερεύνηση από τον Ανακριτή. Ενισχυτικό υπέρ της γνώμης αυτής επιχείρημα, της παράλληλης δηλαδή με τον Ανακριτή αρμοδιότητας του Προέδρου της Αρχής να προβαίνει με διάταξή του στη λήψη των προαναφερόμενων περιοριστικών μέτρων, αντλείται και από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α' 180/18-11-2019), με την οποία ορίζεται ότι εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, ήτοι έως τις 19-5-2020, οι διατάξεις του Προέδρου της Αρχής καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 42 του ν. 4557/2018 πριν τη δημοσίευση του άνω νόμου στις 18-11-2019, και για τις οποίες έχουν παρέλθει τα χρονικά όρια διάρκειας των μέτρων δέσμευσης του εδαφίου α' της παραγράφου 2 του άρθρου 34 του Κ.Π.Δ., δηλαδή διάστημα εννέα (9) μηνών (χρονική διάρκεια η οποία ισχύει και για τις διατάξεις του Προέδρου της Αρχής σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 42 ν. 4557/2018, που προστέθηκε με το άρθρο 9 ν. 4637/2019) διαβιβάζονται με τα σχετικά με τη δέσμευση στοιχεία και αντίγραφο του φακέλου της υπόθεσης στον ανακριτή, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης ή στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση, οι οποίοι αποφαίνονται για την επικύρωση ή μη της διάταξης του Προέδρου της Αρχής.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του Κ.Π.Δ., θεσπίζεται ως λόγος αναιρέσεως κατά βουλεύματος, η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος ή χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται κατά νόμο για την άσκησή της στη συγκεκριμένη περίπτωση (θετική υπέρβαση εξουσίας) ή όταν παρέλειψε να ασκήσει τη δικαιοδοσία που του παρέχει ο νόμος, καίτοι συντρέχουν οι απαιτούμενες για την άσκησή της προϋποθέσεις (αρνητική υπέρβαση εξουσίας). Στην προκειμένη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο υπ' αρ. 4445/2019 βούλευμά του, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, αναφερόμενο καθ' ολοκληρίαν στις σκέψεις της Εισαγγελικής πρότασης, δέχθηκε τα ακόλουθα: «    Στην προκειμένη περίπτωση από το σύνολο των εγγράφων του φακέλου και ιδία από την με αριθμό πρωτοκόλλου υπ' αριθμ. 109 από 03.11.2018 «Υποβολή Δικογραφίας - Αποστολής Συνοδείας» της Ε.ΓΣ.Δ.Ο.Ε./ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΣΔΟΕ ΑΤΤΙΚΗΣ/ΥΠΟΔ-ΝΣΗ Β7 ΤΜΗΜΑ Η’ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΝΟΝΩΝ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ, ΑΓΟΡΑΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ & ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ προς την Εισαγγελία Πρωτ/κων Αθηνών, η οποία υποβλήθηκε στην ως άνω Αρχή με το υπ' αριθμ. ΣΔΟΕ Ε.Δ. ATT. Η 026197 ΕΞ 2018 ΕΜΠ/05.11.2018 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας, προκύπτει ότι οι αιτούντες, μαζί με άλλους δράστες, φέρεται να διέπραξαν κατά το χρονικό διάστημα από τις 27.1.2016 έως τις 2.11.2018 τα αδικήματα της εγκληματικής οργάνωσης, της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (αρ. 187 παρ. 1 Π Κ, αρ. 66 παρ. 1α, β και 4 του Ν. 4174/2013 και 2, 3, 4α, 39 παρ. 1 γ' Ν.4557/2018), υπόθεση για την οποία έχει, ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος τους για τα ανωτέρω αδικήματα στο πλαίσιο της δικογραφίας με ΑΒΜ ……, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του 16ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών από τις 3.11.2018 (βλ. το συνημμένο από 19.9.2019 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών). Όμως, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω στη νομική σκέψη της παρούσης, σύμφωνα με το άρθρο 42  παρ. 1 και 3 του Ν.4557/2018, όταν διεξάγεται τακτική  ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2 ή για βασικό αδίκημα, όπως εν προκειμένω, μόνο ο ανακριτής μπορεί, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να απαγορεύσει την κίνηση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι οι λογαριασμοί, οι τίτλοι, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ή οι θυρίδες περιέχουν χρήματα ή πράγματα που προέρχονται από τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2 ή του βασικού αδικήματος ή που υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40, ενώ αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1, μόνο ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο μπορούν να διατάξουν την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του κατηγορουμένου, καθώς στην περίπτωση αυτή η μόνη αρχή που έχει συνολική εποπτεία για την συγκεκριμένη υπόθεση είναι ο ανακριτής. Αντίθετα, ο Πρόεδρος της Αρχής έχει τις ανωτέρω δυο δυνατότητες, ήτοι να διατάξει τόσο την απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών κ. α. όσο και την απαγόρευση εκποίησης ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου, μόνο πριν φτάσει η δικογραφία στην Εισαγγελία και πριν την παραγγελία ή διεξαγωγή τακτικής ανάκρισης για οποιαδήποτε έγκλημα των άρθρων 2 ή 4 του Ν. 4557/2018, όταν δηλαδή δεν υπάρχει ακόμα ούτε «ύποπτος» ούτε «κατηγορούμενος» (βλ. ερμηνεία πανομοιότυπων με τις διατάξεις του αρ. 42 Ν.4557/2018 διατάξεων του αρ. 48 Ν.3691/2008 σε Μπαλτά Σ. «Η κατ’ άρθρο 48 παρ 5 Ν.3691/2008 έκδοση Απόφασης από τον Πρόεδρο της Αρχής του άρθρου 7 Ν.3691/2008, όπως ισχύει μετά το Ν.3932/2011 κλπ», ΠοινΔ/νη 2011/353 επ). Εξάλλου δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι υπάρχει κατά τη διάρκεια της ανάκρισης συντρέχουσα αρμοδιότητα του Ανακριτή και του Προέδρου της Αρχής σχετικά με τις ανωτέρω δυνατότητες, καθώς σε αυτήν την περίπτωση θα περίττευε η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 42 Ν.4557/2018 από τον Ανακριτή, διότι κάθε φορά που δυνάμει των άρθρων 34 παρ. 1 και 49 παρ.2 του Ν.4557/2018 η Αρχή ελάμβανε πληροφορίες από τις αρμόδιες ανακριτικές αρχές σχετικά με την τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2 ή 4 του Ν 4557/2018, θα μπορούσε ο Πρόεδρος της να διατάξει τα επαχθή αυτά δικονομικά μέτρα και να μένει χωρίς νόημα η σχετική πρόβλεψη για τον Ανακριτή, με αποτέλεσμα να τίθενται εκποδών και οι γενικές εξουσίες του Ανακριτή κατά το στάδιο της ανάκρισης και να οδηγούμαστε στο δογματικά παράδοξο να επιβάλλονται αυτά τα δικονομικά μέτρα μετά την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος προσώπων που έχουν πλέον την ιδιότητα του κατηγορουμένου, όχι από τα αρμόδια δικαστικά όργανα (ανακριτή, δικαστικό συμβούλιο) αλλά από μια διοικητική αρχή. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση, ο αποκλεισμός της Προέδρου της Αρχής από την έκδοση απόφασης για απαγόρευση κίνησης λογαριασμού κ.α. και την απαγόρευση εκποίησης ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου σε βάρος κατηγορουμένου κατά του οποίου διενεργείται ήδη κυρία ανάκριση προκύπτει και από την έλλειψη της ουσιαστικής προϋπόθεσης της ύπαρξης «επείγουσας» περίπτωσης, διότι όσο διαρκεί η κυρία ανάκριση «επείγουσα» περίπτωση δε νοείται, καθώς ο κατηγορούμενος είναι ήδη υπό έρευνα και ακολούθως η περιουσιακή του κατάσταση υπό διερεύνηση, ενώ η εδραιωμένη αρμοδιότητα του Ανακριτή επιτρέπει την άμεση λήψη από αυτόν ειδικών ανακριτικών πράξεων/δικονομικών μέτρων, μιας και η ενημέρωση του από την Αρχή μπορεί να είναι συνοπτική και ταχεία, καθώς ο ίδιος είναι ενήμερος της υπόθεσης και δεν θα χαθεί πολύτιμος χρόνος για την επιβολή των κατάλληλων μέτρων σε βάρος του κατηγορουμένου (Μπαλτάς Σ., ο.π, σελ. 361).

Ενόψει των ανωτέρω, και επειδή η προσβαλλόμενη Διάταξη εκδόθηκε από αναρμόδια Αρχή και δεν συνέτρεχε επείγουσα περίπτωση για την έκδοση αυτής, πρέπει το Συμβούλιο να κάνει τύποις και ουσία δεκτές τις υπό κρίσει αιτήσεις και να διατάξει την άρση της υπ’ αριθμ. 62/2019 Διάταξης της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες».

Από τ' ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη, υπ' αριθμ. 62/2019, της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, εκδόθηκε αναρμοδίως, καθότι εκδόθηκε στις 7-6-2019, ήτοι μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος των αιτούντων - προσφευγόντων στις 3-11- 2018 για τις αξιόποινες πράξεις της εγκληματικής οργάνωσης, της φοροδιαφυγής και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και την διεξαγωγή τακτικής ανάκρισης για τα αποδιδόμενα σ' αυτούς ως άνω αδικήματα, χρόνο κατά τον οποίο αρμοδιότητα για την έκδοση αυτής (διάταξης) και για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των αιτούντων είχε, κατά την κρίση του, μόνον ο ανακριτής και το δικαστικό συμβούλιο. Ακολούθως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών έκανε δεκτές τις αιτήσεις - προσφυγές των ………………. και διέταξε την άρση της υπ' αρ. 62/2019 διάταξης της Προέδρου της Αρχής και την άρση της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων των αιτούντων. Με την κρίση του αυτή, δηλαδή με το να δεχθεί ότι δεν υφίσταται, κατά τη διάρκεια της κυρίας ανάκρισης, αρμοδιότητα του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, παράλληλη με την αρμοδιότητα του Ανακριτή, σχετικά με τη δυνατότητα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων των αιτούντων και με το να προβεί ακολούθως στην άρση της ως άνω διάταξης της Προέδρου της Αρχής, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών υπερέβη θετικά την εξουσία του, αφού, ως ήδη ειπώθηκε, η αρμοδιότητα της εν λόγω Αρχής και του Προέδρου αυτής μπορεί να ασκείται παράλληλα με την ανακριτική διαδικασία. Επομένως, ο μοναδικός, εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. στ' του ΚΠΔ, λόγος της υπό κρίση αίτησης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την αναίρεση του προσβαλλόμενου βουλεύματος, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί το υπ' αρ. 4445/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών και ενόψει του ότι συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο, κατ' άρθρο 519 του ΚΠΔ (το οποίο εφαρμόζεται αναλογικά κατ' άρθρο 485 παρ. 1 του ΚΠΔ), πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα κρίση στο εκδόν το προσβαλλόμενο βούλευμα Συμβούλιο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το υπ’ αριθ. 4445/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο ως άνω Συμβούλιο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που έκριναν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουάριου 2022. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 28 Φεβρουάριου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ         Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login