ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ - ΔΙΑΤΑΞΗ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ - ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ - ΟΛΑΠ 4-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Δέσμευση περιουσιακών στοιχείων προσώπου, ύστερα από ένταξή του στον κατάλογο προσώπων σχετιζόμενων με την τρομοκρατία, με απόφαση της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες. Απόρριψη αιτήσεως ανακλήσεώς της. Άσκηση προσφυγής. Το ποινικό δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφανθεί για την άρση της δέσμευσης περιουσιακού στοιχείου, αν αυτή επιβλήθηκε με διάταξη του προέδρου της Αρχής κατ΄ άρθρο 50 Ν 4557/2018. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στο ποινικό τμήμα του ΑΠ.

Απόφαση 4 / 2022   (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 4/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη, Γεώργιο Χριστοδούλου και Μαρία Βασδέκη Αντιπροέδρους, Βασιλική Ηλιοπούλου, Ελένη Φραγκάκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Αικατερίνη Βλάχου, 'Αννα Φωτοπούλου - Ιωάννου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη, Μαρία Βάρκα, 'Αννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αθανάσιο Τσουλό, Παρασκευή Τσούμαρη, Αγάπη Τζουλιαδάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Βρυσηίδα Θωμάτου, Παναγιώτα Πασσίση, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου, Ελευθέριο Σισμανίδη, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Ελένη Χροναίου, Μαρία Χασιρτζόγλου, Σωκράτη Πλαστήρα και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για αναίρεση υπέρ του νόμου, της υπ'αριθ. 389/23-04-2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Δ. Μ. του Χ. και 2. Ε. Χ. Μ., κατοίκους, αμφοτέρους ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, αφού δεν κλητεύθηκαν από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, επειδή πρόκειται για αναίρεση υπέρ του νόμου, η οποία δεν επιδρά στα έννομα συμφέροντά τους, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16.02.2022 και με αριθμό 7/2022 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 151/2022.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σκέλος αποδοχής της αιτήσεως των Δ. Μ. και Ε. χας Χ. Μ. και εντεύθεν άρσεως δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων και λογαριασμών) των υποβαλλόντων την αίτηση, ταύτης επιβληθείσης με τις υπ'αριθμ. 506 και 508/2019 αποφάσεις της Προέδρου Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποιήσεως Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες ως μεταρρυθμίστηκαν ύστερα από μερική άρση, βάσει των υπ'αριθμ. 5 και 6/2020 αποφάσεων Β Μονάδος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507. Ύστερα από αυτήν την προθεσμία μπορεί να ασκήσει αναίρεση μόνο υπέρ του νόμου για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 510, καθώς και για οποιαδήποτε παράβαση των τύπων της διαδικασίας, χωρίς να βλάπτονται τα δικαιώματα των διαδίκων". Η αίτηση αναίρεσης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπέρ του νόμου εισάγεται προς εκδίκαση στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (άρθρα 10 παρ. 2 περ. α', 512 παρ. 1 εδ. ζ' του ΚΠοινΔ, 23 παρ. 1 εδ. β' και 2 στοιχ. α' του Ν. 1756/1988). Η αίτηση αυτή δεν αποτελεί γνήσιο ένδικο μέσο, αλλά ιδιότυπη προσφυγή και, ως εκ τούτου, δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα για τον κατηγορούμενο και τους άλλους διαδίκους, οι οποίοι δεν κλητεύονται, διότι, λόγω της απώλειας της ιδιότητάς τους μετά το αμετάκλητο, δεν νομιμοποιούνται σε παράσταση κατά την επί της ιδιότυπης αυτής προσφυγής διαδικασία ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία διεξάγεται σε θεωρητικό επίπεδο χωρίς έννομες συνέπειες γι' αυτούς, αφού τα δικαιώματά τους διατηρούνται απαραμείωτα, χωρίς, εξάλλου, στην περίπτωση αυτή να παραβιάζονται τα άρθρα 20 του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, τα οποία έχουν εφαρμογή μόνον στα ένδικα μέσα που έχουν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα για τους διαδίκους και, συνεπώς, έννομες συνέπειες γι' αυτούς (ΟλΑΠ 1/2012, ΟλΑΠ 4/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 16-2-2022, με αριθμό 7/2022, αίτηση αναίρεσης, υπέρ του νόμου, του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της απόφασης 389/23-4-2021 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς το μέρος με το οποίο διατάχθηκε η άρση της επιβληθείσας, με τις αποφάσεις 506/2019 και 508/2019 της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων και τραπεζικών λογαριασμών) με δικαιούχους: α) το Δ. Μ. του Χ. και β) την Ε. χήρα Χ. Μ., κατοίκους ..., κατά το μέρος κατά το οποίο αυτή (απόφαση) δεν είχε αρθεί με τις αποφάσεις 05/2020 και 06/2020, αντίστοιχα, της εν λόγω Αρχής. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα, με δήλωση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ενώπιον του Γραμματέα του Αρείου Πάγου (άρθρα 474 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ), με λόγο την υπέρβαση εξουσίας, η οποία προβλέπεται από η διάταξη του άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, αρμόδια δε εισάγεται ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 περ. α', 512 παρ. 1 εδ. ζ' του ΚΠοινΔ, 23 παρ. 1 εδ. β' και 2 στοιχ. α' του Ν. 1756/1988. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί η βασιμότητα του λόγου της, χωρίς να βλάπτονται από την άσκησή της τα δικαιώματα του κατηγορουμένου Δ. Μ. του Χ., αφού αυτή ασκείται υπέρ του νόμου χωρίς τήρηση προθεσμίας και μετά το αμετάκλητο της προσβαλλόμενης απόφασης. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρο 47 παρ. 1 περ. α' και β' του Ν. 4557/2018, "1. Η "Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης", η οποία έχει συσταθεί με το άρθρο 7 του ν. 3691/2008 μετονομάζεται σε "Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες". Σκοπός της Αρχής είναι: α) η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, β) ο προσδιορισμός των σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων και η επιβολή χρηματοοικονομικών κυρώσεων σε βάρος τους....". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 48 παρ. 1 του Ν. 4557/2018, "Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις (3) αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, με κοινό Πρόεδρο. Οι Μονάδες συνεδριάζουν νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα μισά τουλάχιστον από τα μέλη τους ή τους αναπληρωτές τους και αποφασίζουν με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου". Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρο 48 παρ. 3 περ. α', β', γ' και δ' του ίδιου Νόμου, "α) Η Β' Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δύο (2) μέλη....β) Η Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στην αντιμετώπιση υποθέσεων τρομοκρατίας....γ) Το προσωπικό της Μονάδας συγκεντρώνει και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται στην Αρχή από τις αστυνομικές και εισαγγελικές αρχές ή περιέρχονται σε αυτήν με οποιονδήποτε άλλον τρόπο και αφορούν την τέλεση πράξης από αυτές που περιγράφονται στο άρθρο 187Α ΠΚ. Ομοίως, διερευνά και αξιολογεί κάθε τέτοια πληροφορία που διαβιβάζεται στην Αρχή από φορείς της αλλοδαπής, με τους οποίους και συνεργάζεται για την παροχή κάθε δυνατής συνδρομής. δ) Ο Πρόεδρος και τα μέλη της Μονάδας είναι αρμόδιοι για τις ενέργειες που προβλέπονται στο άρθρο 43 σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου της δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων.... Η Μονάδα είναι επίσης αρμόδια για τον προσδιορισμό των προσώπων που σχετίζονται με την τρομοκρατία και τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων, σύμφωνα με ορίζονται στο άρθρο 47". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 50 του Ν. 4557/2018, "1. Η Αρχή δια της αρμόδιας Μονάδας της παραγράφου 3 του άρθρου 48 προσδιορίζει τα πρόσωπα που σχετίζονται με την τρομοκρατία, βασιζόμενη σε ακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία που υποβάλλονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών ή τις εισαγγελικές, δικαστικές ή άλλες διωκτικές αρχές. Οι πληροφορίες και τα στοιχεία αυτά αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα που διαμένουν ή εδρεύουν ή κατέχουν περιουσία, σύμφωνα με την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 187Α ΠΚ στην ημεδαπή και τα οποία έχουν διαπράξει ή διαπράττουν ή αποπειρώνται να διαπράξουν ή συμμετέχουν ή με οποιονδήποτε τρόπο διευκολύνουν την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 187Α ΠΚ. Ειδικότερα, στην Αρχή υποβάλλονται τα εξής: α) Τα αποδεικτικά στοιχεία ή οι πληροφορίες οποιουδήποτε είδους που έχουν προκύψει από τη διενέργεια ελέγχων σε βάρος νομικών προσώπων ή οντοτήτων που ανήκουν ή ελέγχονται από τρομοκράτες ή τρομοκρατικές οργανώσεις ή σε βάρος προσώπων που είτε βοηθούν ή παρέχουν οικονομική, υλική, τεχνολογική ή οποιαδήποτε άλλη υποστήριξη με σκοπό την υποβοήθηση τρομοκρατικών ενεργειών, είτε συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με τρομοκράτες ή τρομοκρατικές οργανώσεις, β) οι ασκηθείσες ποινικές διώξεις για τρομοκρατικές πράξεις ή χρηματοδότηση τρομοκρατών ή τρομοκρατικών οργανώσεων, γ) οι καταδικαστικές αποφάσεις για την τέλεση τρομοκρατικών πράξεων, δ) οι καταδικαστικές αποφάσεις για τη χρηματοδότηση μεμονωμένων τρομοκρατών ή τρομοκρατικών οργανώσεων. Η Αρχή συντάσσει και τηρεί κατάλογο που περιλαμβάνει τα ονόματα των προσδιοριζόμενων ως σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων, καταχωρίζοντας σε αυτόν επαρκή συμπληρωματικά στοιχεία που επιτρέπουν την αποτελεσματική διαπίστωση της ταυτότητάς τους, διευκολύνοντας έτσι την αποφυγή λήψης μέτρων κατά εκείνων που φέρουν το αυτό ή παρόμοιο όνομα, επωνυμία ή διακριτικό τίτλο. 2. Η Αρχή ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση όλα τα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 5 και ζητεί επισταμένη έρευνα για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων πάσης φύσεως των αναφερόμενων προσώπων. Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να παράσχουν αμελλητί τα αιτούμενα στοιχεία. Σε διαφορετική περίπτωση, υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 46. 3. Με την επιφύλαξη τυχόν ενεργειών των αρμόδιων εισαγγελικών αρχών, η Αρχή με απόφασή της διατάσσει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, καθώς και των περιουσιακών στοιχείων που ελέγχουν μέσω παρένθετων προσώπων ή κατέχουν μαζί με άλλους, την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και ανοίγματος τραπεζικών θυρίδων, την απαγόρευση παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στα ανωτέρω πρόσωπα, σύμφωνα με την έννοια του στοιχείου 3 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 2580/2001 του Συμβουλίου (EEL 344/28.12.2001), καθώς και τη λήψη κάθε άλλου αναγκαίου μέτρου αν συντρέχουν προς τούτο σοβαροί δικαιολογητικοί λόγοι. Η δέσμευση εκτείνεται και στις προσόδους των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων. Ως δέσμευση, σύμφωνα με την έννοια του παρόντος νοείται η απαγόρευση οποιασδήποτε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης ή διαπραγμάτευσης περιουσιακών στοιχείων η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίησή τους, περιλαμβανομένης και της διαχείρισης χαρτοφυλακίων. 4. Η Αρχή διαβιβάζει σε αρμόδιες αλλοδαπές αρχές πληροφορίες και στοιχεία, σύμφωνα με την έννοια της παραγράφου 1 σε βάρος των προσδιοριζόμενων ως σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων που διαμένουν ή εδρεύουν ή κατέχουν περιουσία, σύμφωνα με την έννοια της παραγράφου 6 του άρθρου 187Α ΠΚ, στην εδαφική τους επικράτεια και υποβάλλει αιτήματα, για να περιληφθούν τα ονόματα αυτών των προσώπων στους αντίστοιχους καταλόγους που τηρούνται στις χώρες αυτές και να δεσμευθούν τα υπάρχοντα περιουσιακά τους στοιχεία. Ομοίως, η Αρχή εξετάζει αιτήματα που υποβάλλονται από αρμόδιες αλλοδαπές αρχές, ελέγχοντας αν συντρέχουν σοβαροί δικαιολογητικοί λόγοι για να διατάξει με απόφασή της τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που αναφέρονται σε αυτά. Αν κρίνεται αναγκαίο μπορεί να ζητηθούν από τις αρμόδιες αλλοδαπές αρχές επιπρόσθετα στοιχεία. 5. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην Αρχή ή ανταλλάσσονται με αυτήν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς επιβολής των οικονομικών κυρώσεων. Η Αρχή εκδίδει οδηγίες για τον εντοπισμό και τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των προσώπων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο. 6. Η Αρχή προβαίνει στην εξέταση των στοιχείων και πληροφοριών που της υποβάλλονται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή των αιτημάτων της παραγράφου 4 και αποφασίζει χωρίς καθυστέρηση για την ένταξη των προσώπων στον κατάλογο ή τη δέσμευση της περιουσίας τους. 7. Η επίδοση της απόφασης της Αρχής στα θιγόμενα πρόσωπα γίνεται, σύμφωνα με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του ΚΠΔ αμέσως μετά την ένταξη των ονομάτων τους στον κατάλογο ή τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων. 8. Η Αρχή μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή της για την ένταξη του ονόματος στο σχετικό κατάλογο ή τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων οποιουδήποτε προσώπου, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική αίτηση του προσδιοριζόμενου στην απόφαση πραγματικού δικαιούχου ή οποιουδήποτε τρίτου έχει έννομο συμφέρον, επί της οποίας αποφαίνεται μέσα σε δέκα (10) ημέρες, αν πειστεί ότι δεν συντρέχουν οι λόγοι που επέβαλαν τη λήψη της σχετικής απόφασης. 9. Τα πρόσωπα των οποίων η ανωτέρω αίτηση δεν έγινε δεκτή μπορούν μέσα σε διάστημα τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης της Αρχής να προσφύγουν ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση ως συμβούλιο. 10. Το συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφαίνεται για την προσφυγή που ασκείται, σύμφωνα με την παράγραφο 9 μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεσή της, ύστερα από έγγραφη πρόταση του οικείου εισαγγελέα που υποβάλλεται στο συμβούλιο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κατάθεση της προσφυγής. Ο αιτών έχει δικαίωμα αυτοπρόσωπης εμφάνισης ενώπιον του συμβουλίου μαζί με τους συνηγόρους του για να ακουστεί και να δώσει κάθε διευκρίνιση, καλείται δε για το σκοπό αυτό πριν από τουλάχιστον είκοσι τέσσερις (24) ώρες. 11. Η Αρχή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου, να αποφασίσει μέσα σε δέκα (10) ημέρες την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας του, των εξόδων για τη νομική του υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών του στοιχείων. Κατά της απορριπτικής απόφασης επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Η προσφυγή εκδικάζεται κατ' απόλυτη προτεραιότητα. Η εκδιδόμενη επί της προσφυγής απόφαση υπόκειται στα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η εκδίκαση των οποίων προσδιορίζεται επίσης κατ' απόλυτη προτεραιότητα. 12. Τα ονόματα των προσώπων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο είναι δυνατόν να επανεξετάζονται και αυτεπαγγέλτως, για να διασφαλίζεται ότι η διατήρησή τους στον κατάλογο είναι δικαιολογημένη. 13. Η Αρχή ενημερώνει τις αρμόδιες Επιτροπές των Ηνωμένων Εθνών και τα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συνεργάζεται, με τον όρο της τήρησης της αρχής της αμοιβαιότητας, με τις αλλοδαπές αρχές που αιτούνται τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων για τις έρευνες και διαδικασίες τις οποίες διεξάγουν. 14. Οι συνεδριάσεις της Αρχής είναι μυστικές και πραγματοποιούνται σε ειδικό χώρο ασφαλείας. 15. Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, οι δικαστικές αρχές συνεργάζονται στενά με την Αρχή για να διασφαλιστεί η προστασία του διαβαθμισμένου υλικού". Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 1, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 του Ν. 4557/2018, "1. Όταν διεξάγεται τακτική ανάκριση για τα αδικήματα του άρθρου 2, ο ανακριτής μπορεί, με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα, να διατάξει τη δέσμευση κάθε είδους λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικό οργανισμό, καθώς και του περιεχομένου των θυρίδων θησαυροφυλακίου του κατηγορουμένου, έστω και κοινών οποιουδήποτε είδους με άλλο πρόσωπο, εφόσον υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 2. Το ίδιο ισχύει και όταν διεξάγεται ανάκριση για βασικό αδίκημα και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση του ανωτέρω αδικήματος ή υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Η δέσμευση μπορεί να αφορά και σε περιουσιακά στοιχεία τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της δήμευσης αυτών κατά την παρ. 1 του άρθρου 40. Σε περίπτωση διεξαγωγής προκαταρκτικής εξέτασης ή προανάκρισης, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ, ν. 4620/2019, Α' 96) για την επιβολή του μέτρου αυτού από τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος, η δέσμευση των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων μπορεί να διαταχθεί από το δικαστικό συμβούλιο, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες ότι αυτά προέρχονται άμεσα ή έμμεσα από την τέλεση βασικού αδικήματος ή αδικήματος νομιμοποίησης ή υπόκεινται σε δήμευση, σύμφωνα με το άρθρο 40. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου ή του τρίτου, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν ή θυρίδα, γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους, στο πιστωτικό ίδρυμα ή τον χρηματοπιστωτικό οργανισμό και επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του. Σε περίπτωση κοινών λογαριασμών, τίτλων ή χρηματοπιστωτικών προϊόντων επιδίδεται και στον τρίτο συνδικαιούχο, σε περίπτωση δε θυρίδων και στον πληρεξούσιο του μισθωτή. Η επιβολή της δέσμευσης δεν κωλύει το άνοιγμα νέων τραπεζικών λογαριασμών για την εξυπηρέτηση αποκλειστικά βιοτικών και επαγγελματικών αναγκών εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνονται υποχρεωτικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας και ενημερώνεται ο αρμόδιος εισαγγελέας ή ο ανακριτής για τις διενεργούμενες συναλλαγές. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει το τραπεζικό απόρρητο. 3. Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, ο ανακριτής ή το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να διατάξει την απαγόρευση εκποίησης ορισμένου ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου του κατηγορουμένου. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης, εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του κατηγορουμένου και γνωστοποιείται με κάθε μέσο, με προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν την έγγραφη απόδειξη και επιτρέπουν τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους, κατά περίπτωση στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή προϊστάμενο κτηματολογικού γραφείου ή νηολογίου ή άλλης αρμόδιας υπηρεσίας προς καταχώριση της σχετικής εγγραφής, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα οικεία βιβλία και να αρχειοθετήσουν το έγγραφο που τους έχει κοινοποιηθεί. Η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα επιδίδεται στον κατηγορούμενο εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του, καθώς και στον τρίτο συγκύριο του περιουσιακού στοιχείου ή στον δικαιούχο άλλου δικαιώματος εγγεγραμμένου στα βιβλία των ανωτέρω υπηρεσιών. Κάθε δικαιοπραξία, υποθήκη, κατάσχεση ή άλλη πράξη που εγγράφεται στα βιβλία των ανωτέρω αρμόδιων υπηρεσιών μετά από την εγγραφή της ανωτέρω σημείωσης είναι άκυρη έναντι του Δημοσίου. Το τέταρτο, πέμπτο και έκτο εδάφιο της παρ. 2 εφαρμόζονται αναλόγως και στην παρούσα περίπτωση. 4. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται το μέτρο της δέσμευσης και ο τρίτος συγκύριος ή δικαιούχος επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου δικαιούνται να ζητήσουν την άρση της διάταξης του ανακριτή, ή την ανάκληση του βουλεύματος, ή τον περιορισμό αυτών σε περιουσιακά στοιχεία μικρότερης αξίας από τα δεσμευθέντα, με προσφυγή που απευθύνεται προς το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο και κατατίθεται στον ανακριτή ή τον εισαγγελέα, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν της διάταξης ή του βουλεύματος. Στη σύνθεση του συμβουλίου δεν μετέχει ο ανακριτής. Η υποβολή της προσφυγής και η προθεσμία προς τούτο δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της διάταξης ή του βουλεύματος. Το συμβούλιο, κατά την κρίση του για τον περιορισμό των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων, λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη την ύπαρξη και άλλων συγκυρίων ή δικαιούχων επί των στοιχείων αυτών. 5. Ανεξάρτητα από την υποβολή της προσφυγής κατά την παρ. 4 ή από την κρίση επ` αυτής, η διάταξη ή το βούλευμα μπορούν να ανακληθούν, ή να μεταρρυθμισθούν και η δέσμευση να αρθεί ή να περιορισθεί αυτεπάγγελτα από τον ανακριτή ή το δικαστικό συμβούλιο ή με αίτηση εκείνου κατά του οποίου στρέφεται ή του τρίτου συγκυρίου ή δικαιούχου επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου, αν προκύψουν νέα στοιχεία, ή συντρέξουν ιδιαίτερες περιστάσεις στο πρόσωπο αυτών ή των μελών των οικογενειών τους. Επιτρέπεται, επίσης, η άρση ή ο περιορισμός της δέσμευσης, προκειμένου να ικανοποιηθεί ο ζημιωθείς από το βασικό αδίκημα, ή από το αδίκημα νομιμοποίησης και όταν ακόμη δεν συντρέχει περίπτωση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 304 ΚΠΔ. Μετά από την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι δυνατή η ανάκληση ή μεταρρύθμιση της διάταξης ή του βουλεύματος από το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, κατά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 και την παρ. 2 του άρθρου 294 ΚΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. 6. Δικαίωμα υποβολής προσφυγής ή αίτησης στο δικαστικό συμβούλιο, κατά τις παρ. 4 και 5, έχουν και οι τρίτοι οι οποίοι διεκδικούν για λογαριασμό τους την κυριότητα ή άλλο δικαίωμα επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου. 7. Όταν διεξάγεται έρευνα από την Αρχή, η δέσμευση των λογαριασμών, τίτλων και χρηματοπιστωτικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων, καθώς και η απαγόρευση της μεταβίβασης ή εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου μπορεί να διαταχθούν σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις παρ. 1 έως 3, εφόσον συντρέχουν βάσιμες υπόνοιες κατά την περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 48. To αντίγραφο της διάταξης του Προέδρου της Αρχής διαβιβάζεται αμελλητί στον αρμόδιο εισαγγελέα, χωρίς αυτό να παρακωλύει την συνέχιση της έρευνας από την Αρχή. Τα πρόσωπα που βλάπτονται από την παραπάνω δέσμευση έχουν τα δικαιώματα που προβλέπονται στις παρ. 4, 5 και 6. Τα χρονικά όρια διάρκειας των μέτρων δέσμευσης που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 36 ΚΠΔ ισχύουν και για τη δέσμευση ή απαγόρευση μεταβίβασης ή εκποίησης, η οποία διατάσσεται από τον Πρόεδρο της Αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας. Για την εξακολούθηση της ισχύος της διάταξης του Προέδρου της Αρχής πέραν των χρονικών ορίων του προηγούμενου εδαφίου αποφαίνεται, πριν από την παρέλευση αυτών, ο ανακριτής με διάταξή του, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, ή το δικαστικό συμβούλιο σε κάθε άλλη περίπτωση, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3. 8. Κατά την έκδοση της διάταξης ή του βουλεύματος των παρ. 1, 3 και 7 εξαιρούνται τα ποσά που είναι αναγκαία για την κάλυψη των αναγκών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας των ενδιαφερόμενων προσώπων ή των οικογενειών τους, των εξόδων για τη νομική τους υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων. Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, με αίτησή τους που απευθύνεται στην αρμόδια δικαστική αρχή ενώπιον της οποία εκκρεμεί η υπόθεση ή με την προσφυγή ή την αίτηση που προβλέπεται στις παρ. 4, 5 και 6, μπορούν να ζητούν την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών για τους παραπάνω λόγους. Είναι δυνατόν, επίσης, να εξαιρεθούν από τη δέσμευση, ολικά ή μερικά, τραπεζικοί λογαριασμοί στους οποίους κατατίθενται μισθοί, συντάξεις ή ανάλογες πρόσοδοι εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση. 9. Η δέσμευση του παρόντος αίρεται αυτοδικαίως όταν παρέλθουν τα χρονικά όρια που ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 262 ΚΠΔ. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστικό συμβούλιο, όταν παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, αποφασίζει για τη διατήρηση της δέσμευσης, εφόσον συντρέχουν οι σοβαρές ενδείξεις της παρ. 1, ή για τον περιορισμό ή την άρση αυτής. Όταν το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου, αίρει τη δέσμευση και διατάσσει την απόδοση των περιουσιακών στοιχείων στον δικαιούχο τους. Εφαρμόζεται, επίσης, η παρ. 3 του άρθρου 311 ΚΠΔ. Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εφαρμόζεται το άρθρο 373 ΚΠΔ. Στις περιπτώσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 43 ΚΠΔ και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 51 ΚΠΔ την άρση της δέσμευσης διατάσσει ο εισαγγελέας κατά ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 269 ΚΠΔ. Εφαρμόζεται, επίσης, το άρθρο 544 ΚΠΔ για την αποζημίωση σε περίπτωση που η δέσμευση δεν ήταν δικαιολογημένη. 10. Κάθε διάταξη, βούλευμα ή δικαστική απόφαση με τα οποία τροποποιείται ή αίρεται επιβληθείσα δέσμευση ή εξακολουθεί η ισχύς της κατά την παρ. 7, καθώς και κάθε παραπεμπτικό βούλευμα με το οποίο διατηρείται η δέσμευση, επιδίδεται εντός είκοσι (20) ημερών από την έκδοσή του, με μέριμνα των κατά περίπτωση αρμοδίων εισαγγελικών αρχών, στους αποδέκτες στους οποίους γνωστοποιείται ή επιδίδεται και η αντίστοιχη διάταξη ή το βούλευμα με τα οποία επιβάλλεται το μέτρο αυτό. Οι υπηρεσίες της παρ. 3 οφείλουν, στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, να προβούν σε σχετική σημείωση στα βιβλία τα οποία τηρούν. Οι τρίτοι συγκύριοι του περιουσιακού στοιχείου ή δικαιούχοι δικαιώματος επ' αυτού, καθώς και οι παραπάνω αποδέκτες έχουν δικαίωμα να πληροφορούνται τις παραπάνω μεταβολές από τα στοιχεία της οικείας δικογραφίας και να λαμβάνουν αντίγραφα από τα σχετικά έγγραφα, κατόπιν εγκρίσεως του ανακριτή, αν η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, ή του εισαγγελέα σε κάθε άλλη περίπτωση. Για κάθε αμφιβολία, ως προς την ισχύ, τη χρονική διάρκεια, την έκταση ή την άρση της δέσμευσης αποφαίνεται το αρμόδιο κατά τις περ. α' και β' του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 292 ΚΠΔ δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο κατά τη διάρκεια της εκδίκασης κατ' άρθρο 373 ΚΠΔ, κατόπιν αιτήσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η δέσμευση, του τρίτου συγκύριου ή δικαιούχου επί του δεσμευμένου περιουσιακού στοιχείου, καθώς και των παραπάνω αποδεκτών. Στις περιπτώσεις αυτοδίκαιης άρσης της ισχύος της διάταξης, διαπιστώνεται η παρέλευση των χρονικών ορίων με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα που χειρίζεται την υπόθεση και το αποτέλεσμά της γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) Οι αποφάσεις της "Αρχής" για την υπαγωγή προσώπου στον συντασσόμενο και τηρούμενο από αυτή ("Αρχή") κατάλογο σχετιζόμενων, με την τρομοκρατία, προσώπων και για τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των περιλαμβανόμενων στον εν λόγω κατάλογο προσώπων, καθώς και των ελεγχόμενων, μέσω παρένθετων προσώπων, περιουσιακών στοιχείων ή των κατεχόμενων μαζί με άλλους, στην οποία (δέσμευση) περιλαμβάνεται και η απαγόρευση οποιασδήποτε κίνησης, μεταβίβασης, μεταβολής, χρήσης ή διαπραγμάτευσης περιουσιακών στοιχείων, η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη χρησιμοποίησή τους, περιλαμβανομένης και της διαχείρισης χαρτοφυλακίων, αποτελούν αυτοτελή μέτρα αποκλειστικά για την πρόληψη ή την καταστολή πράξεων τρομοκρατίας, τα οποία λαμβάνονται από ανεξάρτητη διοικητική αρχή στα πλαίσια της αρμοδιότητάς της ως τέτοιας, εντάσσονται στο πλαίσιο της διαφύλαξης της κοινωνίας από τέτοιες πράξεις και αποβλέπουν στην πρόληψη ή στην καταστολή αυτών, καθώς και στην αποτροπή της χρηματοδότησής τους. 2) Οι προαναφερόμενες αποφάσεις της "Αρχής" ανακαλούνται από την ίδια "Αρχή" είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική αίτηση των προσδιοριζόμενων στην απόφαση πραγματικών δικαιούχων ή οποιουδήποτε τρίτου έχει έννομο συμφέρον, αν η "Αρχή" πειστεί ότι δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι που επέβαλαν τη λήψη τους. 3) Η "Αρχή" μπορεί, ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου, να αποφασίσει την αποδέσμευση συγκεκριμένων ποσών, αναγκαίων για την κάλυψη των γενικότερων δαπανών διαβίωσης, συντήρησης ή λειτουργίας του, των εξόδων για τη νομική του υποστήριξη και των βασικών εξόδων για τη διατήρηση των δεσμευμένων περιουσιακών του στοιχείων. 4) Κατά των απορριπτικών, επί των σχετικών αιτήσεων προς την "Αρχή", αποφάσεων αυτής, προβλέπεται η άσκηση, από τα θιγόμενα πρόσωπα, προσφυγής, η οποία έχει το χαρακτήρα του ειδικού ένδικου βοηθήματος ενώπιον του δικαστηρίου και αποσκοπεί στη δικαστική προστασία των θιγόμενων προσώπων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 5 και 6 της ΕΣΔΑ, η οποία έχει κυρωθεί μς το ΝΔ 53/1974. 5) Στην ειδική αυτή ρύθμιση της ένδικης αντιμετώπισης των ως άνω αποφάσεων της "Αρχής", που έχει αποσυσχετιστεί από την εκδίκαση της σχετικής ποινικής κατηγορίας, αποκλειστικά αρμόδια να αποφανθούν επί της προσφυγής είναι στη μεν περίπτωση της παραγράφου 8 του άρθρου 50 του Ν. 4557/2018 το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση, ως Συμβούλιο, στη δε περίπτωση της παραγράφου 11 του ίδιου άρθρου τα διοικητικά δικαστήρια. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφασίζει για ζήτημα, το οποίο δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του. Αρνητική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο έχει υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την απόφαση 389/23-4-2021 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών καταγνώστηκε στο Δ. Μ. του Χ., κάτοικο ..., συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ένταξης σε τρομοκρατική οργάνωση, β) της τρομοκρατικής πράξης της διακεκριμένης οπλοκατοχής από κοινού κατ' εξακολούθηση και γ) της κατοχής όπλων από κοινού (άρθρα 45, 98, 187Α παρ. 1 και 2 του ΠΚ, 1 παρ. 1 7 παρ. 1, 8, 15, παρ. 1 του Ν. 2168/1993). Μετά την κατάγνωση της προαναφερόμενης συνολικής ποινής για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, ο κατηγορούμενος Δ. Μ. και η παρούσα στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου μητέρα του Ε. χήρα Χ. Μ., επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 373 του ΚΠοινΔ, 68 του ΠΚ και 42 του Ν. 4557/2018, υπέβαλαν, δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους Κων/νου Παπαδάκη, Δικηγόρου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 23-4-2021, το ακόλουθο αίτημα: "Να διαταχθεί, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, η άρση της δέσμευσης κάθε περιουσίας που επιβλήθηκε με την υπ' αριθμ. 25/14.11.2019 απόφαση της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες για την ένταξή μου στον τηρούμενο κατάλογο προσώπων σχετιζομένων με την τρομοκρατία, οι πράξεις 506/15.11.2019 και 508/15.11.2019 και κάθε άλλη συναφής και παρεπόμενη πράξη και απόφαση της ανωτέρω Αρχής κατά το μέρος που δεσμεύει τα προαναφερθέντα περιουσιακά μας στοιχεία και κάθε άλλη δέσμευση που επιβλήθηκε από την παραπάνω Αρχή εξαιτίας της προκείμενης ποινικής δίωξης για τα περιουσιακά στοιχεία τόσο του πρώτου εξ ημών (όλα του τα ακίνητα και όλες του οι τραπεζικές καταθέσεις, πλην 5.000 ευρώ) όσο και της δεύτερης εξ ημών (χρηματικό ποσό τραπεζικής κατάθεσης 13.841,01 ευρώ πλέον τόκων έως την ημέρα αποδέσμευσης)". Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την απόφασή του 389/23-4-2021 διέταξε "την άρση της δέσμευσης που επιβλήθηκε με τις υπ' αρ. 506/15-11-2019 και 508/15-11-2019 αποφάσεις της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες κατά το μέρος που αυτή δεν έχει αρθεί με τις υπ' αριθμ. 5/2020 και 6/2020 αντίστοιχα αποφάσεις της ίδιας Αρχής". Για να καταλήξει στην κρίση αυτή, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών δέχθηκε, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα: "Κατά τις διατάξεις του άρθρου 372 του Κ.Π.Δ., με την τελειωτική απόφαση το Δικαστήριο διατάσσει να αποδοθούν στον ιδιοκτήτη τα πράγματα που αφαιρέθηκαν και τα πειστήρια, όσα κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν κατά την ανάκριση και δεν έγινε άρση της κατάσχεσής τους σύμφωνα με το άρθρο 269. Διατάσσει επίσης τη δήμευση των αντικειμένων που πρέπει να δημευτούν. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 68 του Π.Κ. (1) Αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που είναι προϊόντα κακουργήματος ή πλημμελήματος, το οποίο πηγάζει από δόλο, καθώς και το τίμημά τους, και όσα αποκτήθηκαν με αυτά αμέσως ή εμμέσως, επίσης και αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία που χρησίμευσαν ή προορίζονταν για την εκτέλεση τέτοιας πράξης μπορούν να δημευθούν αν αυτά ανήκουν στον αυτουργό ή σε κάποιον από τους συμμετόχους. Αν τα παραπάνω αντικείμενα ή περιουσιακά στοιχεία έχουν αναμειχθεί με περιουσία που αποκτήθηκε από νόμιμες πηγές, η σχετική περιουσία υπόκειται σε δήμευση μέχρι την καθορισμένη αξία των αναμειχθέντων αντικειμένων. (2) Δήμευση δεν επιβάλλεται, όταν το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτημα διαδίκου ή τρίτου, κρίνει ότι αυτή είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση δυσανάλογη, όπως όταν υπάρχει κίνδυνος να αποστερήσει τον καταδικασθέντα ή τρίτο, ιδίως την οικογένειά τους, από πράγμα που εξυπηρετεί τον αναγκαίο βιοπορισμό τους ή να προκαλέσει σε αυτούς υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη. Εξάλλου, η απαγόρευση της κίνησης λογαριασμών, η οποία, κατά το άρθρο 42 παρ. 7 του ν. 4557/2018 "για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες κτλ...", μπορεί να διαταχθεί σε επείγουσες περιπτώσεις από τον Πρόεδρο της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, επέχει θέση κατάσχεσης, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην οποία παραπέμπει η άνω παρ. 7, που ορίζει ότι σε περίπτωση απαγόρευσης της κίνησης λογαριασμών "η διάταξη του ανακριτή ή το βούλευμα του συμβουλίου επέχει θέση έκθεσης κατάσχεσης (ΑΠ 986/2019, ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, με τις αναφερόμενες στο διατακτικό εκθέσεις κατάσχεσης των αρμόδιων αστυνομικών οργάνων κατασχέθηκαν τα αντικείμενα που αναλυτικά αναφέρονται σ' αυτές. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πρέπει να επικυρωθούν οι κατασχέσεις και να διαταχθεί η δήμευση ή απόδοση, κατά περίπτωση, των κατασχεθέντων αντικειμένων, σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση. Το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ που κατασχέθηκε με την από 9-11-2019 έκθεση έρευνας σε οικία κατά την ημέρα, απόντος ενοίκου και κατάσχεσης του Υπαστυνόμου Α' Κ. Ε., πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση του ιδιοκτήτη του καταστήματος του ΟΠΑΠ (άρθρο 68 παρ. 6 του ΠΚ). Επίσης, στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων έξι (1.406) ευρώ από το συνολικό των πέντε χιλιάδων διακοσίων ενενήντα (5.290) ευρώ, που κατασχέθηκε με την από 8-11-2019 έκθεση σωματικής έρευνας και κατάσχεσης του Υπαστυνόμου Β' Ν. Γ., πρέπει, κατ' άρθρο 68 παρ. 3 του ΠΚ, να επιβληθεί αναπληρωματική δήμευση, προκειμένου αυτό να χρησιμοποιηθεί για την ικανοποίηση του ιδιοκτήτη του καταστήματος του ΟΠΑΠ (500+1406=1.906 ευρώ το ποσό της κλοπής, ενώ το υπόλοιπο ποσό ύψους τριών χιλιάδων οκτακόσιων τεσσάρων (5.290-1.406) 3.884 ευρώ, να αποδοθεί στον ιδιοκτήτη του, πρώτο κατηγορούμενο. Περαιτέρω, με τις υπ' αριθμ. 506/15-11-2019 και 508/15-11-2019 πράξεις της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, δεσμεύθηκαν τα αναφερόμενα σ' αυτές περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα-τραπεζικοί λογαριασμοί) με δικαιούχους τον τρίτο κατηγορούμενο Δ. Μ. του Χ. και τη μητέρα του Ε. χήρα Χ. Μ.. Και τούτο γιατί αυτό (δέσμευση) αποτελεί συνακόλουθη, κατά το νόμο συνέπεια της, με την υπ' αριθμ. 25/14-11-2019 απόφαση της ίδιας ως άνω Προέδρου, ένταξης του προαναφερθέντος κατηγορούμενου στο τηρούμενο κατάλογο προσώπων σχετιζόμενων με την τρομοκρατία. Ναι με την παρούσα καταδικαστική απόφαση ο εν λόγω κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος με ελαφρυντικό για ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση και καταδικάσθηκε γι' αυτό σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι τα δεσμευθέντα με τις παραπάνω πράξεις της Προέδρου της Αρχής περιουσιακά στοιχεία έχουν σχέση με το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε, αλλά αντίθετα αποτελούν, κυρίως, προϊόν οικογενειακής περιουσίας και εισοδημάτων. Επομένως, η αίτησή του για την άρση της δέσμευσής τους πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα ειδικότερα στο σκεπτικό εκτιθέμενα". Με την κρίση του, όμως, αυτή, δηλαδή με το να δεχθεί ότι είχε την εξουσία να διατάξει, εφαρμόζοντας διατάξεις του άρθρου 42 του Ν. 4557/2018, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 372 εδ. β' του ΚΠοινΔ, την άρση της επιβληθείσας, με τις αποφάσεις 506/15-11-2019 και 508/15-11-2019 της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες (κατά το μέρος που αυτή δεν έχει αρθεί με τις αποφάσεις 5/2020 και 6/2020, αντίστοιχα, της ίδιας "Αρχής"), δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου Δ. Μ. και της μητέρας του Ε.ς χήρας Χ. Μ., καίτοι η δέσμευση αυτή επιβλήθηκε λόγω της ένταξης του προαναφερθέντος κατηγορούμενου, με την απόφαση 25/14-11-2019 της Προέδρου της "Αρχής", στον συντασσόμενο και τηρούμενο από αυτή "Αρχή" κατάλογο σχετιζόμενων με την τρομοκρατία προσώπων, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, υπερέβη θετικώς την εξουσία του και, έτσι, υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι οι ως άνω αποφάσεις για τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων δεν στηρίζονται στις ρυθμίσεις του άρθρου 42 του Ν. 4557/2018, οι διατάξεις των παραγράφων 9 και 10 του οποίου (άρθρου) παραπέμπουν, για την άρση της δέσμευσης, σ' εκείνες (διατάξεις) του άρθρου 373 (ήδη 372) του ΚΠοινΔ, αλλά (στηρίζονται) σ' εκείνες (ρυθμίσεις) του μη παραπέμποντος στις ίδιες διατάξεις ειδικότερου άρθρου 50 του Ν. 4557/2018, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η δέσμευση αυτή επιβλήθηκε λόγω της ένταξης του ως άνω κατηγορούμενου, με την απόφαση 25/14-11-2019 της Προέδρου της "Αρχής", στον συντασσόμενο και τηρούμενο από αυτή ("Αρχή"), κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 50 του Ν. 4557/2018, κατάλογο σχετιζόμενων, με την τρομοκρατία, προσώπων, και, συνεπώς, συνιστούν, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αυτοτελή μέτρα τα οποία λήφθηκαν από ανεξάρτητη διοικητική αρχή στα πλαίσια της αρμοδιότητάς της αποκλειστικά για την πρόληψη ή την καταστολή σχετικών πράξεων, κατά τη διάταξη δε της παραγράφου 8 του ίδιου άρθρου, ανακαλούνται αυτές (αποφάσεις) από την ίδια "Αρχή" είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από σχετική αίτηση των προσδιοριζόμενων στις αποφάσεις πραγματικών δικαιούχων ή οποιουδήποτε τρίτου έχει έννομο συμφέρον, αν η "Αρχή" πειστεί ότι δεν συντρέχουν πλέον οι λόγοι που επέβαλαν τη λήψη τους, κατά της απορριπτικής δε, για τη σχετική αίτηση προς την "Αρχή", απόφασης αυτής ("Αρχής") προβλέπεται η άσκηση από τα θιγόμενα πρόσωπα προσφυγής, η οποία έχει το χαρακτήρα του ειδικού ένδικου βοηθήματος και έχει αποσυσχετιστεί από την εκδίκαση της σχετικής ποινικής κατηγορίας, αποκλειστικά δε αρμόδιο να αποφανθεί επί αυτής (προσφυγής) είναι, κατά τη διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 50 του Ν. 4557/2018, το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, το οποίο συνεδριάζει με τριμελή σύνθεση, ως Συμβούλιο. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για θετική υπέρβαση εξουσίας, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί, υπέρ του νόμου, η απόφαση 389/23-4-2021 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς το μέρος με το οποίο διατάχθηκε η άρση της επιβληθείσας, με τις αποφάσεις 506/2019 και 508/2019 της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων και τραπεζικών λογαριασμών) με δικαιούχους: α) το Δ. Μ. του Χ. και β) την Ε. χήρα Χ. Μ., κατοίκους ..., κατά το μέρος κατά το οποίο αυτή (απόφαση) δεν είχε αρθεί με τις αποφάσεις 05/2020 και 06/2020, αντίστοιχα, της ίδιας "Αρχής".

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, υπέρ του νόμου, την απόφαση 389/23-4-2021 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς το μέρος με το οποίο διατάχθηκε η άρση της επιβληθείσας, με τις αποφάσεις 506/2019 και 508/2019 της Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων και τραπεζικών λογαριασμών) με δικαιούχους: α) το Δ. Μ. του Χ. και β) την Ε. χήρα Χ. Μ., κατοίκους ..., κατά το μέρος κατά το οποίο αυτή (απόφαση) δεν είχε αρθεί με τις αποφάσεις 05/2020 και 06/2020, αντίστοιχα, της ίδιας "Αρχής".

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιουνίου 2022. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login