ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Παραχάραξη.- Έγκλημα σωρευτικά μικτό, ως προς τους δύο βασικούς τρόπους τέλεσής του και ειδικότερα την παραποίηση και τη νόθευση, οι οποίοι δεν μπορούν να σωρευτούν ή να εναλλαχθούν πάνω στο ίδιο υλικό αντικείμενο, καθώς το ίδιο νόμισμα δεν μπορεί και να παραποιηθεί και να νοθευθεί, εφόσον η νόθευση προϋποθέτει γνήσιο νόμισμα, στο οποίο γίνεται η πλαστή ενέργεια.-Όταν όμως το έγκλημα της παραχάραξης εμφανίζεται με τη μορφή της κατοχής παραχαραγμένων νομισμάτων, φέρει κατά την ορθότερη άποψη, τα χαρακτηριστικά υπαλλακτικά μικτού εγκλήματος, με συνέπεια η μεταξύ τους συρροή (νόθευση — κατοχή ή παραποίηση — κατοχή) να είναι φαινομενική, εφόσον αφορούν στην ίδια ποσότητα παραχαραγμένων νομισμάτων και με αυτούς τους τρόπους τέλεσης προσβάλλεται η ίδια μονάδα έννομου αγαθού. -Ως «παραποίηση» θεωρείται η εξ αρχής κατασκευή ψευδονομίσματος, η οποία γίνεται κατ’ απομίμηση γνησίου — νομίμως κυκλοφορούντος νομίσματος και παρουσιάζει τέτοιο βαθμό ομοιότητας προς το απομιμούμενο γνήσιο στερεότυπο, ώστε το πλαστό προϊόν, και αν ακόμη δεν έχει τέλεια ομοιότητα προς το γνήσιο, να είναι πρόσφορο να παραπλανήσει τον μέσο ανύποπτο συναλλασσόμενο, για να το δεχθεί στην κατοχή του σαν γνήσιο.- Για τη θεμελίωση του εγκλήματος κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων απαιτείται ο δράστης να κατέχει αυτά και να έχει τη δυνατότητα να τα διαθέσει, γνωρίζοντας την ιδιότητα αυτών ως πλαστών. Ως κατοχή κρίνεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο περιέλευση παραχαραγμένου νομίσματος, εν γνώσει της πλαστότητάς του, στην εξουσία του δράστη, ο οποίος έχει σκοπό να το θέσει στην κυκλοφορία σαν γνήσιο, εφόσον το εξουσιάζει ολοκληρωτικά εντάσσοντάς το σε σφαίρα εξουσίασής του .
Αριθμός 998/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα - Εισηγήτρια, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου και Κωστούλα Πρίγγουρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαρτίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Α. του Κ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριαντάφυλλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 71/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 17.12.2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 38/2021.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 17-12-2020 αίτηση αναιρέσεως του Α. Χ. του Κ. κατά της 71/05-10-2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο (άρθρο 473 παρ.2, 3 ΚΠΔ) στις 07/12/2020 και η αναίρεση ασκήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου Κωνσταντίνο Τριαντάφυλλο του Δημοσθένους με δήλωσή του στην Γραμματέα του Εφετείου Βορείου Αιγαίου Μαρία Γιαννακάκη την 21-12- 2020 (άρθρ. 466 παρ. 1, 474 παρ. 1 ΚΠΔ), δηλαδή εντός της κατά το άρθρο 473 παρ.2 εικοσαήμερης προθεσμίας. Τυγχάνει επίσης, παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο αποφάσεως και περιέχει ως λόγους αναιρέσεως 1) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας 2) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και 3) την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 464, 474 παρ.4, 476 παρ.1, 504 παρ.1, 505 παρ.1α, 510 παρ.1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. δ', Δ', Ε' ΚΠΔ). Πρέπει συνεπώς να εξεταστεί περαιτέρω για την βασιμότητα των λόγων αυτών.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 360, 362 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το κάθε έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί μόνο να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, δεδομένου ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενο του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το πιο έγγραφο αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενο του (ΑΠ 1750/2018, ΑΠ 176/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, επικαλούμενος ότι ελήφθησαν υπόψη χωρίς να αναγνωστούν η υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/38/147063-α'/12-09-2018 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Αθηνών και η υπ. αριθμ. 12/12-03-2019 έκθεση Εφέσεως, με συνέπεια να στερηθεί τα απορρέοντα από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαιώματά του. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως στον δεύτερο Βαθμό μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων αναγνώσθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 17/12-03-2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου μετά των πρακτικών της και των αναγνωστέων εγγράφων της μεταξύ των οποίων και το υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/38/147063-β'/12-09-2018 έγγραφο σχετικό με την υπ' αριθμ. πρωτ. 3022/38/147063-α'/12-09-2018 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών Αθηνών. Περαιτέρω, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ειδική ρητή αναφορά στο εν λόγω έγγραφο εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, και συγκεκριμένα στις σελίδες 8, 10 και 11 αυτής. Ειδικότερα, στη σελίδα 10 και δη στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρεται μεταξύ άλλων επί λέξει ότι: "...Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται πλήρως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία τα ως άνω κατασχεθέντα χαρτονομίσματα ήταν παραχαραγμένα...". Με τον τρόπο αυτό προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά της συγκεκριμένης εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού του εγγράφου αυτού αφού εξάλλου, με την ανάγνωση του κειμένου του κατέστη γνωστό και το περιεχόμενό του στον παραστάντα μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ, αναφορικά με το περιεχόμενό του. Επιπλέον δε, το έγγραφο αυτό ήταν ήδη γνωστό στον κατηγορούμενο και τον συνήγορο του, αφού είχε αναγνωσθεί και στην πρωτόδικη δίκη και ο παραστάς συνήγορος του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν προέβαλε καμία αντίρρηση για την ανάγνωσή του. Σε κάθε περίπτωση, το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογτωμοσύνης προκύπτει και από άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος αστυνομικού (ΑΠ 1190/2019, 819/2019, 155/2019).
Περαιτέρω, η ανάγνωση της εκθέσεως εφέσεως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού γίνεται ειδική αναφορά σ' αυτήν κατά την έναρξη της διαδικασίας, οπότε με ειδική σκέψη και διάταξη έγινε τυπικά δεκτή και ακολούθως το δικαστήριο προχώρησε στην ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης.
Πέραν τούτων η έκθεση εφέσεως, δεν θεωρείται έγγραφο, με την έννοια του άρθρου 362 του ΚΠΔ, αναγκαίο για το σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, και επομένως η μη ανάγνωσή της κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο δεν συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα, δημιουργική λόγου αναιρέσεως κατά τα άρθρα 171 παρ. 1 στοιχ. δ' και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ (ΑΠ 112/2020). Επίσης, η παράβαση αυτή δεν περιλαμβάνεται στις περιπτώσεις ακυρότητας που αναφέρονται στην παραπάνω διάταξη, εκτός αν η ανάγνωση της έφεσης, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα και το δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί στο αίτημα τους (προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση), οπότε επέρχεται ακυρότητα της ακροαματικής διαδικασίας, για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 172 παρ. 2 του ΚΠΔ.
Επομένως, οι ως άνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, τρίτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 εδ. α' του Π. Κ, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4619/2019 "Όποιος παραποιεί ή νοθεύει νόμισμα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, είτε κατά είτε πριν από το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας του είτε κατά το διάστημα κατά το οποίο γίνεται δεκτό προς ανταλλαγή από τους αρμόδιους φορείς, με σκοπό να το θέσει σε κυκλοφορία σαν γνήσιο, ή κατέχει πλαστό νόμισμα με τον ίδιο σκοπό, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή". Πρόκειται για έγκλημα σωρευτικά μικτό, ως προς τους δύο βασικούς τρόπους τέλεσής του, που περιγράφονται στη νομοτυπική μορφή του και ειδικότερα την παραποίηση και τη νόθευση, οι οποίοι δεν μπορούν να σωρευτούν ή να εναλλαχθούν πάνω στο ίδιο υλικό αντικείμενο, καθώς το ίδιο νόμισμα δεν μπορεί και να παραποιηθεί και να νοθευθεί, εφόσον η νόθευση προϋποθέτει γνήσιο νόμισμα, στο οποίο γίνεται η πλαστή ενέργεια. Εκτός από τις δύο βασικές μορφές τέλεσης του εγκλήματος της παραχάραξης, δηλαδή της παραποίησης και της νόθευσης, όταν το έγκλημα της παραχάραξης εμφανίζεται με τη μορφή της κατοχής παραχαραγμένων νομισμάτων, φέρει κατά την ορθότερη άποψη, τα χαρακτηριστικά υπαλλακτικά μικτού εγκλήματος, με συνέπεια η μεταξύ τους συρροή (νόθευση - κατοχή ή παραποίηση - κατοχή) να είναι φαινομενική, εφόσον αφορούν στην ίδια ποσότητα παραχαραγμένων νομισμάτων και με αυτούς τους τρόπους τέλεσης προσβάλλεται η ίδια μονάδα έννομου αγαθού. Ως "παραποίηση" θεωρείται η εξ αρχής κατασκευή ψευδονομίσματος, η οποία γίνεται κατ' απομίμηση γνησίου - νομίμως κυκλοφορούντος νομίσματος και παρουσιάζει τέτοιο βαθμό ομοιότητας προς το απομιμούμενο γνήσιο στερεότυπο, ώστε το πλαστό προϊόν, και αν ακόμη δεν έχει τέλεια ομοιότητα προς το γνήσιο, να είναι πρόσφορο να παραπλανήσει τον μέσο ανύποπτο συναλλασσόμενο, για να το δεχθεί στην κατοχή του σαν γνήσιο. Κριτήριο για τη διαπίστωση της δυνατότητας ή μη παραπλάνησης του κοινού δεν αποτελεί ούτε η οξυδέρκεια και σχολαστικότητα ενός επιμελούς παρατηρητή ούτε η ικανότητα ενός εμπειρογνώμονα ούτε βέβαια, από την άλλη πλευρά η περιορισμένη ικανότητα αντίληψης του θύματος λόγω των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, αλλά η συνήθης παρατηρητικότητα του μέσου συναλλασσόμενου πολίτη, ο οποίος ανυποψίαστος και με καλή πίστη χρησιμοποιεί μηχανικά το νόμισμα στις καθημερινές του συναλλαγές.
Για τη θεμελίωση του εγκλήματος κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων απαιτείται ο δράστης να κατέχει αυτά και να έχει τη δυνατότητα να τα διαθέσει, γνωρίζοντας την ιδιότητα αυτών ως πλαστών. Ως κατοχή κρίνεται η καθ' οιονδήποτε τρόπο περιέλευση παραχαραγμένου νομίσματος, εν γνώσει της πλαστότητάς του, στην εξουσία του δράστη, ο οποίος έχει σκοπό να το θέσει στην κυκλοφορία σαν γνήσιο, εφόσον το εξουσιάζει ολοκληρωτικά εντάσσοντάς το σε σφαίρα εξουσίασής του.
Αναφορικά με τα στοιχεία της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, η παραχάραξη είναι έγκλημα δόλου. Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης θα πρέπει ο δράστης να γνωρίζει, έστω και ως ενδεχόμενο και τουλάχιστον να αποδέχεται ότι αποκτά στην κατοχή του παραχαραγμένο νόμισμα. Ειδικότερα, στην περίπτωση κατοχής πλαστών νομισμάτων, η πλαστότητα του νομίσματος που προμηθεύεται ο δράστης είναι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης και ως τέτοιο αξιώνει την ανάλογη γνωστική και βουλητική επικάλυψη με τον οποιουδήποτε βαθμού δόλο του δράστη. Επιπλέον για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων της παραχάραξης σε όλες τις εκδοχές τέλεσής της (παραποίηση, νόθευση, κατοχή) απαιτείται εκτός από τον δόλο οποιουδήποτε βαθμού, που να καλύπτει τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης, και πρόσθετος δόλος σκοπού (άρθρο 27 παρ. 2 εδ. β' ΠΚ) για τη θέση σε κυκλοφορία των παραχαραγμένων νομισμάτων, δεδομένου ότι η παραχάραξη τυποποιείται ως έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Ο δράστης θα πρέπει, πέρα από τη γνώση και θέληση πραγμάτωσης της αντικειμενικής υπόστασης, να επιδιώκει να θέσει μελλοντικά σε κυκλοφορία τα ψευδονομίσματα που ο ίδιος κατείχε. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραχάραξης με τη μορφή της κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων, απαιτείται απλώς σκοπός κυκλοφορίας (ΑΠ 264/2020).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Υπάρχει αιτιολογία του δόλου, όταν σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων σχετικών με την γνώση περιστατικών.
Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπ' όψει από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ1 είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπ' όψει και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ' όψει τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ' όψει και εκτιμήθηκαν στο σύνολο τους και όχι μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.τ.λ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα.
Δεν συγκροτούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η εκτίμηση εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη χωριστής αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους κ.τ.λ., αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 593/2019).
Η επιβαλλόμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή τους. Αν το Δικαστήριο απορρίψει τέτοιους αυτοτελείς ισχυρισμούς χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, ενώ από τη μη απάντηση στους ισχυρισμούς αυτούς (σιγή απόρριψη), προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ίδιου Κώδικα λόγος αναίρεσης. Όμως, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη αόριστων, απαράδεκτων ή μη νόμιμων ισχυρισμών. Ισχυρισμός, εξάλλου, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού-στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι' αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του, αφού αντιμετωπίζεται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή (ΑΠ 794/2019, ΑΠ 787/2019).
Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που Ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ.510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΑΠ 3/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αρ. 71/05-10-2020 απόφασή του, το Πενταμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, πρακτικά Πρωτοβάθμιας Δίκης, απολογία κατηγορουμένου), δέχθηκε ανελέγκτως, κατά πιστή μεταφορά, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στη Χίο, κατά το χρονικό διάστημα από τις 17-08-2018 μέχρι και τις 20-08-2018, ενεργώντας με πρόθεση κατείχε είκοσι χαρτονομίσματα, ονομαστικής αξίας πενήντα (50) ευρώ έκαστο, δηλαδή συνολικής ονομαστικής αξίας χιλίων (1.000) ευρώ, από τα οποία τα δεκαοκτώ χαρτονομίσματα φέρουν αριθμό σειράς ... ... τα οποία αποτελούσαν κατά τον ανωτέρω χρόνο υποχρεωτικό νόμιμο μέσο πληρωμής στην Ελλάδα, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, μεταβιβάζοντάς τα ως μέσο πληρωμής από τη δική του κατοχή σε άλλη στα πλαίσια εγχρήματης συναλλαγής, όπως και έκανε για ορισμένα από αυτά. Όλα, δε, τα ανωτέρω χαρτονομίσματα ήταν παραποιημένα, καθώς είχαν κατασκευαστεί εξ υπαρχής κατ' απομίμηση γνήσιων χαρτονομισμάτων από άτομο που δεν είχε την εξουσία να εκδίδει ευρωπαϊκό χαρτονόμισμα, αντιποιούμενο αποκλειστικό δικαίωμα εκδόσεώς τους, με σκοπό να τα θέσει σε κυκλοφορία ως γνήσια, λόγω του βαθμού ομοιότητάς τους με αυτά, γεγονός που ο κατηγορούμενος γνώριζε. Συγκεκριμένα, μέχρι τις 17-08-2018 κατείχε άπαντα τα ανωτέρω είκοσι πλαστά χαρτονομίσματα, γνωρίζοντας την πλαστότητά τους, από τα οποία τα δύο έθεσε σε κυκλοφορία παραδίδοντάς τα σε συναλλασσόμενο - εργαζόμενο στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "..." και άλλο ένα σε εργαζόμενο σε έτερο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, μέχρι τις 18-08-2018 κατείχε τα δεκαεπτά από τα ανωτέρω είκοσι παραχαραγμένα χαρτονομίσματα, από τα οποία τα επτά έθεσε σε κυκλοφορία παραδίδοντάς τα σε συναλλασσόμενο και δη σε εργαζόμενο στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "...", μέχρι τις 19-08-2018 κατείχε δέκα από τα ανωτέρω είκοσι πλαστά χαρτονομίσματα, ένα από τα οποία διέθεσε σε συναλλασσόμενο σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στην ... της νήσου ..., μέχρι τις 20-08-2018 κατείχε οκτώ από τα ανωτέρω πλαστά χαρτονομίσματα και δη τα φέροντα αριθμό σειράς ... το πρώτο από τα οποία έθεσε σε κυκλοφορία διαθέτοντάς το σε συναλλασσόμενο και δη σε εργαζόμενο στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "...", τα δε άλλα επτά βρέθηκαν κατά τη διενέργεια σωματικής έρευνας, ενώ ένα διοχέτευσε εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος σε κάποιο από τα καταστήματα της νήσου .... Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται πλήρως από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, σύμφωνα με την οποία τα ως άνω κατασχεθέντα χαρτονομίσματα ήταν παραχαραγμένα, τα αναγνωσθέντα έγγραφα, τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και δεν αναιρούνται από άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι επρόκειτο για εμφανώς πλαστά χαρτονομίσματα δεν είναι βάσιμος, καθώς ο κατηγορούμενος κυκλοφορούσε τα επίμαχα χαρτονομίσματα τις νυκτερινές ώρες, οπότε αυτά έδιναν την εντύπωση αληθινών γνησίων χαρτονομισμάτων στους ανωτέρω συναλλασσομένους και γι' αυτό και έγιναν δεκτά από αυτούς ως αντίτιμο των ειδών που αγόραζε από τα ανωτέρω καταστήματα. Εάν τα χαρτονομίσματα αυτά δεν ήσαν ικανά να δώσουν την εντύπωση των γνησίων δεν θα παραλαμβάνονταν από τους εργαζομένους των ανωτέρω καταστημάτων. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την ως άνω αξιόποινη πράξη, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του Π Κ, που του αναγνωρίσθηκε πρωτοδίκως".
Στη συνέχεια, με το σκεπτικό αυτό, το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο για κατοχή παραχαραγμένων νομισμάτων και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και δη του ότι: "Στη …., κατά το χρονικό διάστημα από τις 17-08-2018 μέχρι και τις 20-08-2018, ενεργώντας με πρόθεση, κατείχε παραχαραγμένα χαρτονομίσματα οποιουδήποτε κράτους ή εκδοτικής αρχής, κατά το χρόνο νόμιμης κυκλοφορίας τους, με σκοπό να τα θέσει στην κυκλοφορία ως γνήσια. Ειδικότερα, στους ανωτέρω τόπους και ημεροχρονολογίες, ενεργώντας με πρόθεση, κατείχε τα προμνησθέντα υπό στοιχείο 1 χαρτονομίσματα και δη επί σκοπώ θέσεώς τους σε κυκλοφορία. Συγκεκριμένα, μέχρι τις 17-08-2018 κατείχε άπαντα τα ανωτέρω υπό στοιχείο 1 παραχαραγμένα χαρτονομίσματα, τα δεκαοκτώ (18) από τα οποία έφεραν αριθμό σειράς ... ... από τα οποία τα δύο (2) έθεσε σε κυκλοφορία διά της παραδόσεώς τους σε συναλλασσόμενο - εργαζόμενο στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "..." και άλλο ένα (1) σε εργαζόμενο σε έτερο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, μέχρι τις 18- 8-2018 κατείχε τα δεκαεπτά (17) από τα ανωτέρω είκοσι πλαστά χαρτονομίσματα, από τα οποία τα επτά (7) έθεσε σε κυκλοφορία παραδίδοντάς τα σε συναλλασσόμενο και δη σε εργαζόμενο στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία "...", μέχρι τις 19-08-2018 κατείχε δέκα (10) από τα ανωτέρω είκοσι (20) παραχαραγμένα χαρτονομίσματα, ένα (1) από τα οποία διέθεσε σε συναλλασσόμενο σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στην ... της νήσου ..., μέχρι τις 20-08-2018 κατείχε οκτώ (8) από τα ανωτέρω παραχαραγμένα χαρτονομίσματα και δη τα φέροντα αριθμό σειράς ... το πρώτο εκ των οποίων έθεσε σε κυκλοφορία διαθέτοντάς το σε συναλλασσόμενο και δη σε εργαζόμενο στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος με την επωνυμία '...", τα άλλα δε επτά (7) βρέθηκαν κατά τη διενέργεια σωματικής έρευνας, ενώ ένα (1) διέθεσε μέσα στο ανωτέρω χρονικό διάστημα σε κάποιο από τα καταστήματα της νήσου ...".
Με αυτές, κατά τον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κατοχής παραχαραγμένων νομισμάτων, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ο χρόνος τελέσεως της εν λόγω αξιόποινης πράξης, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα πραγματικά αυτά περιστατικά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ.α', 27 παρ. 1, 51, 52, 53, 68, 79, 83, 84 παρ. 2 εδ. δ' και ε', 85, 207 παρ. 1 εδ. α' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς, ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει, έτσι, την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από το σύνολο των οποίων το άνω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση. Ειδικότερα το Δικαστήριο αιτιολόγησε την παραδοχή του ότι τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα ήταν πρόσφορα να παραπλανήσουν τον μέσο ανύποπτο συναλλασσόμενο για να τα δεχθεί ως γνήσια, παραθέτοντας τα περιστατικά που θεμελιώνουν την παραδοχή αυτή και δη την επανειλημμένη αποδοχή από συναλλασσόμενους των παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων ως γνήσιων η δε αναφορά στο σκεπτικό ότι οι συναλλαγές έγιναν νυχτερινές ώρες δεν αντιφάσκει με την ως άνω παραδοχή, αφού οι συναλλαγές έγιναν εντός καταστημάτων κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους και τα παραχαραγμένα χαρτονομίσματα έγιναν αποδεκτά από τους συναλλασσόμενους ως αντίτιμο των ειδών που αγόραζε από τα ανωτέρω καταστήματα, ενώ οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα συνθήκες των εν λόγω συναλλαγών (σκότος, συνωστισμός κ.ο.κ.) δεν διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της απόφασης. Περαιτέρω προσδιορίζεται η πλαστότητα των χαρτονομισμάτων, αφού αναφέρεται ότι είχαν παραχθεί εξ αρχής κατ' απομίμηση των γνησίων, από πρόσωπο που δεν είχε εξουσία έκδοσης ευρωπαϊκών χαρτονομισμάτων. Προσδιορίζεται περαιτέρω ότι εάν τα χαρτονόμισμα αυτά δεν ήσαν ικανά να δώσουν την εντύπωση των γνησίων δεν θα παραλαμβάνονταν από τους εργαζομένους των ανωτέρω καταστημάτων. Εξάλλου, το επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα γεγονός ότι εκ των υστέρων έγινε αντιληπτό από παθόντες ότι επρόκειτο για παραχαραγμένα χαρτονομίσματα, δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη του ανωτέρω, διότι η προσφορότητα της παραπλάνησης ανάγεται στο χρόνο της συναλλαγής. Τέλος, ο ισχυρισμός για μεταβολή της κατηγορίας από κατοχή παραχαραγμένων νομισμάτων σε απάτη, συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, για τον οποίο το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει ειδικά, ο ισχυρισμός δε αυτός απαντήθηκε με το περί ενοχής σκεπτικό του Δικαστηρίου.
Περαιτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π Κ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π Κ, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως, μεταξύ άλλων και η υπό στοιχείο β' που συνίσταται στο " ότι στην πράξη του ωθήθηκε ο υπαίτιος από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης". Η απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, περί συνδρομής της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, εφόσον προβλήθηκε παραδεκτά, κατά τα προεκτιθέμενα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 397/2019).
Για την στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης των μη ταπεινών αιτίων κατά την έννοια του εδ. β' της παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου (84 Π Κ), απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή του προσώπου, στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης. Η ελαφρυντική αυτή περίσταση θεμελιώνεται είτε στην Ψυχολογική σχέση του δράστη της αξιόποινης πράξης με τρίτο πρόσωπο (τρεις τελευταίες υποπεριπτώσεις), είτε στην κακοβουλία (ταπεινά αίτια), είτε στην άσχημη οικονομική κατάσταση του υπαιτίου (μεγάλη ένδεια) (ΑΠ 1555/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία δεν έχουν διορθωθεί, ούτε προσβληθεί για πλαστότητα και επομένως αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά (άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠΔ), διαλαμβάνεται ότι ο αναιρεσείων δια του συνηγόρου του πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε γραπτά τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. β' ΠΚ, και κατά πιστή μεταφορά: "ότι προέβη στις συγκεκριμένες πράξεις επειδή απειλούνταν η ζωή η δική του και των οικείων του, καθώς ήδη είχε απειληθεί πολλάκις από τη στιγμή της αποφυλάκισής του. Συνακόλουθα στην πράξη του αυτή οδηγήθηκε από όχι ταπεινά αίτια, διότι ήθελε μόνο να συλληφθεί και έτσι να σταματήσει ο εφιάλτης που συνέχιζε να βιώνει μετά την αποφυλάκιση του", τον οποίο (ισχυρισμό) δεν επικαλέστηκε μετά την απαγγελία της απόφασης. Τα επικαλούμενα στοιχεία για την συγκρότηση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης και δη το ότι απειλήθηκε η ζωή η δική του και των οικείων του και ότι συνεπεία τούτου ωθήθηκε στις πράξεις του από μη ταπεινά αίτια δεν είναι επαρκή, δεδομένου ότι δεν γίνεται επίκληση, με την έννοια που προαναφέρθηκε, συγκεκριμένων περιστατικών σχετικών με τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε.
Συνεπώς, το εν λόγω αίτημα ήταν απαράδεκτο, αφού δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ειδικότερα, δεν εκτίθενται για την θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού σαφή και ορισμένα πραγματικά περιστατικά, προκειμένου να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του περί συνδρομής ή μη στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως και επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα να τον απορρίψει με ειδική αιτιολογία.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 71/05-10-2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2020 αίτηση αναιρέσεως του Α. Χ. του Κ. κατοίκου ... κατά της 71/05-10-2020 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ