ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Τα πρόσωπα του άρθρου 111§6 ΚΠΔ, που απολαμβάνουν της ειδικής δωσιδικίας της διάταξης αυτής αρκεί να φέρουν την αναφερόμενη στο άρθρο ιδιότητα είτε κατά το χρόνο τέλεσης, είτε κατά τον χρόνο εκδίκασης (σε πρώτο βαθμό). (ΑΠ 512/2016, 630/2015, 35/2012 ,1751/2011, ΑΠ 1257/2010).
Απόφαση 512 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 512/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά-Εισηγήτρια, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πλιώτα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Β. Ο. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Σεραφείμ, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 19122/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2015 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 808/2015.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 320, 321, 340 και 343 ΚΠΔ η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο κλήσεως ή κλητηρίου θεσπίσματος, με τα οποία καλείται στο ακροατήριο, είτε με τη χωρίς εναντίωση εμφάνισή του στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται, ότι η αναστολή της παραγραφής, κατά το άρθρο 113 παρ.2 ΠΚ, επέρχεται με την έναρξη της κύριας διαδικασίας γιατί έκτοτε η κατηγορία είναι εκκρεμής στο δικαστήριο, προκειμένου δε να αρχίσει η επιφέρουσα την αναστολή της παραγραφής κύρια διαδικασία αρκεί το, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 244, 245, 308 παρ.3, 314 και 315 ΚΠΔ, επιδιδόμενο στον κατηγορούμενο κλητήριο θέσπισμα ή κλήση να περιέχει, πλην άλλων, και προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται αυτός να εμφανισθεί, χωρίς να είναι αναγκαίο για την εγκυρότητά του το αναγραφόμενο δικαστήριο να είναι πράγματι το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, αφού η τυχόν αναγραφή άλλου, από το αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, δικαστήριο, δεν καθιστά, από μόνη της, το εισαγωγικό έγγραφο (κλητήριο ή κλήση) άκυρο και ανενεργές ως προς τις έννομες συνέπειές του (Ολ. ΑΠ 2/......, ΑΠ 994/1998). Η κλήση ή το κλητήριο θέσπισμα διατηρούν την ισχύ τους, καθώς με αυτά δηλώνεται και η αμετάκλητη εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο και στηρίζουν την παραπομπή της υπόθεσης από το αναρμόδιο δικαστήριο στο καθύλη αρμόδιο, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 502 παρ.3 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα. Με το υπ' αρ. ... από 27.10.2011 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα με απευθείας κλήση, στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για τη δικάσιμο της 30.04.2013.
Το Δικαστήριο στο οποίο δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε η κατηγορουμένη, κήρυξε αυτή ένοχη, με την υπ' αριθμ. 48107/2013 απόφασή του, και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως 2 ετών και χρηματική ποινή τεσσάρων (4.000) ευρώ. Η κατηγορουμένη άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, στην έκθεση της οποίας, εκτός των άλλων, ως ειδικός λόγος εφέσεως, περιέχεται και σχετική αιτίαση για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή, κατά την αιτίαση αυτή, η υπόθεση υπαγόταν στην καθύλη αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, αφού η ίδια έφερε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως την ιδιότητα του δικηγόρου και ότι, συνεπώς, εσφαλμένως απορρίφθηκε από το δικάσαν, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ενώπιον του οποίου επανυποβλήθηκε εγγράφως και αναπτύχθηκε προφορικά από τον εκπροσωπήσαντα αυτήν συνήγορό της η στρεφομένη κατά του φερομένου ως άκυρου κλητηρίου θεσπίσματος ως άνω ένστασή της. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με την ένσταση της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, που προέβαλε η κατηγορουμένη, καθόσον η κατηγορουμένη κλήθηκε με κλητήριο θέσπισμα από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στον α' βαθμό, ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της, θα έπρεπε, ως πρόσωπο ειδικής δωσιδικίας, ήτοι δικηγόρους, να κληθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, δέον να σημειωθούν τα εξής: Το κλητήριο θέσπισμα για να θεωρείται έγκυρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 321 ΚΠΔ, πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία, όπως αναγράφονται στο ως άνω άρθρο, ήτοι τόπο, χρόνο, περιστάσεις του εγκλήματος, άρθρα του Ποινικού Κώδικα ή των Ειδικών Ποινικών Νόμων, το Δικαστήριο, στο οποίο καλείται προς εκδίκαση συγκεκριμένης κατηγορίας ο κατηγορούμενο, και ημερομηνία, υπογραφή και σφραγίδα του Εισαγγελέα, που τον καλεί.
Εν προκειμένω, το συγκεκριμένο κλητήριο θέσπισμα εμπεριέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, όπως αναγράφονται στο Νόμο, και ουδέν ελλείπει από αυτά. Η αναφορά άλλου Δικαστηρίου και Εισαγγελέα που καλεί την κατηγορουμένη, από το αρμόδιο Δικαστήριο και τον αρμόδιο Εισαγγελέα, κατά τους ισχυρισμούς της πάντοτε, ουδόλως ακυρώνει το κλητήριο θέσπισμα, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτό έχει όλα τα απαιτούμενα από το Νόμο στοιχεία.
Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ένσταση, όπως προβλήθηκε, για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος. Πιθανώς, να μπορούσε να γίνει δεκτή, είτε στον α' βαθμό ένσταση αναρμοδιότητας του δικάζοντος Δικαστηρίου, είτε να προβληθεί ως λόγος έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κάτι όμως που ουδέποτε έγινε. Επιπρόσθετα, και σε κάθε περίπτωση, ορθώς έγινε η κλήτευση της κατηγορουμένης από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών στον α' βαθμό ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δεδομένου ότι μέχρι την κλήτευση αυτής και μάλιστα μέχρι την εκδίκαση της έφεσής της, ουδόλως είχε γίνει γνωστή καθ' οιονδήποτε τρόπο στην Εισαγγελία η δικηγορική της ιδιότητα. Εξάλλου, σύμφωνα και με το άρθρο 63 παρ.2 του Ν.3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), το οποίο ίσχυε, κατά το χρόνο της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, για την οποία η κατηγορουμένη κατηγορείται, απαγορευόταν σε δικηγόρο να είναι νόμιμος εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας, όπως εν προκειμένω η κατηγορουμένη. Η διάταξη αυτή επαναλήφθηκε και στο νεότερο Κώδικα περί Δικηγόρων, στο άρθρο 7 αυτού, και μάλιστα με τη ρητή πρόβλεψη της αυτοδίκαιης αποβολής της δικηγορικής ιδιότητας στο δικηγόρο που είναι νόμιμος εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρίας. Με τον τρόπο αυτό τονίζεται ιδιαίτερα το ασυμβίβαστο αυτής της συμπεριφοράς με το δικηγορικό λειτούργημα. Επομένως, καταχρηστικά προτείνεται από την κατηγορουμένη η επίκληση της δικηγορικής της ιδιότητας και μάλιστα με τον τρόπο αυτό ήτοι μετά την παρέλευση επτά ετών από το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης και με τη βεβαιότητα ότι η ακύρωση του κλητηρίου θεσπίσματος θα οδηγούσε παραγραφή της αξιόποινης πράξης. Με αυτήν την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της η κατηγορουμένη επιθυμεί να ωφεληθεί η ίδια του προνομίου, που επιφυλάσσει ο νόμος στους δικηγόρους να έχουν ειδική δωσιδικία και να δικάζονται από ανώτερο Δικαστήριο, από τη στιγμή που η ίδια παραβίαζε τον Κώδικα περί Δικηγόρων, εκτελώντας ασυμβίβαστα έργα με το δικηγορικό λειτούργημα, στα πλαίσια των οποίων τέλεσε και την επίμαχη αξιόποινη πράξη. Τέλος, οι δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες επικαλείται η κατηγορουμένη για ενίσχυση της ένστασής της περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, ουδόλως επιρρωνύουν την ένστασή της αυτή, καθόσον αναφέρονται σε άλλα θέματα, και όχι σε αυτό που η ίδια ισχυρίζεται. Ειδικότερα, η υπ' αριθμ. 953/1981 απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρεται στην ακυρότητα από τη μη τήρηση των άρθρων 320 και 321 του ΚΠΔ και άρθρο 6 παρ.3 του ΔΣ της Ρώμης και για το πώς πρέπει να προτείνεται αυτή, ήτοι μέχρι της οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, αλλιώς καλύπτεται, ενώ η υπ' αριθμ. 371/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρεται στη δυνατότητα του Εισαγγελέα Εφετών, χωρίς να δεσμεύεται απ' τη σύμφωνη γνώμη του ανακριτή και του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για απευθείας παραπομπή στο ακροατήριο κατηγορουμένου που έχει ιδιάζουσα δωσιδικία, να επιστρέψει την δικογραφία για να περατωθεί η κύρια ανάκριση κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 308 παρ.1 ΚΠΔ. Επομένως, ο πιο πάνω ισχυρισμός της κατηγορουμένης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, συνιστάμενη στις ως άνω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Με την αιτιολογία αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά απέρριψε την ένσταση αυτή, αφού η παραπομπή με το κλητήριο θέσπισμα σε αναρμόδιο δικαστήριο δεν καθιστά αυτό άκυρο, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας. Επομένως ο πρώτος, από το άρθρο 510§1β ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Σύμφωνα με το άρθρο 12 ΚΠΔ το δικαστήριο που δικάζει κατ' έφεση, αν κρίνει ότι το δικαστήριο που δίκασε σε πρώτο βαθμό ήταν αναρμόδιο επειδή το έγκλημα υπαγόταν σ' αυτό ή σε κατώτερο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και δικάζει ανέκκλητα το ίδιο την υπόθεση στην ουσία (άρθρ. 502 παρ.3). Σε κάθε άλλη περίπτωση καθ' ύλη αναρμοδιότητας ακυρώνει την απόφαση που προσβάλλεται με έφεση και παραπέμπει την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο, ενεργώντας ταυτόχρονα όσα προβλέπονται στην παρ.2 του άρθρου 120. Αν παρόλα αυτά, καίτοι αναρμόδιο καθύλη δικάσει, υποπίπτει στον από το άρθρο 510§1ζ λόγο αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο που επιλήφθηκε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του θεώρησε με εσφαλμένη ερμηνεία των συναφών δικονομικών διατάξεων περί της καθύλη αρμοδιότητας των δικαστηρίων ότι ήταν καθύλη αρμόδιο να δικάσει κατ' έφεση και προχώρησε στην κατ' ουσία έρευνα της υποθέσεως και στην καταδίκη της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης που παραδεκτώς πρόβαλε ένσταση αναρμοδιότητος του δικαστηρίου να δικάσει. Κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως αναμφισβήτητα, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η κατηγορουμένη είχε την ιδιότητα της δικηγόρου και συνεπώς αρμόδιο καθ' ύλη να δικάσει ήταν το Τριμελές Εφετείο Αθηνών στο οποίο έπρεπε να παραπέμψει το Τριμελές Πλημμελειοδικείο την υπόθεση (αρ. 111, παρ.6, 119 και 121 ΚΠΔ), αφού τα πρόσωπα του 111§6 ΚΠΔ, που απολαμβάνουν της ειδικής δωσιδικίας της διάταξης αυτής αρκεί να φέρουν την αναφερόμενη στο άρθρο ιδιότητα είτε κατά το χρόνο τέλεσης, είτε κατά τον χρόνο εκδίκασης (σε πρώτο βαθμό), (ΑΠ 1751/2011, ΑΠ 1257/2010).
Συνεπώς είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για καθ' ύλη αναρμοδιότητα του δικαστηρίου που δίκασε και, ακολούθως, πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί (αρ. 518§1 ΚΠΔ) στο καθ’ ύλη αρμόδιο να δικάσει Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 19122/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση στο καθ’ ύλη αρμόδιο να δικάσει Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1η Μαρτίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ