ΠΕΡΙΛΗΨΗ : -Παθητική δωροδοκία δικαστή. Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες
- Όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία του ΑΠ (ΑΠ 696/2010, ΑΠ 1432/2008) το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή (άρθρο 237 ΠΚ), ευλόγως δεν συμπεριελήφθη ρητώς στην απαρίθμηση των βασικών αδικημάτων του ως άνω νόμου, μετά την τροποποίησή του, διότι η διάταξη που το προβλέπει ως ειδικότερη, περιέχεται στη γενική διάταξη του αδικήματος της παθητικής δωροδοκίας (άρθρο 235 ΠΚ), η οποία αναφέρεται ρητώς, ως βασικό αδίκημα στο άρθρο 1 στοιχ. α' περ.δδ' αυτού. Άλλωστε, στη συνέχεια, το αδίκημα αυτό (παθητική δωροδοκία δικαστή), επαναφέρεται στην απαρίθμηση των βασικών αδικημάτων, με το άρθρο 3 στοιχ.ε' του ν. 3691/2008 και όμοια διάταξη περιέχεται και σε όλους τους νεότερους συναφείς νόμους (4557/2018, 4734/2020) καθώς και στον ισχύοντα σήμερα, ν. 4816/2021.
Αριθμός 1020/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου – Εισηγήτρια, Κωστούλα Πρίγγουρη και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Προβατάρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης , κατοίκου Ηνωμένου Βασιλείου ( …..
-Λονδίνο) η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γκέκοβιτς, για αναίρεση της υπ'αριθμ.252/2022 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29.4.2022 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 463/22.
Αφού άκουσε
Ι. Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί το αίτημα αναβολής και β) να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αρ. 252/2022 αποφάσεως του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και αναιρουμένης της αποφάσεως αυτής, μόνο ως προς το σκέλος της επιβληθείσας ποινής, εξ αιτίας εσφαλμένης εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 Ν. 2331/1995 ως αντικ. δι' άρθρ. 3 Ν.3424/2005, 39 παρ. 1 περ. γ' Ν. 4557/2018 ως ετροπ. Υπ' αρθρ.6 ν.4816/ 2021, να παραπεμφθεί η υπόθεση προ του ιδίου Δικαστηρίου, του η συγκρότηση, εκ δικαστών άλλων, εκτός των πρότερων δικασάντων, είναι εφικτή, ενώ κατά τα λοιπά να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΙΙ. Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 29-4-2022 αίτηση-δήλωση της ……, κατοίκου Ηνωμένου Βασιλείου ( ……Λονδίνο) που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 3-5-2022, για αναίρεση της με αρ. 252/2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό, για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, που τελέστηκε κατ'εξακολούθηση, από κερδοσκοπία και κατ'επάγγελμα, σε συνολική ποινή καθείρξεως δεκατριών (13) ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 462, 464, 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.2° και 504 ΚΠΔ) και περιέχει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ΄, Ε ', ΣΤ' και Θ ' ΚΠΔ. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
- I) Κατά το άρθρο 171 παρ.1δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της EE. Κατά το άρθρο 174 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, «1. Η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και στον Άρειο Πάγο. Αν η απόλυτη ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί ωσότου γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο. 2. Η σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από τους διαδίκους που έχουν έννομο συμφέρον. Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της. Αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "1. Αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας και προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Αν κατά του βουλεύματος ή της απόφασης ασκήθηκε ένδικο μέσο, η αρμοδιότητα για την κήρυξη της ακυρότητας ανήκει στο συμβούλιο ή το δικαστήριο που αποφασίζει για το ένδικο μέσο.». Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Θ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος και ιδίως, μεταξύ των άλλων, όταν καταδίκασε για έγκλημα για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη αίτηση ή έγκληση (άρθρα 41 και 46) ή για το οποίο δε δόθηκε η άδεια δίωξης (άρθρο 54) ή για το οποίο δεν έχει ρητά επιτραπεί η έκδοση (άρθρο 438)» (ΑΠ 30/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 4° λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αρ. 252/2022 απόφαση, λόγω παραβίασης των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της εκ του άρθρου 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ, καθώς και υπέρβαση της εξουσίας του δικάσαντος Δικαστηρίου, λόγω καταδίκης της για έγκλημα για το οποίο δεν είχε ρητά επιτραπεί η έκδοσή της, κατ' άρθρο 438 ΚΠΔ και συγκεκριμένα διότι μη νόμιμα εισήχθη στις 27-9-2019, η ένδικη υπόθεση στα Ελληνικά Δικαστήρια και κηρύχθηκε ένοχη σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, καθόσον ενώπιον των Βρετανικών Δικαστικών Αρχών εκκρεμούσε (και εξακολουθεί να εκκρεμεί), η εκτέλεση σε βάρος της του Πέμπτου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης των Ελληνικών Δικαστικών Αρχών που αφορά τις ένδικες πράξεις και παρότι τα Βρετανικά Δικαστήρια με την με αριθμό EWHC 547/2015 τελεσίδικη απόφαση αποφάνθηκαν υπέρ της εκτελέσεώς του, η ίδια υπέβαλε αίτηση για χορήγηση πολιτικού ασύλου η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον των Βρετανικών Δικαστικών Αρχών και της επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι. Από το περιεχόμενο του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει, αναφορικά με το πρώτο σκέλος του, ότι η επικαλούμενη ακυρότητα, ανεξαρτήτως του βάσιμου ή μη αυτής, έπρεπε να προταθεί ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο, καθώς αφορά σε πράξεις της προδικασίας και εφόσον δεν προτάθηκε εγκαίρως, έχει καλυφθεί και απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Εξάλλου, αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του, από τα εκτιθέμενα προκύπτει ότι με την αναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, επετράπη η παράδοση της αναιρεσείουσας στις Ελληνικές Δικαστικές Αρχές για να δικαστεί για τα ένδικα εγκλήματα για τα οποία εκζητήθηκε, βάσει του ανωτέρω ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ενώ η εκκρεμούσα αίτηση αυτής για χορήγηση πολιτικού ασύλου, αποτελεί διακριτή διαδικασία και δεν ασκεί έννομη επιρροή στο παραδεκτό εκδικάσεως των ένδικων αδικημάτων από τα Ελληνικά Δικαστήρια. Συνακόλουθα, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Θ' ΚΠΔ, είναι στο σύνολο του, αβάσιμος.
- II) Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Επομένως, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή ανώτερης βίας, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο δικηγόρος Αθηνών ……., ο οποίος, δυνάμει της από 18-3- 2020 εξουσιοδότησης - ειδικού πληρεξουσίου, εκπροσώπησε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στη δικάσιμο της 8-2-2022, υπέβαλε κατ' εντολή της, προφορικώς και εγγράφως, αίτημα αναβολής της συζήτησης της υπόθεσης σε μεταγενέστερη (και τουλάχιστον μετά τετράμηνο) δικάσιμο, το οποίο καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα που βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αδυνατεί να παραστεί αυτοπροσώπως, όπως επιθυμεί, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά την ανωτέρω δικάσιμο (8-2-2022), εξαιτίας αφενός των περιοριστικών όρων που της έχουν επιβληθεί (μεταξύ των οποίων και της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και της ηλεκτρονικής επιτήρησης) από τις Βρετανικές Αρχές, στο πλαίσιο της εκκρεμούσας μετά από αίτηση των Ελληνικών Αρχών, διαδικασίας έκδοσής της, αφετέρου της ανάγκης παραμονής της στο Ηνωμένο Βασίλειο προς υποστήριξη του υποβληθέντος αιτήματός της για χορήγηση πολιτικού ασύλου, το οποίο -μετά από έφεση που άσκησε κατά της απόφασης απόρριψής του- εκκρεμεί ενώπιον των Βρετανικών Αρχών. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του απέρριψε το αίτημα αναβολής, με το ακόλουθο, κατά το ουσιαστικό του μέρος, σκεπτικό: «Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι με την EWHC 547/2015 τελεσίδικη απόφαση των δικαστικών αρχών της Μεγάλης Βρετανίας έγινε δεκτό σχετικό αίτημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης έκδοσης της κατηγορουμένης ….. στην Ελλάδα, για να δικασθεί βάσει του παραπεμπτικού υπ'αριθμ. 2707/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, ενώ η ίδια αιτήθηκε ως άνω χορήγηση πολιτικού ασύλου από την Μεγάλη Βρετανία, το οποίο εκκρεμεί συνεπεία ασκηθείσας έφεσής της, στα πλαίσια δε της εν λόγω διαδικασίας έλαβε από το Ειρηνοδικείο του Γουεστμίνστερ περιοριστικούς όρους με την 8-8-2014 απόφασή του. Ωστόσο η τήρηση των όρων αυτών, ως γεγονός που αφορά τη χορήγηση πολιτικού ασύλου που η κατηγορουμένη αιτείται να κριθεί σε δεύτερο βαθμό, λαμβανομένων υπόψη και του απαιτούμενου χρόνου έκδοσης επ' αυτού (αιτήματος) της τελεσίδικης απόφασης των βρετανικών δικαστικών αρχών και του προαναφερομένου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν δικαιολογούν την αναβολή της παρούσας δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ, ούτε ο λόγος αυτός της αναβολής μπορεί σύμφωνα με τα ανωτέρω, αλλά και εξαιτίας της απασχολήσεως των μελών της συνθέσεως σε άλλα δικαστήρια, να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. Πρέπει επομένως το αίτημα της κατηγορουμένης να απορριφθεί κατ'ουσίαν και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης». Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, με την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απέρριψε το ως άνω αίτημα, αφού έκρινε ότι με βάση τα εισφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν συνέτρεχε νόμιμος λόγος αναβολής εκ του άρθρου 349 ΚΠΔ, δεδομένου ότι το επικαλούμενο κώλυμα εμφάνισης της κατηγορουμένης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν οφείλετο σε λόγους ανωτέρας βίας, καθόσον προκλήθηκε μετά από δικές της ενέργειες και συγκεκριμένα, μετά από το υποβληθέν αίτημά της προς τις Βρετανικές Αρχές για παροχή πολιτικού ασύλου, που αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση της εκτέλεσης της τελεσίδικης απόφασης των Βρετανικών Αρχών για παράδοσή της στις Ελληνικές Δικαστικές Αρχές, προκειμένου να δικαστεί, μεταξύ των άλλων και για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις. Εξάλλου, το Δικαστήριο ως εκ περισσού αναφέρθηκε στην έλλειψη δυνατότητας διακοπής της δίκης, δεδομένου ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ότι ο λόγος της αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης, αφορά, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 349 ΚΠΔ, στην περίπτωση που γίνεται δεκτός ο λόγος αναβολής και όχι στην αντίθετη περίπτωση που απορρίπτεται, όπως εν προκειμένω. Συνεπώς, ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Β΄, Δ' και Θ΄ του ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος, καθώς και της εκ του λόγου τούτου απόλυτης (άλλως, σχετικής) ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο και υπέρβαση της εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος.
III) Οι διατάξεις των παραγράφων 1 εδ.α' και β', 3 και 4 εδ. α'και β' του άρθρου 340 ΚΠΔ, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 134 του ν. 4855/2021, ορίζουν τα εξής: «1. Ο κατηγορούμενος οφείλει να εμφανίζεται αυτοπροσώπως στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση, μπορεί επίσης να διορίζει δικηγόρο ως συνήγορο για την υπεράσπισή του. Στα κακουργήματα και στα πλημμελήματα για τα οποία ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) ετών, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε όσους κατηγορούμενους δεν έχουν, από πίνακα που καταρτίζει τον Ιανουάριο κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου». «3. Σε πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του. Η δήλωση γίνεται κατά τις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 42 και πρέπει, με ποινή απαραδέκτου, να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Το δικαστήριο σε κάθε περίπτωση μπορεί να διατάξει την προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου, όταν κρίνει ότι αυτή είναι απαραίτητη για να βρεθεί η αλήθεια», «4. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπείται νομίμως από συνήγορο, δικάζεται σαν να ήταν παρών, εφόσον έχει νομίμως κλητευθεί και έχει ενημερωθεί ότι σε περίπτωση μη εμφάνισης ή μη εκπροσώπησής του θα δικαστεί ερήμην. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής η ενημέρωση του κατηγορουμένου πριν την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο καλύπτει και κάθε επόμενη διαδικαστική φάση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης σε πρώτο βαθμό». Η διάταξη δε του άρθρου 346 ΚΠΔ ορίζει ότι «Η αποχώρηση του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της δίκης δεν κωλύει καθόλου την πρόοδο της διαδικασίας. Επιτρέπεται όμως στο συνήγορο του κατηγορουμένου να παραστεί αντί γι΄ αυτόν. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει ή την αναβολή της δίκης ή την διακοπή της για οκτώ το πολύ ημέρες. Σε δίκες για κακούργημα ο πρόεδρος πρέπει πάντοτε να διορίσει στον κατηγορούμενο που αποχώρησε για οποιονδήποτε λόγο, συνήγορο για να παρίσταται αντί γι΄ αυτόν στη δίκη, αν αποχώρησε και ο συνήγορος του που είχε αρχικά διοριστεί». Από τις ανωτέρω διατάξεις, που εφαρμόζονται στην πρωτοβάθμια δίκη, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) σε περίπτωση που κατηγορούμενος για κακούργημα εμφανιστεί στο δικαστήριο και δεν έχει συνήγορο, ο πρόεδρος του δικαστηρίου οφείλει αυτεπαγγέλτως να διορίσει αμέσως σ'αυτόν, έστω και αν δεν το ζητήσει, συνήγορο. Το αυτό ισχύει και σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος εμφανιστεί μεν, αλλά αποχωρήσει κατά τη διάρκεια της διαδικασίας είτε ο ίδιος, είτε ο συνήγορος του. Σε αυτές τις περιπτώσεις αν δεν γίνει αυτεπαγγέλτως διορισμός συνηγόρου και παραβιαστεί έτσι η διάταξη του άρθρου 340 του ΚΠΔ, η οποία έχει τον τίτλο «προσωπική εμφάνιση του κατηγορουμένου», επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, λόγω μη τηρήσεως των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, δεδομένου ότι στον πιο πάνω όρο της υπεράσπισης περιλαμβάνονται όλες οι διατάξεις που με οποιονδήποτε τρόπο συμβάλλουν στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, β) Ο προβλεπόμενος επί κακουργημάτων αυτεπάγγελτος διορισμός συνηγόρου, προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση, παρόντα κατηγορούμενο. Εξάλλου, ο μη διορισμός αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο συνηγόρου στον κατηγορούμενο που παρά την νόμιμη κλήτευσή του δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο για να δικασθεί η εναντίον του κατηγορία για κακουργηματική πράξη, δεν προσκρούει στο κατ΄ άρθρο 6 παρ. 3 περ. γ' της ΕΣΔΑ δικαίωμά του, να αναθέσει (ο ίδιος) την υπεράσπισή του σε συνήγορο της επιλογής του, αφού η εκδίκαση της υποθέσεως σαν να ήταν παρών, δεν επιφέρει καμία δικονομική συνέπεια σε βάρος του και ιδίως δεν καταλύει το τεκμήριο αθωότητάς του. Το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση σαν να ήταν παρών και ερευνά αυτεπαγγέλτως τόσο την ενοχή όσο και την αθωότητα αυτού (ΑΠ 713/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 501 παρ.1 εδ.α' του ΚΠΔ, όπως το ανωτέρω άρθρο διαμορφώθηκε με το άρθρο 153 του ν. 4855/2021, «1. Αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή διά συνηγόρου του αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εκτός αν έχει προηγηθεί παραίτηση, οπότε κηρύσσεται απαράδεκτη», ενώ κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 εδ.α' του άρθρου 502, όπως το άνω εδάφιο τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 περ.34 του ν. 4637/2019 «1. Αν ο εκκαλών εμφανιστεί ο ίδιος ή ο συνήγορος του στην περίπτωση της παρ.3 του άρθρου 340, η συζήτηση αρχίζει και ο εισαγγελέας αναπτύσσει συνοπτικά την έφεση» και κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 εδ.δ' του ίδιου ως άνω άρθρου «Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 329 έως 338, 340, 346 έως 349, 352, 357 έως 361,364 έως 373». Εξάλλου σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 501 ΚΠΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 153 του ν. 4855/2021 «4. Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στη παρ. 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών. Τα άρθρα 341 και 435 εφαρμόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή». Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 501 και 502 ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 502 παρ.1, προκύπτει ότι: α) αν ο εκκαλών κατηγορούμενος για κακούργημα, δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης, ούτε εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, β) αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης (κατά την οποία ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε ή εκπροσωπήθηκε από συνήγορο) λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή εκπροσωπούμενος από συνήγορο, ή αν στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο συνήγορος του αποχωρήσει, το Δικαστήριο δεν διορίζει αυτεπαγγέλτως συνήγορο και ο κατηγορούμενος δικάζεται ωσεί παρών.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το παραδεκτώς επισκοπούμενο ακριβές απόσπασμα της με αρ. 1239/3-11-2021 αναβλητικής απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την αρχική δικάσιμο της 3-11-2021, κατά την οποία η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη για την υποστήριξη της έφεσής της, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ……, το Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά την με αρ. 365/23-6-2020 έφεσή της κατά της με αρ. 1312/2020 (πρωτόδικης) απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών και στη συνέχεια, ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης, κατ'άρθρο 352 ΚΠΔ, όρισε δε, νέα δικάσιμο την 8-2-2022, την οποία γνωστοποίησε στον ανωτέρω συνήγορο υπεράσπισης της αναιρεσείουσας. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο της 8-2-2022, κατά την οποία δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, μετά την απαγγελία της απόφασης του Δικαστηρίου για απόρριψη του προβληθέντος από τον συνήγορό της αιτήματος για αναβολή της δίκης, ο τελευταίος (…..) δήλωσε ότι παραιτείται από την υπεράσπισή της και αποχώρησε από το ακροατήριο. Κατόπιν αυτών, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανέγνωσε το ακριβές απόσπασμα της ανωτέρω με αρ. 1239/3-11- 2021 αναβλητικής του απόφασης, από το οποίο προέκυπτε ότι η κατηγορουμένη είχε νομίμως κλητευθεί για τη δικάσιμο αυτή (8-2- 2022) και ακολούθως το Δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα απόφασή του, θεώρησε την κατηγορουμένη ωσεί παρούσα και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προκύπτει ότι παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο νομίμως, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες νομικές διατάξεις, θεώρησε την κατηγορουμένη ωσεί παρούσα και προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης χωρίς να της διορίσει αυτεπαγγέλτως συνήγορο, δεδομένου ότι μετά την γενομένη τυπικά δεκτή έφεση, κατά τη δικάσιμο της 3-2-2021, με την παρουσία του εκπροσωπούντος την αναιρεσείουσα συνηγόρου και την γνωστοποίηση σ' αυτόν της νέας δικασίμου της 8-2-2022, η μη εμφάνιση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης, κατά τη δικάσιμο αυτή, καθώς και η παραίτηση και αποχώρηση του συνηγόρου υπεράσπισής της από τη διαδικασία, κατά την ίδια δικάσιμο, ουδόλως παρακώλυε το Δικαστήριο να προχωρήσει στη διαδικασία, θεωρώντας την κατηγορουμένη ωσεί παρούσα. Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' και Θ' ΚΠΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 171 παρ.1 περ.δ' ΚΠΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Συντάγματος, του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και τις διατάξεις του ΔΣΑΠΔ, καθώς και αρνητική υπέρβαση της εξουσίας του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, επειδή παρά τη μη εμφάνισή της στη δίκη κατά τα προεκτεθέντα και παραίτησης του συνηγόρου της, το Δικαστήριο δεν της διόρισε δικηγόρο και τη δίκασε ωσεί παρούσα, είναι αβάσιμος. Τέλος, η ειδικότερη, αιτίαση που περιέχεται στον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ότι το Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση, «όφειλε να κηρύξει απαράδεκτη τη διαδικασία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 501 παρ.1 ΚΠΔ», απαραδέκτως προβάλλεται καθόσον δεν βρίσκει έρεισμα στην επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 501 παρ.1 ΚΠΔ, ούτε σε άλλη νομική διάταξη.
- IV) Με τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 εδ. α ' (απάτη) του ισχύοντος ΠΚ, [η οποία είναι ταυτόσημη ως προς την νομοτυπική μορφή του αδικήματος με τις διατάξεις του άρθρου 386 παρ.1 και 3 περ.α' του προϊσχύσαντος ΠΚ] και η οποία, ως ευμενέστερη ως προς την ποινή, εφαρμόζεται και για τις συναφείς πράξεις που τελέστηκαν προ της ισχύος του, ορίζεται ότι «Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, τιμωρείται με φυλάκιση και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το αδίκημα της απάτης στοιχειοθετείται αντικειμενικώς όταν ο δράστης με παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή την αθέμιτη απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινών γεγονότων, πείθει κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία βλάπτεται στην περιουσία του ο τελευταίος (ή τρίτος) ανεξάρτητα αν με αυτήν επιτυγχάνεται ή όχι το παράνομο περιουσιακό όφελος στο οποίο αποσκοπούσε ο δράστης, υποκειμενικώς δε όταν ο δράστης γνωρίζει τα ουσιαστικά περιστατικά της πράξης αυτής και θέλει την παραγωγή τους (ΑΠ 1379/2008). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ.1 (παθητική δωροδοκία δικαστή) του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ.7 του ν. 3327/2005, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε ως προς την νομοτυπική μορφή του αδικήματος από την ταυτάριθμη διάταξη του ισχύοντος ΠΚ, ορίζεται ότι «Εκείνος που καλείται κατά το νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα ή ο διαιτητής, αν απαιτήσουν ή δεχθούν δώρα ή άλλα ωφελήματα που δεν δικαιούνται ή την υπόσχεση ότι θα τα λάβουν με το σκοπό να διεξαχθεί ή να κριθεί μία υπόθεση που έχει ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους». Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος αυτού απαιτείται: α) εκείνος που απαιτεί, δέχεται ή προσφέρεται να δεχθεί δώρα ή άλλα ωφελήματα, να εκτελεί δικαστικά καθήκοντα ή να έχει οριστεί διαιτητής σε κάποια υπόθεση, β) τα δώρα ή τα ωφελήματα να μην προσήκουν σ'αυτόν και να δίνονται ή και να υπάρχει απλή υπόσχεση δόσεώς τους για μελλοντική ή τελειωμένη ενέργεια ή παράλειψή του, είναι δε αδιάφορο αν πραγματοποιήθηκε ή όχι η μέλλουσα ενέργεια ή ο δράστης σκοπούσε σπουδαίως να προβεί στην εκτέλεσή της, γ) η ενέργεια ή παράλειψη του δικαστή να αφορά σε νόμιμη πράξη που περιλαμβάνεται στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, την οποία αυτός να μπορεί να ενεργήσει ή παραλείψει κατά την άσκηση της από το λειτούργημά του αρμοδιότητας και να ανάγεται αυτή στην υπηρεσία του ή να αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται από το νόμο ή έχουν ανατεθεί σ'αυτόν βάσει υπηρεσιακών κανονισμών ή διαταγών ή οδηγιών των προϊσταμένων του εξαιτίας της υπηρεσιακής του σχέσεως ή προκύπτουν από τη φύση της υπηρεσίας του και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση ότι δεν δικαιούται τα κατά τα άνω δώρα ή ωφελήματα και στη θέλησή του να τα απαιτήσει ή να τα δεχτεί ή να δεχτεί την υπόσχεση ότι θα τα λάβει και, περαιτέρω, σκοπός αυτού να διεξαγάγει ή να κρίνει την υπόθεση που του έχει ανατεθεί υπέρ ή εναντίον κάποιου. Η παθητική δωροδοκία δικαστή είναι υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα και μπορεί να τελεστεί με περισσότερους τρόπους πραγματώσεώς του, οι οποίοι αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας, δηλαδή τελείται ένα μόνο έγκλημα, στο οποίο ο κάθε τρόπος τέλεσης είναι αυτοτελής και μπορεί να εναλλαχθεί, σε περίπτωση δε συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης, το έγκλημα τελείται με την πραγμάτωση του πρώτου χρονικά τρόπου τέλεσης (ΑΠ 696/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 παρ.1 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ιδίου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 να επιβάλλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Με την δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι «η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεψε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος, που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε». Έξάλλου, κατά το άρθρο 13 περ.ε΄ ΠΚ, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο υπαίτιος με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του υπαιτίου για πορισμό εισοδήματος.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2331/1995 "για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες", ορίζεται ότι «Με ποινή καθείρξεως μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος από κερδοσκοπία ή με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση ή να παράσχει συνδρομή σε πρόσωπο που ενέχεται σε εγκληματική δραστηριότητα, αγοράζει, αποκρύπτει, λαμβάνει ως εμπράγματη ασφάλεια, δέχεται στην κατοχή του, καθίσταται οπωσδήποτε δικαιούχος, μετατρέπει ή μεταβιβάζει οποιαδήποτε περιουσία που προέρχεται από την προαναφερόμενη δραστηριότητα. Αν ο δράστης ασκεί τέτοιου είδους δραστηριότητες κατ' επάγγελμα ή είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος ή υπότροπος, τιμωρείται με ποινή καθείρξεως τουλάχιστον δέκα ετών, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση βαρύτερης ποινής. Κατά το άρθρο 1 στοιχ. β' του ν. 2331/1995, όπως το άρθρο αυτό μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 3424/2005, διευκρινίστηκε και συμπληρώθηκε, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, νοούνται: α) η μετατροπή ή η μεταβίβαση περιουσίας εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται στις δραστηριότητες αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του, β) η απόκρυψη ή η συγκάλυψη όσον αφορά τη φύση, προέλευση, διάθεση ή διακίνηση περιουσίας ή σχετικών με αυτή δικαιωμάτων, εν γνώσει του γεγονότος ότι προέρχεται από δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοια δραστηριότητα, γ) η απόκτηση, κατοχή ή χρήση περιουσίας εν γνώσει κατά το χρόνο της κτήσης, του γεγονότος ότι προέρχεται από δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες, και δ) η συμμετοχή σε μία από τις πράξεις που αναφέρουν οι προηγούμενες περιπτώσεις, η σύσταση οργάνωσης για τη διάπραξή της, η απόπειρα διάπραξής της ή η διευκόλυνση της τέλεσης της πράξης. Εγκληματικές δε, δραστηριότητες, κατά το άρθρο 1 στοιχ. α' του ανωτέρω ν. 2331/1995, (όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του ν. 2479/1997 και ν. 2517/1997), νοούνται τα βασικά καλούμενα εγκλήματα, για τα οποία γίνεται ειδικότερα λόγος κατωτέρω, ενώ περιουσία, κατά το ίδιο άρθρο (στοιχ.γ) αποτελούν κάθε είδους ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άϋλα, καθώς και τα νομικά έγγραφα ή στοιχεία που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1, στοιχ. δ 'του ν. 2331/1995 που προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 Ν.3424/05 και που εφαρμόζεται, ως ευμενέστερη, και στις συναφείς κακουργηματικές πράξεις που τελέστηκαν προ της ισχύος του, η ποινική ευθύνη για το βασικό έγκλημα δεν αποκλείει την τιμωρία του υπαιτίου και για τις πράξεις των ανωτέρω στοιχείων α ', β' και γ' της παραγράφου αυτής (δηλαδή για τις πράξεις νομιμοποίησης). Όμως, στις περιπτώσεις αυτές, ο υπαίτιος τιμωρείται και ως αυτουργός ή ως ηθικός αυτουργός των πράξεων των ανωτέρω υπό τα στοιχεία α' ,β' και γ', αν η τέλεσή τους από τον ίδιο ή από άλλον εντάσσεται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης. Σε περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου ή απαλλαγής του υπαιτίου για το βασικό έγκλημα, αν αυτό τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα (1) έτος, αίρεται το αξιόποινο ή απαλλάσσεται αντίστοιχα ο υπαίτιος και για τις πράξεις που προβλέπονται στο άρθρο 1 στοιχείο β'». Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 45 παρ. 3 του μεταγενέστερου νόμου 3061/2008, που εφαρμόζεται, ως ευμενέστερη και στις συναφείς κακουργηματικές πράξεις που τελέστηκαν προ της ισχύος του: «Στις περιπτώσεις εξάλειψης του αξιοποίνου, αθώωσης λόγω του ότι η πράξη κατέστη ανέγκλητη ή απαλλαγής του υπαιτίου από την ποινή λόγω ικανοποίησης του ζημιωθέντος για το βασικό αδίκημα, για το οποίο προβλέπεται ότι η ικανοποίηση του ζημιωθέντος επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα, αίρεται το αξιόποινο ή κηρύσσεται αθώος ή απαλλάσσεται αντίστοιχα, ο υπαίτιος από την ποινή και για τις συναφείς πράξεις νομιμοποίησης εσόδων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται όταν το αξιόποινο εξαλείφθηκε λόγω παραγραφής». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: α)Το έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα διαπλάσσεται από το νόμο ως υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, υπό την έννοια ότι οι πλείονες τρόποι πραγματώσεώς του (απαίτηση ή αποδοχή δώρου ή ωφελήματος ή υπόσχεσης παροχής), αποτελούν εκφάνσεις της ίδιας εγκληματικής δραστηριότητας και μπορεί να εναλλαχθούν, ενώ στην περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων τέλεσης τελείται ένα μόνον έγκλημα, του οποίου μάλιστα χρόνος τέλεσης είναι ο χρόνος που εκδηλώθηκε ο πρώτος τρόπος (τέλεσης). Συνίσταται δε σε μια σύνθετη διαδικασία μέσω της οποίας αποκρύπτεται η ύπαρξη, η παράνομη πηγή ή η παράνομη χρήση εσόδων, τα οποία στη συνέχεια μετασχηματίζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε η προέλευσή τους να εμφανίζεται νόμιμη, β) Προσβαλλόμενο έννομο αγαθό από τη νομιμοποίηση είναι η εσωτερική ασφάλεια, η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η απονομή της δικαιοσύνης. Τούτο σημαίνει ότι η νομιμοποίηση τιμωρείται και όταν γίνεται μέσω του χρηματοπιστωτικού συστήματος, γ) Η τέλεση του αδικήματος προϋποθέτει την ύπαρξη ενός χρονικά πρότερου εγκλήματος, κύριου ή βασικού, που ανήκει στην κατηγορία των εγκλημάτων που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 του νόμου και από το οποίο προέρχεται η περιουσία που νομιμοποιείται. Τα δυο αυτά εγκλήματα συρρέουν μεταξύ τους με αληθινή πραγματική συρροή, δ) Η εγκληματική δραστηριότητα από την οποία προέρχεται η περιουσία, η οποία ερευνάται παρεμπιπτόντως από το δικαστήριο, πρέπει όχι απλώς να εικάζεται, αλλά και να εξατομικεύεται πλήρως ως προς το χρόνο και τους δράστες της, έστω και εάν δεν έχουν καταδικασθεί γι' αυτήν ή δεν έχει απαγγελθεί κατηγορία [ΑΠ 1514/2009, ΑΠ 372/02, ΑΠ.478/00]. ε) Υποκείμενο τελέσεως της νομιμοποίησης μπορεί να είναι και ο αυτουργός ή ο ηθικός αυτουργός του βασικού εγκλήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η τέλεση αυτού από τον ίδιο τον δράστη ή από άλλον, εντάσσεται στο συνολικό σχέδιο δράσης. Ο δράστης δηλαδή του βασικού εγκλήματος στην τελευταία περίπτωση, μπορεί να ταυτίζεται με τον αυτουργό ή ηθικό αυτουργό του αδικήματος της νομιμοποίησης, στ) Η νομιμοποίηση δεν συνιστά διακεκριμένη αποδοχή προϊόντος του εγκλήματος, ούτε τελεί σε σχέση αμοιβαίου αποκλεισμού προς αυτή. Μεταξύ της αποδοχής και του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος υπάρχει σχέση απορρόφησης. Τα δυο εγκλήματα είναι εναλλάσσουσες έννοιες, δηλαδή μεταξύ τους υφίσταται σχέση αλληλοτομής. ζ) Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, γνώση δηλ. και αποδοχή ότι η μετατρεπόμενη ή η μεταβιβαζόμενη ή η αποκτώμενη ή η κατεχόμενη ή η χρησιμοποιούμενη περιουσία προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες ή από πράξη συμμετοχής σε τέτοιες δραστηριότητες και, επιπλέον, ο δράστης να ενεργεί με σκοπό την απόκρυψη ή τη συγκάλυψη της παράνομης προέλευσής της ή την παροχή συνδρομής σε οποιονδήποτε εμπλέκεται σ' αυτές, προκειμένου να αποφύγει τις έννομες συνέπειες των πράξεών του. Είναι δηλαδή έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, η) Η νομιμοποίηση των εν λόγω εσόδων ανήκει στην κατηγορία, όπως και η αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, των εξαρτημένων ή συναφών εγκλημάτων, η στοιχειοθέτηση των οποίων προϋποθέτει την προγενέστερη τέλεση κάποιας άλλης αξιόποινης πράξης. Η προηγούμενη πράξη από την οποία προέρχεται η νομιμοποιούμενη περιουσία αρκεί να είναι τελειωτικά άδικη, χωρίς να απαιτείται να είναι και καταλογιστή ή τιμωρητή (ΑΠ 696/2010). θ) Ο δράστης απαλλάσσεται, στην περίπτωση εξάλειψης του αξιοποίνου του βασικού αδικήματος, κατά οποιοδήποτε τρόπο, πλην της παραγραφής. Δηλαδή, ο υπαίτιος πράξεως νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, δεν απαλλάσσεται για την πράξη αυτή, αν εξαλείφθηκε το αξιόποινο του βασικού αδικήματος, συνεπεία παραγραφής.
Περαιτέρω, ως προς τα αδικήματα της απάτης και της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, που αποτελούν βασικά αδικήματα-εγκληματικές δραστηριότητες για τη νομιμοποίηση εσόδων από αυτά, λεκτέα τα εξής: Στο άρθρο 1 στοιχ. α' του Ν. 2331/1995, στο οποίο απαριθμούνται τα βασικά αδικήματα, περιλαμβάνεται η απάτη του άρθρου 386 παρ.1 εδ.β' του ΠΚ [η οποία υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΠΚ, ήτοι μέχρι τις 30-6-2019, είχε κακουργηματικό χαρακτήρα], καθώς και τα αδικήματα των άρθρων 235, 236 και 237 του ΠΚ, ήτοι η παθητική και ενεργητική δωροδοκία, και η παθητική δωροδοκία δικαστή [η οποία κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ και πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ.7 του Ν. 3327/2005, είχε πλημμεληματικό χαρακτήρα, τιμωρούμενη με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, ενώ μετά την τροποποίησή της με το πιο πάνω άρθρο, κατέστη κακουργηματικού χαρακτήρα]. Με το άρθρο 2 παρ.5 του ν. 3424/2005 που αντικατέστησε το άρθρο 1 του Ν. 2331/1995, στα απαριθμούμενα βασικά αδικήματα του στοίχου α' της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, δεν συμπεριλαμβάνονται ρητώς τα ανωτέρω αδικήματα της απάτης και της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, στο τέλος όμως της παραγράφου αυτής προστέθηκε η γενική διάταξη υπό στοιχείο ii, η οποία ορίζει ότι αποτελεί βασικό αδίκημα εγκληματικής δραστηριότητας «κάθε αξιόποινη πράξη που τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας, της οποίας το ελάχιστο όριο είναι άνω των έξι μηνών και από την τέλεσή της προέκυψε περιουσία τουλάχιστον 15.000 ευρώ», διάταξη η οποία καταλαμβάνει και τα παραπάνω αδικήματα, λόγω της επαπειλούμενης γι'αυτά ποινής, εφόσον πληρούται και η προϋπόθεση του αναφερόμενου ύψους της ζημίας. Εξάλλου, όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία του ΑΠ (ΑΠ 696/2010, ΑΠ 1432/2008) το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή (άρθρο 237 ΠΚ), ευλόγως δεν συμπεριελήφθη ρητώς στην απαρίθμηση των βασικών αδικημάτων του ως άνω νόμου, μετά την τροποποίησή του, διότι η διάταξη που το προβλέπει ως ειδικότερη, περιέχεται στη γενική διάταξη του αδικήματος της παθητικής δωροδοκίας (άρθρο 235 ΠΚ), η οποία αναφέρεται ρητώς, ως βασικό αδίκημα στο άρθρο 1 στοιχ. α' περ.δδ' αυτού. Άλλωστε, στη συνέχεια, το αδίκημα αυτό (παθητική δωροδοκία δικαστή), επαναφέρεται στην απαρίθμιση των βασικών αδικημάτων, με το άρθρο 3 στοιχ.ε' του ν. 3691/2008 και όμοια διάταξη περιέχεται και σε όλους τους νεότερους συναφείς νόμους (4557/2018, 4734/2020) καθώς και στον ισχύοντα σήμερα, ν. 4816/2021. Περαιτέρω, το αδίκημα της απάτης του άρθρου 386 παρ.3α΄ -1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, το οποίο κατέστη πλημμεληματικού χαρακτήρα με το άρθρο 386 παρ.1 εδ.α' του ισχύοντος ΠΚ (ν.4619/2019), περιλαμβάνεται, με βάση την επαπειλούμενη ποινή, στη γενική διάταξη των βασικών αδικημάτων του άρθρου 4 στοιχ.ιη' του ν. 4557/2018, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4734/2020, σύμφωνα με την οποία, αποτελεί βασικό αδίκημα «κάθε άλλο αδίκημα από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης», ενώ στο άρθρο 4 του ν. 4557/2018, με την ισχύουσα μορφή του, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 του ν. 4816/2021, απαριθμείται εκ νέου το αδίκημα της κατ' άρθρο 386 ΠΚ απάτης (άρθρο 4 στοιχ. ζ').
Περαιτέρω, η απαιτούμενη από το άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Όσον αφορά τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.)χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. (ΑΠ 989/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό του ότι από όλα τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, αναγνωστέα έγγραφα, πρακτικά εκκαλούμενης απόφασης) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: «Η κατηγορουμένη με τη μέθοδο της αναμείξεως χρηματικών ποσών, που δανειζόταν από φίλους της με την πρόφαση της ασθένειας του πατέρα της, με χρηματικά ποσά που απαιτούσε, εκμεταλλευόμενη την δικαστική της ιδιότητα, προκειμένου να εκδοθούν ευνοϊκές αποφάσεις σε διάφορους τρίτους ή να μην κρατηθούν προσωρινά διάφοροι κατηγορούμενοι για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, έλαβε τα εξής:
1)Το χρονικό διάστημα από 11/5/2003 έως και 25/6/2003 η κατηγορούμενη έλαβε, συνολικά, ποσό 115.000 ευρώ από διάφορα πρόσωπα, για τους πιο πάνω λόγους, προκειμένου δε να δοθεί νομιμοφανής υπόσταση στο ποσό αυτά, με υπόδειξη της, κατατέθηκε σε λογαριασμούς του ….. στις Τράπεζες Εθνική και Εμπορική στους υπ' αριθμ. 186/74975711 και 53728111 λογαριασμούς αντίστοιχα.
Να σημειωθεί ότι ο ….. με την υπ' αριθμό 4898/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων έχει κηρυχθεί αθώος της πράξης της συνδρομής στην πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από παθητική δωροδοκία δικαστή, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι αυτός έλαβε το ποσό αυτό προκειμένου να διευκολύνει την κατηγορουμένη στην απόκρυψη της παράνομης προέλευσης του ποσού αυτού. Τούτο δεν αποκλείει το γεγονός ότι η κατηγορουμένη, χρησιμοποίησε τους λογαριασμούς του για να συγκαλύψει ποσά τα οποία ελάμβανε με την ιδιότητα της ανακρίτριας του .. …... Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι η κατηγορουμένη σε ένα πολύ μεγάλο αριθμό περιπτώσεων κατηγορουμένων, οι οποίοι απολογήθηκαν ενώπιον της για παράβαση του νόμου «για την καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών ουσιών» σε βαθμό κακουργήματος, διατύπωσε εντελώς αδικαιολόγητα και κατά τρόπο που υπερέβαινε τα ακραία όρια λογικής κρίσης τη διαφωνία της με την πρόταση του εισαγγελέα για προσωρινή κράτηση των κατηγορουμένων αυτών, διαφωνία η οποία λύθηκε από το συμβούλιο πλημμελειοδικών υπέρ της άποψης του εισαγγελέα στο σύνολο σχεδόν των περιπτώσεων και ότι σε άλλες περιπτώσεις, παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, αντικατέστησε με διάταξη της την προσωρινή κράτηση κατηγορουμένων με περιοριστικούς. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας …., την οποία το Δικαστήριο κρίνει αξιόπιστη, δεδομένου ότι από αυτήν δεν προσδοκάται κανένα οικονομικό ή άλλου είδους όφελος, η κατηγορουμένη είχε αναγάγει σε επάγγελμα την ανάληψη υποθέσεων ναρκωτικών με εμπλεκόμενους κυρίως Ρομά, από τους οποίους, εκμεταλλευόμενη την ευήθεια και το φόβο της προσωρινής τους κράτησης, ζητούσε χρηματικά ποσά για την ευνοϊκή κρίση των υποθέσεών τους, όπως έγινε με τις αναφερόμενες υποθέσεις της οικογένειας ……..
2) Επίσης αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη, στις 4/3/2003 απαίτησε από άτομο, που ανήκε στην οικογένεια ….., το ποσό των 6.000 ευρώ, για να μην κρατηθεί προσωρινά άτομο της οικογένειας αυτής. Το ποσό αυτό για να δοθεί νομιμοφανής υπόσταση κατατέθηκε από συγγενικό πρόσωπο της οικογένειας ….., στον με αριθμό 53728111 τραπεζικό λογαριασμό του ……. στην Εμπορική Τράπεζα. Ειδικότερα, στις 20/2/2003 συνελήφθη από αστυνομικούς στις Αχαρνές Αττικής ο …… για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών (προμήθεια ηρωίνης 0,9 gr. αντί ποσού 45 ευρώ και την επομένη (21/2/2003) προσήχθη για να απολογηθεί ενώπιον της κατηγορουμένης, ……, ανακρίτριας …... Κατά την ημερομηνία αυτή ζήτησε προθεσμία να απολογηθεί μέχρι την 24-2-2003, η οποία και του χορηγήθηκε, οπότε και ζήτησε παράταση της προθεσμίας για τις 25/2/2003, η οποία επίσης του χορηγήθηκε. Κατά την τελευταία αυτή ημερομηνία απολογήθηκε και αφέθη ελεύθερος, αφού του επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της εμφανίσεώς του στην 1η και 16η ημέρα κάθε μήνα στο Α.Τ. της κατοικίας του. Στην έκθεση εξέτασής του ως κατηγορουμένου στο A.T. Αχαρνών, καθώς και στην απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας, αλλά και στις σχετικές εκθέσεις της παροχής προθεσμίας προς απολογία, ο εν λόγω κατηγορούμενος έθεσε στην οικεία θέση όχι την υπογραφή του, αλλά ένα σταυρό. Στις 4/3/2003, στο γραμμάτιο κατάθεσης ποσού 6.000 ευρώ, στον αριθ. 59728111 λογαριασμό του …., στην Εμπορική Τράπεζα, και στην οικεία θέση αντί υπογραφής ο καταθέτης έθεσε ένα σταυρό (βλ. προσκομιζόμενο γραμμάτιο είσπραξης). Στην ανάλυση του χρηματικού ποσού που κατατέθηκε και αναγράφηκε στο ως άνω γραμμάτιο από τον αρμόδιο υπάλληλο, αναφέρεται ότι κατατέθηκαν 9 χαρτονομίσματα των 100 ευρώ, 54 χαρτονομίσματα των 50 ευρώ, 73 χαρτονομίσματα των 20 ευρώ και 94 χαρτονομίσματα των 10 ευρώ. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το πιο πάνω ποσό που κατατέθηκε στο λογαριασμό του …….. είχε απαιτήσει η κατηγορουμένη το χρονικό διάστημα από 20/2/2003 έως 25/2/2003, ως δώρο που δεν δικαιούταν να λάβει από τον κατηγορούμενο ….., ο οποίος είναι το άγνωστο πρόσωπο ….. από το οποίο έλαβε το πιο πάνω ποσό, προκειμένου αυτός να μην κρατηθεί προσωρινά κατατέθηκε δε στο λογαριασμό του ….., επειδή αυτός θα της το μεταβίβαζε μεταγενέστερα λόγω δανείου, όπως είχε οργανώσει τον τρόπο που έδιδε νομιμοφανή υπόσταση στην εγκληματική της δραστηριότητας μέσω του τραπεζικού συστήματος. Να σημειωθεί ότι ως χρόνος τέλεσης της απάτης σε βάρος της οικογένειας των Ρομά ….. φέρεται η 1/5/2003 και ο χρόνος της κατάθεσης στο λογαριασμό του ….. είναι η 4/3/2003 πλην όμως ο χρόνος τέλεσης του αδικήματος της απαίτησης του δώρου, όπως αποδείχθηκε είναι το χρονικό διάστημα από 20/2/2003 έως 25/2/2003 και, σε κάθε περίπτωση, το βασικό αδίκημα της απάτης, ως πλημμεληματικού χαρακτήρα, έχει ήδη παραγραφεί.
Να σημειωθεί ότι ο …. με την υπ' αριθμό 4898/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων κηρύχθηκε αθώος της πράξης της συνδρομής στην πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από παθητική δωροδοκία δικαστή, για το πιο πάνω ποσό, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε το ποσό αυτό προκειμένου να διευκολύνει την κατηγορουμένη στην απόκρυφη της παράνομης προέλευσης του ποσού αυτού. Εντούτοις η απόφαση αυτή δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, αφού για αυτή την πράξη της κατηγορουμένης δεν απαιτείται να έχει συμμετάσχει ο …...
Επιπλέον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι το ποσό αυτό απαίτησε και έλαβε η κατηγορουμένη από αγράμματο άτομο της οικογένειας …… και δεν προέρχεται από συνδρομές στον Ιερό Ναό Αγίου Τρύφωνα, επειδή αποτελείτο από 9 χαρτονομίσματα των 100 ευρώ, 54 των 50 ευρώ, 73 των 20 ευρώ και 94 των 10 ευρώ, και η ενορία του Αγίου Τρύφωνα δεν αποτελείται από εύπορους ενορίτες, οι οποίοι να δίδουν στο «παγκάρι» του ναού χαρτονομίσματα των 10 έως 100 ευρώ.
3) Ακόμη αποδείχθηκε ότι στις 4/3/2003 η κατηγορουμένη απαίτησε, από άτομο που αδυνατούσε, όπως και το αμέσως ανωτέρω αναφέρεται, να υπογράφει, ποσό 6.000 ευρώ, που κατατέθηκε στο λογαριασμό του ….. με αριθμό 53728111 στην Εμπορική Τράπεζα, στις 4/3/2003. Το αυτό αποδεικνύεται από το ότι η κατηγορουμένη είχε συνεχείς επαφές με την οικογένεια ….., και γενικότερα τους κατηγορουμένους Ρομά στην καταγωγή, που λόγω των συνεχών εμπλοκών του με τη δικαιοσύνη, ζητούσαν «εξυπηρετήσεις» από την κατηγορουμένη, η οποία τις παρείχε έναντι ανταλλάγματος και τα χρηματικά ποσά που ελάμβανε τα διοχέτευε σε τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων προκειμένου να δοθεί νομιμοφάνεια στην παράνομη προέλευσή τους, όπως προεκτέθηκε.
4) Επίσης, αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη το χρονικό διάστημα από 1/1/2003 έως 25/6/2003 απαίτησε και έλαβε από διάφορους τρίτους το ποσό των 40.000 ευρώ προκειμένου να κριθούν ευνοϊκά υποθέσεις τους που εκκρεμούσαν ενώπιον της, ως Ανακρίτριας τους 29ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών. Για να δοθεί νομιμοφανής υπόσταση στο ποσό αυτό ζήτησε, σύμφωνα με την τακτική της να προσδίδει νομιμοφάνεια στις παράνομες δραστηριότητές της δια του τραπεζικού συστήματος από τη ….. να καταθέσει στον υπ΄ αριθμό 53728111 τραπεζικό λογαριασμό του αδελφού της ….., στην Εμπορική Τράπεζα, το ποσό αυτό. Η …… εξεταζόμενη στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα αυτά αποτελούν επιστροφή δανείου που είχε λάβει η ίδια και ο σύζυγος της από τον αδελφό της ….. . Εντούτοις, όπως αποδείχθηκε τα χρήματα αυτά, δεν μπορούν να τα δικαιολογήσουν η ….., η … (αδελφή της ιδίας και του ….) και ο ….. Ειδικότερα, η ….., στην από 19-4-2005 ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του Αντεισαγγελέα του Α.Π Γ.Σανιδά σε σχετική ερώτηση αν κατέθεσε ποτέ σε λογαριασμό του αδελφού της κάποιο ποσό και αν ναι πότε έγινε αυτό και ποιό ποσό κατέθεσε και για ποιο λόγο, η ανωτέρω κατέθεσε πως «Ναι του έχω καταθέσει, αν θυμάμαι καλά, πριν δύο χρόνια περίπου. Το ποσό ήταν 7.000 ευρώ. Μου το είχε δανείσει ο αδελφός μου επειδή είχαμε οικονομικές δυσκολίες. Αυτό είχε γίνει περίπου 6 μήνες πριν από την επιστροφή. Η κατάθεση έγινε στην Εμπορική... μπορεί να έγινε στη Πλ. Συντάγματος, Πατήσια ή Λεωφόρο Αλεξάνδρας, τη κατάθεση την έκανα στην Αθήνα...». Στην από 18-5-2005 ένορκη κατάθεση η ίδια μάρτυρας σε ερώτηση εάν, εκτός από το άνω ποσό, έχει καταθέσει στον ίδιο λογαριασμό ή σε άλλον οποιονδήποτε που ανήκει στον αδελφό της, οποιονδήποτε άλλο ποσό και σε καταφατική περίπτωση πότε και ποίο ποσό, καταθέτει και πάλι «Δεν ενθυμούμαι να έχω καταθέσει εκτός από τα 7.000 € που ανέφερα στην από 19-4-05 κατάθεσή μου στον υπ΄ αριθμόν 5372811 λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας που ανήκει στον αδελφό μου, άλλο χρηματικό ποσό, είτε στην Εμπορική Τράπεζα είτε σε άλλη Τράπεζα σε λογαριασμό του αδελφού μου …. Η …… κατέθεσε ότι ο αδελφός της, κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο 2001 μέχρι το Νοέμβριο του 2003, δάνεισε την εταιρία του συζύγου της με 105.000 €, τα οποία ο σύζυγος της του τα επέστρεφε σε τρεις δόσεις των 45.000, 30.000 τον Μάιο του 2003 και 30.000 € τον Μάρτιο. Το ποσό αυτό το διέθετε ο αδελφός της από δάνειο που είχε λάβει από την κ. … στην Αμερική και από δικά του χρήματα που είχε στη Τράπεζα. Η τρίτη εξοφλητική δόση κατατέθηκε στο λογαριασμό του αδελφού της από την αδελφή της το Μάρτιο του 2004. Επίσης έχει καταθέσει, στις 25-6-2003, η ίδια δύο χρηματικά ποσά 40.000 ευρώ το καθένα στην Εθνική και Εμπορική Τράπεζα στο λογαριασμό του αδελφού της, που την είχε δανείσει για την αγορά ενός ακινήτου, η οποία τελικά ματαιώθηκε. Τα χρήματα δε αυτά των 80.000 ευρώ της τα είχε δώσει σε μετρητά (βλέπε άνω κατάθεση). Κατόπιν αυτής της καταθέσεως η …. θυμήθηκε ότι πράγματι, τον Φεβρουάριο του 2004, η αδελφή της ….. της έδωσε το ποσό των 30.000 ευρώ για να το καταθέσει στο λογαριασμό του αδελφού της στην ASPIS BANK. Στο παραστατικό της Τράπεζας υπάρχει μονογραφή του καταθέτη χωρίς να αναφέρει τα στοιχεία του και η άνω ιδιωτική Τράπεζα δύο και πλέον ακόμη έτη αργότερα βεβαιώνει ότι καταθέτης των άνω 30.000 ευρώ είναι η …. Ο ….. καταθέτει ότι ο ….. είχε κάνει ανάληψη από τη τράπεζα των ποσών που του είχε δανείσει και μάλιστα ο ίδιος τον είχε πάει στην τράπεζα πολλές φορές. Τα χρήματα τα είχε αναλάβει ο κουνιάδος του από τον κοινό λογαριασμό που είχε με την αδελφή του ….. Τα ποσά τα είχε επιστρέφει με μερικότερη καταβολή των 40.000, 30.000 και 30.000 ευρώ. Τα είχε παραδώσει στη σύζυγο του. Αναφορικά με την κατάθεση των 80.000 ευρώ, που κατέθεσε η σύζυγος του στους λογαριασμούς του αδελφού της στις 25-6- 2003, ενώ η σύζυγος του ως προαναφέρεται υποστηρίζει ότι το ποσόν αυτό αποτελεί επιστροφή δανείου που της είχε χορηγήσει ο αδελφός της για την αγορά διαμερίσματος, αυτός καταθέτει ότι δεν γνωρίζει τίποτα περί αυτού. Σε συγκεκριμένη ερώτηση «ποια η προέλευση των χρημάτων αυτών που καταθέτει η σύζυγος σας; Γνωρίζετε ;» απάντησε «δεν γνωρίζω. Πολύ πιθανό να της τα είχε δώσει ο αδελφός της για κατάθεση». Ακόμη ο ίδιος μάρτυρας ……, στην από 17-5-2006 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλλιθέας ….. κατέθεσε ότι: «Ειδικότερα η εταιρία μου δανείστηκε δι΄ εμού από τον κουνιάδο μου …. τα κάτωθι ποσά στις παρακάτω ημερομηνίες : ποσό 6.000 δολλ. ΗΠΑ στις 30-8- 2001, ποσό 7.000 δολλ. ΗΠΑ στις 7-9-2001, ποσό 8.000 δολλ. ΗΠΑ στις 22- 10-01, ποσό 4.500 δολλ. ΗΠΑ στις 10-12-2001, ποσό 3.700 δολλ. ΗΠΑ στις 2-1-2002, ποσό 13.000 δολλ. ΗΠΑ στις 25-2-2005 δηλαδή συνολικά 36.200 δολλ. ΗΠΑ. Επίσης 4.800 Ευρώ στις 10-7-2002, 1000 € στις 16-7-2002, 3000 € στις 18-9-2002, 10.000 € στις 20-12-2002, 17.000 € στις 13-2-2002 και 3.000 € στις 24-2-2003 δηλαδή συνολικά 38.800 €». Από την άνω ένορκη βεβαίωση γίνεται προσπάθεια του μάρτυρα να ευθυγραμμισθεί με τη κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού 194/615801-36 σε συνάλλαγμα του …. . Επίσης, ενώ από τη κατάθεση του ….. προκύπτει ότι έδωσε τα χρήματα των 75.000 ευρώ στη σύζυγο του για να τα αποδώσει στον αδελφό της, αυτή καταθέτει ότι του τα έδωσε σε μετρητά, από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του I …. προκύπτει ότι τα χρήματα αυτά κατατέθηκαν στα υποκαταστήματα Βουκουρεστίου και Κολωνακίου. Επίσης από τους άνω λογαριασμούς δεν προκύπτει ανάληψη 80.000 ευρώ για τη παροχή δανείου προς την αδελφή του για την αγορά ακινήτου που αγνοούσε ο σύζυγος της. Ακόμη, ότι ενώ ο ….. ισχυρίζεται ότι το δάνειο το έλαβε για λογαριασμό της εταιρίας του, δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται τα λογιστικά βιβλία όπου θα έπρεπε να αναφέρει την εισαγωγή και εξαγωγή τόσο μεγάλων χρηματικών ποσών.
Από το σύνολο των ανωτέρω καταθέσεων και των κινήσεων των λογαριασμών καμία εξήγηση δεν γίνεται για την ένδικη στην προκειμένη περίπτωση και ειδικότερα, η . αναφέρει πως έχει καταθέσει στο λογαριασμό του αδελφού της, στην Εμπορική Τράπεζα, το έτος 2003, ποσό 7.000 ευρώ ως επιστροφή δανείου, ενώ στις 25/6/2003 η κατάθεση των 40.000 ευρώ ως επιστροφή μέρους του δανείου των 80.000 ευρώ (για αγορά ακινήτου) δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, επειδή δεν αποδείχθηκε η σύναψη του σχετικού δανείου μέσω αναλήψεως μετρητών, όπως προαναφέρθηκε.
Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται πως όλα τα χρήματα που δόθηκαν σε αυτήν από τους συγκατηγορουμένους της, αλλά και αυτά που βρέθηκαν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς της από διάφορα τρίτα άτομα είναι δάνεια, τα οποία ελάμβανε προκειμένου να ανταπεξέλθει στα αυξημένα έξοδα νοσηλείας του άρρωστου πατέρα της. Εντούτοις τα έσοδα από τα δάνεια αυτά υπερτερούν κατά πολύ των αναγκών της, και συγκεκριμένα:
Από την κίνηση των τραπεζικών της λογαριασμών, που επισυνάπτονται στο παραπεμπτικό βούλευμα προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα από το 3° μήνα 2000 έως τον 11° μήνα του 2004 κατατέθηκαν στους λογαριασμούς της σε διάφορες τράπεζες συνολικά το ποσό των 170.757 ευρώ. Να σημειωθεί ότι ο μεγαλύτερος αριθμός καταθέσεων είναι τα έτη 2001 και 2002. Επίσης, με συμβολαιογραφικές συμβάσεις δανείων, όπως προκύπτει από την 2231/2005 περίληψη της υπ' αρ. 495/2003 κατασχετήρια εκθέσεως ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών …., είχε λάβει τα εξής ποσά: α) 6.500.000 δραχμές (19.076 ευρώ), τον 9° μήνα του 1999 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, β) ποσό 11.200.000 δραχμές (32.869 ευρώ) τον 6° μήνα του 2000, από την Εγνατία Τράπεζα ΑΕ, γ) ποσό 39.000 ευρώ τον 8° μήνα του 2002, από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, δ) ποσό 5.558,30 ευρώ τον 9° μήνα του 2002, από την ASPIS BANK ΑΤΕ, ε) ποσό 17.640,49 ευρώ τον 3° του 2004, από την Λαϊκή Τράπεζα Ελλάδος, στ) και αναγγέλθηκαν στον πιο πάνω πλειστηριασμό οφειλές: 2.033,33 ευρώ, στις 14/2/3004 από την Τράπεζα Πειραιώς, 2.270 ευρώ, στις 16/5/2033 από την Αμέρικαν Εξπρές Μπανκ, 10.049,38 ευρώ στις 18/5/3002 από την Παγκρήτια Συνεταιριστική Τράπεζα Συν.Πε. Σύμφωνα με την 1396/2006 στ΄ επαναληπτική περίληψη της υπ' αριθμ. 685/2003 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ……. η κατηγορουμένη είχε λάβει δάνειο, στις 21/8/2000, έλαβε δάνειο ποσού (ίσου με το % των 21.000.000 δρχ, ήτοι) 5.250.000 δρχ (15.407 ευρώ), από την Ασπίς Στεγαστική Τράπεζα.
Επομένως, το τέλος του 1999 έως 2004 η κατηγορουμένη πλέον του μισθού της ως δικαστικής λειτουργού είχε λάβει στην κατοχή της : α) από τραπεζικό δανεισμό ποσό 143.903,5 ευρώ και β) από δανεισμό από τρίτους 170.757 ευρώ.
Να σημειωθεί ότι τα ποσά που δανείσθηκε από τις Τράπεζες δεν τα επέστρεψε και για το λόγο αυτό συντάχθηκαν οι πιο πάνω εκθέσεις και εκπλειστηριάστηκαν τα ακίνητα που είχαν δοθεί ως εγγύηση. Επομένως, τα ποσά που «δανείσθηκε» από τρίτους δεν δόθηκαν για την εξόφληση των τραπεζικών δανείων. Ακόμη οι συγκατηγορούμενοί της παραδέχθηκαν ότι την δάνειζα ποσά για τις οικονομικές της ανάγκες και ειδικότερα ο ….. της δάνεισε ποσό ύψους 32.780,42 ευρώ από Μάρτιο του 2000 έως Νοέμβριο του 2001, πλέον όλων των άλλων ποσών για τα οποία οι συγκατηγορούμενοί της αθωώθηκαν επειδή κρίθηκε ότι ήταν χρήματα από δάνεια που τους επέστρεφε.
Συνεπώς τα ποσά που η κατηγορουμένη έλαβε από τραπεζικό δανεισμό ήταν αρκετά για να ανταπεξέλθει στα έξοδα από τα προβλήματα υγείας του πατέρας της. Επίσης, επαρκούν για να ανταπεξέλθει στα έξοδα διαμονής στο εξωτερικό, όπου εργαζόταν, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα από αυτήν έγγραφα και προφανώς λάμβανε και ανάλογη αμοιβή. Έτσι, το γεγονός ότι η κατηγορουμένη τηρούσε περισσότερους από ένα λογαριασμούς σε διάφορες τράπεζες, όπως προαναφέρθηκε, στους οποίους η εισροή και εκροή χρημάτων ήταν συνεχής από διάφορους τρίτους, σε συνδυασμό με το γεγονός της αυτοπρόσωπης παρουσίας της στην συνδιαλλαγή με την οικογένεια ………., προκειμένου να υπάρξει ευμενής μεταχείριση των κατηγορουμένων συγγενών τους αποδεικνύουν πέραν κάθε αμφιβολίας ότι ο «δανεισμός» από τρίτους - φίλους αποτέλεσε το τέχνασμα με το οποίο - η κατηγορουμένη, μέσω του τραπεζικού συστήματος, νομιμοποιούσε εισοδήματα από την παράνομη δραστηριότητά της, ήτοι την εξαπάτηση κατηγορουμένων και τον χρηματισμό της από αυτούς. Να σημειωθεί ότι τούτο έπραττε κατ' επάγγελμα με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης και ορισμού εισοδήματος, ενώ ο ισχυρισμός της ότι δεν χειρίστηκε υποθέσεις από τους «καταθέτες» χρημάτων στους λογαριασμούς της δεν ασκεί καμία επιρροή, αφού συνήθιζε να υπόσχεται ευμενή έκβαση των υποθέσεών τους με το πρόσχημα της επιρροής της προς τους συναδέλφους της. Ο ισχυρισμός της ότι, σήμερα δεν διαθέτει κανένα περιουσιακό στοιχείο ουδεμία επιρροή ασκεί στα παραπάνω γεγονότα, επειδή η διαχείριση των παρανόμων εισοδημάτων (κατασπατάληση ή μη αυτών) δεν αποτελεί αντικειμενικό στοιχείο των αδικημάτων που διέπραξε. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων …. και … (ο οποίος δεν διαβεβαίωσε τα ιστορούμενα από τον μάρτυρα …. σε ιδιωτικής τους συνομιλία), ενώ τα αναφερόμενα από τους μάρτυρες υπεράσπισης, οι περισσότεροι των οποίων υπήρξαν συγκατηγορούμενοί της, περί του ότι της δάνειζαν χρήματα λόγω των οικονομικών της αναγκών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου εντάσσεται στο οργανωμένο σχέδιο της για «ξέπλυμα» των παράνομων δραστηριοτήτων της. Το σχέδιο δε της κατηγορουμένης ενισχύεται από το γεγονός ότι έχει ήδη αμετάκλητα καταδικασθεί με την υπ' αριθμό 4898/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για το ότι επανειλημμένα παρέβη τα καθήκοντα της ως δικαστική λειτουργός. Συγκεκριμένα ότι επεδίωκε να αναλαμβάνει υποθέσεις στις οποίες είχαν κληρωθεί άλλοι συνάδελφοι της καθώς και ότι επανειλημμένα μερολήπτησε, ως Ανακρίτρια ……, υπέρ κατηγορουμένων σε υποθέσεις ναρκωτικών.
VI- Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, κατ' εξακολούθηση: α) της απάτης, ήτοι για τις πράξεις Β-1, Β-2 και Β-3 του κατηγορητηρίου και β) της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, ήτοι για τις πράξεις Δ7, Δ-9, Δ-11 περ. α' και Δ-12 του κατηγορητηρίου να κηρυχθούν, όπως αυτές αποδίδονται ως άνω κατά περίπτωση και όπως αυτές (πράξεις) προσδιορίζονται κατωτέρω, με βάση τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 998/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, που αποτελεί ενιαίο σύνολο με το αιτιολογικό της παρούσας το οποίο αλληλοσυμπληρώνει παραδεκτά (ΑΠ 176/2017, ΑΠ 973/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).»
Στη συνέχεια το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, τελεσθείσα κατ'εξακολούθηση, από κερδοσκοπία και κατ'επάγγελμα με το ακόλουθο διατακτικό: «ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παραπάνω κατηγορουμένη ένοχη του ότι :
Α) Από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των πιο πάνω εσόδων που αποκόμισε από το βασικό έγκλημα της απάτης και να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητά της, μεθόδευσε την περιέλευσή τους στην ίδια, μέσω της κατάθεσης σε τραπεζικούς λογαριασμούς και της παράδοσης τους σε τρίτα πρόσωπα, δηλαδή,
1)Υπέδειξε, στη ….., (της οποίας ο σύζυγος …. επρόκειτο να απολογηθεί ενώπιον της Ανακρίτριας του 8ου Ειδικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, για κακουργηματικές πράξεις του ν. 1729/1987 «για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών» και στην οποία κατά τον Ιανουάριο του 2003, παρέστησε ψευδώς ότι λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των στενών σχέσεών της με την εν λόγω ανακρίτρια, μπορούσε να επιτύχει τη μη έκδοση εντάλματος προσωρινής κράτησης σε βάρος του ….. μετά την απολογία του στην ανακρίτρια αυτή, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές και ότι δεν είχε τέτοια δυνατότητα και έτσι απέσπασε από εκείνη το ποσό των 30.000 ευρώ), κατά τις αρχές Φεβρουάριου του 2003, να παραδώσει, συνοδευόμενη από τον …., το προερχόμενο από την πιο πάνω απάτη ποσό των 30.000 ευρώ μέσα σε σφραγισμένο φάκελο στο γραφείο του δικηγόρου Αθηνών ….., από όπου και το παρέλαβε την ίδια μέρα.
2)Υπέδειξε στον ….., στις 12.2.2003, από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό της εκ μέρους του ……, (όταν στην Αθήνα, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιανουαρίου του 2003, ήλθε σε επαφή με τον αθίγγανο ….., του οποίου οι συγγενείς ….,... και …. ήσαν προσωρινά κρατούμενοι για διάπραξη κακουργημάτων του ν. 1729/1987 «για την καταπολέμηση της διάδοσης ναρκωτικών», με ένταλμα της Ανακρίτριας του 30ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, και του παρέστησε ψευδώς, με τη συμμετοχική δράση των .., …, … και …., ότι μπορούσε να επιτύχει την απόλυση από τις φυλακές των προαναφερόμενων προσώπων, λόγω της προσωπικής γνωριμίας και των στενών σχέσεών της με τη χειριζόμενη την υπόθεση Ανακρίτρια του 30ου Τακτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές και ότι η ίδια δεν είχε τέτοια δυνατότητα και έτσι απέσπασε από τον …. το ποσό των 20.000 ευρώ) α) να παραδώσει 8.000 ευρώ μέσα σε σφραγισμένο φάκελο στο φωτοτυπικό κατάστημα του …., β) να καταθέσει στο λογαριασμό του συγκατηγορουμένου της …. στην Εμπορική Τράπεζα, με αριθ. 5-/28111, το ποσό των 3.000 ευρώ και γ) να καταθέσει στο λογαριασμό του συγκατηγορουμένου της ……. στην ALPHA BANK, με αριθ. 156002101105270, το ποσό των 3.000 ευρώ,
3) Υπέδειξε στο …., το μήνα Δεκέμβριο του 2004, να καταθέσει, μέσω του …., το ποσό των 4.991 ευρώ, στο λογαριασμό του …. στη EUROBANK με αριθ. 359134008. (το ως άνω ποσό απέσπασε όταν στην Αθήνα, το Δεκέμβριο του 2004, παρέστησε ψευδώς στο Μητροπολίτη ….. ότι είχε άμεση ανάγκη να της δοθεί το ποσό των 15.000 ευρώ, λόγω δήθεν σοβαρών προσωπικών και οικογενειακών προβλημάτων της αδελφής της, ενώ αληθές ήταν ότι η αδελφή της δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα, και έτσι κατάφερε να πείσει τον τελευταίο και να του αποσπάσει τελικά το ποσό των 4.991 ευρώ, το οποίο εκείνος, ύστερα από υπόδειξή της, κατέθεσε στο λογαριασμό του …. στη EUROBANK με αριθ. 359134008). Τις πιο πάνω πράξεις τέλεσε η κατηγορουμένη κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλεμμένη τέλεση τους προκύπτει σκοπός για πόρισμά εισοδήματος.
Β) Από κερδοσκοπία και με σκοπό να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των πιο πάνω εσόδων που αποκόμισε, από το έγκλημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, το οποίο εντάσσεται στα βασικά εγκλήματα άρθρου 1 του νόμου 2331/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του 3424/2005, και να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητά της, δέχθηκε, μεταβίβασε σε τρίτους και υπέδειξε να κατατεθούν σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ίδιας και τρίτων προερχόμενα από την παθητική δωροδοκία δικαστή ποσά και συγκεκριμένα,
1)Κατά το χρονικό διάστημα από 11.5.2003 έως και 25.6.2003, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση του ποσού των 15.000 ευρώ από την πράξη παθητικής δωροδοκίας δικαστή δέχθηκε να λάβει μέρος του ποσού αυτού, το οποίο, ύστερα από υπόδειξή της, κατατέθηκε στους λογαριασμούς του ….. στην Εθνική Τράπεζα με αριθ. 186/74975711 και στην Εμπορική Τράπεζα με αριθ. 53728111, επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση, δια του τραπεζικού συστήματος και της μεσολάβησης τρίτων.
2)Στις 4.3.2003, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση του ποσού των 6.000 ευρώ από την πράξη παθητικής δωροδοκίας δικαστή έλαβε το ποσό αυτό, το οποίο, ύστερα από υπόδειξή της, κατατέθηκε στις 4.3.2003, στο λογαριασμό του …. στην Εμπορική Τράπεζα με αριθμό 53728111, από συγγενικό πρόσωπο της οικογένειας …., που έθεσε στο σχετικό γραμμάτιο κατάθεσης αντί υπογραφής, ένα σταυρό, επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην παράνομη δραστηριότητά της, δια του τραπεζικού συστήματος και της μεσολάβησης τρίτων προσώπων.
Β) Στις 4.3.2003 με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση των ποσών 6.000 ευρώ από την πράξη παθητικής δωροδοκίας δικαστή παρέδωσε το ποσό αυτό σε κάποιο τρίτο, που αδυνατούσε να υπογράψει, για να τα καταθέσει, όπως και συνέβη, στον τραπεζικό λογαριασμό του …. στην Εμπορική Τράπεζα με αριθ. 53728111 επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην παράνομη δραστηριότητά της, δια του τραπεζικού συστήματος και της μεσολάβησης τρίτων προσώπων.
4) Κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως και 25.6.2003, με σκοπό να συγκαλύψει την αληθή προέλευση του ποσού των 40.000 ευρώ από την παραπάνω πράξη παθητικής δωροδοκίας δικαστή δέχθηκε να λάβει το ποσό αυτό, που κατατέθηκε στις 25.6.2003 από τη …. στον τραπεζικό λογαριασμό του ….. στην Εμπορική Τράπεζα με αριθ. 53728111, επιδιώκοντας να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητά της, δια του τραπεζικού συστήματος και της μεσολάβησης τρίτων προσώπων. Τις πιο πάνω πράξεις τέλεσε η κατηγορουμένη κατ' επάγγελμα, αφού από την επανειλημμένη τέλεση τους προκύπτει σκοπός για πόρισμά εισοδήματος».
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του κακουργήματος της νομιμοποίησης εσόδων από τις εγκληματικές δραστηριότητες της απάτης και της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, το οποίο τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, από κερδοσκοπία και κατ' επάγγελμα, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τα οποία ρητώς μνημονεύει κατ' είδος και όπως προκύπτει από το σύνολο των αιτιολογιών της επαρκώς το δικαστήριο συνεκτίμησε και συναξιολόγησε για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του περί της ενοχής, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε τούτο την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 6, 14, 16, 18, 26, 27 παρ. 1, 98, 237 παρ.1 και 2, 386 παρ.1 ΠΚ, 1 παρ.1α εδ.αιζ', αη', 2 παρ.1 του ν. 2331/1995, όπως το εδ. αιζ΄ προστέθηκε με το άρθρ. 2 παρ.1 του ν. 2479/1997 και 6 παρ.1 του ν. 2515/1997 και όπως τα άρθρα 1 και 2 αντικ. με τα άρθρα 2 και 3 του ν. 3424/2005, 3 του ν. 3691/2008 και 4 του ν. 4557/2018, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην απόφαση διαλαμβάνονται: 1) τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε ότι η αναιρεσείουσα, κατά τους αναφερόμενους ειδικότερους χρόνους, τέλεσε τις τρεις μερικότερες πράξεις του βασικού αδικήματος της απάτης κατ' εξακολούθηση, για το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική της δίωξη λόγω παραγραφής, ήτοι ότι: α) η αναιρεσείουσα, τότε δικαστική λειτουργός - ανακρίτρια, εν γνώσει της, παρέστησε ψευδώς στα μέλη της οικογένειας των Ρομά … και ….., αντίστοιχα, τα αναφερόμενα αναληθή περιστατικά, (ήτοι ότι δήθεν είχε προσωπική γνωριμία με την συνάδελφο της, 8η ειδική ανακρίτρια και μπορούσε να παρέμβει σ'αυτήν, ώστε να μην εκδώσει εις βάρος τους ένταλμα προσωρινής κράτησης για κακουργηματικές τους πράξεις) και πέτυχε έτσι να τους αποσπάσει τα χρηματικά ποσά των 30.000 και 20.000 ευρώ, αντίστοιχα, προς βλάβη της περιουσίας τους, β) ότι εν γνώσει της παρέστησε ψευδώς στον … τα αναφερόμενα αναληθή περιστατικά (ήτοι ότι είχε άμεση ανάγκη δανεισμού χρηματικού ποσού 15.000 ευρώ για σοβαρό οικογενειακό της πρόβλημα, το οποίο δεν υφίστατο) και πέτυχε έτσι να του αποσπάσει το ποσό των 4.991 ευρώ, προς βλάβη της περιουσίας του, γ) ότι κατά τους αναφερόμενους ειδικότερους χρόνους, με αντίστοιχες, μεταγενέστερες μερικότερες πράξεις, υπέδειξε στους ανωτέρω παθόντες, άλλα από αυτά τα ποσά να καταβάλουν στα αναφερόμενα, γνωστά της, πρόσωπα και άλλα να καταθέσουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς των αναφερόμενων τρίτων, το οποίο και έπραξαν, ώστε με την ανάμιξη των εν λόγω ποσών με τραπεζικές καταθέσεις και με ποσά που δανειζόταν επί τούτου, από φίλους της, να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των πιο πάνω εσόδων που αποκόμισε και να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητά της. 2) Διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε ότι η αναιρεσείουσα, κατά τους αναφερόμενους ειδικότερους χρόνους, τέλεσε τις τέσσερις μερικότερες πράξεις του βασικού αδικήματος της παθητικής δωροδοκίας δικαστή κατ'εξακολούθηση, για το οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική της δίωξη λόγω παραγραφής, ήτοι ότι: α) ζήτησε να λάβει από διάφορα πρόσωπα, καθώς και από άλλα μέλη της οικογένειας Καλαμιώτη, που προσάγονταν ως κατηγορούμενοι στο ανακριτικό της γραφείο, τα χρηματικά ποσά των 115.000, 6.000, 6.000 και 40.000 ευρώ, αντίστοιχα, προκειμένου να προβεί σε ευνοϊκές γι'αυτούς ενέργειες που ήταν αντίθετες με τα δικαστικά - ανακριτικά της καθήκοντα (ήτοι να μην εκδώσει εντάλματα προσωρινής κράτησης για τις τελεσθείσες από αυτούς αξιόποινες πράξεις και να τους αφήσει ελεύθερους), ενέργειες στις οποίες και προέβη και β) ότι κατά τους αναφερόμενους ειδικότερους χρόνους, με αντίστοιχες, μεταγενέστερες, μερικότερες πράξεις, υπέδειξε στους προαναφερομένους, άλλα από αυτά τα ποσά να καταβάλουν στα αναφερόμενα, γνωστά της, πρόσωπα και άλλα να καταθέσουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς των αναφερομένων τρίτων γνωστών της προσώπων, το οποίο και έπραξαν, ώστε με την ανάμιξη των εν λόγω ποσών με τραπεζικές καταθέσεις και με ποσά που δανειζόταν επί τούτου, από φίλους της, να συγκαλύψει την αληθινή προέλευση των πιο πάνω εσόδων που αποκόμισε και να προσδώσει νομιμοφανή υπόσταση στην εν λόγω παράνομη δραστηριότητά της. 3) Ότι όλες οι ανωτέρω μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης, που τέλεσε η αναιρεσείουσα, επανειλημμένα και κατ' εξακολούθηση εντός του χρονικού διαστήματος από τον Φεβρουάριο του έτους 2003 έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2004, εντάσσονταν στο οργανωμένο σχέδιο της για «ξέπλυμα» του συνόλου των παραπάνω παράνομων εσόδων της στο οποίο απέβλεπε και τελέστηκαν από κερδοσκοπία και προς το σκοπό πορισμού εισοδήματος.
Συνεπώς, οι επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας με τους 5° και 6° λόγους αναιρέσεως, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, καθώς και με ελλιπή αιτιολογία, κρίθηκε ένοχη νομιμοποίησης εσόδων από απάτη και παθητική δωροδοκία δικαστή, ενώ α) δεν περιέχονται στην απόφαση παραδοχές για διάφορες και διακριτές από το βασικό αδίκημα, μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης, β) δεν περιέχεται παραδοχή ότι οι μερικότερες πράξεις νομιμοποίησης, εντάσσονται στο συνολικό σχεδιασμό δράσης της αναιρεσείουσας και ότι με αυτές απέβλεπε στο συνολικό αποτέλεσμα της πράξης και γ) ότι δεν στοιχειοθετούνται τα επί μέρους αδικήματα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, είναι αβάσιμες. Οι λοιπές διάσπαρτες αιτιάσεις που περιέχονται στους ανωτέρω λόγους αναιρέσεως ότι το δικάσαν Δικαστήριο εσφαλμένα αξιολόγησε τις μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες κατά την εκτίμηση της αναιρεσείουσας δεν επιστηρίζουν τις παραδοχές της αποφάσεως, απαραδέκτως προβάλλονται διότι υπό το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η περιεχόμενη στον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση περί παραβίασης δεδικασμένου δικαστικής αποφάσεως απορρέοντος από την με αρ. 4898/2010 συναφή απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών με την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα για τη με στοιχείο κατηγορίας Γ-5 πράξη της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση καταδικάστηκε για την πράξη με στοιχείο κατηγορίας, Δ-11 που αντιστοιχεί στη νομιμοποίηση εσόδων από την ανωτέρω πράξη, είναι αβάσιμη, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και του οικείου παραπεμπτικού (με αρ. 2707/2007) βουλεύματος, η μερικότερη πράξη νομιμοποίησης εσόδων από παθητική δωροδοκία δικαστή, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση, (ήτοι η αναφερόμενη στο διατακτικό της, με στοιχείο Β-3), είναι η με στοιχείο Δ-11 περ.α' πράξη της κατηγορίας και αφορά την πράξη δωροδοκίας με στοιχείο κατηγορίας Γ-5 περ.α ', για την οποία η με αρ. 4898/2010 απόφαση, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και δεν αφορά το έτερο σκέλος αυτής (Γ-5 περ.β' και γ') για το οποίο την κήρυξε αθώα (βλ. σκεπτικό, σελ.2458 και διατακτικό, σελ.2538 των πρακτικών της 4898/2010 αποφ.). Συνακόλουθα, ο 5ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και ΣΤ' ΚΠΔ και ο 6ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, είναι στο σύνολο τους αβάσιμοι.
Περαιτέρω, οι περιεχόμενες στα α' και β' σκέλη του του 1ου λόγου αναιρέσεως αιτιάσεις, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, η αναιρεσείουσα κρίθηκε ένοχη του ένδικου αδικήματος, καθόσον: α) το μεν αξιόποινο του βασικού αδικήματος της απάτης έχει εξαλειφθεί, ελλείψει εγκλήσεως των παθόντων, β) το δε έτερο βασικό αδίκημα, της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, έχει καταργηθεί ως βασικό αδίκημα- εγκληματική δραστηριότητα νομιμοποίησης, είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι: α) Από την επισκόπηση της με αρ. 365/2020 έκθεσης έφεσης της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι ή έφεσή της στρέφεται μόνο κατά του καταδικαστικού μέρους της πρωτόδικης (με αρ. 1312/2010) απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που αφορά την νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και όχι και κατά του μέρους αυτής με το οποίο έπαυσε οριστικά την ποινική της δίωξη για το βασικό αδίκημα της απάτης, λόγω παραγραφής. Συνεπώς, ως προς το μέρος αυτό, η πρωτόδικη απόφαση κατέστη αμετάκλητη και το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεσμευόμενο από το δεδικασμένο αυτής, δεν είχε εξουσία να δεχθεί την εξάλειψη του αξιοποίνου της ως άνω πράξης (απάτης) για άλλο λόγο. Πέραν τούτου, η πράξη της απάτης, σύμφωνα με τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης η οποία παραδεκτά επισκοπείται, φέρεται ότι τελέστηκε κατ' εξακολούθηση, με τις αναφερόμενες μερικότερες πράξεις, κατά τα έτη 2003 - 2004. Συνεπώς, κατά το χρόνο εισαγωγής του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), από του οποίου η πράξη της απάτης κατέστη πλημμεληματική και απαιτείτο πλέον έγκληση για την δίωξή της, είχε ήδη συμπληρωθεί η προθεσμία της παραγραφής και της τριετούς αναστολής της, κατά τα άρθρα 111-113 ΠΚ (οκταετία) και καθίστατο άνευ αντικειμένου η υποβολή εγκλήσεως των παθόντων, κατ'άρθρο 464 ΠΚ. β) Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις στην οικεία θέση της παρούσας, το βασικό αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, περιλαμβάνεται στα βασικά αδικήματα - εγκληματικές δραστηριότητες της νομιμοποίησης εσόδων, του άρθρου 1 στοιχ. περ.αιζ' του ν. 2331/1995 και δεν καταργήθηκε ως βασικό αδίκημα με τις νεότερες νομικές διατάξεις. Τέλος, η αιτίαση που περιέχεται στο γ' σκέλος του 1ου λόγου αναιρέσεως ότι με την καταδίκη της αναιρεσείουσας, το δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε, καθ'υπέρβαση της εξουσίας του, το δεδικασμένο της με αρ. 4898/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, επειδή με την απόφαση αυτή ο φερόμενος ως συμμέτοχος των ένδικων βασικών αδικημάτων της απάτης και της παθητικής δωροδοκίας δικαστή, …., κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος των σχετικών πράξεων που του αποδόθηκαν, είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι στην επικαλούμενη απόφαση το πρόσωπο του ανωτέρω αθωωθέντος συμμέτοχου, δεν ταυτίζεται με το πρόσωπο της αναιρεσείουσας που κρίθηκε ως αυτουργός των ανωτέρω αδικημάτων με την προσβαλλόμενη απόφαση. Συνεπώς, δεν πληρούται η αναγκαία κατ'άρθρο 57 παρ.1 ΚΠΔ προϋπόθεση της ταυτότητας του προσώπου, μεταξύ των δύο αποφάσεων, για την ύπαρξη δεδικασμένου. Πέραν τούτου, η απαλλαγή του κατηγορούμενου …., με την επικαλούμενη απόφαση για πράξεις συνέργειας στα ένδικα βασικά αδικήματα, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στη στοιχειοθέτηση της ποινικής ευθύνης της αναιρεσείουσας ως φυσικού αυτουργού τούτων, αφού με τις παραδοχές τις προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσείουσα τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις χωρίς τη συνδρομή άλλων συμμέτοχων. Συνακόλουθα, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε', Θ'(και ΣΤ') ΚΠΔ, είναι, στο σύνολο του, αβάσιμος.
- IV) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του ν. 4239/2014 «Κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας». Το περιεχόμενο της ρύθμισης αυτής αποτελούσε αρχικά κριτήριο επιμέτρησης της ποινής, εντασσόμενο στα κριτήρια επιμέτρησης του άρθρου 79 ΠΚ. Ο ισχύων από 1-7-2019 ΠΚ κατά την απαρίθμιση των ελαφρυντικών περιστάσεων προσέθεσε στη διάταξη του άρθρου 84 και τρίτη παράγραφο, σύμφωνα με την οποία <<ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου». Μετά ταύτα, γίνεται δεκτό ότι η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 7 παρ.3 του ν. 4239/2014 έχει σιωπηρά καταργηθεί και εφαρμόζεται η νεότερη και επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο διάταξη του άρθρου 84 παρ.3 ΠΚ (ΑΠ 753/2022). Συνεπώς, η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου, δεν λαμβάνεται πλέον υπόψη αυτεπαγγέλτως ως κριτήριο επιμέτρησης της ποινής, αλλά μόνο ως ελαφρυντική περίσταση, εφόσον προβληθεί από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και διαπιστωθεί η βασιμότητά του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο στο σκεπτικό του για την επιβληθείσα στην αναιρεσείουσα ποινή καθείρξεως των δεκατριών (13) ετών, η οποία κείται εντός του πλαισίου της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1γ΄του ν.4557/2018, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 6 του ν.4816/2021 και του άρθρου 52 παρ.2 του ΠΚ, ευμενέστερης για το ένδικο αδίκημα ποινής προσκαιρης κάθειρξης, εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, με συνεκτίμηση και συναξιολόγηση όλων των στοιχείων που προβλέπονται από το άρθρο 79 ΠΚ για την εκτίμηση της βαρύτητας των πράξεων της κατηγορουμένης, το βαθμό της ευθύνης της και τη δίκαιη και ανάλογη τιμωρία της γι'αυτές, και δεν απαιτείται, κατά τα προαναφερόμενα χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος να μνημονεύσει και αξιολογήσει την τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της κατηγορουμένης, ως κριτήριο για την επιβληθείσα ποινή. Συνεπώς, είναι αβάσιμα τα υποστηριζόμενα με τον 7° λόγο αναιρέσεως, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή δεν συμπεριέλαβε κρίση για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, στο σκεπτικό του για την επιμέτρηση της ποινής. Συνακόλουθα, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-4-2022 αίτηση-δήλωση της ….., κατοίκου Ηνωμένου Βασιλείου για αναίρεση της με αρ. 252/2022 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ