ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ- ΑΠΑΤΗ - ΑΠ 617-2021

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :  Η  δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής γενομένη και προ της ενάρξεως της ισχύος του νέου ΠΚ (1-7-2019) αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ, η αναπλήρωση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ουσιαστική κάλυψη της ελλείψεως της δηλώσεως περί επιθυμίας προόδου της δίκης για τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας. Μετά ταύτα, εφόσον αναπληρώθηκε η εν λόγω δήλωση, ελλείπει η αναγκαία προϋπόθεση της ελλείψεως της δηλώσεως συνεχίσεως της δίκης, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του επιεικεστέρου νόμου και πρέπει να απορριφθούν λόγω ελλείψεως της αναγκαίας προϋποθέσεως οι λόγοι αναιρέσεως με στοιχ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε, Α (σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β) και Θ' περ. γ ΚΠοινΔ.

Απόφαση 617 / 2021    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 617/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ναυσικά Φράγκου-Εισηγήτρια, Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Η. Π. του Θ., κρατούμενου στο Γ.Κ. Κ. ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοσμάτο και 2. Β. Α. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ασημάκη Καρδάση, για αναίρεση της υπ'αριθ. 307/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη. Το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις: α) με αριθμό 12 από 27/5/2019 και υπ' αριθμ. πρωτ. 1015/29-1-2020, δύο, αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και στους από 16-10-2020 προσθέτους λόγους που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο του 1ου αναιρεσείοντος, και β) στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2139/3-3-2020 αίτηση αναίρεσης του 2ου αναιρεσείοντος, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 92/20.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: Α) να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του 2ου αναιρεσείοντος Β. Α., Β) να εφαρμοστούν αυτεπαγγέλτως οι επιεικέστερες διατάξεις του νέου ΚΠΔ και να αναιρεθεί η απόφαση, ως προς τον 1° αναιρεσείοντα Η. Π., ως προς τις περί ποινής διατάξεις της, να απαλειφθούν οι επιβαρυντικές περιστάσεις και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα ποινή για κάθε πράξη και για επιμέτρηση συνολικής ποινής, Γ) να επεκταθεί το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα και στους συγκατηγορούμενους του άνω αναιρεσείοντος: Β. Α., Α. Μ., Ε. Λ., Ν. Μ., Θ. Μ., Α. Π., Δ. Σ., Π. Σ., Κ. Τ., Σ. Χ., Π. Χ., Α. Β. και Α. Μ., Δ) να απαλειφθεί η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης περί αποστέρησης πολιτικών δικαιωμάτων και Ε) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντος και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 590 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται, διατηρούν το κύρος τους". Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 476 του Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε, εκτός άλλων περιπτώσεων, εκπρόθεσμα, απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Επιπλέον, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 462 και 473 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ως άνω Κώδικα προκύπτει ότι, η προθεσμία άσκησης των ενδίκων μέσων κατά απόφασης είναι, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, δεκαήμερη και αρχίζει από την έκδοσή της, όταν η καταδικαστική απόφαση απαγγέλθηκε με την παρουσία του καταδικασθέντος κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, ο οποίος νόμιμα τον εκπροσωπεί, άλλως από τη νόμιμη επίδοση της απόφασης, κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 473 Κ.Ποιν.Δ. και με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ.1 και 3 του Κ.Ποιν.Δ., η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά απόφασης που έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως, αρχίζει, για όλους τους ενδιαφερομένους, από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Ήδη, κατά την παρ.2 του άρθρου 473 νέου Κ.Ποιν.Δ., η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον κατηγορούμενο είναι είκοσι ημερών, η οποία αρχίζει σύμφωνα με την παρ.3, ήτοι από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου (ΑΠ.595/2020).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο, κατά τη συναγόμενη από το άρθρο 255 παρ.2 ΑΚ γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν υποχρεούται στα αδύνατα, οφείλει να διαλάβει στη σχετική έκθεση τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Αν δεν διαλάβει τέτοια περιστατικά στην έκθεση ή αν τα περιστατικά αυτά δεν αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως εκπρόθεσμο και συνεπώς απαράδεκτο, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 ΚΠΔ. Αναπλήρωση των ανωτέρω με λόγους και περιστατικά που προβάλλονται με άλλο έγγραφο και ειδικότερα υπόμνημα μεταγενέστερα είναι απαράδεκτη. Τέλος, ως ανώτερη μεν βία νοείται κάθε γεγονός εξαιρετικό και απρόβλεπτο, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα ακραίας φροντίδας, εξαιρετικής επιμέλειας και ιδιαίτερης συναίνεσης, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται το γεγονός εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν θα μπορούσε να υπερνικηθεί με κανένα τρόπο (ΑΠ 905/2019).

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού ή όχι της ασκηθείσας αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 307/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δημοσιεύτηκε με τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Β. Α. του Α., παριστάμενο διά πληρεξουσίου δικηγόρου κατά την απαγγελία της αποφάσεως, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων στις 13-1-2020. Ο αναιρεσείων άσκησε την κρινόμενη από 3-3-2020 αίτηση αναιρέσεως, με επίδοση δηλώσεως στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου στις 3-3-2020, δηλαδή πολύ μετά την πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 473 παρ.2 εικοσαήμερης προθεσμίας.

Στην αίτηση αναίρεσης προβάλλεται ως λόγος ανώτερης βίας, άλλως ανυπέρβλητου κωλύματος προς δικαιολόγηση της εκπρόθεσμης άσκησής της, η απουσία του αναιρεσείοντα για λόγους επαγγελματικούς, που αναφέρονται σε αιφνίδια και απρόοπτα επαγγελματικά συμβάντα, τα οποία απαιτούσαν την άμεση παρουσία του σε χώρες του εξωτερικού. Για την απόδειξη του προβαλλόμενου, ως άνω, λόγου ανώτερης βίας, ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει τα σχετικά αεροπορικά εισιτήρια. Όπως παραπάνω αναφέρεται στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την απαγγελία αυτής ο αναιρεσείων παρέστη διά πληρεξουσίου δικηγόρου, και όφειλε να ασκήσει την αναίρεση εντός της νόμιμης προθεσμίας από τη δημοσίευση της απόφασης. Άλλωστε, ο παραστάς δικηγόρος του είχε τη δυνατότητα να ασκήσει ο ίδιος την αίτηση αναιρέσεως μέσα στη νόμιμη προθεσμία χωρίς ειδική εντολή του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 465 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ.. Τέλος, σε κάθε περίπτωση η απουσία του αναιρεσείοντος στο εξωτερικό, εντός της εικοσαημέρου προθεσμίας, καλύπτει χρονικό διάστημα μόνον επτά (7) ημερών. Με τα δεδομένα αυτά πρέπει, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠοινΔ) και επίσης να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας τη κατηγορία (αρθ.176, 183 ΚΠοινΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως του Η. Π. του Θ., ασκήθηκαν η μεν πρώτη από 27-5-2019 και υπ' αριθμό 12/2019 από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του στις 27-5-2019, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η δε δεύτερη διά της από 28-1-2020 δηλώσεως, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 29-1-2020, και έλαβε αριθμό πρωτ. 1015/2020, και εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης, ως άνω, αίτησης αναίρεσης παραδεκτώς ασκείται και η δεύτερη, η οποία είναι συμπληρωματική της πρώτης και συνεξετάζεται με αυτή, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 307/17-5-2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 13-1-2020, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις: α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχουν παραδεκτούς λόγους και είναι παραδεκτές. Επομένως, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω και να συνεκδικασθούν με τους από 16-10-2020 προσθέτους λόγους, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 16-10-2020 (άρθρο 509 παρ.1 ΚΠοινΔ).

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ. που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως και κατά τον χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, 1. όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο. 3. Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με Κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€). Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€). Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας πίστης περί τα υπομνήματα και της ασφάλειας των εγγράφων συναλλαγών (και όχι της περιουσίας ή άλλων αγαθών), προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται είτε η εξαρχής κατάρτιση από τον δράστη εγγράφου που εμφανίζεται ότι καταρτίστηκε από άλλον με απομίμηση της γραφής ή υπογραφής του είτε η νόθευση από τον δράστη γνήσιου εγγράφου. Ως νόθευση εγγράφου νοείται η αλλοίωση της εννοίας του με μεταβολή του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη, την εξάλειψη ή την αντικατάσταση λέξεων, αριθμών, σημείων και άλλων στοιχείων του γνήσιου εγγράφου, αλλά και με περιορισμό του αρχικού περιεχομένου του, ώστε να μεταβάλλεται η αποδεικτική δύναμή του. Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως της πλαστογραφίας απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει: α) τη γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας και β) τον σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του (εξαρχής) πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον ως προς γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή ως προς γεγονός που είναι σημαντικό για τη θεμελίωση, διατήρηση, μεταβολή ή κατάργηση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιου ή ιδιωτικού χαρακτήρα. Οι έννομες συνέπειες μπορεί να αφορούν αυτόν που παραπλανάται ή τρίτο πρόσωπο, ενώ δεν απαιτείται να επήλθε πράγματι η επιδιωκόμενη παραπλάνηση (Ολ. Α.Π. 179/90). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ.2 του Π.Κ., χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία εντασσόμενη στον σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει τη δυνατότητα στον άλλον (εκείνον που επιδιώκεται να παραπλανηθεί) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε. Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη κατά τον χρόνο της χρήσης των εξής στοιχείων: α) γνώση ότι το έγγραφο είναι πλαστό, β) συνείδηση (επίγνωση) ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και γ) σκοπός του δράστη να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον πλάνη ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου και μέσω αυτής να πετύχει συμπεριφορά του τελευταίου που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες (βλ. ΑΠ 1232/2019 ΝΟΜΟΣ). Οι πιο πάνω πράξεις της πλαστογραφίας λαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά τη διάταξη της παρ.3 του αυτού άρθρου του ΠΚ, μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 14 παρ. 2α, β του ν. 2721/1999, αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (της πλαστογραφίας και χρήσεως πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου), σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, οπότε τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων ευρώ (73.000€) και ήδη εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) ή ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), (το ποσό των 120.000 ευρώ και 30.000 ευρώ ορίστηκαν με την παρ. 1β του άρθρου 25 του ν. 4055/12). Για την στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία. Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νόθευσης να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία επιδιώκει ο δράστης, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διάταξης για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενεργείας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ' εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης. Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι στην πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής ένταξής της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ., σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ. ΑΠ 3/2008, ΑΠ 855/2014). Εξάλλου, ως "περιουσιακό όφελος" νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, που επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ (120.000€) Ζημιούμενος αμέσως από το ως άνω έγκλημα δεν είναι μόνο εκείνος του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύτηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του (ΑΠ 1080/2019 ΝΟΜΟΣ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, 2, 3, 4 ΠΚ που ισχύει από 1-7-2019:

1.

Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.

2.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο.

3.

Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ (120.000€) τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.

4.

Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ (120.000€), επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά είκοσι (20) έτη.

Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερη διάταξη είναι αυτή του ισχύοντος από 1.7.2019 ποινικού κώδικα, καθόσον: α) η χρήση πλαστού δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση κατά την παρ.1 αλλά αυτοτελή πράξη (παρ.2) που συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτήν (ΑΠ 314/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 2, 3, που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως και κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης:

1.

Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.

2.

Οι διατάξεις του άρθρου 72 για το κατάστημα εργασίας εφαρμόζονται και εδώ.

3.

Επιβάλλεται Κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€).

Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτηση του οποίου απαιτούνταιι οι εξής προϋποθέσεις: α) Σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του. β) Εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι' αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις. Η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, την παράλειψη δηλαδή ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατ' αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη. Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη (βλ. ΑΠ 1080/2019). Ακόμη, ο χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της απάτης, ενόψει και του άρθρου 17 του Π.Κ., συμπίπτει με το χρόνο, κατά τον οποίο ο δράστης, ενεργώντας με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, πραγμάτωσε και τελικώς ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά, προβαίνοντας στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών που συνιστούν τους υπαλλακτικώς μικτούς τρόπους τελέσεως της απάτης, είναι δε αδιάφορος ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος, οπότε ο παραπλανηθείς προέβη στη ζημιογόνο ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή, καθώς και ο τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της περιουσιακής βλάβης του παθόντος, οπότε και θεωρείται συντελεσθείσα η απάτη. Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεση αποφάσεως. Έτσι, επί απάτης κατά το άρθρο 386 του Π.Κ., τότε μόνο θα υπάρχουν περισσότερες πράξεις, που αν συνδέονται και με την ταυτότητα της αποφάσεως προς τέλεσή τους, θα αποτελούν κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτής, αν κάθε επιζήμια για τον παθόντα πράξη είναι αποτέλεσμα χωριστής πλάνης του εξαπατηθέντος, που προκλήθηκε από χωριστή απατηλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Αντίθετα, τελείται μία πράξη απάτης, όταν εξαιτίας της άπαξ επελθούσης πλάνης, ο εξαπατώμενος προβαίνει σε περισσότερες και σε διαφορετικούς χρόνους (διαδοχικές) επιζήμιες πράξεις (ΑΠ 1232/2019). Εξάλλου, τα ως άνω εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης, προσλαμβάνουν κακουργηματικό χαρακτήρα και με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.1608/1950. Το άρθρο αυτό, το οποίο δεν καθιερώνει αυτοτελώς το αξιόποινο, ούτε μεταβάλλει τους όρους και τα στοιχεία που ορίζονται από τις οικείες διατάξεις του Π.Κ. για τα εγκλήματα που αναφέρονται σ' αυτό, αλλά απλώς επαυξάνει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, την ποινή και καθιστά την πράξη κακουργηματική, ορίζει ότι, εφόσον οι αξιόποινες πράξεις που αναφέρονται σε αυτό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η πλαστογραφία και η απάτη, στρέφονται κατά του Ελληνικού Δημοσίου ή κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 263α του Π.Κ. και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα άλλα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενο του εγκλήματος είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Ο Ν.1608/1950 καταργήθηκε από 1η-7-2019, δυνάμει των άρθρων 460, 461 και 462 του νέου Π.Κ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1, 2 του Π.Κ. που ισχύει από την 1η-7-2019:

1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.

Κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν, από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια δε τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν, από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης, προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 45 Π.Κ. που ίσχυε κατά το χρόνο της τελέσεως της πράξεως, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς (ΑΠ 667/2010). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1β ΠΚ που ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, στην οποία ορίζεται ότι, "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", συνάγεται, ότι άμεσος συνεργός είναι εκείνος, ο οποίος, με πρόθεση, παρέχει άμεση συνδρομή στον αυτουργό κατά την εκτέλεση και τη διάρκεια της κύριας πράξης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, χωρίς αυτή τη συνδρομή, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που διαπράχθηκε, ενώ, για τη στοιχειοθέτηση της άμεσης συνέργειας, απαιτείται: α) δόλος του άμεσου συνεργού, δηλαδή ηθελημένη παροχή συνδρομής στον πράττοντα, εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση της άδικης πράξης και β) παροχή άμεσης συνδρομής κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της κυρίας πράξης (Ολ ΑΠ 2/2019).

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα, κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος), πράγμα που όπως προαναφέρθηκε συμβαίνει στα εγκλήματα της χρήσης πλαστού, της απάτης και της πλαστογραφίας. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. Α.Π. 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό στο σκεπτικό (αιτιολογικό) της προσβαλλόμενης υπ' αριθμό 307/2019 αποφάσεώς του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπόψη του, τα οποία αναφέρει κατά το είδος τους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του επί λέξει, τα εξής: "Ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Β. Π., ο οποίος είχε μόνιμη επαγγελματική απασχόληση ως υπεύθυνος οε καταστήματα εστίασης και καφέ , προκειμένου να βοηθήσει τον πρώτο κατηγορούμενο, αδελφό του, Η. Π., ο οποίος ήταν καταχωρημένος στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, έχοντας παράλληλα και φορολογικές εκκρεμότητες, προέβη στην έναρξη στο όνομά του (ο Β. Π.), εργασιών επιτηδεύματος παροχής οικονομικών συμβουλών σε χρηματοπιστωτικά θέματα, την οποία, στις 30-1-2006, μετέβαλε σε παροχή υπηρεσιών μεσιτικού γραφείου έναντι αμοιβής, ανοίγοντας συγχρόνως το γραφείο αυτό στην οδό ... της Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης προς άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας στην πραγματικότητα από τον αδελφό του, πρώτο κατηγορούμενο, ο οποίος μέχρι τότε ασκούσε τη δραστηριότητα αυτή ατύπως. Ενόψει τούτων, με παρότρυνση του τελευταίου, ο οποίος ήταν ο πραγματικός φορέας της εν λόγω επιχείρησης, προήλθε, στις 5-4-2006, με τους εκπροσώπους της πολιτικώς ενάγουσας, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, σε σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης (μεσιτείας), για την προώθηση στεγαστικών δανείων της τελευταίας, αντί αμοιβής, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 1% επί του ποσού του εκάστοτε εκταμιευομένου δανείου, με ανώτατο όριο το ποσόν των 6.000 ευρώ ανά δάνειο. Μετά δε την υπογραφή της εν λόγω συμβάσεως η ανάμειξη του δευτέρου κατηγορουμένου, Β. Π., εξαντλούνταν στην είσπραξη των προμηθειών, χωρίς καμιά άλλη συμμετοχή στην εκτέλεση της συμβάσεως και στην εν γένει λειτουργία του μεσιτικού γραφείου, δεδομένου ότι εξακολουθούσε να απασχολείται μόνιμα σε καταστήματα εστίασης, όπως και στο παρελθόν, ενώ με την εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως με την ΕΤΕ και την εν γένει λειτουργία του μεσιτικού γραφείου ασχολούνταν αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος, αδελφός του, Η. Π., ο οποίος ήδη από τον Οκτώβριο του 2005 συνεργαζόταν άτυπα με το Κατάστημα Νέας Κρήνης Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης (744) της ΕΤΕ, παρέχοντας τις ίδιες υπηρεσίες διαμεσολάβησης για την προώθηση των στεγαστικών, αλλά και καταναλωτικών δανείων του εν λόγω Καταστήματος. Πιο συγκεκριμένα, ο πρώτος κατηγορούμενος, ενεργώντας κατ' εντολή και για λογαριασμό των πελατών του μεσιτικού γραφείου, υπέβαλε στο άνω Κατάστημα της ΕΤΕ αιτήσεις για χορήγηση σ' αυτούς στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, συνοδευόμενες από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη της οικονομικής τους κατάστασης. Ωστόσο, μετά από τακτικό έλεγχο που διενεργήθηκε στο ανωτέρω Κατάστημα της ΕΤΕ, τον Αύγουστο του 2006, αποκαλύφθηκε ότι στις περιπτώσεις των αναφερομένων στο διατακτικό πελατών και συγκατηγορουμένων του πρώτου κατηγορουμένου που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις για τη λήψη δανείων από την άνω Τράπεζα, είτε γιατί είχαν χαμηλά είτε ανύπαρκτα εισοδήματα, αυτός, μετά την λήψη από αυτούς των πραγματικών τους φορολογικών στοιχείων, στη συνέχεια, κατά τους αναφερομένους στο διατακτικό χρόνους, με τη χρήση φωτοτυπικού μηχανήματος και ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατασκεύαζε εξ υπ'αρχής νέα τέτοια, και δη τα αναφερόμενα αναλυτικά για κάθε κατηγορούμενο στο διατακτικό εκκαθαριστικά σημειώματα και δηλώσεις φόρου εισοδήματος, με αλλοιωμένα τα επί μέρους οικονομικά στοιχεία τούτων και, επίσης, κατασκεύαζε εξ υπ'αρχής τις αναφερόμενες στο διατακτικό πλαστές βεβαιώσεις αποδοχών δήθεν εργοδοτών των αναφερομένων υποψηφίων δανειοληπτών, συγκατηγορουμένων του, στους οποίους εφέρετο ψευδώς ότι είχαν αυτοί εργασθεί. Τούτο δε έπραττε, προκειμένου αυτοί να εμφανίζονται ψευδώς με τα πλαστά φορολογικά στοιχεία ότι έχουν ικανά εισοδήματα προς δανειοδότηση. Έτσι, όταν μετά την εν λόγω αποκάλυψη διενεργήθηκε έρευνα στο γραφείο του από αστυνομικούς της Δ/νσης Ασφαλείας Θες/νίκης, βρέθηκαν τα πλαστά εκκαθαριστικά σημειώματα που αναφέρονται στο διατακτικό, και πλήθος από δικαιολογητικά πελατών του αμφιβόλου γνησιότητας, καθώς και φόρμες για βεβαιώσεις αποδοχών και σφραγίδες εφοριακών και υπαλλήλων ΚΕΠ που διατηρούσε σε ψηφιακή μορφή εντός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ως προς τις οποίες οι κληθέντες υπάλληλοι βεβαίωσαν ότι είχαν πλαστογραφηθεί (βλ. την από 28-8-2006 έκθεση έρευνας του Υ/Α Μ. Σ. της Δ/νσης Ασφαλείας Θες/νίκης και την ενώπιον του πρωτοβαθμίου κατάθεση του μάρτυρος αστυνομικού, Κ. Κ.). Τα πλαστά δε αυτά δικαιολογητικά με τις σχετικές αιτήσεις για χορήγηση δανείου στους άνω υποψηφίους δανειολήπτες, συγκατηγορουμένους του, κατά τους αναφερομένους στο διατακτικό χρόνους, υπέβαλε στο Κατάστημα Νέας Κρήνης της πολιτικώς ενάγουσας Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους αρμοδίους για την έγκριση των δανείων υπαλλήλους της Τράπεζας ότι είναι αυτοί αξιόπιστοι, ως έχοντες επαρκή εισοδήματα προς αποπληρωμή των δανείων, και οικονομικά φερέγγυοι, και εντεύθεν να επιτύχει να τους χορηγηθούν τα αιτούμενα δάνεια και να προσπορίσει σ' αυτούς συνολικά, ως περιουσιακό όφελος, το ποσόν των 11.883.326,82 ευρώ, το οποίο ζητήθηκε συνολικά ως δάνειο με τις συνοδευόμενες από τα πλαστά δικαιολογητικά αιτήσεις που υπέβαλε για λογαριασμό των αναφερομένων στο διατακτικό συγκατηγορουμένων του στο άνω Κατάστημα της ΕΤΕ (όπως το ποσόν των αιτηθέντων από έκαστο από αυτούς δανείων εκτίθεται αναλυτικά στο διατακτικό), βλάπτοντας κατά το ποσόν αυτό την Τράπεζα. Όμως, ο σκοπός του δεν ήταν να προσπορίσει περιουσιακό όφελος μόνον στους άνω συγκατηγορουμένους του, αλλά και στον εαυτό του, διότι, εκτός από την προμήθεια του 1% που είχε συμφωνηθεί με τη μεσιτική σύμβαση με την Τράπεζα και αποδείχθηκε ότι καρπωνόταν αποκλειστικά ο ίδιος, λόγω μη συμμετοχής καθ' οιονδήποτε τρόπο του αδελφού του, που ήταν ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση, συμφωνούσε με τους πελάτες του, ως αμοιβή, για τη διαμεσολάβηση εκ μέρους του προς λήψη από αυτούς του δανείου από την Τράπεζα, και μέρος του δανείου αυτού, το ακριβές ύψος του οποίου, που είχαν συμφωνήσει ως άνω για αμοιβή του, δεν διακριβώθηκε. Έτσι, αποδείχθηκε ότι, από το ποσόν του δανείου που τους χορηγήθηκε ως άνω, του κατέβαλαν, ως αμοιβή, εκτός των άλλων, και οι εκ των συγκατηγορουμένων του, Α. Μ., το ποσόν των 33.120 ευρώ, Σ. Χ., το ποσόν των 25.090 ευρώ, Π. Α., το ποσόν των 1.700 ευρώ, Η. Β., το ποσόν των 17.600 ευρώ, και Κ. Π., το ποσόν των 7.000 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να προκύψει αν τα ποσά αυτά που του κατέβαλαν οι εν λόγω συγκατηγορούμενοί του, αντιστοιχούσαν στο σύνολο ή μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στη χρήση των πλαστών εγγράφων ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε από κοινού και σε συνεννόηση με τους περισσοτέρους εκ των αναφερομένων στο διατακτικό συγκατηγορουμένων του, - πλην των αμέσως κατωτέρω αναφερομένων-, οι οποίοι, ενώ γνώριζαν ότι δεν έχουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη δανείου από την Τράπεζα, λόγω χαμηλών ή ανυπάρκτων εισοδημάτων, έδωσαν την εντολή στον πρώτο των κατηγορουμένων να υποβάλει στην Τράπεζα, για λογαριασμό τους, τα πλαστά δικαιολογητικά, εν γνώσει τους ότι τα είχε κατασκευάσει, έχοντας τον ίδιο σκοπό με αυτόν, ήτοι να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι για την έκδοση των δανείων υπάλληλοι της Τράπεζας ότι είναι αξιόπιστοι και οικονομικά φερέγγυοι και να πεισθούν να εγκρίνουν τη χορήγηση σαυτούς των αιτουμένων δανείων, προκειμένου να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος αντίστοιχο με το συνολικό ποσόν του αιτουμένου από αυτούς δανείου, συνολικού ύψους, όπως προαναφέρθηκε 11.883.326,82 ευρώ, με ισόποση βλάβη της Τράπεζας. Έτσι, αποδείχθηκε ότι το όφελος που επιδίωξαν οι άνω κατηγορούμενοι από κοινού, με βλάβη της εν λόγω Τράπεζας, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α παρ. 1β ' του ΠΚ, ως έχουσα έδρα την ημεδαπή κατά το νόμο και το καταστατικό της, υπερβαίνει το ποσόν των 30.000ευρώ, αλλά και των 120.000 ευρώ, ως και των 150.000 ευρώ. Όμως, δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων ενήργησε σε συνεννόηση και με κοινό δόλο με τους εκ των συγκατηγορουμένων του, Β. Π., Κ. Κ., Ε. Κ., Γ. Ο. και Β. Σ., την χρήση των αφορώντων αυτούς πλαστών δικαιολογητικών, αλλά ενήργησε ως προς αυτούς εν αγνοία τους και χωρίς τη συναίνεση τους, καθόσον προέκυψε ότι αυτοί δεν γνώριζαν ότι τα εν λογω δικαιολογητικά που υπέβαλε αυτός στην Τράπεζα για λογαριασμό τους, με σχετική αίτηση για χορήγηση σ'αυτούς δανείου, είχαν από αυτόν πλαστογραφηθεί. Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τον Β. Π., αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι δεν είχε καμία συμμετοχή στην εν λόγω δραστηριότητα του αδελφού του, πρώτου κατηγορούμενου, τον οποίο εμπιστευόταν και είχε αφήσει να λειτουργεί εν λευκώ το μεσιτικό γραφείο στο όνομά του, αγνοώντας την ως άνω έκνομη δραστηριότητά του. Σε σχέση με τον Γ. Ο., ναι μεν προέκυψε ότι μεταξύ των υποβληθέντων, στις 24-5-2006, στην Τράπεζα δικαιολογητικών από τον πρώτο κατηγορούμενο, ήταν και το πλαστογραφηθέν εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2004, που εμφάνιζε ψευδώς ως δηλωθέν ετήσιο εισόδημα το ποσόν των 65.790,60 ευρώ, αντί του πραγματικού 3.500 ευρώ, όμως, το συνυποβληθέν εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2005, που ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, εμφάνιζε ετήσιο εισόδημα 77.112,62 ευρώ, το οποίο ήταν ικανό και πίστευε οτι επαρκούσε για τη χορήγηση του αιτουμένου από αυτόν δανείου, - το οποίο εν τέλει δεν εγκρίθηκε λόγω δυσμενών στοιχείων σε βάρος του, -και ως εκ τούτου, δεν υπήρχε λόγος να συναινέσει στην πλαστογράφηση του εκκαθαριστικού του σημειώματος του έτους 2004, ούτε βεβαίως αποδείχθηκε το αντίθετο ή ότι γνώριζε και αποδέχθηκε την πλαστογράφηση και υποβολή για λογαριασμό του στην Τράπεζα του άνω εκκαθαριστικού του σημειώματος από τον πρώτο κατηγορούμενο για οποιονδήποτε λόγο. Το ίδιο ισχύει και για την Ε. Κ., καθόσον η πλαστογραφημένη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικ. έτους 2005, με το ψευδώς δηλωθέν εισόδημα των 26.119,54 ευρώ, στην πραγματικότητα εμφάνιζε εισόδημα 16.119.54 ευρώ, το οποίο ήταν ικανό και πίστευε οτι επαρκούσε για την χορήγηση του αιτουμένου από αυτήν δανείου, και ως εκ τούτου δεν υπήρχε λόγος να συναινέσει στην πλαστογράφηση της φορολογικής της δήλωσης οικ. έτους 2005, ούτε βεβαίως αποδείχθηκε το αντίθετο ή ότι γνώριζε και αποδέχθηκε την πλαστογράφηση και υποβολή για λογαριασμό της στην Τράπεζα της άνω φορολογικής της δήλωσης από τον πρώτο κατηγορούμενο για οποιονδήποτε λόγο. Σημειώνεται δε ότι αυτή ήταν συνεπής πληρώνοντας τις δόσεις του δανείου έως και το έτος 2009 που έπαυσε να πληρώνει, διότι έμεινε άνεργη. Τέλος, σε σχέση με τους Κ. Κ. και Β. Σ., ο πρώτος από τους οποίους, ηλικίας τότε 23 ετών, διέμενε στην Αθήνα, η δε δεύτερη, ηλικίας 19 ετών, ήταν φοιτήτρια της Σχολής Νομικών Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, αποδείχθηκε ότι ουδεμία ανάμειξη είχαν στην όλη διαδικασία για την έγκριση του δανείου που αιτήθηκαν από την άνω Τράπεζα, καθόσον με αυτήν ασχολήθηκαν αποκλειστικά σε συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, ο πατέρας του Κ. Κ., Π. Κ., και οι γονείς της Β. Σ., Θ. Σ. και Π. Χ., οι οποίοι προσκόμισαν τα δικαιολογητικά που πλαστογραφήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο, εν γνώσει τους ότι είχαν πλαστογραφηθεί από τον τελευταίο, και έδωσαν την εντολή στον τελευταίο να τα υποβάλει για λογαριασμό των άνω τέκνων τους στην Τράπεζα, με σχετική αίτηση για λήψη δανείου από αυτά (τέκνα τους), χωρίς ουδεμία συμμετοχή τούτων. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε οτι ουδόλως συνέπραξαν, με τον πρώτο κατηγορούμενο, Η. Π., οι Β. Π., Κ. Κ., Ε. Κ., Γ. Ο. και Β. Σ., στην χρήση των υποβληθέντων από αυτόν (Η. Π.) στην Τράπεζα στο όνομα και για λογαριασμό τους πλαστών δικαιολογητικών που κατήρτισε ο ίδιος προκειμένου να τους χορηγηθούν τα αιτηθέντα από αυτούς δάνεια, που αναφέρονται στο διστακτικό, ούτε είχαν δώσει εντολή σαυτόν να τα υποβάλει, παριστάνοντας ψευδώς στους αρμοδίους για την έγκριση των δανείων υπαλλήλους της Τράπεζας ότι είναι γνήσια για να τους πείσει για την πιστοληπτική τους ικανότητα και να τους παρασύρει στην χορήγηση στους εν λόγω κατηγορουμένους των άνω δανείων, προσπορίζοντας τους αντίστοιχο με το ποσόν του χορηγουμένου δανείου περιουσιακό όφελος, με ισόποση βλάβη της Τράπεζας. Εξάλλου, σε σχέση με το δεύτερο των κατηγορουμένων, Β. Π., αποδείχθηκε ότι δεν είχε συμμετοχή ούτε στην κατάρτιση και υποβολή των πλαστών δικαιολογητικών προς εξαπάτηση της Τράπεζας, ως προς την πιστοληπτική ικανότητα των λοιπών συγκατηγορουμένων του, υποψηφίων δανειοληπτών, διότι τούτο προέκυψε οτι έπραξε, χωρίς τη συμμετοχή του και εν αγνοία του, ο αδελφός του, Η. Π., εκμεταλλευόμενος το μεσιτικό γραφείο, ως πραγματικός φορέας τούτου, στο όνομα του Β. Π.. Κατ' ακολουθίαν, δεν αποδείχθηκε συναυτουργία, με τον πρώτο των κατηγορουμένων, α) του αδελφού του, Β. Π., στην πλαστογραφία, με χρήση πλαστού, και στην απάτη σε βάρος της Τράπεζας, για τις οποίες κατηγορείται αυτός, και β) των λοιπών ως άνω συγκατηγορουμένων του, Κ. Κ., Ε. Κ., Γ. Ο. και Β. Σ., στην χρήση πλαστού και στην απάτη σε βάρος της Τράπεζας, για τις οποίες κατηγορούνται αυτοί, και πρέπει οι κατηγορούμενοι αυτοί να κηρυχθούν αθώοι, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι έλλειψη γνώσης ως προς τη χρήση των πλαστών και την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση, δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, και ως προς την συγκατηγορουμένη τους, Δ. Σ., και κήρυξε αυτήν αθώα των αποδιδομένων σ'αυτήν πράξεων Όσον αφορά, όμως, την κατηγορουμένη, Π. Χ., μητέρα της Β. Σ., η οποία ανέλαβε, ως εγγυήτρια, την εξόφληση του δανείου της θυγατέρας της, ως έχουσα εταιρία στο όνομά της, με την επωνυμία "Π.Χ. και ΣΙΑ ΕΕ", αποδείχθηκε ότι αυτή, από κοινού με τον πατέρα της Β., Θ. Σ., αποφάσισαν να ληφθεί δάνειο στο όνομά της τελευταίας, δεδομένου ότι οι ίδιοι είχαν πλήθος δυσμενών στοιχείων στο όνομά τους και ήταν καταχωρημένοι στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Όμως, γνώριζαν ότι η θυγατέρα τους δεν είχε έσοδα, τα έσοδα δε από την εταιρία της Π. Χ. γνώριζαν ότι δεν υπερέβαιναν το ποσόν των 2.700 ευρώ, για το οικ. έτος 2005. Έτσι, από κοινού με τον πρώτο κατηγορούμενο, μεθόδευσαν να εμφανισθεί ότι η μεν υποψήφια δανειολήπτρια, θυγατέρα τους, αποκόμισε εισόδημα, για το οικ. έτος 2005, 20.720 ευρώ, η δε Π. Χ., που έθεσαν, ως εγγυήτρια, ότι αποκόμισε εισόδημα για το ίδιο οικ. έτος, 45.930 ευρώ, με πλαστές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και πλαστό μηχανογραφικό δελτίο, για την επιχείρηση της εγγυήτριας, τα οποία εν γνώσει τους ανέλαβε να κατασκευάσει και να υποβάλει στην Τράπεζα, κατ' εντολή τους και για λογαριασμό της θυγατέρας τους, ο πρώτος κατηγορούμενος, με σκοπό να πεισθούν οι υπάλληλοι της τράπεζας για την πιστοληπτική ικανότητα της δανειολήπτριας και της εγγυήτριας και να χορηγήσουν στην θυγατέρα τους δάνειο 180.000 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν, αποδείχθηκε ότι η άνω κατηγορουμένη, Π. Χ., τελούσε σε γνώση της πλαστότητας των άνω δικαιολογητικών και έδωσε εντολή στον πρώτο κατηγορούμενο να τα υποβάλει στην Τράπεζα προκειμένου να παραπλανηθούν οι υπάλληλοι της τελευταίας και να χορηγήσουν στη θυγατέρα της το αιτηθέν δάνειο των 180.000 ευρώ, πράγμα που πέτυχε.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ότι τελούσε σε πλάνη, αγνοώντας την πλαστότητα των άνω δικαιολογητικών, και ουδεμία συμμετοχή είχε στην χρήση τούτων από τον πρώτο κατηγορούμενο και στην εξαπάτηση της Τράπεζας από τον τελευταίο, με την υποβολή τους, για την πιστοληπτική ικανότητα της θυγατέρας της, πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, από τις ανωτέρω αποδείξεις αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά την χρήση των προεκτεθέντων πλαστών δικαιολογητικών των συγκατηγορουμένων του, που είχε ως άνω κατασκευάσει, με την υποβολή τους στο Κατάστημα Νέας Κρήνης της ΕΤΕ, είχε την άμεση συνδρομή του τρίτου των κατηγορουμένων, Β. Α., με τον οποίο είχε στενή συνεργασία, δεδομένου ότι ο τελευταίος ανήκε, ως υπάλληλος του εν λόγω Καταστήματος, στην ομάδα Στεγαστικής-Καταναλώτικής Πίστης τούτου (βλ. την αριθ. 2/20-12-2002 διαταγή του Καταστήματος για κατανομή του προσωπικού σε ομάδες προϊόντων) και ασχολούνταν, ως αρμόδιος προς τούτο, με την παραλαβή των αιτήσεων των πελατών της Τράπεζας που ζητούσαν δάνειο και με τον έλεγχο των απαιτουμένων δικαιολογητικών για την διαπίστωση της πιστοληπτικής τους ικανότητα, έχοντας ορισθεί και Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Στεγαστικής-Καταναλωτικής Πίστης του Καταστήματος, με το από 14-7-2006 έγγραφο του Καταστήματος προς το Τμήμα Προσωπικού Θεσσαλονίκης της Υποδιεύθυνσης Διοικητικού της Τράπεζας, για σύσταση Υπηρεσίας Στεγαστικής-Καταναλωτικής Πίστης στο εν λόγω Κατάστημα και ανάθεση καθηκόντων team leader στον τρίτο κατηγορούμενο. Ετσι, εκμεταλλευόμενος τη θέση του αυτή, παρελάμβανε τα άνω κατασκευασμένα από τον πρώτο κατηγορούμενο δικαιολογητικά των αναφερομένων στο διατακτικό συγκατηγορουμένων του, τα οποία του υπέβαλε ο τελευταίος, για λογαριασμό τους, με σχετική αίτηση για τη χορήγηση σ'αυτούς των αναφερομένων στο διατακτικό για έκαστο από αυτούς δανείων, εν γνώσει του ότι τα εν λόγω δικαιολογητικά είχαν κατασκευσθεί από τον πρώτο κατηγορούμενο και ήταν πλαστά. Στη συνέχεια δε αυτός, παριστάνοντας ψευδώς ότι έχει ελέγξει τα εν λόγω δικαιολογητικά και είναι καθ' όλα γνήσια, προωθούσε σε φόρμα τα αναληθή στοιχεία τούτων και τη φόρμα αυτή μαζί με τις αιτήσεις που συνόδευαν τα δικαιολογητικά, διαβίβαζε (χωρίς τα δικαιολογητικά που έμεναν στο κατάστημα, βάσει της αριθ.186/1998 εγκυκλίου της Τράπεζας) στην ευρισκομένη στην Αθήνα Διεύθυνση Κτηματικής Πίστης της Τράπεζας, που ήταν αρμόδια για την έγκριση των δανείων. Η εν λόγω Υπηρεσία της Τράπεζας προέκυψε ότι για την έγκριση των δανείων θεωρούσε ως δεδομένο το αποτέλεσμα του ελέγχου των δικαιολογητικών των υποψηφίων δανειοληπτών που γινόταν στο Κατάστημα. Έτσι, εφόσον από τους λοιπούς ελέγχους που ήταν αρμόδια να διενεργήσει, όπως την τυχόν ύπαρξη δυσμενών στοιχείων για τον υποψήφιο δανειολήπτη στο σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, δεν προέκυπταν στοιχεία σε βάρος του τελευταίου αρνητικά για τη φερεγγυότητά του, προχωρούσε στην έγκριση του δανείου. Ενόψει τούτων, ο τρίτος κατηγορούμενος, παρέχοντας άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο, κατά τη διάρκεια και στην τέλεση της πράξης της χρήσης των άνω πλαστών δικαιολογητικών, προώθησε τα ψευδή στοιχεία τούτων σε σχέση με την πιστοληπτική ικανότητα των άνω υποψηφίων δανειοληπτών, συγκατηγορουμένων του, που αναφέρονται στο διατακτικό, εμφανίζοντας ότι τα έχει ελέγξει και είναι αληθή, προκειμένου να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι για την έγκριση των δανείων υπάλληλοι της άνω Κεντρικής Υπηρεσίας της Τράπεζας ότι είναι αυτοί αξιόπιστοι και οικονομικά φερέγγυοι, με ικανά περιουσιακά στοιχεία για την αποπληρωμή των αιτουμένων από την Τράπεζα δανείων, και να προχωρήσουν στην έγκριση των δανείων και τη χορήγηση του ποσού τούτων μετά την υπογραφή των σχετικών δανειακών συμβάσεων με την Τράπεζα . Σημειώνεται ότι ο τρίτος κατηγορούμενος ενήργησε παραβαίνοντας, εν γνώσει του, τις σχετικές οδηγίες της πολιτικώς ενάγουσας, Τράπεζας, που είχαν δοθεί στους υπαλλήλους της για την πρόληψη απάτης με τη χρήση πλαστών δικαιολογητικών (βλ. την αριθ. 29/27-3-2006 εγκύκλιο της Τράπεζας), όπως εν προκειμένω. Πέραν δε του ότι ήταν ενημερωμένος από τον πρώτο κατηγορούμενο για την πλαστότητα των επίμαχων δικαιολογητικών που ο τελευταίος ήθελε ως άνω να προωθήσει, με τη συνδρομή του, για να καταστεί δυνατή η σκοπουμένη δανειοδότηση από την Τράπεζα, η οποία άλλως δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, λόγω των χαμηλών ή ανύπαρκτων εισοδημάτων των υποψηφίων δανειοληπτών, η πλαστότητα των δικαιολογητικών που του υποβλήθηκαν προς έλεγχο, σε σχέση με τους συγκατηγορουμένους του, δανειολήπτες, ήταν τόσο εμφανής, που, ακόμη και αν δε γνώριζε, δε θα μπορούσε να διαφύγει της προσοχής του (βλ και την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρος, Ε. Π., Επιθεωρητή Β' της πολιτικώς ενάγουσας, ο οποίος συνέταξε και την αναγνωσθείσα με αριθ. 1679/2007 Έκθεση Επιθεωρήσεως). Χαρακτηριστικά περί αυτού παραδείγματα συνιστούν, μεταξύ άλλων, και οι περιπτώσεις, 1) των συγκατηγορουμένων του, Α. Π. και Σ. Κ., για τους οποίους είχαν προσκομισθεί στην Τράπεζα δύο διαφορετικές φορολογικές δηλώσεις για το αυτό φορολογικό έτος, ήτοι το έτος 2005 (που βρέθηκαν και οι δύο στο φάκελο τους, κατά τον έλεγχο, και ήταν αμφότερες πλαστές), που αναφέρουν για καθένα διαφορετικά δηλωθέντα ποσά, και δη τα ποσά των 22.175,32 και 12.175,32 ευρώ, αντίστοιχα, για την πρώτη, και τα ποσά των 27.212,43 και 17.212,43 ευρώ, αντίστοιχα, για το δεύτερο, ενώ τα πραγματικά δηλωθέντα, για το άνω έτος, αποκαλύφθηκε, μετά τον έλεγχο, ότι ήταν τα ποσά των 2.210,78 ευρώ για την πρώτη, και των 1.989,79 ευρώ, για το δεύτερο, 2) του συγκατηγορουμένου του, Ε. Λ., για τον οποίο συνυποβλήθηκαν στην Τράπεζα (και βρέθηκαν στον ίδιο φάκελο, κατά τον έλεγχο), για το αυτό οικ. έτος 2004, εκκαθαριστικό σημείωμα με την πραγματικά δηλωθείσα από αυτόν ζημία από εμπορικές επιχειρήσεις, ποσού 3.700 ευρώ, και δήλωση φορολογίας εισοδήματος (πλαστή) με τα ψευδώς αναφερόμενα ως δηλωθέντα καθαρά κέρδη από εμπορικές επιχειρήσεις, ποσού 43.913,47 ευρώ, 3) της συγκατηγορουμένης του, Ε. Κ., για την οποία συνυποβλήθηκαν στην Τράπεζα (και βρέθηκαν στον ίδιο φάκελο κατά τον έλεγχο), δύο αντίγραφα της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για το οικ. έτος 2005, το οποία, όμως, έφεραν ως δηλωθέντα διαφορετικά ποσά, και δή το ποσόν των 16.119,54 ευρώ, το ένα, που είχε πραγματικά δηλωθεί από αυτήν, για το άνω οικονομικό έτος, και το ποσόν των 26.119,54 ευρώ, το άλλο, που ήταν κατασκευασμένο, και 4) των συγκατηγορουμένων του, Μ. Μ. και Β. Π., για τους οποίους είχαν συνυποβληθεί στην Τράπεζα (και βρέθηκαν στον ίδιο φάκελο κατά τον έλεγχο) φορολογικές δηλώσεις και βεβαιώσεις αποδοχών, για το ίδιο έτος, με διαφορετικά ποσά εσόδων. Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με την πρώτη, για το οικονομικό έτος 2006, προσκομίσθηκαν στην Τράπεζα φορολογική δήλωση, με δηλωθέν εισόδημα που αποκτήθηκε το 2005, ποσού 18.890,53 ευρώ, και βεβαιώσεις αποδοχών από 1-1-2005 έως 30-4-2005, ποσού 18.890,53 ευρώ, και από 1-5-2005 έως 31-12-2005, ποσού 6.092,17 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 24.982,70 ευρώ, και σε σχέση με το δεύτερο, για το οικονομικό έτος 2004, προσκομίσθηκαν στην Τράπεζα εκκαθαριστικό σημείωμα φορολογίας εισοδήματος, με δηλωθέν εισόδημα 16.808,25 ευρώ, και βεβαίωση αποδοχών, ποσού 18.983,11 ευρώ. Σε όλες δε τις παραπάνω και στις λοιπές περιπτώσεις των συγκατηγορουμένων του, υποψηφίων δανειοληπτών, προωθούσε πάντοτε για έγκριση τα οικονομικά στοιχεία τούτων που εμφάνιζαν τα μεγαλύτερα ποσά. Δεν καταλείπεται λοιπόν καμιά αμφιβολία οτι εν γνώσει του προωθούσε προς έγκριση τα πλαστά δικαιολογητικά των συγκατηγορουμένων του, παρέχοντας άμεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια και στην τέλεση της χρήσης των πλαστών που είχε καταρτίσει ο τελευταίος, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Επισημαίνεται στην άνω με αριθ. 1679/2007 Έκθεση Επιθεωρήσεως του εξετασθέντος ως μάρτυρος, Ε. Π., Επιθεωρητή Β' της πολιτικώς ενάγουσας, ότι, μετά από δειγματοληπτικό έλεγχο των παραστατικών του Καταστήματος Νέας Κρήνης, βρέθηκε και παραστατικό κατάθεσης από τον πρώτο κατηγορούμενο στο λογαριασμό του τρίτου κατηγορουμένου του ποσού των 2.200 ευρώ, πράγμα που αντίκειται στον Κανονισμό Εργασίας της πολιτικώς ενάγουσας και υποδηλώνει τις ιδιαίτερες σχέσεις που είχαν οι εν λόγω κατηγορούμενοι. Εξάλλου, επισημαίνεται στην ίδια έκθεση, που επιβεβαιώνεται και με την κατάθεση του άνω μάρτυρος, Ε. Π., ότι, ενόσω διενεργούνταν από τον τελευταίο έλεγχος στο άνω Κατάστημα, από τον οποίο προέκυψε η επίδικη έκνομη συμπεριφορά σε βάρος της πολιτικώς ενάγουσας του ιδίου και των συγκατηγορουμένων του, αυτός, αφού συμπλήρωσε το σχετικό τιμολόγιο, πίστωσε το λογαριασμό των αδελφών Π. με το ποσόν των 9.500 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις προμήθειες του Β. Π. για τη διαμεσολάβηση,- που στην πραγματικότητα είχε διενεργήσει ο αδελφός του, Η.,- στην κατάρτιση με την Τράπεζα των δανειακών συμβάσεων των συγκατηγορουμένων του, παρότι γνώριζε ότι οι συμβάσεις αυτές είχαν συναφθεί με εξαπάτηση της Τράπεζας, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, και δη με την υποβολή στην Τράπεζα από τον πρώτο κατηγορούμενο και, στη συνέχεια, την προώθηση από τον τρίτο κατηγορούμενο προς έγκριση των πλαστών οικονομικών στοιχείων των συγκατηγορουμένων του, υποψηφίων δανειοληπτών, που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό. Μετά ταύτα, οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων, από κοινού, και δή, ο πρώτος, με τη χρήση των ως άνω πλαστών δικαιολογητικών των ανωτέρω συγκατηγορουμένων του, υποψηφίων δανειοληπτών, που αυτός υπέβαλε στο προεκτεθέν Κατάστημα της Τράπεζας, παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι γνήσια, και ο τρίτος, με την προώθηση στην αρμόδια για την έγκριση των δανείων Υπηρεσία της Τράπεζας, μαζί με τις αιτήσεις για δανειοδότηση των συγκατηγορουμένων του, υποψηφίων δανειοληπτών, και των ψευδών ως άνω στοιχείων των πλαστών τους δικαιολογητικών, παριστάνοντας, εν γνώσει της πλαστότητας τούτων, ότι τα έχει ελέγξει και ανταποκρίνονται στην αλήθεια, κατόρθωσαν, συνεργαζόμενοι, να εξαπατήσουν τους υπαλλήλους της ανωτέρω Υπηρεσίας της Τράπεζας ότι οι εκ των άνω συγκατηγορουμένων τους αναφερόμενοι στο διατακτικό είναι αξιόπιστοι και οικονομικά φερέγγυοι, με ικανά εισοδήματα προς δανειοδότηση, και να τους πείσουν να εγκρίνουν τη χορήγηση σαυτούς των αιτουμένων από αυτούς δανείων που, επίσης, αναφέρονται στο διατακτικό, τα οποία αυτοί έλαβαν μετά τη σύναψη με την Τράπεζα των εκτιθεμένων αναλυτικά στο διατακτικό δανειακών συμβάσεων. Την ως άνω πράξη της εξαπάτησης των αρμοδίων για την έγκριση των δανείων υπαλλήλων της Τράπεζας, οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων διέπραξαν από κοινού με τους προεκτεθέντες συγκατηγορουμένους τους που πέτυχαν, με τον ανωτέρω τρόπο, να δανειοδοτηθούν (εξαιρουμένων, όπως προαναφέρθηκε, των Β. Π., Κ. Κ., Ε. Κ., Β. Σ. και Δ. Σ.), οι οποίοι, τελώντας σε συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, εν γνώσει της πλαστότητας, έδωσαν στον τελευταίο την εντολή να υποβάλει στην Τράπεζα, στο όνομα και για λογαριασμό τους, τα πλαστά του< δικαιολογητικά για να εξαπατήσουν τους αρμοδίους για την έγκριση των δανείων υπαλλήλους αυτής ως προς την πιστοληπτική τους ικανότητα, με σκοπό να αποκομίσουν ως περιουσιακό όφελος, αυτοί μεν το ποσόν του αιτουμένου να τους χορηγηθεί από την Τράπεζα δανείου, ο δε πρώτος κατηγορούμενος το ποσόν του δανείου που ως άνω είχαν συμφωνήσει για τη διαμεσολάβηση προς κατάρτιση του δανείου, ως αμοιβή του (το ποσόν της οποίας αμοιβής δε διακριβώθηκε). Έτσι, επιτυγχάνοντας το σκοπό της εξαπάτησης, προξένησαν στην Τράπεζα, από κοινού με τους ανωτέρω συγκατηγορουμένους τους, ζημία ισόποση με το συνολικό ποσόν των χορηγηθέντων σαυτούς από την Τράπεζα δανείων, ύψους 3.902.803,44 ευρώ, δεδομένου ότι δεν αποπληρώθηκε από τους άνω κατηγορουμένους, δανειολήπτες, οι οποίοι δεν είχαν εξ αρχής πρόθεση, αλλά ούτε και δυνατότητα να το αποπληρώσουν. Το ανωτέρω ποσόν των χορηγηθέντων δανείων προς τους άνω κατηγορουμένους, κατά το οποίο ζημιώθηκε η Τράπεζα, προερχόταν από τα ταμειακά της διαθέσιμα και δεν ήταν απλώς λογιστική καταχώρηση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο πρώτος κατηγορούμενος, Ενόψει δε του ότι τα επίδικα δάνεια χορηγήθηκαν σε άτομα που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να τα αποπληρώσουν (γιαυτό άλλωστε πλαστογραφήθηκαν από τον πρώτο κατηγορούμενο και τα φορολογικά τους στοιχεία), δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι η Τράπεζα θα είχε όφελος από τους τόκους των δανείων αυτών, δεδομένου ότι η αφερεγγυότητα των ατόμων, στα οποία χορηγήθηκαν, αφορούσε και τους τόκους, ενώ δεν προέκυψε κανένα άλλο όφελος της Τράπεζας από την επίδικη δανειοδότηση. Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή στην άνω ζημία που υπέστη η Τράπεζα, η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητα των κατηγορουμένων δανειοληπτών, καθόσον δεν πρόκειται για αντιπαροχή που προήλθε από την πράξη, για την οποία αυτή παραπείσθηκε με την απατηλή συμπεριφορά των κατηγορουμένων, ήτοι την έγκριση και χορήγηση των επιδίκων δανείων στους εξ αυτών δανειολήπτες, αλλά για παρεπόμενο της απαιτήσεως για απόδοση των δανείων δικαίωμα της Τράπεζας, το οποίο( παρεπόμενο δικαίωμα) αποκτήθηκε, κατ'αρθρ. 1274 ΑΚ, με δικαστική απόφαση, προς εξασφάλιση της εν λόγω απαιτήσεως της Τράπεζας, και ως εκ τούτου δε συνιστά ισάξια αντιπαροχή προς ισοστάθμιση της ζημίας της Τράπεζας (βλ. Μ.Μαργαρίτη, Ερμ.ΠΚ 386 αριθ. 22, σελ. 1157), και τα περι του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον πρώτο κατηγορούμενο πρέπει να απορριφθούν. Κατ' ακολουθίαν, πλήρως αποδείχθηκε από τις ανωτέρω αποδείξεις ότι οι λοιποί, πλήν των ανωτέρω που κρίθηκαν αθώοι, κατηγορούμενοι τέλεσαν τις παράνομες πράξεις, 1) της πλαστογραφίας με χρήση, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263Α περ. β', και δη κατά της άνω Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το νόμο και το καταστατικό της, και το επιδιωκόμενο όφελος, με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 30.000 ευρώ, των 120..000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ, ο πρώτος κατηγορούμενος, Η. Π., 2) της απάτης , από κοινού, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263Α περ. β', και δη κατά της άνω Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το νόμο και το καταστατικό της, και το επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη, προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 30.000ευρώ, των 120.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ, οι πρώτος κατηγορούμενος, Η. Π., και τρίτος κατηγορούμενος, Β. Α. (που ενήργησαν επί πλέον κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, την άνω πράξη της απάτης), και, επίσης, οι κατηγορούμενοι, Α. Μ., Ε. Λ. , Θ. Μ., Δ. Σ., Π. Σ., Κ. Τ., Σ. Χ., Π. Χ. και Η. Β., 3) της άμεσης συνέργειας, κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά τη διάρκεια και στην τέλεση από τον πρώτο κατηγορούμενο, Η. Π., της χρήσης πλαστού, κατ' εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263Α περ. β', και δη κατά της άνω Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το νόμο και το καταστατικό της, και το επιδιωκόμενο όφελος, με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 30.000 ευρώ, των 120.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ, ο τρίτος κατηγορούμενος, Β. Α., 4) της χρήση πλαστού, από κοινού, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263Α περ. β',και δη κατά της άνω Τράπεζας που εδρεύει στην ημεδαπή κατά το νόμο και το καταστατικό της, το δε επιδιωκόμενο από τους υπαιτίους όφελος, με βλάβη της τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσόν των 120..000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ, οι κατηγορούμενοι, Α. Μ., Ε. Λ. , Ν. Μ., Θ. Μ., Α. Π., Π. Σ., Κ. Τ., Σ. Χ., Π. Χ., Α. Β. και Α. Μ.. Σε σχέση, όμως, με την αποδιδομένη στην κατηγορουμένη, Α. Β., πράξη της απάτης, που τελέσθηκε στις 9-2-2006, προκαλώντας στην Τράπεζα ζημία 4.000 ευρώ, αυτή, ενόψει του ότι τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, το αξιόποινο του οποίου, κατ' αρθρ. 111παρ.1,3 και 112 του ΠΚ, εξαλείφεται με πενταετή παραγραφή, η οποία, για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, αναστέλλεται, κατ' άρθρ. 113 παρ.2 και 3 του ΠΚ, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των τριών ετών, έχει υποκύψει στην εν λόγω παραγραφή, δεδομένου ότι από το χρόνο τέλεσης της ανωτέρω πράξης μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της οκταετίας, και ως εκ τούτου πρέπει, κατ'άρθρ. 310 παρ. 1 εδ. β' και 370 εδαφ. β' του ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η κατά της άνω κατηγορουμένης, Α. Β., ποινική δίωξη, για την ανωτέρω πράξη της απάτης, λόγω παραγραφής. Περαιτέρω, από τις άνω αποδείξεις αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι, οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων, Η. Π. και Β. Α., τις προεκτεθείσες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση (ο πρώτος), της άμεσης συνέργειας σε χρήση πλαστού (ο τρίτος) και της απάτης (αμφότεροι), διέπραξαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από τη επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, δεδομένου ότι δεν ενήργησαν ευκαιριακά, αλλά από κοινού, βάσει οργανωμένου σχεδίου, σύμφωνα με το οποίο, ο πρώτος κατηγορούμενος, διατηρώντας μεσιτικό γραφείο για την προσέλκυση πελατών και συνεργασία με το Κατάστημα Νέας Κρήνης Καλαμαριάς της Τράπεζα, κατήρτιζε, με τη χρήση φωτοτυπικού μηχανήματος και ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα πλαστά, τα οποία παρελάμβανε ο τρίτος κατηγορούμενος, ως υπάλληλος του εν λόγω Καταστήματος, και τα προωθούσε, γνωρίζοντας τη διαδικασία και παρακάμπτοντας τα εμπόδια από τον Κανονισμό της Τράπεζας, προς εξαπάτηση της τελευταίας και έγκριση των επιδίκων δανείων, προκύπτει σκοπός τούτων προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Κατ' ακολουθίαν, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την τέλεση των άνω πράξεων από τους κατηγορουμένους, που προαναφέρθηκαν, από την αξιολογική εκτίμηση όλων των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, και δή των καταθέσεων των εξετασθέντων ενώπιον του μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, όπως και των, επίσης, αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα ήταν απολύτως επαρκή προς τούτο, και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαίο για την ανακάλυψη της αλήθειας η επανεξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου των ήδη εξετασθέντων από αυτό μαρτύρων, Ε. Π., Α. Π., Λ. Υ. και Δ. Σ., οι οποίοι εξετάσθηκαν εξαντλητικά και οι καταθέσεις τους δεν παρουσιάζουν κενά και αμφίβολα σημεία, ενώ έχουν εξετασθεί και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα πρακτικά από την ενώπιον του πρωτοβάθμια δίκη ανεγνώσθησαν, όπως προαναφέρθηκε, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχουν, εκτός από τις ανωτέρω, και τις καταθέσεις των μαρτύρων, Κ. Κ., Α. Φ. και Θ. Η., οι οποίες έχουν καταχωρηθεί σαυτά αναλυτικά και είναι αρκούντως ολοκληρωμένες, χωρίς κενά και αμφίβολα σημεία, και ως εκ τούτου δε χρήζουν συμπληρώσεως, ενώ κρίνονται επαρκείς για τη διαμόρφωση ασφαλούς δικανικής πεποίθησης στο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, και δε θεωρείται αναγκαία η εμφάνιση και εξέταση των ανωτέρω μαρτύρων και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επίσης, δεν κρίνεται αναγκαία και η εμφάνιση και εξέταση από το Δικαστήριο τούτο, ως μαρτύρων, των Δ. Τ., Α. Τ., Δ. Τ., Α. Μ. και Ε. Ε., καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα απολύτως επαρκούν για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως στο Δικαστήριο σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων από τους προεκτεθέντες κατηγορουμένους και δεν χρειάζονται νέες αποδείξεις. Επομένως, το υποβληθέν από τον πρώτο κατηγορούμενο αίτημα για επανεξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου των μαρτύρων, Ε. Π., Α. Π., Λ. Υ. και Δ. Σ., και για εμφάνιση και εξέταση ενώπιον του, ως μαρτύρων, των Κ. Κ., Α. Φ., Θ. Η., Δ. Τ., Α. Τ., Δ. Τ., Α. Μ. και Ε. Ε., πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα, πρέπει οι ως άνω κατηγορούμενοι, ως προς τους οποίους αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, ότι τέλεσαν τις προεκτεθείσες πράξεις, να κηρυχθούν ένοχοι για τις πράξεις αυτές, όπως οι εν λόγω πράξεις αναφέρονται ειδικότερα κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά τους στοιχεία στο διατακτικό." Στη συνέχεια, το ως άνω, Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα πρώτο κατηγορούμενο επί λέξει, για το ότι: "Στη Θεσσαλονίκη, στους κατωτέρω περιγραφόμενους χρόνους, οι 1ος και 2ος των κατηγορουμένων, δηλαδή οι Η. Π. του Θ. και Β. Π. του Θ., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και στρέφονται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263Α περ. β' του ΠΚ, και δη εδρεύουσας στην ημεδαπή, κατά το νόμο και το καταστατικό της, τράπεζας, ενεργώντας από κοινού, αλλά και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατήρτισαν πλαστά έγγραφα, των οποίων ακολούθως έκαναν χρήση, σκοπεύοντας να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και με τον τρόπο αυτό να προσπορίσουν στον εαυτό τους και σε άλλους περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την τράπεζα, το δε συνολικό επιδιωκόμενο όφελος, με βλάβη της τράπεζας, υπερβαίνει το ποσόν των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, το ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120000) ευρώ, αλλά και το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και στους κατωτέρω αναφερομένους χρόνους, διατηρώντας από κοινού οι 1ος (Η. Π.) και 2ος (Β. Π.) των κατηγορουμένων επί της οδού ..., της Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, γραφείο διαμεσολάβησης - λήψης καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων και έχοντας προμηθευτεί από τους κατωτέρω αναφερομένους πελάτες του γραφείου τους (που δεν είχαν τις προϋποθέσεις δανειοδότησης, λόγω χαμηλών ή ανυπάρκτων εισοδημάτων) τα πραγματικά φορολογικά τους στοιχεία, κατήρτισαν από κοινού και εξ υπ' αρχής, νέα τέτοια, με αλλοιωμένα τα επί μέρους στοιχεία αυτών, εμφανίζοντας ότι έχουν ικανά εισοδήματα, των πλαστών δε αυτών φορολογικών στοιχείων έκαναν αυτοί χρήση, υποβάλλοντάς τα, κατ' εντολή και για λογαριασμό των εν λόγω πελατών τους (υποψηφίων δανειοληπτών, που εκτίθενται αναλυτικά παρακάτω) στο Κατάστημα Νέας Κρήνης Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης της πολιτικώς ενάγουσας, Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με αίτηση τούτων (πελατών τους) για χορήγηση σαυτούς των παρακάτω αναλυτικά αναφερομένων δανείων, έχοντας ως σκοπό με τη χρήση τους να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι για την έγκριση και χορήγηση δανείων υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ότι οι πελάτες τους αυτοί είναι αξιόπιστοι και οικονομικά φερέγγυοι και εντεύθεν να πειστούν να εγκρίνουν τη χορήγηση σαυτούς των αιτουμένων από την άνω Τράπεζα δανείων, συνολικού ύψους 11.883.326,82 ευρώ, προσπορίζοντας έτσι σαυτούς ισόποσο περιουσιακό όφελος,-- μέρος του οποίου (εκτός από την προμήθεια του 1% επί του ποσού του δανείου για τη μεσιτική τους αμοιβή) απέβλεπαν, κατά τη συμφωνία με τους πελάτες τους, να αποκομίσουν οι ίδιοι, επιπλέον, ως αμοιβή, το ακριβές ύψος της οποίας δεν διακριβώθηκε,-- με αντίστοιχη ζημία κατά το προεκτεθέν ποσόν της ως άνω Τράπεζας. Ειδικότερα, δρώντας υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και, αφού παρέλαβαν από τους υποψήφιους δανειολήπτες - πελάτες τους τα πραγματικά φορολογικά τους στοιχεία, στον πιο πάνω αναφερόμενο τόπο, κατασκεύασαν, με τη χρήση φωτοτυπικού μηχανήματος και ηλεκτρονικού υπολογιστή, και υπέβαλαν στο άνω Κατάστημα της Τράπεζας: 1) Στις 8-3, 31-3 και 24-05-20Θ6, για τον Α. Ν. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 430.000 ευρώ: α) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006 και Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, με δηλωθέν εισόδημα από μισθούς, ημερομίσθια κλπ, που ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται, στο μεν εκκαθαριστικό σημείωμα, στο ποσό των 49.179,47 ευρώ, στη δε φορολογική δήλωση, στο ποσό των 32.519,47 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, για το έτος 2006, ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε, β) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, μηνός Απριλίου 2006, που φέρεται ότι εξέδωσε ο Θ. Α., ιδιοκτήτης πρακτοριακής επιχείρησης, ΠΡΟΠΟ Λαχεία, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 2006, με καθαρές αποδοχές 2.894,33 ευρώ, ενώ τούτο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. 2) Την 27-07-2006, για τον Α. Π. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 85.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005 και Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005 και 2006, με δηλωθέν εισόδημα από μισθούς, ημερομίσθια κλπ, που ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται, στο ποσό των 37.610,70 ευρώ, για το έτος 2005, και στο ποσόν των 37.940,03 ευρώ, για το έτος 2006, καθόσον στην πραγματικότητα είχε δηλώσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, για το έτος 2005, ζημία 6.450 ευρώ από ακαθάριστα έσοδα 8,830 ευρώ, για δε το έτος 2006 είχε δηλώσει κέρδη 1.260 ευρώ από ακαθάριστα έσοδα 6.880 ευρώ, 3) την 23-06-2006 για τον Α. Ά και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 182.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Μαρτίου 2006, που φέρεται ότι εξέδωσε η ΑΤΕΒΕ Φ. Σ., Ανώνυμη Τεχνική Εμπορική Βιομηχανική Εταιρεία, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος κατά το μήνα Μάρτιο του έτους 2006, με καθαρές αποδοχές 1.240 ευρώ, ενώ ουδέποτε εργάσθηκε στην ως άνω επιχείρηση. 4) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 09-2-2006, για την 18π κατηγορουμένη, Β. Α., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 164.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004 και 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 21.210,58 ευρώ και 23.310,90 ευρώ αντίστοιχα, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια ΔΟΥ Κοζάνης ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσόν, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε, για το έτος 2004, για δε το έτος 2005 ανέρχεται στο ποσόν των 2.892,07 ευρώ. 5) Την 28-7-2006, για τον Β. Α. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 17.254,71 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια ΔΟΥ Ιωνίας Θεσσαλονίκης ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσόν, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε. 6) Στις 5-6 και 20-06-2006, για τον Β. Λ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 390.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006 και Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, με δηλωθέν εισόδημα από μισθούς, ημερομίσθια κλπ, που ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 47.963,25 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Κιάτου ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε. 7) Την 27-02-2006, για τον 20° κατηγορούμενο, Β. Η., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 216.750 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 25.118,40 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, καθώς και μια ετήσια βεβαίωση αποδοχών που φέρεται ότι εξέδωσε ο Δ. Ν., ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης, μαρμαρογλυφείου - επεξεργασίας μαρμάρων, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι ο άνω κατηγορούμενος εργαζόταν, αμειβόμενος, για το έτος 2004, με καθαρό ετήσιο εισόδημα 36.513,90 ευρώ, ενώ ουδέποτε εργάστηκε στην επιχείρηση αυτή, β) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 25.118,40 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος, αρχική ή τροποποιητική στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, κατά το έτος 2005, γ) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Οκτωβρίου 2005, που, ομοίως, φέρεται ότι εξέδωσε ο ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης, μαρμαρογλυφείου - επεξεργασίας μαρμάρων, Δ. Ν., για καταβολή καθαρών αποδοχών στον άνω κατηγορούμενο 2.069,49 ευρώ, το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ουδέποτε αυτός εργάστηκε στην ως άνω επιχείρηση. 8) Στις 26-03-2006 και 23-06-2006, για την Γ. Α. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 385.200 ευρώ, κατασκεύασαν με τον ανωτέρω τρόπο, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 28.034,03 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Λαγκαδά Θεσσαλονίκης ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε. 9) Την 26-06-2006 για τον Δ. Κ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 240.000 ευρώ, κατασκεύασε με τον άνω τρόπο Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 32.846,11 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια ΔΟΥ Γιαννιτσών ανέρχεται στο ποσό των 2.846,11 ευρώ. 10.Α) την 06-04-2006, για τη Δ. Φ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 295.137 ευρώ, κατασκεύασε με τον άνω τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 28.040,92 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος, αρχική ή τροποποιητική, στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Γρεβενών, κατά το έτος 2005, β) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Οκτωβρίου 2005, που φέρεται ότι εξέδωσε η Κ. Μ., ιδιοκτήτρια ατομικής επιχείρησης, ασφαλιστικής πρακτορείας, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν η Δ. Φ., αμειβόμενη κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005, με καθαρές αποδοχές 1.741,53 ευρώ, ενώ ουδέποτε εργάστηκε στην ως άνω επιχείρηση. 10.Β) την 06-04-2006, για τον Σ. Δ. (κατά του οποίου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, η οποία έπαυσε λόγω θανάτου του με το παραπεμπτικό βούλευμα),ως εγγυητή του άνω δανείου της Δ. Φ. , συνολικού ύψους 295.137 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004 και Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν ετήσιο εισόδημά του από μισθωτές υπηρεσίες ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στα ποσά των 27.285,42 ευρώ και 32.010,42 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια ΔΟΥ Ζ' Θεσσαλονίκης ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσόν, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε, για το έτος 2004, για δε το έτος 2005 ανέρχεται στο ποσόν των 1.600 ευρώ. 11) Την 26-04-2006, για τον Ε. Ξ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 26.110,90 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα είναι κατά πολύ χαμηλότερο, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε, 12) Την 12-05-2006, για την Ζ. Β. Β. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 20.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 23.250 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε. 13) Την 6-6-2006, για τη Ζ.- Β. Ε. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά της ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 39.070,10 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα είναι κατά πολύ χαμηλότερο, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε. 14) Την 10- 04-2006, για τον Κ. Κ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 27.913,38 ευρώ, κατασκεύασαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 31.090,70 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε. 15) Την 24-2-2006, για την Κ. Σ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 17.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 22.175 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΣΤ' Θεσσαλονίκης ανέρχεται σε 2.310,78 ευρώ, β) μία (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών έτους 2004, που φέρεται ότι εξέδωσε η εταιρία ΕΠΕ Φρέσκο, τρόφιμα - ποτά, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν αυτή, αμειβόμενη με καθαρές αποδοχές 19.992 ευρώ ετησίως, ενώ στην πραγματικότητα η εταιρία αυτή ήταν ανύπαρκτη, και γ) μια μία (1) έγγραφη βεβαίωση μισθοδοσίας μηνός, που φέρεται ότι εξέδωσε η ανωτέρω εταιρία, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν αυτή, αμειβόμενη με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.700 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα η εταιρία αυτή ήταν ανύπαρκτη. 16) την 11-11-2005, για τον 11° κατηγορούμενο, Π. Α., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 180.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 17.212 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΣΤ' Θεσσαλονίκης ανέρχεται στο ποσόν των 1.989,79 ευρώ . β) Μία (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών έτους 2004, που φέρεται ότι εξέδωσε η εταιρία ΕΠΕ Φρέσκο, τρόφιμα - ποτά, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν η σύζυγος του,- που θα υπέγραφε ως εγγυήτρια στη σύμβαση δανείου,- αμειβόμενη με καθαρές αποδοχές 19.992 ευρώ, ετησίως, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρία αυτή ήταν ανύπαρκτη, και γ) μία (1) έγγραφη βεβαίωση μισθοδοσίας μηνός, που φέρεται ότι εξέδωσε η ανωτέρω εταιρία, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν η σύζυγος του, αμειβόμενη με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.700 ευρώ, ενώ η εταιρία αυτή ήταν ανύπαρκτη. 17) Την 15-02-2006, για τον Κ. Ι. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 115.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004 και 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 17.210,75 ευρώ, για το έτος 2004, και στο ποσόν των 19.510,75 ευρώ, για το έτος 2005, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Νάουσας ανέρχεται στο ποσόν των 8.176,88 ευρώ, για το έτος 2004, και στο ποσόν των 6.000 ευρώ, για το έτος 2005. 18) Την 17-01-2006, για τον 5° κατηγορούμενο, Κ. Κ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 421.644,94 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 32.995,20 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος, για το οικονομικό έτος 2005, β) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Νοεμβρίου 2005, που φέρεται ότι εξέδωσε η Μ. Κ., ασφαλιστικός πράκτορας, στην επιχείρηση της οποίας ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005, με καθαρές αποδοχές 2.604 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάσθηκε στην ως άνω επιχείρηση. 19) Την 23-3-2006, για τον Κ. Π. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 20.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον προεκτεθέντα τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημα του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 32.000 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε. 20) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως σε χρονικό διάστημα εντός του 2006, για τον Κ. Ν., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 240.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον προεκτεθέντα τρόπο, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004 και 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στα ποσά των 17.295,49 ευρώ και 19.218,45 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΣΤ' Θεσσαλονίκης ανέρχεται στο ποσόν των 1.101,55 ευρώ, για το έτος 2004, και στο ποσόν των 2.143,04 ευρώ, για το έτος 2005. 21) Την 12-7-2006, για τον Κ. Ι. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον προεκτεθέντα τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 39.803 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα το εισόδημά του ήταν κατά πολύ χαμηλότερο, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε. 22) Την 11-04-2006, για την 6π κατηγορούμενη, Κ. Ε., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 257.305 ευρώ, κατασκεύασαν με τον προεκτεθέντα τρόπο Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 26.119,54 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ανέρχεται στο ποσόν των 16.119,54 ευρώ. 23) Την 08-12-2005, για τον 7° κατηγορούμενο, Λ. Ε., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 417.410 ευρώ, κατασκεύασαν με τον προεκτεθέντα τρόπο, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2003, 2004 και 2005, όπου τα δηλωθέντα εισοδήματα (κέρδη) από εμπορικές επιχειρήσεις κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχονται στα ποσά των 41.513,42 ευρώ, 43.913,47 ευρώ και 56.379,31 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα δήλωσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ζ' Θεσσαλονίκης, για το έτος 2003, εισόδημα 12.750 ευρώ, για το έτος 2004, ζημία 3.700 ευρώ και, για το έτος 2005, εισόδημα 16.370 ευρώ συν μεταφερομένη ζημία 3.670 ευρώ. 24) Στις 20-02-2006, για την 19η κατηγορούμενη, Μ. Α., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 235.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον προεκτεθέντα τρόπο, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004 και 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 19.110,40 ευρώ και 21.915,42 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα το δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς, για το έτος 2004, ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε, για δε το έτος 2005, ανέρχεται στο ποσόν των 9.502,48 ευρώ. 25) Την 20-06-2006, για τον 8° κατηγορούμενο, Μ. Ν., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 390.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον προεκτεθέντα τρόπο, α) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005 και 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 40.125,33 ευρώ και 43.010 ευρώ, αντίστοιχα, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσόν, το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε, β) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006 όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 43.010 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμάτας ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό., το ακριβές ύψος του οποίου δεν διακριβώθηκε. 26) Την 11-5-2006, για την Μ. Μ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 9.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον προεκτεθέντα τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 18.890,53 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΣΤ' Θεσσαλονίκης δεν υπερέβαινε το ποσόν των 9.100 ευρώ, β) μία (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών, από 02/05 έως 31/12/2005, που φέρεται ότι εξέδωσε η "ΠΥΡΣΟΣ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ ΑΕ", στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενη, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με καθαρές αποδοχές 6.092,17 ευρώ, ενώ δεν προέκυψε ότι εργάσθηκε στην άνω επιχείρηση, και γ) μία (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών, από 01/01/05 έως 30/04/2005 που φέρεται ότι εξέδωσε ο Θ. Σ., ιδιοκτήτης επιχείρησης τυπωτηρίου υφασμάτων, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι αμειβόταν, εργαζομένη, κατα το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με καθαρές αποδοχές 18.890,53 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα αμειβόταν με ημερομίσθιο 26 ευρώ, και ως εκ τούτου η αμοιβή της για το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν υπερέβαινε το ποσόν των 2.600 ευρώ. 27.Α) Την 9-02-2006, για την 4η κατηγορούμενη, Μ. Α., και προκειμένου να λάβει δάνεια, συνολικού ύψους 201.676 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004 και 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 16.100,50 ευρώ και 16.850 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα το δηλωθέν εισόδημά της στην αρμόδια Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης ανέρχεται στο ποσόν των 6.622.87 ευρώ, για το έτος 2004, και στο ποσόν των 8.000 ευρώ, για το έτος 2005. 27.Β) Την 9-02-2006, για την Μουστάκα Ιωάννα (για την οποία η ποινική δίωξη έπαυσε λόγω θανάτου της με το παραπεμπτικό βούλευμα), ως εγγυήτρια των άνω δανείων της Μ. Α., συνολικού ύψους 201.676 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από ατομική επιχείρηση ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 31.168,14 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ανέρχεται στο ποσόν των 889,57 ευρώ. 28) Την 5-06-2006, για τον Μ. Α. και προκειμένου να λάβει δάνεια, συνολικού ύψους 390.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006 και Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, με δηλωθέν εισόδημα από μισθούς, ημερομίσθια κλπ, που ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 44.415,83 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Νευροκοπίου, για το έτος 2006, ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε. 29) Την 23-03-2006, για την Ξ. Π., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 11.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 27.019,75 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αμπελοκήπων ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε, β) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, μηνός Μαΐου 2005, που φέρεται ότι εξέδωσε η Μ. Δ., ιδιοκτήτης μπάρ, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενη κατά το μήνα Μάϊο του έτους 2005, με καθαρές αποδοχές 893 ευρώ, ενώ δεν προέκυψε ότι εργάσθηκε ποτέ στην εν λόγω επιχείρηση, γ) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, μηνός Δεκεμβρίου 2005, που φέρεται ότι εξέδωσε η Μ. Δ., ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης Ίντερνετ-καφέ, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενη κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2005, με καθαρές αποδοχές 1.259,31 ευρώ, ενώ δεν προέκυψε ότι εργάσθηκε ποτέ στην εν λόγω επιχείρηση, δ) μία (1) βεβαίωση αποδοχών, έτους 2004, που φέρεται ότι εξέδωσε η Μ. Δ., ιδιοκτήτης ατομικής επιχείρησης Ίντερνετ-καφέ, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενη, κατά το έτος 2004, με καθαρές αποδοχές 19.992 ευρώ, ενώ δεν προέκυψε ότι εργάσθηκε ποτέ στην εν λόγω επιχείρηση. 30) Την 24-05-2006, για τον 10° κατηγορούμενο, Ο. Γ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 2.400.000 ευρώ, κατασκεύασε με τον άνω τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από εμπορικές επιχειρήσεις ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 65.790,60 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα δεν υπερέβαινε το ποσόν των 3.500 ευρώ. 31) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 12-04-2006, για τον ίδιο τον 2° κατηγορούμενο, Π. Β., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 20.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, μια (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών για το έτος 2004 που φέρεται ότι εξέδωσε η επιχείρηση ΚΙΕΡΟ-ΚΑΦΕ Α.Ε, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος, κατά το έτος 2004, με καθαρές αποδοχές 18.983,11 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα τα εισοδήματά του, κατά το ίδιο έτος (2004), που είχε δηλώσει και στην αρμόδια ΔΟΥ ΣΤ' Θεσσαλονίκης, ως προερχόμενα από ακίνητα, ανέρχονταν στο ποσόν των 16.808,25 ευρώ. 32) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 19-04-2006, για τον Π. Γ., και προκειμένου να λάβει δάνεια, συνολικού ύψους 90.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004, 2005 και 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στα ποσά των 38.114 ευρώ, 39.250 ευρώ και 43.780 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Γρεβενών ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε, για τα έτη 2004 και 2006, ενώ για το έτος 2005, ανέρχεται στο ποσόν των 13.921,08 ευρώ. 33) Την 04-04-2006, για την Π. Μ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 290.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 30.800,76 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε, β) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθωτές υπηρεσίες ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 21.138,03 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε. 34) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 07-06-2006, για την Π. Κ., και προκειμένου να λάβει δάνεια, συνολικού ύψους 996.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Μηχανογραφικό Δελτίο Οικονομικών Στοιχείων Επιχειρήσεων και Επιτηδευματιών Οικονομικού Έτους 2004, 2005 και 2006, όπου ψευδώς αναφέρεται ότι η εταιρία "Κ. Π. και ΣΙΑ ΕΕ" , της οποίας ήταν ομόρρυθμο μέλος, είχε φορολογητέα έσοδα ανερχόμενα στα ποσά των 274.950 ευρώ, 322.395,78 ευρώ και 321.296,55 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ τα πραγματικά δηλωθέντα από αυτήν ποσά στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. αφορούσαν ζημίες ποσού 482.300 ευρώ, για το έτος 2004, 420.910 ευρώ, για το έτος 2005, και 377.600 ευρώ, για το έτος 2006, και όχι κέρδη. 35) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 30-6-2006, για την Π. Κ. Κ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου ψευδώς αναφέρεται ότι είχε δηλώσει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες 37.542,63 ευρώ, καθόσον διέμενε στη Στουτγάρδη και δεν προέκυψε ότι είχε υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος για το έτος 2006 στην αρμόδια ΔΟΥ. 36) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 12-7-2006, για τον Π. Ε. και προκειμένου να λάβει δάνεια, συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 39.687,12 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα το δηλωθέν εισόδημά του ανέρχεται πολύ χαμηλότερο ποσόν, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε. 37) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 29-3-2006, για τον Π. Σ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 18.610,50 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 39.117,50 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε. 38) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 13-02-2006, για τον 12° κατηγορούμενο, Σ. Δ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 487.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005 και 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 45.115,82 ευρώ και 52.290,19 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε, β) μία (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών έτους 2005, που φέρεται ότι εξέδωσε ο Δ. Λ., με επιχείρηση ραπτομηχανών, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος, κατά το έτος 2005, με καθαρές αποδοχές 33.615,12 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάσθηκε στην ως άνω επιχείρηση. 39.Α) σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 13-02-2006, για την 13ί κατηγορούμενη, Σ. Β., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 180.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημα της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 20.720 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε είχε υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος, για το έτος 2005, στην αρμόδια ΔΟΥ, β) μία (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών, έτους 2004, που φέρεται ότι εξέδωσε ο Θ. Μ., ως διατηρών γραφιστική-εκτυπωτική επιχείρηση, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν αυτή, αμειβομένη με καθαρές αποδοχές 20.720 ευρώ, ετησίως, ενώ ουδέποτε εργάσθηκε στην εν λόγω επιχείρηση, ούσα φοιτήτρια κατά το έτος 2004. 39.Β) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 13-02-2006, για την 17'1 κατηγορούμενη, Χ. Π., ως εγγυήτρια του δανείου της Σ. Β., συνολικού ύψους 180.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από ατομική επιχείρηση ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 45.930 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ανέρχεται στο ποσόν των 2.700 ευρώ, β) Μηχανογραφικό δελτίο Οικονομικών Στοιχείων Επιχειρήσεων και Επιτηδευματιών Οικονομικού Έτους 2005, όπου τα φορολογητέα καθαρά κέρδη ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχονται στο ποσό των 45.930 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα το δηλωθέν εισόδημά της στην Α' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης ανέρχεται στο ποσόν των 2.700 ευρώ. 40) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 10-03-2006, για την Σ. Δ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου ψευδώς αναφέρεται δηλωθέν εισόδημα αυτής από μισθούς, ημερομίσθια κλπ, ποσού 28.050,70 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε μέχρι το έτος 2006 είχε υποβάλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης. 41) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 26-5-2006, για τον Σ. Ν. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 19.550 ευρώ, από γεωργικές επιχειρήσεις, β) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από γεωργικές επιχειρήσεις ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 30.100 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ε' Θεσσαλονίκης, για τα έτη 2005 και 2006 ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε. 42) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 26-04-2006, για την Σ. Ε. και προκειμένου να λάβει δάνεια, συνολικού ύψους 7.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 38.792,79 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ζ' Θεσσαλονίκης ανέρχεται στο ποσόν των 8.792,79 ευρώ. 43) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 25-4-2006, για τον Σ. Σ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ. ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 42.370,10 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Τούμπας Θεσσαλονίκης ανέρχεται σε πολύ χαμηλότερο ποσό, το ακριβές ύψος του οποίου δε διακριβώθηκε. 44) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 29-11- 2005, για τον 14° κατηγορούμενο, Σ. Π. και προκειμένου να λάβει δάνεια, συνολικού ύψους 363.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004 και 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στα ποσά των 46.759,14 ευρώ και 49.570,15 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Γ Θεσσαλονίκης ανέρχεται στο ποσόν των 6.759,14 ευρώ, για το έτος 2004, και στο ποσόν των 17.960 ευρώ, για το έτος 2005, β) από μία (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών έτους 2003 και 2004, που φέρεται ότι εξέδωσε η επιχείρηση καφετέριας της "ΗΑΒΙΒ SAAD και ΣΙΑ ΕΕ", στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος κατά τα ανωτέρω έτη, με καθαρές αποδοχές 46.759,14 ευρώ και 49.570,15 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ στην πραγματικότητα εργαζόταν στην καφετέρια του Ι. Α., με καθαρές αποδοχές 6.759,14 ευρώ, για το 2004, και 17.960, για το 2005. 45) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 22-12- 2005, για τον Τ. Ι. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 5.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθωτές υπηρεσίες ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 12.012,19 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ανέρχεται σε 2.470 ευρώ, β) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Αυγούστου 2005, που φέρεται ότι εξέδωσε η επιχείρηση, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ε.Π.Ε., στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2005, με καθαρές αποδοχές 1.208,25 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάσθηκε στην εν λόγω επιχείρηση, γ) μία (1) έγγραφη βεβαίωση, που φέρεται ότι εξέδωσε η επιχείρηση, ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ Ε.Π.Ε., στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος κατά το μήνα Αύγουστο του έτους 2005, με καθαρές αποδοχές 1.208,25 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάσθηκε στην εν λόγω επιχείρηση. 46) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 24-11- 2005, για τον Τ. Ι. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 55.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 28.060,02 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα ανέρχεται στο ποσόν των 8.060,02 ευρώ, β) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, μηνός Οκτωβρίου 2005, που φέρεται ότι εξέδωσε η επιχείρηση, LUXOMEDICA Ε.Π.Ε., στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 2005, με καθαρές αποδοχές 1.687,70 ευρώ, ενώ δεν προέκυψε ότι εργάσθηκε στην άνω επιχείρηση, γ) μία (1) έγγραφη βεβαίωση αποδοχών έτους 2004 και 2005, που φέρεται ότι εξέδωσε η επιχείρηση, LUXOMEDICA Ε.Π.Ε., στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν στην ως άνω επιχείρηση, αμειβόμενος κατά τα έτη 2004 και 2005, με καθαρές αποδοχές 28.224 ευρώ και 49.832,04 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ δεν προέκυψε ότι εργάσθηκε ποτέ στην άνω επιχείρηση. 47) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 08-02-2006, για τον 15° κατηγορούμενο, Τ. Κ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 471.500 ευρώ κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004, 2005 και 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στα ποσά των 33.542,98 ευρώ, 42.150,47 ευρώ και 33.048 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Τούμπας Θεσσαλονίκης, για το έτος 2005 είναι μηδενικό, για δε τα έτη 2004 και 2006 δεν υπέβαλε δήλωση φορολογίας εισοδήματος. 48) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 11-7-2006, για τον Τ. Β. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 28.311,76 ευρώ, από μισθωτές υπηρεσίες, ενώ στην πραγματικότητα ανέρχεται στο ποσόν των 19.010,36 ευρώ. 49) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 26-4-2006, για τον 44ο κατηγορούμενο Χ. - Κ. Κ. και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 31.090,48 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Πολυγύρου, για το έτος 2006, ήταν μηδενικό, καθόσον ήταν στρατευμένος. 50) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 25- 01-2006, για την 16π κατηγορούμενη, Χ. Σ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 272.450 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δηλώσεις Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2004 και 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά της από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στα ποσά των 22.008,42 ευρώ και 22.243,33 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης ανέρχεται στο ποσόν των 2.243,33 ευρώ, για το έτος 2005, ενώ για το έτος 2004 το δηλωθέν εισόδημα είναι μηδενικό. 51) Σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο και πάντως εντός μηνός προ της 04-11- 2005, για τον 9° κατηγορούμενο, Μ. Θ., και προκειμένου να λάβει δάνεια συνολικού ύψους 756.730 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2005, όπου το δηλωθέν εισόδημά του από μισθούς, ημερομίσθια κλπ ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 38.981,25 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Τούμπας Θεσσαλονίκης, για το έτος 2005, ήταν μηδενικό. 52) Στις 24.8.2006, για τον Μ. Σ. και προκειμένου να λάβει δάνειο ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006 και Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, με δηλωθέν εισόδημα από μισθούς, ημερομίσθια κλπ, που ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 21.138,03 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτόν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης είναι μηδενικό, β) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, μηνός Ιουλίου 2006, που φέρεται ότι εξέδωσε ο Σ. Μ., ιδιοκτήτης πρακτορειακής επιχείρησης, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενος κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2006, με αποδοχές 1.541,44 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάστηκε στην εν λόγω επιχείρηση, δεδομένου ότι κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο ήταν κάτοικος Στουτγάρδης Γερμανίας. 53) Στις 24.8.2006, για τη Ε. Π. και προκειμένου να λάβει δάνειο ύψους 10.000 ευρώ, κατασκεύασαν με τον άνω τρόπο, α) Εκκαθαριστικό Σημείωμα Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006 και Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος Οικονομικού Έτους 2006, με δηλωθέν εισόδημα από μισθούς, ημερομίσθια κλπ, που ψευδώς αναφέρεται ότι ανέρχεται στο ποσό των 21.315,23 ευρώ, ενώ το πραγματικό δηλωθέν από αυτήν εισόδημα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης ανέρχεται στο ποσόν των 567,00 ευρώ, γ) μία (1) έγγραφη εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας, μηνός Ιουλίου 2006, που φέρεται ότι εξέδωσε ο Θ. Μ., ιδιοκτήτης επισιτιστικής επιχείρησης, στην οποία ψευδώς αναφέρεται ότι εργαζόταν, αμειβόμενη κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2006, με αποδοχές 1.559,62 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα ουδέποτε εργάστηκε στην εν λόγω επιχείρηση, δεδομένου ότι κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο ήταν κάτοικος Στουτγάρδης Γερμανία. Είναι δε άτομα που διαπράττουν πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της πλαστογραφίας και από την υποδομή και οργάνωση που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, διατηρώντας μεσιτικό γραφείο για την προσέλκυση πελατών και χρησιμοποιώντας φωτοτυπικά μηχανήματα και ηλεκτρονικούς υπολογιστές, για την κατάρτιση των πλαστών, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος καθώς και σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, το δε συνολικό επιδιωκόμενο όφελος, με αντίστοιχη ζημία της Τράπεζας, υπερβαίνει το ποσόν των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, το ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και το ποσόν των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ." Β) Στη Θεσσαλονίκη και στους ανωτέρω αναφερομένους (στην πράξη της πλαστογραφίας, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος, Η. Π. και αθώος ο δεύτερος κατηγορούμενος, Β. Π.) χρόνους,-- κατά τους οποίους κατήρτισαν και συγχρόνως υπέβαλαν αυτοί στην Τράπεζα τα πλαστά φορολογικά στοιχεία για καθένα των εκεί (ήτοι στην πράξη της πλαστογραφίας) και παρακάτω αναφερομένων πελατών και συγκατηγορουμένων τους, - οι 1°, 2°ς και 3°ς των κατηγορουμένων, δηλαδή οι Η. Π., Β. Π. και Β. Α., με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος και στρέφονται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263Α περ. β'του ΠΚ, και δη εδρεύουας στην ημεδαπή, κατά το νόμο και το καταστατικό της, τράπεζας, ενεργώντας από κοινού και με τους παρακάτω αναφερομένους συγκατηγορουμένους τους (δανειολήπτες), αλλά και κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό ν' αποκομίσουν οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι, καθώς και οι εκ των συγκατηγορουμένων τους δανειολήπτες, παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, και δή την περιουσία της τράπεζας, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει τους παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, το δε επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος που επετεύχθη, προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, το ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Ειδικότερα, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων από κοινού και με τους συγκατηγορουμένους τους-δανειολήπτες, που θα εκτεθούν παρακάτω, με σκοπό να αποκομίσουν ο πρώτος και δεύτερος και οι εκ των συγκατηγορουμένων τους δανειολήπτες παράνομο περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 3.902.803,44 ευρώ, με τη χορήγηση στους τελευταίους ισόποσου δανείου από την πολιτικώς ενάγουσα , Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος,- μέρος του οποίου (εκτός από την προμήθεια του 1 % επί του ποσού κάθε συνομολογηθέντος δανείου που είχε συμφωνηθεί με την Τράπεζα ως μεσιτική αμοιβή), οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων απέβλεπαν, κατά τη συμφωνία τους με τους εκ των συγκατηγορουμένων τους δανειολήπτες, να αποκομίσουν οι ίδιοι ως επιπλέον αμοιβή, το ακριβές ύψος της οποίας δε διακριβώθηκε,-- παρέστησαν στους αρμοδίους για την έγκριση και χορήγηση των δανείων υπαλλήλους της Τράπεζας ότι οι εξ αυτών δανειολήπτες, που αναφέρονται παρακάτω (οι οποίοι δεν είχαν τις προϋποθέσεις δανειοδότησης, λόγω χαμηλών ή ανυπάρκτων εισοδημάτων) είναι αξιόπιστοι και οικονομικά φερέγγυοι, με ικανά εισοδήματα προς δανειοδότηση, πράγμα που ήταν ψευδές και γνώριζαν ότι ήταν ψευδές, με αποτέλεσμα να πειστούν οι άνω υπάλληλοι της Τράπεζας για την πιστοληπτική τους ικανότητα και, στη συνέχεια, να εγκρίνουν τη χορήγηση σαυτούς των αιτουμένων δανείων, συνολικού ποσού 3.902.803,44 ευρώ, προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, λόγω του ότι οι άνω συγκατηγορούμενοί τους, δανειολήπτες, δεν είχαν στην πραγματικότητα ούτε πρόθεση, αλλά ούτε και δυνατότητα να αποπληρώσουν τα ληφθέντα δάνεια, λόγω χαμηλών ή ανυπάρκτων εισοδημάτων. Πιο συγκεκριμένα, οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων, αφού κατασκεύασαν τα αναφερόμενα στην άνω πράξη της πλαστογραφίας ( για την οποία κηρύχθηκε ο πρώτος, ένοχος, και ο δεύτερος, αθώος), πλαστά φορολογικά στοιχεία των εκεί και παρακάτω αναφερομένων πελατών του γραφείου τους και συγκατηγορουμένων τους- υποψηφίων δανειοληπτών, με αλλοίωση των πραγματικών επι μέρους στοιχείων τούτων, ώστε να φαίνονται ότι έχουν ικανά εισοδήματα προς δανειοδότηση, ενεργώντας από κοινού και σε συνεννόηση με τους τελευταίους που τελούσαν σε γνώση της πλαστότητας, - εξαιρουμένων των Β. Π., Κ. Κ., Ε. Κ., Β. Σ. και Δ. Σ. που δεν γνώριζαν την πλαστότητα και ενήργησαν εν αγνοία τους,- κατά τους αναφερομένους στην πράξη της πλαστογραφίας χρόνους για έκαστο από τους εν λόγω συγκατηγορουμένους τους - υποψήφιους δανειολήπτες, υπέβαλαν, κατ' εντολή και για λογαριασμό των τελευταίων, στο Κατάστημα Νέας Κρήνης της Τράπεζας, τα πλαστά φορολογικά τους στοιχεία, παριστάνοντας ψευδώς στην Τράπεζα ότι είναι αξιόπιστοι και οικονομικά φερέγγυοι, με ικανά εισοδήματα προς δανειοδότηση. Τα πλαστά δε αυτά φορολογικά στοιχεία, μαζί με αιτήσεις τούτων, που είχαν αυτοί συνυποβάλει για χορήγηση στους εκ των συγκατηγορουμένων τους δανειολήπτες των παρακάτω αναφερομένων δανείων, παρέλαβε, στη συνέχεια, σε συνεννόηση με τους πρώτο και δεύτερο κατηγορουμένους, ο αρμόδιος για τον έλεγχο των εν λόγω φορολογικών στοιχείων, υπάλληλος του άνω Καταστήματος Νέας Κρήνης της Τράπεζας, τρίτος κατηγορούμενος, ο οποίος, εν γνώσει της πλαστότητας, τα ψευδή στοιχεία των ως άνω πλαστών φορολογικών στοιχείων, μαζί με τις αιτήσεις για δανειοδότηση των παρακάτω αναφερομένων εκ των συγκατηγορουμένων του δανειοληπτών, προώθησε στους αρμόδιους για την έγκριση και χορήγηση των δανείων υπαλλήλους της Διεύθυνσης Κτηματικής Πίστεως της Τράπεζας, παριστάνοντας σ'αυτούς ψευδώς ότι έχει προβεί στους αναγκαίους ελέγχους των ανωτέρω φορολογικών στοιχείων και ότι αυτά ανταποκρίνονται στην αλήθεια, εμφανίζοντας τους εν λόγω συγκατηγορουμένους του αξιόπιστους και οικονομικά φερέγγυους. Έτσι, με τις ψευδείς ως άνω παραστάσεις, στις οποίες προέβησαν από κοινού κατόπιν συναπόφασης οι προεκτεθέντες κατηγορούμενοι, πέτυχαν να παραπλανηθούν οι ανωτέρω αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας για την πιστοληπτική ικανότητα των εξ αυτών δανειοληπτών, που αναφέρονται παρακάτω, και, στη συνέχεια, να εγκρίνουν τη χορήγηση σ'αυτούς από την Τράπεζα των δανείων που αιτήθηκαν ως άνω, συνολικού ποσού 3.902.803,44 ευρώ, προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα. Πιο αναλυτικά, οι άνω κατηγορούμενοι, με την απατηλή τους συμπεριφορά πέτυχαν να συνάψουν ειδικότερα οι εξ αυτών, α) Π. Α., την 27-07-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ποσού 10.000 ευρώ, η πρώτη, και 75.000 ευρώ, η δεύτερη, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, την 2-8-2006 το συνολικό ποσόν των 85.000 ευρώ, β) Α. Β., στις 13-2- 2006, τη με αριθμό ... σύμβαση δημιουργίας χρεωστικού υπόλοιπου σε τρεχούμενο λογαριασμό καταθέσεων, ποσού 4.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 13-2-2006, το ανωτέρω ποσό, γ) Η. Β., την 27- 02-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 54.300 ευρώ και 162.450 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 03-03-2006, το συνολικό ποσό των 216.750 ευρώ, δ) Δ. Φ., την 06-04-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 55.000 ευρώ και 240.137 ευρώ, αντίστοιχο 31 εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 6-04-2006, το ποσόν των 55.000 ευρώ και την 17-04-2006 το ποσόν των 240.137 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσόν των 295.137 ευρώ, ε) Β. Ζ., στις 12-5-2006, 27-07-2006 και 08-08-2006, τις με αριθμό ... συμβάσεις ανοικτού προσωπικού δανείου, η πρώτη, αυξητική- τροποποιητική, η δεύτερη, και δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου σε τρεχούμενο λογαριασμό καταθέσεων, η τρίτη, συνολικού ποσού 20.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό το ανωτέρω ποσό, στ) Β. - Ζ. Ε., στις 6-6-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ποσού 10.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό το ανωτέρω ποσό, ζ) Σ. Κ., στις 24-2-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ποσού 17.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό το ανωτέρω ποσό, η) Κ. Κ., την 31- 05-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 332.644,94 ευρώ και 73.000 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 21-07-2006, το συνολικό ποσό των 405.644,94 ευρώ, στις 19-01-2006 δε συνήψε τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ύψους 6.000 ευρώ, και στις 09-02- 2006, συνήψε τη με αριθμό ... σύμβαση προσωπικού δανείου "καταναλωτική πίστη", ύψους 10.000 ευρώ, τα οποία ποσά εισέπραξε την ίδια μέρα, ήτοι το συνολικό ποσόν των 421.644,94 ευρώ, θ) Ε. Κ., την 14-06-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 180.805 ευρώ και 76.500 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 29-06-2006, το συνολικό ποσόν των 257.305 ευρώ, ι) Ε. Λ. , την 08-12-2005, τις συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, με αριθμό ..., ποσού 58.000 ευρώ, και με αριθμό ..., ποσού 312.000 ευρώ, ενώ την 3-2-2006, συνήψε τις με αριθμό ... συμβάσεις, ανοικτού προσωπικού δανείου, η πρώτη, και δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου σε τρεχούμενο λογαριασμό καταθέσεων, η δεύτερη, ποσού 5.000 ευρώ, η κάθε μία, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό τα ανωτέρω ποσά, συνολικού ύψους 380.000 ευρώ, ια) Α. Μ., την 18-04-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 126.676 ευρώ και 75.000 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 18-04-2006, το συνολικό ποσόν των 201.676 ευρώ, ιβ) Β. Π., στις 11- 04-2006, σύμβαση δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου σε τρεχούμενο λογαριασμό καταθέσεων, ποσού 4.000 ευρώ, και στις 12-04-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ποσού 6.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό τα ανωτέρω ποσά, ήτοι των 10.000 ευρώ συνολικά, ιγ) Γ. Π., την 05-06-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων 35.000 ευρώ, η πρώτη, και 55.000 ευρώ, η δεύτερη, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 05-06-2006, το συνολικό ποσόν των 90.000 ευρώ, ιδ) Μ. Π., στις 04-04-2006, σύμβαση δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου σε τρεχούμενο λογαριασμό καταθέσεων, ποσού 5.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό το ανωτέρω ποσό, ιε) Π. Κ. Κ., στις 30-6-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ποσού 10.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό το ανωτέρω ποσό, ιστ) Ε. Π., στις 12-7-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ποσού 10.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά σε τρόπο αυτό το ανωτέρω ποσό, ιζ) Σ. Π., στις 29-5-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση δανείου καταναλωτικής πίστης, ποσού 18.610,50 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό το ανωτέρω ποσό, ιη) Δ. Σ., στις 18-04-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ύψους 10.000 ευρώ και τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 114.400 ευρώ και 362.600 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 18-04-2006, το ποσόν των 10.000 ευρώ, στις 14-06-2006, το ποσόν των 114.400 ευρώ, στις 15-06-2006, το ποσόν των 362.600 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσόν των 487.000 ευρώ, ιθ) Β. Σ. (για τις οφειλές της οποίας εγγυήθηκε η Π. Χ.), την 15- 11-2005, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 50.000 ευρώ και 130.000 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, την 01-12-2005, το συνολικό ποσόν των 180.000 ευρώ, κ) Δ. Σ., στις 14-3-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ποσού 10.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό το ανωτέρω ποσό (ανεξαρτήτως του ότι η ίδια απαλλάσσεται ελλείψει δόλου, παρότι το ποσό του δανείου της δεν επιστράφηκε), κα) Π. Σ., στις 1-02-2006 και 9-02-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 277.000 ευρώ και 65.000 ευρώ, αντίστοιχα, τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ύψους 6.000 ευρώ, και τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ύψους 15.000 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό το συνολικό ποσόν των 363.000 ευρώ, κβ) Κ. Τ., στις 6-04-2006, τη με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ύψους 214.500 ευρώ, και τη με αριθμό ... σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, ύψους 42.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό τα ανωτέρω ποσά, ενώ στις 04-05- 2006 και στις 3-04-2006 συνήψε τη με αριθμό ... σύμβαση προσωπικού δανείου καταναλωτικής πίστης, ύψους 15.000 ευρώ, και τη με αριθμό ... σύμβαση δημιουργίας χρεωστικού υπολοίπου σε τρεχούμενο λογαριασμό, ύψους 5.000 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό τα ανωτέρω ποσά την ίδια μέρα, ήτοι το συνολικό χρηματικό ποσόν των 276.500 ευρώ, κγ) Σ. Χ., την 29-03-2006, τις με αριθμό ... και ... ιδιωτικές συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 179.950 ευρώ και 90.500 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό, στις 31-03-2006, το συνολικό ποσόν των 270.450 ευρώ, ενώ στις 21-01-2006 συνήψε τη με αριθμό ... σύμβαση ανοικτού προσωπικού δανείου, ύψους 2.000 ευρώ, το οποίο και εισέπραξε, ήτοι εισέπραξε συνολικά το ποσόν των 272.450 ευρώ, κδ) Θ. Μ., την 1-12-2005, τις με αριθμό ... και ... συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ύψους 155.450 ευρώ και 63.000 ευρώ, αντίστοιχα, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό τα ανωτέρω ποσά, ενώ, στις 14-12-2005 και στις 11-01-2006 συνήψε την με αριθμό 4129153781 σύμβαση προσωπικού δανείου καταναλωτικής πίστης, ύψους 7.000 ευρώ και 6.280 ευρώ, και εισέπραξε κατά τον τρόπο αυτό τα ανωτέρω ποσά την ίδια μέρα, ήτοι εισέπραξε το συνολικό ποσόν των 231.730 ευρώ. Το δε συνολικό ποσόν των δανείων που πέτυχαν να τους χορηγηθεί, προξενώντας ισόποση ζημία στην Τράπεζα, ανέρχεται, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, σε 3.902.803,44 ευρώ. Είναι δε οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τους άνω κατηγορουμένους άτομα που ενήργησαν κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης της απάτης που ως άνω διέπραξαν και την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος, καθώς και σταθερή ροπή τους προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, το συνολικό δε επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος που επετεύχθη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, και η αντίστοιχη προκληθείσα στην πολιτικώς ενάγουσα, Τράπεζα, ζημία υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000,00) ευρώ, αλλά και το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (€ 150.000)".

Με αυτά που δέχθηκε το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων πρώτος κατηγορούμενος μετά των συγκατηγορουμένων του, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 98, 216 παρ. 1, 2, 3, 263 Α περ.β και 386 παρ.1, 3 του Π.Κ. και άρθρο 1 παρ.1 του Ν.1608/1950, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρων εγκλημάτων για τα οποία αυτός καταδικάστηκε. Πλέον συγκεκριμένα όσον αφορά την πλαστογραφία και την χρήση πλαστού, αναφέρονται ο χρόνος, ο τόπος τελέσεως, ότι ο αναιρεσείων πρώτος κατηγορούμενος, με τη χρήση φωτοτυπικού μηχανήματος και ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατασκεύαζε εξ υπαρχής, νέα εκκαθαριστικά σημειώματα, και δηλώσεις φόρου εισοδήματος με αλλοιωμένα τα επιμέρους οικονομικά στοιχεία αυτών, καθώς και πλαστές βεβαιώσεις αποδοχών των υποψηφίων δανειοληπτών, με σκοπό αυτοί να φαίνονται ότι έχουν ικανά εισοδήματα προς δανειοδότηση. Ότι τα πλαστά αυτά δικαιολογητικά, μαζί με τις σχετικές αιτήσεις των υποψηφίων δανειοληπτών, υπέβαλε στο κατάστημα Νέας Κρήνης της υποστηρίζουσας την κατηγορία Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους τους αρμοδίους για την έγκριση δανείων υπαλλήλους της Τράπεζας, ότι αυτοί είναι αξιόπιστοι και οικονομικά φερέγγυοι και εντεύθεν να τους χορηγηθούν τα αιτούμενα δάνεια και να προσπορίσει σ' αυτούς συνολικά ως όφελος το ποσό των 11.883.326, 82 ευρώ, το οποίο ζητήθηκε συνολικά ως δάνειο με τις ανωτέρω αιτήσεις, βλάπτοντας κατά το ποσό αυτό την Τράπεζα. Όμως ο σκοπός του δεν ήταν να προσπορίσει περιουσιακό όφελος μόνο στους δανειολήπτες, αλλά και στον εαυτό του, διότι εκτός από την προμήθεια του ποσοστού 1% που είχε συμφωνηθεί ως μεσιτική αμοιβή με την Τράπεζα, καρπωνόταν αποκλειστικά ο ίδιος, κατόπιν συμφωνίας του με τους πελάτες ως αμοιβή και μέρος του δανείου.

Ότι στη χρήση των πλαστών εγγράφων ο αναιρεσείων ενήργησε από κοινού και σε συνεννόηση με τους περισσοτέρους εκ των δανειοληπτών, συγκατηγορουμένους του, οι οποίοι ενώ εγνώριζαν ότι δεν έχουν τις προϋποθέσεις για τη λήψη δανείου από την Τράπεζα, έδωσαν την εντολή στον αναιρεσείοντα να υποβάλει στην Τράπεζα, για λογαριασμό τους τα πλαστά δικαιολογητικά, εν γνώσει τους ότι τα είχε κατασκευάσει, έχοντας τον ίδιο σκοπό με αυτόν ήτοι να παραπλανηθούν οι αρμόδιοι για την έκδοση δανείων υπάλληλοι της Τράπεζας, ότι είναι αξιόπιστοι και οικονομικά φερέγγυοι και να πεισθούν να εγκρίνουν τη χορήγηση σ' αυτούς των αιτουμένων δανείων, προκειμένου να προσπορίσουν στον εαυτό τους όφελος αντίστοιχο με το συνολικό ποσό του αιτουμένου από αυτούς δανείου και με αντίστοιχη βλάβη της εν λόγω Τράπεζας.

Περαιτέρω, όσον αφορά την απάτη, αναφέρονται ο τόπος και ο χρόνος τελέσεως αυτής, οι συνθήκες τελέσεώς της, και ειδικότερα ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αναιρεσείων και ο τρίτος κατηγορούμενος Β. Α., ενεργώντας από κοινού, και δη ο πρώτος με τη χρήση των ως άνω πλαστών δικαιολογητικών, που αυτός υπέβαλε στην Τράπεζα, παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι γνήσια, και ο τρίτος, υπάλληλος και Προϊστάμενος του Τμήματος Στεγαστικής Καταναλωτικής Πίστης στο εν λόγω κατάστημα, έχοντας αρμοδιότητα την παραλαβή των αιτήσεων των πελατών της Τράπεζας που ζητούσαν δάνειο, και τον έλεγχο των απαιτουμένων δικαιολογητικών για τη διαπίστωση της πιστοληπτικής τους ικανότητας, εκμεταλλευόμενος τη θέση του αυτή, παρελάμβανε τα ανωτέρω δικαιολογητικά, τα οποία του υπέβαλλε ο αναιρεσείων για λογαριασμό των υποψηφίων δανειοληπτών με σχετική αίτηση, εν γνώσει του ότι αυτά είχαν κατασκευαστεί από τον πρώτο κατηγορούμενο και ήταν πλαστά. Στη συνέχεια δε αυτός, παριστάνοντας ψευδώς ότι έχει ελέγξει τα εν λόγω δικαιολογητικά και ότι είναι γνήσια, προωθούσε σε φόρμα τα αναληθή στοιχεία τούτων και τη φόρμα αυτή μαζί με τις αιτήσεις, διαβίβαζε (χωρίς τα δικαιολογητικά) στην Διεύθυνση Κτηματικής Πίστης της Τράπεζας στην Αθήνα, που ήταν αρμόδια για την έγκριση των δανείων, ότι η εν λόγω Υπηρεσία της Τράπεζας για την έγκριση των δανείων, θεωρούσε ως δεδομένο το αποτέλεσμα του ελέγχου των δικαιολογητικών των υποψηφίων δανειοληπτών που γινόταν στο Κατάστημα, και εφόσον από τους λοιπούς ελέγχους που ήταν αρμόδια να διενεργήσει, δεν προέκυπταν στοιχεία αρνητικά σε βάρος εκάστου υποψηφίου δανειολήπτη για τη φερεγγυότητά του, προχωρούσε στην έγκριση του δανείου. Ότι οι πρώτος και τρίτος κατηγορούμενοι από κοινού, ο πρώτος με τη χρήση των ως άνω πλαστών δικαιολογητικών που αυτός υπέβαλε στο Κατάστημα, παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι είναι γνήσια, και ο τρίτος, με την προώθηση στην αρμόδια Κεντρική Υπηρεσία της Τράπεζας μαζί με τις αιτήσεις των υποψηφίων δανειοληπτών και τα ψευδή στοιχεία των, ως άνω, δικαιολογητικών, παριστάνοντας εν γνώσει της πλαστότητας αυτών ότι τα έχει ελέγξει, και είναι αληθή, κατόρθωσαν συνεργαζόμενοι, να εξαπατήσουν τους υπαλλήλους της Τράπεζας, ότι οι υποψήφιοι δανειολήπτες είναι αξιόπιστοι και φερέγγυοι, και να τους πείσουν να εγκρίνουν τη χορήγηση σ' αυτούς των αιτουμένων δανείων, τα οποία αυτοί έλαβαν με τη σύναψη των αντιστοίχων δανειακών συμβάσεων. Ότι την ως άνω πράξη της εξαπάτησης της Τράπεζας, οι πρώτος και τρίτος των κατηγορουμένων διέπραξαν από κοινού με τους συγκατηγορουμένους τους υποψηφίους δανειολήπτες, οι οποίοι τελώντας σε συνεννόηση με τον πρώτο κατηγορούμενο, εν γνώσει της πλαστότητας, έδωσαν σε αυτόν την εντολή να υποβάλει στην Τράπεζα για λογαριασμό τους τα πλαστά δικαιολογητικά για να εξαπατήσουν τους αρμοδίους υπαλλήλους για την πιστοληπτική τους ικανότητα, με σκοπό να αποκομίσουν αυτοί μεν το ποσό του αιτουμένου δανείου, ο δε πρώτος το ποσό του δανείου που είχαν συμφωνήσει για τη διαμεσολάβηση ή προς κατάρτιση του δανείου ως αμοιβή του. Έτσι, επιτυγχάνοντας τον σκοπό της εξαπάτησης προξένησαν στην Τράπεζα από κοινού, ζημία ισόποση με το συνολικό ποσό των χορηγηθέντων δανείων ύψους 3.902.803, 44 ευρώ δεδομένου ότι δεν αποπληρώθηκε από τους συγκατηγορουμένους δανειολήπτες, οι οποίοι εξ αρχής δεν είχαν την πρόθεση και τη δυνατότητα να το αποπληρώσουν.

Τέλος, διαλαμβάνεται ότι το ανωτέρω ποσό προερχόταν από τα ταμειακά της διαθέσιμα και δεν ήταν απλώς λογιστική καταχώριση και ότι η Τράπεζα δεν θα είχε όφελος από τους τόκους, αφού η αφερεγγυότητα των δανειοληπτών αφορούσε και τους τόκους. Εξάλλου διαλαμβάνεται ότι δεν ασκεί επιρροή στην άνω ζημία της Τράπεζας η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητα των κατηγορουμένων δανειοληπτών, διότι αυτό αποτελεί παρεπόμενο της απαιτήσεως για απόδοση των δανείων δικαίωμα της Τράπεζας, και δεν συνιστά ισάξια αντιπαροχή για την ισοστάθμιση της ζημίας.

Μετά ταύτα οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμες ενώ οι λοιπές αιτιάσεις ως πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι απαράδεκτες. Έτσι το Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου υπό τη μορφή της έλλειψης νόμιμης βάσης.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 349 παρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 Κ.Ποιν.Δ., που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη:

1.

Το Δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.

2.

Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορό του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας. Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη.

3.

"Το Δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή."

4.

Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το Δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε (15) το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις (3) φορές. Κατά τη διακοπή της συνεδρίασης ο Πρόεδρος κατανέμει τις μη εκδικασθείσες υποθέσεις του πινακίου στις επόμενες μετά διακοπή συνεδριάσεις.

5.

Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία το δικαστήριο ανακοινώνει στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και Πραγματογνώμονες και σε αυτήν κλητεύονται μόνο οι απόντες.

6.

Εάν ο λόγος αναβολής αναγγέλθηκε από συνήγορο ή άλλο πρόσωπο για λογαριασμό απόντος διαδίκου και η συζήτηση αναβλήθηκε σε ρητή δικάσιμο, η περί αναβολής απόφαση επέχει θέση κλητεύσεώς του.

Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους εναπόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγο ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Τούτων παρέπεται ότι η ως άνω απόφαση πρέπει να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, γ) τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια ή γεγονός ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του) και δ) ότι ο προβαλλόμενος λόγος αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης. Πάντως η ως άνω αιτιολογία απαιτείται για την παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα. Διαφορετικά, ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, για ελλιπή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (ΑΠ 1728/2019).

Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου κα το οποίο δεν μπόρεσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' αυτού, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία αυτή, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο στην καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους επαφίεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε. Έτσι απαιτείται η ίδια αιτιολογία και στην περίπτωση που απορρίπτεται αίτημα αναβολής της δίκης, υποβληθέν για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανωτέρας βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, παρότι η παροχή ή απόρριψη του αιτήματος έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου. Πρέπει, δηλαδή, να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, εκτός αν από το σκεπτικό της παρεμπίπτουσας απόφασης του Δικαστηρίου απορριπτικής του αιτήματος αναβολής, προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα συνεκτίμησε για την κρίση του με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Η αιτιολογία αυτή περιλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος της αναβολής, καθώς και τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη σχηματισθείσα δικανική πεποίθηση για την αβασιμότητα του λόγου αναβολής.

Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 349 Κ.Π.Δ., επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ της ΕΣΔΑ και παρ. 14 παρ. 2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ. και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ., καθώς και της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας από το στοιχ. Η' και νυν Θ' του ιδίου άρθρου, σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορουμένου, εφόσον απορρίπτοντας αυτό αναιτιολόγητα ή χωρίς απάντησή του, προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και τον καταδικάζει (ΑΠ 482/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της κατ' έφεσιν δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε από το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντος ως δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι απορρίφθηκαν αιτήματα του πρώτου κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ και διακοπή αυτής. Πλέον συγκεκριμένα: Απερρίφθησαν τα σχετικά αιτήματα ως εξής κατά πιστή μεταφορά. α) "Ο πρώτος των εκκαλούντων ζήτησε αναβολή για σοβαρό λόγο υγείας που ανήγγειλε στο Δικαστήριο, ως άγγελος, ο εξουσιοδοτηθείς προς τούτο δικηγόρος Κατερίνης, Α. Κ., ο οποίος, ουδόλως προσδιόρισε τον επικαλούμενο σοβαρό λόγο υγείας του πρώτου κατηγορουμένου, προς απόδειξη δε τούτου προσκόμισε τον από 1-4-2019 υπέρηχο του καρδιολόγου, Γ. Μ., από τον οποίο όμως δεν προκύπτει ούτε το πρόβλημα υγείας του ούτε η αδυναμία τούτου, εξαιτίας του λόγου υγείας που επικαλείται, να εμφανιστεί στο Δικαστήριο.

Συνεπώς, το άνω υποβληθέν αίτημα αναβολής του πρώτου εκκαλούντος πρέπει να απορριφθεί....

β) "Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την παρούσα συνεδρίαση του Δικαστηρίου (2-4-2019), ο πρώτος κατηγορούμενος ζήτησε για δεύτερη φορά αναβολή της δίκης, επικαλούμενος σοβαρούς λόγους υγείας, που ανήγγειλε στο Δικαστήριο, την πρώτη φορά, ο δικηγόρος Κατερίνης, Α. Κ., και τη δεύτερη φορά, ο άνω δικηγόρος Θεσσαλονίκης, Δ. Σ., ο οποίος προσκόμισε ως αποδεικτικά στοιχεία, α) την από 28-3-2019 ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του καρδιολόγου, Δρ Γ. Μ., ότι λόγω αναφερομένης δύσπνοιας κατά την άσκηση από 20ημέρου, υποβλήθηκε σε υπερηχοκαρδιογράφημα (που, επίσης, προσκομίζεται) και test κοπώσεως, από τα οποία προέκυψε ότι εμφανίζει διάταση ανιούσας αορτής και ισχαιμικές αλλοιώσεις, λόγω των οποίων του συνέστησε εισαγωγή στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης "Euromedica" από 29-3-2019 για σταθεροποίηση της αρτηριακής πίεσης και διενέργεια καθετηριασμού της καρδιάς, στις 3-4-2019, για περαιτέρω αντιμετώπιση, β) την από 29-3-2019 ιατρική βεβαίωση του άνω καρδιολόγου, Γ. Μ. της Γενικής Κλινικής Θεσσαλονίκης "Euromedica", ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εξετάσθηκε, στις 29-3-2019, στη Γενική Κλινική, με προκάρδια δυσφορία, ότι του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή (αντιυπερτασική, αντιστηθαγχική) και ότι θα εισαχθεί στις 31-3-2019, στην Κλινική για νοσηλεία και περαιτέρω αντιμετώπιση με καθετηριασμό της καρδιάς, γ) την από 1-4-2019 ιατρική βεβαίωση του καρδιολόγου, Α. Ζάχου, με την οποία, επίσης, συνιστάται στον πρώτο κατηγορούμενο εισαγωγή στο νοσοκομείο για καρδιακό καθετηριασμό - στεφανιογραφία προς αντιμετώπιση αναφερομένου από τον ίδιο προκάρδιου άλγους κατά την ελάχιστη κόπωση από 20ημέρου και διάταση ανιούσας αορτής, δ) την από 1-4-2019 ιατρική βεβαίωση του καρδιολόγου, Γ. Μ. της Γενικής Κλινικής Θεσσαλονίκης "Euromedica", ότι εισήχθη στην εν λόγω Κλινική, στις 31-3-2013, με προκάρδια δυσφορία και ισχαιμικές αλλοιώσεις και του χορηγήθηκαν κορτιζόνη και αντιισταμινικά, λόγω του ότι είναι αλλεργικός, προκειμένου να υποβληθεί, στις 3-4-2019, με σκιαγραφικό σε στεφανιογραφία, από τα ευρήματα της οποίας θα κριθεί πότε θα εξέλθει της Κλινικής, και ε) την από 2-4-2019 ιατρική βεβαίωση του ίδιου καρδιολόγου της Γενικής Κλινικής Θεσσαλονίκης "Euromedica", ότι ο πρώτος κατηγορούμενος νοσηλεύεται στην εν λόγω Κλινική με διάγνωση ασταθούς στηθάγχης και θα υποβληθεί αύριο το πρωί (3-4-2019) σε στεφανιογραφικό έλεγχο, και ως εκ τούτου, είναι αδύνατη η έξοδός του από την Κλινική μέχρι να εξακριβωθεί η κατάσταση των στεφανιαίων αρτηριών. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε από τις άνω ιατρικές βεβαιώσεις ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος πάσχει από χρόνιο πρόβλημα υγείας, και δη στηθάγχη με ισχαιμικές αλλοιώσεις και υπέρταση, ήταν επιβεβλημένο από την κατάσταση της υγείας του να νοσηλευθεί στην άνω Κλινική προ της 3-4-2019 που είχε προγραμματισθεί να υποβληθεί σε στεφανιογραφία. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι, καίτοι ήδη από τις 28-3-2019 που είχε εξετασθεί από τον καρδιολόγο, Γ. Μ., είχε παραπονεθεί για δύσπνοια και προκάρδια δυσφορία, δεν κρίθηκε επιβεβλημένη η άμεση νοσηλεία του, αλλά επανεξετάσθηκε την επομένη, ήτοι στις 29-3-2019, στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης "Euromedica", όπου του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή, και εισήχθη στην τελευταία το βράδυ της 31-3-2019, ήτοι μετά από δύο ημέρες, όπως είχε προγραμματισθεί, προκειμένου να υποβληθεί σε στεφανιογραφία, στις 3-4-2019, ήτοι μετά από δύο ημέρες, χωρίς να προκύπτει η αναγκαιότητα της νοσηλείας του κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν προκύπτει από τις άνω ιατρικές βεβαιώσεις ότι επήλθε επιδείνωση της υγείας του ή ότι συνέτρεξε άλλος σοβαρός λόγος προς τούτο. Και ναι μεν στην από 2-4-2019 ιατρική βεβαίωση αναφέρεται ότι είναι αδύνατη η έξοδός του από την Κλινική μέχρι να εξακριβωθεί η κατάσταση των στεφανιαίων αρτηριών, όμως, η εν λόγω εξακρίβωση θα λάβει χώρα μετά τη διενέργεια της στεφανιογραφίας, που θα λάβει χώρα αύριο (3-4-2019), ουδόλως δε δικαιολογείται η αναγκαιότητα της νοσηλείας του μέχρι τη διενέργεια αυτής. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα από 12-3-2019 εισιτήριο και εξιτήριο του Γ.Ν.Θ. "Άγιος Παύλος" και την από 21-3-2019 βεβαίωση νοσηλείας του στην Καρδιολογική Κλινική του Γ.Ν.Θ. "Γ. Παπανικολάου", και στο παρελθόν είχε νοσηλευθεί στο νοσοκομείο, λόγω της στηθάγχης, από την οποία πάσχει, όμως εξήρχετο του νοσοκομείου αυθημερόν. Εξάλλου, πρέπει, επιπλέον, να σημειωθεί, σε σχέση με την από 21-3-2019 βεβαίωση νοσηλείας του στο Γ.Ν.Θ. "Γ. Παπανικολάου", ότι η βεβαίωση αυτή, όταν είχε προσκομίσει αυτήν, το πρώτον, κατά την πρώτη συνεδρίαση του Δικαστηρίου της 21-3-2019, ζητώντας αναβολή, έφερε πρωτότυπη σφραγίδα του Νοσοκομείου και πρωτότυπη υπογραφή της υπαλλήλου του Τμήματος Ασθενών του Νοσοκομείου, Ν. Μ., βεβαιώνοντας ότι είχε νοσηλευθεί στο εν λόγω Νοσοκομείο από "21-3-2019" έως "0", ενώ η ίδια βεβαίωση, που προσκομίζει σήμερα σε φωτοτυπικό αντίγραφο, φέρει χειρόγραφη διόρθωση του χρόνου μέχρι τον οποίο νοσηλεύθηκε, από "έως 0", σε "έως 26-3-2019", με αναγραφή της χειρόγραφης ημερομηνίας "26-3-2019" επάνω στην έντυπη "0", χωρίς να προκύπτει ότι η εν λόγω χειρόγραφη διόρθωση έλαβε χώρα από αρμόδιο όργανο του άνω Νοσοκομείου. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι υπάρχει ανυπέρβλητο κώλυμα εμφανίσεως του πρώτου κατηγορουμένου ενώπιόν του κατά τη σημερινή συνεδρίαση της 2-4-2019 εκ του γεγονότος ότι βρίσκεται νοσηλευόμενος στην άνω Κλινική, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν προέκυψε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία η αναγκαιότητα της νοσηλείας του για το προ της 3-4-2019 χρονικό διάστημα, και ειδικότερα για σήμερα, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, και, σε κάθε περίπτωση, δεν προέκυψε αδυναμία τούτου για οποιονδήποτε λόγο, υγείας ή άλλον, να μετακινηθεί και να εμφανισθεί σήμερα στο Δικαστήριο....

γ) "... Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη σημερινή συνεδρίαση της 10-4-2019, ο δικηγόρος Αθηνών, Ε. Π., εμφανισθείς ως συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου για να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, ζήτησε διακοπή της δίκης αυτής, για μακρό χρονικό διάστημα, και στη συνέχεια αναβολή, προκειμένου να ενημερωθεί για την υπόθεση, διότι του ανετέθη από τον άνω κατηγορούμενο η εκπροσώπησή του στη δίκη μόλις στις 8-4-2019. Όμως, το αίτημα αυτό δε στηρίζεται στο νόμο, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 1 του ΚΠΔ, διακοπή της δίκης προβλέπεται μόνον επί κακουργημάτων όταν ο κατηγορούμενος στερείται δικηγόρου και διορίζεται σ' αυτόν δικηγόρος υποχρεωτικά από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, ενώ διακοπή ή αναβολή της δίκης για να ενημερωθεί ο διορισμένος από τον κατηγορούμενο δικηγόρος δεν προβλέπεται. Ανεξαρτήτως τούτου, ωστόσο, από την ανάγνωση της ανωτέρω προσκομισθείσας εξουσιοδοτήσεως του πρώτου κατηγορουμένου προς τον άνω δικηγόρο προκύπτει ότι αυτή δόθηκε στον τελευταίο μόνο για να ζητήσει αναβολή της δίκης, και ως εκ τούτου δεν έχει εξουσία να εκπροσωπήσει τον πρώτο κατηγορούμενο ως συνήγορός του και δεν δικαιούται να υποβάλει αίτημα για διακοπή ή αναβολή της παρούσας δίκης, και μάλιστα για μακρό χρονικό διάστημα, προκειμένου να ενημερωθεί για την υπόθεση και να προετοιμασθεί κατάλληλα προς τούτο, ούτε βεβαίως προκειμένου να προσκομίσει πλήρη εξουσιοδότηση, και δη για όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν την προκειμένη ποινική υπόθεση, τη στιγμή που ούτε από την προσκομιζομένη εξουσιοδότηση ούτε από άλλο αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει τέτοια βούληση του πρώτου κατηγορουμένου, αλλά μόνον βούληση του τελευταίου ο συγκεκριμένος δικηγόρος να ζητήσει για λογαριασμό του αποκλειστικά την αναβολή".

δ) "Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε εκ νέου ο δικηγόρος Αθηνών, Εμμανουήλ Παπαδάκης (Α.Μ. ... Δ.Σ.Α.), ο οποίος, αφού ζήτησε και έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι παρίσταται ως συνήγορος του απόντος πρώτου κατηγορουμένου, σύμφωνα με την από 8-4-2019 εξουσιοδότηση του πρώτου κατηγορουμένου προς αυτόν, στην οποία εξουσιοδότηση αναφέρεται η ακριβής διεύθυνση της κατοικίας του και επί της οποίας η γνησιότητα της υπογραφής του βεβαιώνεται. Την ανωτέρω εξουσιοδότηση, αφού την προσκόμισε στο Δικαστήριο και την ανέγνωσε η Πρόεδρος, δημόσια, στο ακροατήριο, ζήτησε να τον εκπροσωπήσει κατ' άρθρο 340 § 2 ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 § 1 του Ν.3160/2003 και στη συνέχεια από το άρθρο 13 § 2 Ν.3346/2005.

Επειδή, η ανωτέρω δήλωση, που είναι ομοίου περιεχομένου με την περιεχομένη στην ανωτέρω προσκομισθείσα από 8-4-2019 εξουσιοδότηση του πρώτου κατηγορουμένου, που προσκόμισε κατά τη σημερινή συνεδρίαση ο άνω δικηγόρος Αθηνών, η οποία, όμως περιλαμβάνει, επιπλέον και παραπομπή στο αρχικό κείμενο, υπογεγραμμένη από τον 1ο κατηγορούμενο, βάσει της οποίας εξουσιοδοτείται ο άνω δικηγόρος, εκτός από την αναβολή, που προέβλεπε το αρχικό κείμενο της εξουσιοδοτήσεως, να τον εκπροσωπήσει υπερασπίζοντας τούτον πλήρως στην παρούσα δίκη, ως συνήγορός του (όπως αναφέρεται ειδικότερα στην παραπομπή) είναι νομότυπη, αφού έγινε κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 340 § 2 ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 παρ.1 του Ν.3160/2003 και στη συνέχεια από το άρθρο 13 § 2 Ν.3346/2005, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να θεωρηθεί ότι είναι παρών, εκπροσωπούμενος από τον παραπάνω συνήγορό του.

ε) "Στη συνέχεια, ο ως άνω συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε μία προσωρινή διακοπή της υπόθεσης προκειμένου να ενημερωθεί επαρκώς για αυτήν.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, καθώς η ανάθεση της υπόθεσης στον ως άνω συνήγορο έγινε στις 8-4-2019 και είχε χρόνο να ενημερωθεί για αυτήν.

Ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου, αφού έλαβε εκ νέου τον λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την διακοπή της παρούσας υπόθεσης, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 340 ΚΠοινΔ, και το Δικαστήριο απέρριψε το εν λόγω αίτημα ως εξής:

"Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, σε διακοπή της δίκης υποχρεούται το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 340 παρ. 1 του ΚΠΔ, μόνον επί υποχρεωτικού διορισμού συνηγόρου σε κατηγορούμενο για κακούργημα, ο οποίος στερείται συνηγόρου, ενώ ο άνω συνήγορος διορίσθηκε προς υπεράσπιση του πρώτου κατηγορουμένου από τον ίδιο. Εξάλλου, ενόψει του ότι φέρεται ότι ο διορισμός του έλαβε χώρα στις 8-4-2019, είχε επαρκή χρόνο να ενημερωθεί για την υπόθεση και να προετοιμασθεί κατάλληλα προς τούτο. Ως εκ τούτου, το αίτημα διακοπής της δίκης που υπέβαλε για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί." στ) "Όπως προκύπτει από την αριθ. 952/16-11-2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η υπόθεση είχε αναβληθεί για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 21-3-2019, λόγω ασθενείας του πρώτου κατηγορουμένου, που ανήγγειλε στο Δικαστήριο ο αδελφός του, δεύτερος κατηγορούμενος, στον οποίο ανακοινώθηκε η ως άνω ρητή δικάσιμος της 21-3-2019, για την οποία αναβλήθηκε τότε η δίκη.

Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 349 παρ. 6 του ΚΠΔ, η άνω περί αναβολής απόφαση του Δικαστηρίου επέχει θέση κλητεύσεως του πρώτου κατηγορουμένου για τη ρηθείσα δικάσιμο της 21-3-2019. Κατά την τελευταία δικάσιμο της 21-3-2019, όπως προαναφέρθηκε, η συνεδρίαση διεκόπη για τις 2-4-2019, εκτός των άλλων, και λόγω εκ νέου προβληθέντος προβλήματος υγείας του πρώτου κατηγορουμένου, που γνωστοποίησε στο Δικαστήριο ως άγγελος ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Θεόδωρος Σιμόπουλος. Κατά την τελευταία, όμως, μετά διακοπή συνεδρίαση της 2-4-2019 (που ανακοινώθηκε στον άνω εμφανισθέντα ως άγγελο του πρώτου κατηγορουμένου, Θεόδωρος Σιμόπουλος), το νέο αίτημα αναβολής που υπέβαλε δια του ετέρου εμφανισθέντος, ως αγγέλου, δικηγόρου Κατερίνης, Αναστασίου Καραΐσκου, προβάλλοντας, ομοίως, σοβαρούς λόγους υγείας, απορρίφθηκε και στη συνέχεια δικάσθηκε ως να ήταν παρών, καθόσον δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, είχε δε, όπως προαναφέρθηκε, κληθεί νόμιμα. Περαιτέρω, αφού είχε κληθεί νόμιμα και ήταν γνωστής διαμονής (ως κάτοικος Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης, οδός ...), δεν ήταν αναγκαίος ο διορισμός συνηγόρου, κατ' άρθρ. 340 παρ. 1 και 376 ΚΠΔ, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 432 του ίδιου Κώδικος. Κατ' ακολουθίαν, ο περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας ισχυρισμός, που προέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, που υπέβαλε ως άνω στο Δικαστήριο, δε διορίσθηκε, στη συνέχεια, από το τελευταίο συνήγορος για την υπεράσπισή του, πρέπει να απορριφθεί." ζ) "Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την παρούσα συνεδρίαση της 10-4-2019, ο πρώτος κατηγορούμενος επανήλθε, ζητώντας εκ νέου, δια του συνηγόρου του, διακοπή, άλλως αναβολή της δίκης, επικαλούμενος και πάλι σοβαρούς λόγους υγείας, προς απόδειξη δε τούτων προσκόμισε, 1) τις από 1-4-2019 αιματολογικές εξετάσεις, 2) το από 31-3-2019 πραπεμπτικό για ακτινογραφία θώρακος, 3) το από 3-4-2019 αγγειογράφημα της Γενικής Κλινικής Θεσσαλονίκης EUROMEDICA, που υπογράφεται από τον καρδιολόγο, Γ. Μ., βάσει του οποίου ο πρώτος κατηγορούμενος βρέθηκε πάσχων από ασταθή στηθάγχη και διάταση ανιούσας αορτής, χωρίς να παρουσιάζει στενώσεις στο στέλεχος, ενώ σε σχέση, α) με τον "πρόσθιο κατιόντα", διαπιστώθηκε μεγάλο αγγείο με μη κριτικές αλλοιώσεις στο ύψος έκφυσης του πρώτου διατιτραίνοντα, β) με την "περισπωμένη", διαπιστώθηκε μεγάλου μεγέθους αγγείο, χωρίς βλάβη, και γ) με τη "Δ. Στεφανιαία ", διαπιστώθηκε μετρίου μεγέθους αγγείο, με αλλοιώσεις παρυφής, χωρίς κριτική στένωση στη μεσότητα. Κατόπιν των ανωτέρω, στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται, ως συμπέρασμα, η συντηρητική αντιμετώπιση, 4) τις από 3-4-2019 και 9-4-2019 αποδείξεις είσπραξης της EUROMEDICA, 5) το από 3-4-2019 εξιτήριο της EUROMEDICA, με ημερομηνία εισόδου 31-3-2019 και εξόδου 3-4-2019 (ήτοι αυθημερόν με τη διενέργεια της στεφανιογραφίας), και 6) την από 4-4-2019 ιατρική βεβαίωση του καρδιολόγου, Γ. Μ. της EUROMEDICA, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος νοσηλεύθηκε στη Γενική Κλινική της τελευταίας με ασταθή στηθάγχη και υπερτασικές κρίσεις και υποβλήθηκε σε στεφανιογραφία, με την οποία διαπιστώθηκε αθηρωμάτωση των στεφανιαίων αρτηριών, χωρίς, όμως κριτικές αλλοιώσεις. Ωστόσο, επειδή παρουσίασε μη ελεγχόμενη αρτηριακή πίεση, παρά την πλήρη φαρμακευτική αγωγή, του χορηγήθηκε νέα φαρμακευτική αγωγή, με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω βεβαίωση φάρμακα, και του συνεστήθη αποφυγή σωματικού και ψυχικού στρες, καθώς και παραμονή του, μετά την έξοδό του από την Κλινική, επί 10ήμερο κατ' οίκον και επανέλεγχος στις 15-4-2019 στην ίδια Κλινική για πιθανή νοσηλεία του σε περίπτωση που δε θα ρυθμιστεί η αρτηριακή πίεση. Κατόπιν τούτων, από τις ανωτέρω αποδείξεις προκύπτει ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, πάσχει από ασταθή στηθάγχη και υπερτασικές κρίσεις, μετά την στις 3-4-2019, υποβολή του στην ανωτέρω στεφανιογραφία, ουδόλως νοσηλεύθηκε, προφανώς διότι η κατάσταση της υγείας του δεν εγκυμονούσε κινδύνους, και εξήλθε αυθημερόν της άνω Κλινικής με μη επαρκώς ελεγχόμενη αρτηριακή πίεση, για την οποία του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και του συνεστήθη να παραμένει στην οικία του και να αποφεύγει το σωματικό και ψυχικό στρες, πράγμα, βεβαίως, που ενδείκνυται ιδανικά για όλους όσοι πάσχουν από υπέρταση. Ωστόσο, εφόσον δεν κρίθηκε αναγκαία η εξακολούθηση της νοσηλείας του και εξήλθε της Κλινικής, μετά από χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής, με σύσταση απλώς παραμονής κατ' οίκον και αποφυγής του στρες, χωρίς να προκύψει από τις ανωτέρω αποδείξεις απόλυτη ανάγκη να παραμείνει κλινήρης προκειμένου να εξακολουθήσει νοσηλευόμενος στην οικία του και, επίσης, χωρίς να προκύψει ότι θα υπάρξει σοβαρός κίνδυνος για την υγεία του αν αποφασίσει να εξέλθει της οικίας του, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει ανυπέρβλητο κώλυμα εμφανίσεως του άνω κατηγορουμένου κατά τη σημερινή συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου, και πρέπει και το ανωτέρω υποβληθέν από αυτόν αίτημα για διακοπή, άλλως αναβολής της δίκης, για τους προεκτεθέντες λόγους υγείας, που επικαλέσθηκε, να απορριφθεί." Το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ αιτιολογία και δη τους νομικούς και ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους έπρεπε να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης, απορρίπτοντας τα αντίστοιχα αιτήματα αναβολής ή διακοπής. Οι λοιπές αιτιάσεις αναφέρονται στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες. Επομένως οι λόγοι αναιρέσεως από τα άρθρα 510 παρ. 1, στοιχ. Α, Δ και Θ ΚΠοινΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 3, 353 και 139 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη ή νέα πραγματογνωμοσύνη. Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που προκύπτει να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου. Η δε παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής, εφόσον αυτό υπεβλήθη παραδεκτώς και είναι ορισμένο και σαφές, και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία. Διαφορετικά, αν δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν η απορριπτική απόφαση δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ (ΑΠ 81/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας ο αναιρεσείων ζήτησε να προσέλθουν και να εξετασθούν στο ακροατήριο, καθώς επίσης και να επανεξετασθούν οι μάρτυρες Ε. Π., Λ. Υ., Α. Φ., Θ. Η., Κ. Κ., Α. Π., Α. Μ., Δ. Τ., Α. Τ., Δ. Σ., Ε. Ε. και Δ. Τ..

Το Δικαστήριο απέρριψε τα εν λόγω αιτήματα με το σκεπτικό κατά πιστή αντιγραφή:

"Επειδή, οι μάρτυρες, Ε. Π. και Λ. Υ., εξετάσθηκαν πλήρως και εξαντλητικά, κατά τις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου της 2-4-2019, ο πρώτος, και της 10-4-2019, ο δεύτερος, χωρίς να ασκεί επιρροή για τη νομιμότητα των καταθέσεων αυτών το γεγονός ότι ο πρώτος των κατηγορουμένων ήταν απών, καθ' όλη τη διάρκεια της καταθέσεως του πρώτου, και σε μέρος της καταθέσεως του δευτέρου (λόγω της το πρώτον εμφανίσεώς του, δια του άνω συνηγόρου του διαρκούσης της καταθέσεως του τελευταίου). Και τούτο, διότι ο άνω κατηγορούμενος, μέχρι να εμφανισθεί στη δίκη δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του, δικαζόταν, όπως προαναφέρθηκε, ως να ήταν παρών, μετά από απόρριψη όλων των αιτημάτων αναβολής που υπέβαλε, ενόψει του αδικαιολογήτου της απουσίας του, σύμφωνα με όσα έκρινε ως άνω το Δικαστήριο.

Συνεπώς, η απουσία του ουδόλως δικαιολογεί, άνευ άλλου τινός, την επανεξέταση των άνω μαρτύρων. Άλλωστε, σε σχέση με το δεύτερο μάρτυρα, Λ. Υ., διαρκούσης της καταθέσεως του οποίου προσκόμισε ο συνήγορος του πρώτου κατηγορουμένου την απαιτουμένη εξουσιοδότηση προς εκπροσώπηση τούτου σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις [η οποία, σημειωτέον, φέρει ως ημερομηνία χορήγησης της εξουσιοδότησης προς τον άνω συνήγορο του πρώτου κατηγορουμένου την 8-4-2019, που είναι προγενέστερη του χρόνου συνεδριάσεως του Δικαστηρίου (10-4-2019), κατά την οποία λήφθηκε η κατάθεση του άνω μάρτυρος], υπήρχε η δυνατότητα υποβολής στον εν λόγω μάρτυρα εκ μέρους του συνηγόρου του άνω κατηγορουμένου όλων των ερωτήσεων που αναφέρονται στην υπό κρίση αίτησή του, την οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο, εγγράφως, προς το σκοπό επανεξετάσεως των προεκτεθέντων μαρτύρων.

Συνεπώς, η αίτησή του αυτή, σε σχέση με τους εν λόγω μάρτυρες, πρέπει να απορριφθεί. Σε σχέση δε με τους κληθέντες και μη εμφανισθέντες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου μάρτυρες, Α. Φ. και Θ. Η., που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το παρόν Δικαστήριο επιφυλάσσεται, εφόσον κριθεί από τη διαδικασία αναγκαία η μαρτυρία τους και ενώπιόν του, να διατάξει την εμφάνιση και εξέτασή τους στο ακροατήριο.....

"...Κατ' ακολουθίαν, το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την τέλεση των άνω πράξεων από τους κατηγορουμένους, που προαναφέρθηκαν, από την αξιολογική εκτίμηση όλων των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, και δη των καταθέσεων των εξετασθέντων ενώπιόν του μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, όπως και των, επίσης, αναγνωσθέντων πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων, δεδομένου ότι τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα ήταν απολύτως επαρκή προς τούτο, και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαίο για την ανακάλυψη της αλήθειας η επανεξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου των ήδη εξετασθέντων από αυτό μαρτύρων, Ε. Π., Α. Π., Λ. Υ. και Δ. Σ., οι οποίοι εξετάσθηκαν εξαντλητικά και οι καταθέσεις τους δεν παρουσιάζουν κενά και αμφίβολα σημεία, ενώ έχουν εξετασθεί και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα πρακτικά από την ενώπιόν του πρωτοβάθμια δίκη ανεγνώσθησαν, όπως προαναφέρθηκε, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχουν, εκτός από τις ανωτέρω, και τις καταθέσεις των μαρτύρων, Κ. Κ., Α. Φ. και Θ. Η., οι οποίες έχουν καταχωρηθεί σε αυτά αναλυτικά και είναι αρκούντως ολοκληρωμένες, χωρίς κενά και αμφίβολα σημεία, και ως εκ τούτου δε χρήζουν συμπληρώσεως, ενώ κρίνονται επαρκείς για τη διαμόρφωση ασφαλούς δικανικής πεποίθησης στο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, και δε θεωρείται αναγκαία η εμφάνιση και εξέταση των ανωτέρω μαρτύρων και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Επίσης, δεν κρίνεται αναγκαία και η εμφάνιση και εξέταση από το Δικαστήριο τούτο, ως μαρτύρων, των Δ. Τ., Α. Τ., Δ. Τ., Α. Μ. και Ε. Ε., καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα απολύτως επαρκούν για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως στο Δικαστήριο σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων από τους προεκτεθέντες κατηγορουμένους και δεν χρειάζονται νέες αποδείξεις. Επομένως, το υποβληθέν από τον πρώτο κατηγορούμενο αίτημα για επανεξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου των μαρτύρων, Ε. Π., Α. Π., Λ. Υ. και Δ. Σ., και για εμφάνιση και εξέταση ενώπιόν του, ως μαρτύρων, των Κ. Κ., Α. Φ., Θ. Η., Δ. Τ., Α. Τ., Δ. Τ., Α. Μ. και Ε. Ε., πρέπει να απορριφθεί." Η απόρριψη των, ως άνω, αιτημάτων είναι επαρκώς αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, αφού στις εν λόγω αιτιολογίες περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι νομικές και ουσιαστικές σκέψεις, με τις οποίες κρίθηκαν αβάσιμα τα σχετικά αιτήματα. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ) είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠοινΔ για απόλυτη ακυρότητα λόγω προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων, εφόσον θέτει ως προϋπόθεση την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδους αποδεικτικό μέσο, είτε από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίησή τους απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητώς είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, οπότε η χρησιμοποίησή τους προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ. Έτσι, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά και ανυπόγραφα ιδιωτικά έγγραφα, καθώς και έγγραφα άκυρα, αρκεί να μην αμφισβητήθηκε η γνησιότητά τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα ή να αποτελεί υπέρβαση εξουσίας (Ολ ΑΠ 2/2000, ΑΠ 1801/2016 ). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επί του αιτήματος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος να μη ληφθούν υπόψη τα αναγνωσθέντα έγγραφα 1) η έκθεση Επιθεωρήσεως του Ε. Π. και 2) ο πίνακας υπολοίπων στεγαστικών και όχι καταναλωτικών δανείων απέρριψε αυτό και διέλαβε με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής κατά πιστή μεταφορά: "Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την ανάγνωση, χωρίς εναντίωση και χωρίς αμφισβήτηση της γνησιότητάς τους από τους διαδίκους, όλων των προεκτεθέντων εγγράφων, μεταξύ των οποίων, και 1) της αριθ. πρωτ. 1679/30-2-2007 έκθεσης επιθεωρήσεως του Επιθεωρητή Α', Ε. Π., της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, και 2) του πίνακα υπολοίπων στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, με ημερομηνία 15-3-2019, ο πρώτος των κατηγορουμένων, δια του συνηγόρου του, ζήτησε τα εν λόγω έγγραφα να μη ληφθούν υπόψη, διότι, η μεν έκθεση επιθεωρήσεως είναι μονομερής και περιλαμβάνει τις απόψεις του συντάξαντος αυτήν Επιθεωρητή, χωρίς να κληθούν οι ενδιαφερόμενοι να εκθέσουν τις απόψεις τους, ο δε πίνακας υπολοίπων στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων και ανοίγματος των συνολικών οφειλών στην Εθνική Τράπεζα είναι ανυπόστατος, ως έγγραφο, καθόσον δε φέρει την υπογραφή του εκδότη του. Όμως, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, στην ποινική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά του, όπως εν προκειμένω, κάθε είδους αποδεικτικά μέσα, κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως, ακόμη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου, όπως ανυπόγραφα ιδιωτικά έγγραφα, τα οποία δεν παύει να έχουν τα χαρακτηριστικά του εγγράφου και είναι υποστατά ως έγγραφα.

Συνεπώς, και εφόσον δεν πρόκειται για περίπτωση απαγορευμένου από το νόμο αποδεικτικού μέσου, ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι ο πίνακας υπολοίπων στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων και ανοίγματος των συνολικών οφειλών στην Εθνική Τράπεζα είναι ανυπόστατος, ως έγγραφο, και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί, όπως και ο ισχυρισμός του ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη και η άνω έκθεση επιθεωρήσεως του Επιθεωρητή, Ε. Π., καθόσον δεν απαιτείται για το κύρος της, εκτός από το πόρισμα του Επιθεωρητή, να περιλαμβάνει και τις απόψεις των ενδιαφερομένων. Εξάλλου, διαβάζεται και λαμβάνεται υπόψη και, κατ' άρθρ. 502 παρ. 1 του ΚΠΔ, ως περιλαμβανομένη στα αναγνωσθέντα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έγγραφα που περιέχονται στα αναγνωστέα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης".

Με τις εν λόγω παραδοχές το Δικαστήριο διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για απόρριψη του αιτήματος περί μη λήψεως υπ' όψιν από το Δικαστήριο των εν λόγω εγγράφων, αφού αναφέρει αναλυτικά τους νομικούς και ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους δεν είναι δυνατόν, να αποκλεισθούν από το αποδεικτικό υλικό. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει, μόνον όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠΔ, ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο άσκησης και υποβολής της, κατά το άρθρο 68 ΚΠΔ. Περαιτέρω, από τα άρθρα 63, 82-84 και 87 ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι νομιμοποιείται ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τοιούτος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., εκείνος που άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη. Έτσι, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα που είναι αμέσως ζημιωθέντα εκ της αξιοποίνου πράξεως, τα οποία δικαιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, την οποίαν υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέσθηκε σε βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στη μείωση του κύρους των υπηρεσιών τους, ως και της πίστεως αυτών έναντι των τρίτων. Το επιτρεπτό της παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαίτησης που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης κρίνεται περαιτέρω από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 168/2019), 510/2016, ΑΠ 410/2015). Ως εκ τούτου είναι ζήτημα ουσίας που δεν ασκεί επιρροή στη νομιμοποίηση του νομικού προσώπου, το εάν πράγματι υπέστη σε κάθε περίπτωση από το έγκλημα αυτό ηθική βλάβη, όπερ ανήκει στην ανέλεγκτο κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 410/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση αποβολής της πολιτικής αγωγής με το κατωτέρω κατά τα κύρια σημεία της περιεχόμενο.

"Όπως αποδείχθηκε εκ της ακροαματικής διαδικασίας, καθώς και δυνάμει της αναγνωσθείσης επ' ακροατηρίω, από 18.04.2019, "Οικονομοτεχνικής Έκθεσης" του Ι. Α. Β., Οικονομολόγου - Αναλυτή, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ήδη από το 2005 είχε σχεδιάσει τη χορήγηση ποικίλων δανείων σε πολίτες - δανειολήπτες χωρίς την τήρηση καμίας ουσιαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή χορηγούσε δάνεια καθ' ολόκληρο το φερόμενο ως κρίσιμο χρονικό διάστημα της κατηγορίας και πέραν τούτου, δηλαδή πέραν του Αυγούστου του 2006 καθώς και προ των τελευταίων μηνών του 2005, χωρίς κανένα έλεγχο ουσίας. Αυτήν την τακτική της ανεξέλεγκτης χορήγησης δανείων συνέχισε η τράπεζα επί εννέα (9) έτη, έως και το 2009.

Συγκεκριμένα, προβάλλω, παραδεκτώς, προσηκόντως, εμπροθέσμως και νομίμως, δικαιολογώντας, εν προκειμένω, άμεσο, συγκεκριμένο, ορισμένο, ενεστώς και προσωπικό έννομο συμφέρον, βασίμως αντιρρήσεις κατά της εξ αρχής καθώς και κατά της περαιτέρω παράστασης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" με την ιδιότητα της πολιτικώς ενάγουσας (με τη ρητή επιφύλαξη απάντων των λοιπών δικαιωμάτων μου, εξ αιτίας των απόλυτων ακυροτήτων, οι οποίες αδόκητος συνέβησαν στο πλαίσιο της προηγηθείσης και εισέτι μη ολοκληρωθείσης ακροαματικής διαδικασίας, οι οποίες προτάχθηκαν νομίμως εκ μέρους μου και δεν καλύφτηκαν κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 174 ΚΠοινΔ), επειδή εκ των φερόμενων ως διαπραχθεισών πράξεων της κατηγορίας, κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος του 2005 έως τον Αύγουστο του 2006, δεν υπέστη με πράξεις, παραλείψεις ή εν γένει ενέργειές μου καμία ζημία η υποδυομένη την πολιτικώς ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ούτε ήταν δυνατόν να ζημιωθεί.

Εν κατακλείδι, βεβαιώθηκε με πειστικότητα και πληρότητα, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως και στις άλλες παρόμοιες και ανάλογες περιπτώσεις, η Τράπεζα δεν ζημιώθηκε αλλά, όπως ήδη επισημάνθηκε και τονίστηκε αληθώς (βάσει των αντικειμενικών αποδείξεων εν συνόλω), απέκτησε κέρδη εκ των παράνομων υπερδανεισμών, πρόκειται δε για κέρδη του Ομίλου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, τα οποία, εν πολλοίς, διοχετεύτηκαν σε εξωχώριες εταιρείες.

Τα καθαρά αυτά κέρδη και όχι οι ανυπόστατες ζημιές, τις οποίες, παραποιώντας την αλήθεια και παραβιάζοντας το καθήκον αλήθειας, επικαλέστηκε αναποδείκτως, δια των αρμόδιών της, και ψευδώς επικαλείται η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία (παραβιάζοντας το θεσμοθετημένο καθήκον αλήθειας), προήλθαν από την υπέρβαση του ορίου του επιτρεπόμενου δανεισμού και δια της είσπραξης παράνομων τόκων, εφ' όσον την ίδια ημέρα κατάρτισης της δεδομένης σύμβασης δανείου (πάνω από το όριο ρευστών διαθεσίμων της τράπεζας, βάσει δηλαδή ανύπαρκτου χρήματος) και της εκταμίευσης του χρήματος, εισέπραττε η φερόμενη ως πολιτικώς ενάγουσα τους παράνομους τόκους, δηλαδή τους τόκους που δεν προήλθαν από υπαρκτό χρήμα αλλά από ανυπόστατα χρήματα, δηλαδή από αέρα.

Συναφώς επισημαίνεται ότι τα στελέχη, οι υπάλληλοι, οι εκπρόσωποι και οι προστηθέντες της Τράπεζας γνώριζαν, ότι η τοκοφορία της προερχόταν από παράνομους δανεισμούς, διότι γνώριζαν τον δείκτη των ρευστών διαθεσίμων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ.

Συνεπώς, βεβαιώθηκε, μετά ταύτα, ότι, όντως, δεν ζημιώθηκε η Τράπεζα, εφ' όσον δεν στοιχειοθετήθηκε απάτη εν προκειμένω, ελλείψει (πέραν όσων αναλυτικώς προπαρατέθηκαν) του στοιχείου της ζημιάς της Τράπεζας, που αποτελεί καίριο δομικό στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ και, εν προκειμένω, μοναδικό (ανύπαρκτο) στήριγμα και δικαιολογία για την παράσταση και τη δήλωση πολιτικής αγωγής." Το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή με το αιτιολογικό:

"Στην προκειμένη περίπτωση, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, δια των εκπροσώπων της, προέβη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, που επανέλαβε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ζητώντας χρηματική ικανοποίηση, ποσού 44 ευρώ, λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη ως ζημιωθείσα από τις σε βάρος της αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους, οι οποίες είχαν ως συνέπεια τη μείωση του κύρους της, της πίστης της και της εμπιστοσύνης των πελατών της στις υπηρεσίες της.

Συνεπώς, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η παράσταση της άνω Τράπεζας, ως πολιτικώς ενάγουσας, είναι νόμιμη και συντρέχουν στο πρόσωπό της οι όροι της ενεργητικής νομιμοποίησης, εφόσον ισχυρίζεται ότι δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, ως αμέσως ζημιωθείσα από τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους. Είναι δε ζήτημα ουσίας, όπως προαναφέρθηκε, και δεν ασκεί επιρροή στη νομιμοποίηση της πολιτικώς ενάγουσας, αν πράγματι υπέστη ζημία και ηθική βλάβη από το έγκλημα. Κατ' ακολουθίαν, ο ισχυρισμός περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, που προέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου του, υποστηρίζοντας, για τους λόγους ειδικότερα που εκθέτει, ότι η πολιτικώς ενάγουσα, όπως προκύπτει από τη μέχρι τώρα αποδεικτική διαδικασία, δεν υπέστη στην πραγματικότητα ζημία, αλλά αντιθέτως ωφελήθηκε από τις πράξεις των κατηγορουμένων και πρέπει να αποβληθεί από τη διαδικασία, για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι ο ισχυρισμός αυτός αφορά το κατ' ουσίαν αβάσιμο της αξιώσεως της πολιτικώς ενάγουσας που συγκαταλέγεται μεταξύ των θεμάτων που κρίνονται κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ουδεμία ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παράστασής της ως πολιτικώς ενάγουσας." Οι ανωτέρω παραδοχές, σε συνδυασμό με τις σχετικές επί του θέματος αυτού παραδοχές που περιέχονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως περιέχουν επαρκή και πλήρη αιτιολογία κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, δεδομένου του ότι με τις παραπάνω αιτιολογίες περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι νομικές και ουσιαστικές σκέψεις για την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της Τράπεζας για την υποστήριξη της κατηγορίας. Μετά ταύτα ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων πρόβαλε το αίτημα να απολογηθεί τελευταίος, το Δικαστήριο απέρριψε αυτό με το κατά λέξει σκεπτικό:

"Επειδή, ουδείς λόγος υφίσταται προκειμένου να αλλάξει η σειρά των κατηγορουμένων ώστε να απολογηθεί ο πρώτος εξ αυτών τελευταίος, δεν αποτελεί δε νόμιμο λόγο προς τούτο το γεγονός ότι κατηγορείται για πολλά αδικήματα και επιθυμεί να ακούσει όσα θα αναφέρουν στις απολογίες τους οι λοιποί κατηγορούμενοι. Ως εκ τούτου, το αίτημα του πρώτου κατηγορουμένου όπως επιτραπεί σε αυτόν να απολογηθεί τελευταίος, πρέπει να απορριφθεί", το οποίο περιέχει πλήρη και ειδική αιτιολογία για τους λόγους που δικαιολογούν την απόρριψή του.

Συνεπώς ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Η, κατά τα προαναφερθέντα, επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, δηλαδή στους ισχυρισμούς εκείνους, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή της μείωσης της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων, ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ. δ') και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε'). Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της ειλικρινούς μετάνοιας, πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως, δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν, ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε, ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης. Και για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς, πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβιώσεως του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας (ΑΠ 465/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του, προέβαλε προφορικά αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων της ειλικρινούς μετάνοιας και της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του χωρίς να επικαλεσθεί συγκεκριμένα περιστατικά.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους, ως άνω, αυτοτελείς ισχυρισμούς με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Οι προταθέντες, όμως, από τους ανωτέρω κατηγορουμένους αυτοτελείς ισχυρισμοί για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' και ε', στον πρώτο κατηγορούμενο, Η. Π., πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως αόριστοι, καθόσον οι άνω κατηγορούμενοι δεν επικαλέσθηκαν τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τις εν λόγω ελαφρυντικές περιστάσεις. Άλλωστε, σε σχέση με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ', ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι προεκτεθέντες κατηγορούμενοι έδειξαν ειλικρινή μετάνοια, που εκδηλώθηκε εμπράκτως, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ενόψει και του γεγονότος ότι, για την ύπαρξη μετάνοιας προϋποτίθεται αποδοχή τέλεσης της πράξης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση οι εν λόγω κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ότι τέλεσαν τις πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκαν ως άνω ένοχοι. Περαιτέρω, από την επισκόπηση του ποινικού μητρώου του πρώτου των κατηγορουμένων, Η. Π., σε σχέση με την προταθείσα από αυτόν ελαφρυντική περίσταση, του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε', αποδείχθηκε ότι, αυτός, μετά την τέλεση των επιδίκων εγκλημάτων, διέπραξε και άλλα, επίσης σοβαρά εγκλήματα, όπως, απάτες, στις 30-7-2009 και το Μάρτιο του 2011, μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, την 1-3-2010, πλαστογραφία με χρήση, στις 15-5-2009, παράνομη βία, στις 28-3-2011, υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως, στις 28-9-2009, και ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα, στις 14-2-2011, για τις οποίες καταδικάσθηκε, αμετακλήτως, με πλείονες καταδικαστικές αποφάσεις, και ως εκ τούτου, μετά την πράξη του δε συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά συνέχισε την εγκληματική του δραστηριότητα." Οι παραδοχές αυτές περιέχουν πλήρη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του των, ως άνω, ελαφρυντικών περιστάσεων, καθόσον αναλύονται οι λόγοι για τους οποίους δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου οι ως άνω ελαφρυντικές περιστάσεις. Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε ότι πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, λόγω μη επικλήσεως από αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που απαιτείται να τις θεμελιώνουν, επιπροσθέτως δε για το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη αναφέρει τις αμετάκλητες καταδίκες του, όπως αυτές προκύπτουν από το ποινικό του μητρώο. Μετά ταύτο ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα (άρθρα 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Περαιτέρω ο αναιρεσείων επικαλείται ότι με το νέο ΠΚ η απάτη διώκεται κατ' έγκληση, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υποβλήθηκε εντός τριμήνου έγκληση από την παθούσα Εθνική Τράπεζα για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' άρθρο 114 παρ. 1 ΠΚ, και ότι η δικαιούμενη σε έγκληση Τράπεζα, δεν υπέβαλε, την από τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 νέου ΠΚ προβλεπόμενη δήλωση ότι επιθυμεί την πρόοδο της δίκης και ζητεί την κατ' εφαρμογή του επιεικεστέρου νόμου κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 511 εδ. α και 510 παρ. 1 στοιχ. Ε, στοιχ. Α (σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β') και στοιχ. Θ' περ. γ ΚΠοινΔ κήρυξη της ποινικής διώξεως ως απαράδεκτης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του νέου ΠΚ, που κυρώθηκε με τον Ν.4619/2019 κα τέθηκε σε ισχύ, κατά το άρθρο 460 του ίδιου Κώδικα, από 1-7-2019, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά. Κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος κατά την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται επιιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 ΠΚ "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών. Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), ενώ κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ισχύοντος από1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα: Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή. Εξάλλου, ενώ κατά τον προϊσχύσαντα ΠΚ η αξιόποινη πράξη της απάτης διωκόταν αυτεπαγγέλτως, ήδη αυτή διώκεται κατ' έγκληση, (εκτός αν πρόκειται για την ιδιαιτέρως διακεκριμένη μορφή της παρ. 2 του άρθρου 386 του νέου ΠΚ, που θεμελιώνεται αν η αξιόποινη αυτή πράξη στρέφεται άμεσα κατά του Ελληνικού Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. ή των Ο.Τ.Α. και η ζημία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€)), αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, "Για την ποινική δίωξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 386 παρ. 1...απαιτείται έγκληση". Τέλος, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα, "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα, ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται, εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδό τους.

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτε από την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε βάρος Τράπεζας, το δε επιδιωκόμενο όφελος υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€) και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών. Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η παραπάνω αξιόποινη πράξη της απάτης, η οποία έχει κακουργηματικό χαρακτήρα και για την ποινική δίωξη κατά το προϊσχύσαν δίκαιο διωκόταν αυτεπαγγέλτως, απαιτείται έγκληση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, που είναι προδήλως ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, σε σχέση με το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς κατά το οποίο η εν λόγω πράξη διωκόταν αυτεπαγγέλτως. Τέτοια έγκληση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας δεν έχει υποβληθεί, το μόνο δε που υποβλήθηκε αρχικά από την υποστηρίζουσα την κατηγορία Ανώνυμη Τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", νομίμως εκπροσωπούμενη ήταν η από 14-5-2009 Δήλωση Παραστάσεως Πολιτικής Αγωγής, ενώπιον του Ανακριτή του 2ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με το κατά λέξει περιεχόμενο:

"Σε βάρος του Η. Π. και Β. Π., κατόπιν αυτόφωρης διαδικασίας, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος για απάτη και πλαστογραφία μετά χρήσεως. Ήδη η σχηματισθείσα δικογραφία βρίσκεται ενώπιόν Σας και διενεργείται κυρία ανάκριση.

Με την παρούσα εμφανίζεται ενώπιόν σας ο εκπρόσωπος της ΕΤΕ Α.Ε., Διευθυντής του Καταστήματος Ν. Κρήνης κ. Α. Μ. και με την ιδιότητά του αυτή, δηλώνει ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά των άνω κατηγορουμένων και όλων όσων τυχόν θα έχουν αναδειχθεί κατόπιν της ανακρίσεως, για όλες τις άνω πράξεις, αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων και η οποία αναφέρεται στη φήμη, την πίστη, τις εργασίες και την εμπιστοσύνη των πελατών της για το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, με ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, προσκομίσθηκε δε το σχετικό παράβολο πολιτικής αγωγής.

Σημειώνεται ότι η προκληθείσα ζημία από την αξιόποινη συμπεριφορά των κατηγορουμένων στρέφεται κατά της περιουσίας της Τράπεζας και είναι το άμεσο αποτέλεσμα των πράξεών τους." Προσέτι από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δεν έχει υποβάλει η δικαιούμενη για την υποβολή της Τράπεζα, νομίμως εκπροσωπούμενη, εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του νέου ΠΚ, ήτοι μέχρι την 31-10-2019, την προβλεπόμενη από το άρθρο 464 του ιδίου Κώδικα, για τη συνέχιση της παρούσας εκκρεμούς διαδικασίας, δήλωση, ότι επιθυμεί την πρόοδο αυτής.

Περαιτέρω η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου, έχει την έννοια της συμμετοχής στην ποινική δίκη και την επιδίωξη της αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως και αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η αμέσως, ως άνω, διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ, ότι επιθυμεί την πρόοδο της δίκης, η οποία μπορούσε να υπάρξει και πριν από την ισχύ του νέου ποινικού κώδικα και σε καμία περίπτωση την έγκληση που αυτή είναι απαραίτητη για την ποινική δίωξη (ΑΠ 278/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών τόσο της προσβαλλομένης αποφάσεως όσο και εκείνης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η δικαιούμενη προς υποβολή εγκλήσεως Τράπεζα με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", προέβη νομότυπα σε δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ενώπιον του δευτεροβαθμίου και ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και υποχρεώθηκαν οι καταδικασθέντες να της καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ. Προσέτι η άνω Τράπεζα είχε προβεί σε δήλωση, παραστάσεως πολιτικής αγωγής, ενώπιον του Ανακριτή στις 14-5-2009. Η εν λόγω δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής γενομένη και προ της ενάρξεως της ισχύος του νέου ΠΚ (1-7-2019) αναπληρώνει τη δήλωση που επιτάσσει η μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του νέου ΠΚ, η αναπλήρωση δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ουσιαστική κάλυψη της ελλείψεως της δηλώσεως περί επιθυμίας προόδου της δίκης για τη συνέχιση της ποινικής διαδικασίας. Μετά ταύτα, εφόσον αναπληρώθηκε η εν λόγω δήλωση, ελλείπει η αναγκαία προϋπόθεση της ελλείψεως της δηλώσεως συνεχίσεως της δίκης, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του επιεικεστέρου νόμου και πρέπει να απορριφθούν λόγω ελλείψεως της αναγκαίας προϋποθέσεως οι λόγοι αναιρέσεως με στοιχ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε, Α (σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β) και Θ' περ. γ ΚΠοινΔ.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περί της επιβλητέας στον αναιρεσείοντα ποινής σκεπτικού, το δικαστήριο της ουσίας προέβη στην επιμέτρηση αυτής εφαρμόζοντας ορθό και με ακρίβεια τις σχετικές διατάξεις του όρθρου 79 Π Κ, αφού απέβλεψε σε όλα τα προβλεπόμενα από αυτό κριτήρια για την εκτίμηση της βαρύτητας του τελεσθέντος εγκλήματος και στάθμισε όλες τις προϋποθέσεις, που προβλέπονται για την εκτίμηση της προσωπικότητας αυτού. Η μη αναφορά, ότι λήφθηκε υπόψη η τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, δεν συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, αφού η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 3 Ν. 4239/2014 τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί δικαστικά η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη εν προκειμένω. Άλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπερβάσεως αυτής δεν είναι μόνον η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά, κατά το νόμο (άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου), συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, κ.λπ., όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, το ποινικό δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περιπτώσεως, ενώ δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, δοθέντος και του ότι ο κατηγορούμενος διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει συναφώς στα αρμόδια κατά το όρθρο 2 παρ. 1 του άνω νόμου, όργανα για τη δίκαιη ικανοποίηση του λόγω της καθυστερήσεως της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 880/20). Επισημαίνεται δε ότι δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα και σχετικός ισχυρισμός (ΑΠ 1151/19).

Μετά ταύτα ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτία της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας και κατά λέξει "ουδεμία ρητή μνεία και ειδική αιτιολογία διαλαμβάνεται από την οποία να προκύπτει αν έλαβε χώρα ή όχι συνεκτίμηση της τυχόν μη οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας" πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για έλλειψη αναγκαίας προϋποθέσεως.

Οι λοιποί προβληθέντες από τον ως άνω δικηγόρο ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα είναι υπερασπιστικοί ισχυρισμοί και όχι αυτοτελείς ισχυρισμοί και ουδεμία υποχρέωση είχε το δικαστήριο να απαντήσει επ' αυτών, ούτε επί του αιτήματος να διαταχθεί ο έλεγχος των δηλώσεων "πόθεν έσχες" υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας.

Οι λοιπές δε διαλαμβανόμενες στην αίτηση αναίρεσης αιτιάσεις περί την εκτίμηση των αποδείξεων, συνιστώσες αμφισβήτηση των εις βάρος της αναιρεσείουσας ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Με το άρθρο πρώτο του ν.4619/2019 κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρου νόμου και άρθρο 460 του νέου Π.Κ.). Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου Π.Κ. όπως προαναφέρθηκε, ορίζεται ότι, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον".

Επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι ο επιεικέστερος γι' αυτόν, δεν αποκλείεται δε σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων, εάν δε από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο.

Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (Α.Π. 434/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 511 ΚΠοινΔ που ισχύει από την 1-7-2019, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου.

"Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και, αν κριθεί και ένας βάσιμος λόγος, και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης." Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της.

Το τρίτο εδάφιο του άρθρου 511 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 13 περ. 8 Ν.4637/2019, ΦΕΚ Α 180/18.11.2019 Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 του ΠΚ α) που ίσχυε έως 30-6-2019:

1.

Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.

2.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο.

3.

Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με Κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, "Εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€)". "Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€).

Και β) που ισχύει από 1-7-2019:

1.

Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.

2.

Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο.

3.

Αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ (120.000€) τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.

4.

Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή τον οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίινει συνολικά τις εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ (120.000€), επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά είκοσι (20) έτη. Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών, που ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι ευμενέστερη διάταξη είναι αυτή του ισχύοντος από 1.7.2019 ποινικού κώδικα, καθόσον: α) η χρήση πλαστού δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση κατά την παρ. 1 αλλά αυτοτελή πράξη (παρ.2) που συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτήν και β) ειδικώς και μόνο ως προς την προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αφού με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ. από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη, ενώ η προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, προέβλεπε φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως πέντε (5) ετών (ΑΠ 314/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 α) του ΠΚ που ίσχυσε έως 30-6-2019:

1.

Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με Φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με Φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών.

2.

Οι διατάξεις του άρθρου 72 για το κατάστημα εργασίας εφαρμόζονται και εδώ.

3.

Επιβάλλεται Κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€) ή β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€).

Και β) του ΠΚ που ισχύει από 1η-7-2019:

1.

Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) επιβάλλεται Κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.

2.

Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.

Από τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 386 προκύπτει ότι όταν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες ευρώ (120.000€) η απειλούμενη ποινή είναι βαρύτερη με τον νέο ποινικό κώδικα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.1608/1950 Αύξηση των ποινών για τους καταχραστές του Δημοσίου, που ίσχυσε έως 30-6-2019 και δυνάμει των άρθρων 460, 461 και 462 του Νέου Ποινικού Κώδικα καταργήθηκε από την 1η-7-2019:

Άρθρ. 1.

"1. Στον ένοχο των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 216, 218, 235, 236, 237, 242, (256), 258, 372, 375 και 386 του Ποινικού Κώδικα, εφόσον αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή κατά άλλου νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα και το όφελος που πέτυχε ή επιδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, επιβάλλεται η ποινή της κάθειρξης και, αν συντρέχουν ιδιαζόντως επιβαρυντικές περιστάσεις, ιδίως αν ο ένοχος εξακολούθησε επί μακρό χρόνο την εκτέλεση του εγκλήματος ή το αντικείμενό του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, επιβάλλεται η ποινή της ισόβιας κάθειρξης".

"Στον ένοχο του αδικήματος που προβλέπεται ειδικώς από το άρθρο 256 του Ποινικού Κώδικα, τα παραπάνω εφαρμόζονται μόνον όταν το αδίκημα στρέφεται κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου".

Με την παρ.3 άρθρ.4 Ν.2408/1996 (Α 104) ορίζεται ότι: α) Το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του ν. 1608/1950 (ΦΕΚ 301 Α'), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 4 του ν.1738/1987 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν.1877/1990 (ΦΕΚ 28 Α και το άρθρο 36 του ν.2172/1993 αυξάνεται σε πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 263Α παρ. 1 περ. β του ΠΚ που ίσχυε έως 30-6-2019 1. Για την εφαρμογή των άρθρων 235...υπάλληλοι θεωρούνται και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση α)..., β) σε τράπεζες που εδρεύουν στην ημεδαπή κατά το νόμο ή το καταστατικό τους.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Η. Π. κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις:

α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών.

Περαιτέρω όμως όπως προαναφέρθηκε με το νέο ΠΚ η ποινή της πλαστογραφίας μετά χρήσεως είναι μικρότερη, διότι καταργήθηκε η διάταξη που προέβλεπε ότι η χρήση πλαστού θεωρείται ως επιβαρυντική περίσταση.

Προσέτι με το Νέο ΠΚ α) η ποινή της κακουργηματικής πλαστογραφίας και της κακουργηματικής απάτης για τις οποίες καταδικάστηκε κατά τα ως άνω, ο πρώτος κατηγορούμενος - αναιρεσείων, είναι μικρότερες διότι καταργήθηκε με αυτόν στην προκειμένη περίπτωση ο Ν.1608/1950, που προέβλεπε υψηλότερες ποινές, β) δεν ορίζεται ως επιβαρυντική περίσταση της πλαστογραφίας και της απάτης "η κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση της πράξεως και γ) στη διάταξη του άρθρου 59 αυτού, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των παρεπομένων ποινών η ποινή της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων, που προβλεπόταν από τις διατάξεις των άρθρων 59-61 του προϊσχύσαντος ΠΚ.

Κατόπιν αυτού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, συντρέχει νόμιμη περίπτωση το παρόν Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τις διατάξεις του Νέου Ποινικού Κώδικα για τις πράξεις α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ και β) της απάτης με προκληθείσα ζημία άνω των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), οι οποίες κατά τα προεκτεθέντα είναι επιεικέστερες ως προς τις ποινές έναντι των αντιστοίχων διατάξεων του παλαιού ΠΚ που ίσχυσε μέχρι 30-6-2019, και του Ν.1608/1950, με βάση τις οποίες διώχθηκε και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων πρώτος κατηγορούμενος, να αναιρέσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση α) ως προς τις περί ποινών διατάξεις και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη περί συνολικής ποινής, και να παραπέμψει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, εάν είναι δυνατόν, εφόσον η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς το σκέλος των ποινών (άρθρο 522 ΚΠοινΔ και δη για τυχόν νέα επιμέτρηση αυτών υπό το πρίσμα των ευνοϊκότερων διατάξεων) β) ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσεως πλαστού, την οποία πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, γ) ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, τις οποίες πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος, μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, και γ) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής της παρεπομένης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων για τρία (3) έτη, την οποία πρέπει να απαλείψει ο Άρειος Πάγος μη συντρέχουσας περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας, κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας.

Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ: "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σε αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους". Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προβληθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούντο να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνταν μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο (Ολ. ΑΠ 1/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκαν ένοχοι Α) ο πρώτος κατηγορούμενος Η. Π. α) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης δεκατριών (13) ετών, και απαγγέλθηκε σε βάρος του στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη. Β) ο τρίτος κατηγορούμενος Β. Α. του Α. του οποίου η ασκηθείσα α) της άμεσης συνέργειας στον συγκατηγορούμενό του Η. Π. κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια χρήσης πλαστού, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€) και β) τετελεσμένης απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€) και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως έξι (6) ετών, η οποία μετατράπηκε προς τρία (3) ευρώ την ημέρα.

Γ) η τέταρτη κατηγορούμενη Α. Μ. του Α. για α) χρήση πλαστού, από κοινού που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας) από κοινού με τον Η. Π., το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας) από κοινού με τον Η. Π. και τον Β. Α., το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών ανασταλείσα επί τριετία. Δ) ο έβδομος κατηγορούμενος Ε. Λ. του Λ. α) για χρήση πλαστού, από κοινού με τον Η. Π. που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού με τους Η. Π. και Β. Α., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών ανασταλείσα επί τριετία.

Ε) ο όγδοος κατηγορούμενος Ν. Μ. του Α. α) για χρήση πλαστού που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας) από κοινού με τον Η. Π., το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€) και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, που μετατράπηκε προς τρία (3) ευρώ την ημέρα. ΣΤ) ο ένατος κατηγορούμενος Θ. Μ. του Ν. α) χρήσης πλαστού που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), από κοινού με τον Η. Π., το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού με τον Η. Π. και Β. Α. που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών ανασταλείσα επί τριετία.

Ζ) ο ενδέκατος κατηγορούμενος Α. Π. του Χ. χρήσης πλαστού που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), από κοινού με τον Η. Π., το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών που μετατράπηκε προς τρία (3) ευρώ την ημέρα.

Η) ο δωδέκατος κατηγορούμενος Δ. Σ. του Χ. α) απάτης από κοινού με τον Η. Π. και τον Β. Α. που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, που μετατράπηκε προς τρία (3) ευρώ την ημέρα.

Θ) ο δέκατος τέταρτος (14ος) κατηγορούμενος Π. Σ. του Ι. α) για χρήση πλαστού από κοινού με τον Η. Π., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού με τον Η. Π. και τον Β. Α., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, που μετατράπηκε προς τρία (3) ευρώ την ημέρα.

Ι) ο δέκατος πέμπτος κατηγορούμενος Κ. Τ. του Δ., α) χρήσης πλαστού από κοινού με τον Η. Π., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού με τον Η. Π. και τον Β. Α. που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών ανασταλείσα επί τριετία.

Κ) δεκάτη έκτη κατηγορουμένη Σ. Χ. του Α., α) της χρήσης πλαστού από κοινού με τον Η. Π. που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού με τον Η. Π. και Β. Α., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, ανασταλείσα επί τριετία Λ) δεκάτη εβδόμη (17η) κατηγορουμένη Π. Χ. του Σ. α) της χρήσης πλαστού από κοινού με τον Η. Π. που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), β) απάτης από κοινού με τον Η. Π. και τον Β. Α., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών, που μετατράπηκε προς τρία (3) ευρώ την ημέρα Μ) δεκάτη ογδόη κατηγορουμένη Α. Β. του Γ., της χρήσης πλαστού από κοινού με τον Η. Π., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία.

Ν) δεκάτη ενάτη κατηγορουμένη Α. Μ. του Μ. της χρήσης πλαστού από κοινού με τον Η. Π., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία.

Ξ) εικοστό κατηγορούμενο Η. Β. του Σ., απάτης από κοινού με τον Η. Π. και τον Β. Α., που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, ανασταλείσα επί τριετία.

Περαιτέρω σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη λόγω της αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης για τον αναιρεσείοντα πρώτο κατηγορούμενο ως προς τις ποινές των πράξεων της απάτης και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε συνδυασμό με το Ν.1608/1950, για τις οποίες καταδικάστηκε, ως προς τη συνολική ποινή, και ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τέλεσης των ανωτέρω πράξεων, στην τέλεση των οποίων συμμετείχαν κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι ανωτέρω κατηγορούμενοι, το επωφελές ως προς τον αναιρεσείοντα Η. Π. αποτέλεσμα πρέπει να επεκταθεί στους ανωτέρω συγκατηγορουμένους του, συμμετόχους στις ανωτέρω πράξεις για τις οποίες και αυτοί καταδικάστηκαν, δεδομένου ότι ο λόγος για τον οποίο αυτή αναιρείται δεν αρμόζει αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα πρέπει να αναιρεθεί Α) ως προς τον Β. Α. α) για τις ποινές για τις πράξεις που καταδικάστηκε και αναγκαίως και για τη συνολική ποινή, β) για τις διατάξεις του Ν.1608/1950 και γ) για τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως των ανωτέρω πράξεων και Να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το υπό στοιχ. α) αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση και να απαλειφθούν οι διατάξεις α) του Ν.1608/1950 και β) της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των ανωτέρω πράξεων και Β) ως προς τους τρίτο Β. Α. του Α., τετάρτη Α. Μ. του Α., έβδομο Ε. Λ. του Λ., όγδοο Ν. Μ. του Α., ένατο Θ. Μ. του Ν., ενδέκατο Α. Π. του Χ., δωδέκατο Δ. Σ. του Χ., δέκατο τέταρτο Π. Σ. του Ι., δέκατο πέμπτο Κ. Τ. του Δ., δεκάτη έκτη Σ. Χ. του Α., δεκάτη εβδόμη Π. Χ. του Σ., δεκάτη ογδόη Α. Β. του Γ., δεκάτη ενάτη Α. Μ. του Μ. και εικοστό Η. Β. του Σ.:

α) προς την ποινή της χρήσης πλαστού και της απάτης σε συνδυασμό με το Ν.1608/1950 που έκαστος εξ αυτών καταδικάστηκε και σε περίπτωση καταδίκης για περισσότερες πράξεις για τη συνολική ποινή, και β)για τις διατάξεις του Ν.1608/1950, να παραπεμφεί η υπόθεση κατά το υπό στοιχ. α) αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση και να απαλειφθούν από την προσβαλλόμενη απόφαση οι διατάξεις που αφορούν τις διατάξεις του Ν.1608/1950.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι δύο αιτήσεις αναιρέσεως του Η. Π. και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-3-2020 και με αριθμό πρωτ. 2139/3-3-2020 αίτηση αναιρέσεως του Β. Α. του Α., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμό 307/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον ανωτέρω στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη της υποστηρίζουσας η κατηγορία από πεντακόσια (500) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμό 307/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ως προς τον αναιρεσείοντα Η. Π. α) ως προς τις ποινές για τις πράξεις:

1) της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), και 2) της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), και αναγκαίως και ως προς τη συνολική ποινή, β) ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσεως πλαστού, γ) ως προς τις διατάξεις του Ν.1608/1950, δ) ως προς τα διατάξεις της που αφορούν τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης και ε) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής της παρεπομένης ποινής της αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων για τρία (3) έτη.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το υπό στοιχ. (α) αναιρούμενο μέρος της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση.

Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις της που αφορούν α)την επιβαρυντική περίπτωση της χρήσεως πλαστού β)από το Ν.1608/1950, γ)τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης και δ) που απαγγέλλουν στον αναιρεσείοντα αποστέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων για τρία (3) έτη και, Επεκτείνει το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα: 1) ως προς τον τρίτο κατηγορούμενο Β. Α. του Α. ως προς τις ποινές.

α) της άμεσης συνέργειας κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια χρήσης πλαστού, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος με βλάβη της Τράπεζας, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€) και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), και β) τετελεσμένης απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, που στρέφεται κατά νομικού προσώπου του άρθρου 263 Α περ. β' του παλαιού ΠΚ (Τράπεζας), το δε επιδιωκόμενο όφελος που επετεύχθη προξενώντας αντίστοιχη ζημία στην Τράπεζα, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000€), των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€), αλλά και των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000€), και αναγκαίως και ως προς τη συνολική ποινή β) ως προς τις διατάξεις του Ν.1608/1950 και γ) ως προς τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τελέσεως των πράξεων αυτών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το υπό στοιχ. α αναιρούμενο μέρος της των ποινών για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση.

Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις της που αφορούν 1) τις διατάξεις του Ν.1608/1950, 2) τις επιβαρυντικές περιστάσεις της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε και 3) ως προς τους κατηγορουμένους: τετάρτη Α. Μ. του Α., έβδομο Ε. Λ. του Λ., όγδοο Ν. Μ. του Α., ένατο Θ. Μ. του Ν., ενδέκατο Α. Π. του Χ., δωδέκατο Δ. Σ. του Χ., δέκατο τέταρτο Π. Σ. του Ι., δέκατο πέμπτο Κ. Τ. του Δ., δεκάτη έκτη Σ. Χ. του Α., δεκάτη εβδόμη Π. Χ. του Σ., δεκάτη όγδοη Α. Β. του Γ., δεκάτη ενάτη Α. Μ. του Μ. και εικοστό Η. Β. του Σ.: α) ως προς τις ποινές των πράξεων της χρήσης πλαστού και της απάτης σε συνδυασμό με το Ν.1608/1950 και σε περίπτωση καταδίκης για περισσότερες πράξεις και για τη συνολική ποινή και β) για τις διατάξεις του Ν.1608/1950.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το υπό στοιχ. α) αναιρούμενο μέρος της των ποινών για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους Δικαστές, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση.

Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις που αφορούν τις διατάξεις του Ν.1608/1950.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις αιτήσεις του Η. Π. του Θ. από α) 27-5-2019 και με αριθμό 12/2019, ασκηθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης β) από 28-1-2020 και με αριθμό πρωτ. 1015/29-1-2020, ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και γ) τους από 16-10-2020 προσθέτους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 307/17-5-2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login