ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ - 59 ΠΑΡ.1 - ΑΠ 1664-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η διάταξη του άρθρου 59 παρ. 1 ΚΠΔ εφαρμόζεται προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί ( η ως άνω απόφαση, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 59 ΚΠΔ και για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, ανέβαλε την έκδοση απόφασης επί της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το ζήτημα από την πλήρη ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου είχε παραπεμφθεί με άλλη απόφαση για το ζήτημα του ποια χρέη υπάγονται και ποια εξαιρούνται από το αδίκημα του άρθρου 25 Ν 1882/1990 )

Απόφαση 1664 / 2022    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1664/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Κουβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 286/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Μαχαίρα, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Βάρκα-Εισηγήτρια και Ευάγγελο Μητσέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης-Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 398/2021 αποφάσεως του, Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας με κατηγορουμένη την Ρ. Τ. του Κ., κάτοικο ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τερζίδη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 56/23-12-2021 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1235/2021.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατηγορουμένης, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 505 παρ. 2 και 507 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που προβλέπεται από το άρθρο 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται, προς το σκοπό επανόρθωσης τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, να ασκεί αναίρεση κατά οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης, που θα εκδοθεί από οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ). Επομένως, η κρινόμενη από 23-12-2021 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 398/2021αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που δημοσιεύθηκε με την κατηγορούμενη εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 22-12-2021, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 56/2021 έκθεση (άρθρα 504 παρ.1, 505 παρ.2, 509 παρ.1, 473 παρ.3, 474 παρ.1,2 του ΚΠΔ), έχει δε ως λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 59 παρ.1 του ΚποινΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η προβλεπόμενη υποχρεωτική αναβολή ή αναστολή (όρος ταυτόσημος) της ποινικής δίκης γίνεται, όταν στην αναβαλλόμενη δίκη ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα το ίδιο ποινικό ζήτημα που εκκρεμεί ως κύριο αντικείμενο στην άλλη συναφή δίκη, η οποία πρέπει να εκκρεμεί στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, και όχι της προδικασίας. Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, προκύπτει ότι έχει θεσπισθεί προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, και για την ασφαλέστερη διάγνωση του νομικού ζητήματος, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 1406/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2-4 του Ν. 2948/2001, 34 του Ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, 20 του Ν. 4321/2015 και 8 του Ν. 4337/2015: " Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων....". Τέλος, με το άρθρο 469 του νέου Ποινικού Κώδικα, που ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από την 1η-7-2019, ορίζεται ότι "Μετά το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ' ως εξής: "Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις". Τέτοια αποκλειόμενα χρηματικά ποσά - χρέη, τα οποία εμπίπτουν στα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, είναι τα προερχόμενα από την αποφυγή πληρωμής φόρου εισοδήματος (που προβλεπόταν από το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2523/1997), ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), από την απόκρυψη από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέων εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακών στοιχείων, ιδίως με την παράλειψη υποβολής δήλωσης ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή με την καταχώρηση στα λογιστικά αρχεία εικονικών (ολικά ή μερικά) δαπανών ή με την επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση, συμψηφισμό ή έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας (που προβλεπόταν από το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997), του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση, συμψηφισμό ή έκπτωση ή λήψη επιστροφής με παραπλάνηση της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, καθώς και τη διακράτηση τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση στο Δημόσιο του φόρου πλοίων, από την έκδοση και αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (που προβλεπόταν από το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 2523/1997) και από τη μη έκδοση ή έκδοση ανακριβώς των προβλεπόμενων από το ΠΔ 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχείων κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών κ.λπ. (που προβλεπόταν από το άρθρο 19 παρ. 5 του Ν. 2523/1997), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, όπως είναι τα πρόστιμα. Ακόμη, η επιβληθείσα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 ετήσια επί του εισοδήματος φορολογική επιβάρυνση (τέλος επιτηδεύματος), που ορίζεται σε πάγιο, κατά κατηγορία υποχρέων, ποσό, στους επιτηδευματίες και στους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα, που τηρούν βιβλία Β' και Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., θεσπίστηκε ως φόρος επί του εισοδήματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης . Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη, διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει, από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και, ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο, τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 3/2019, 1/2015, ΑΠ 779/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 75/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως εφετείο δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, αφού εκτίμησε τα προσδιοριζόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχτηκε στο αιτιολογικό του, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη των μελών του, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα: " Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο και μνημονεύονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη των μελών του Δικαστηρίου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η κατηγορία που αποδίδεται στην κατηγορουμένη είναι ότι στην …., κατά το χρονικό διάστημα από την 30-4-2014 έως την 1-6-2017, με πρόθεση δεν κατέβαλε τα βεβαιωμένα στη φορολογική διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ, και ειδικότερα το ότι ευθυνόμενη για ατομικά της χρέη (υπ'αριθμ. 4 έως 35 στον ακόλουθο πίνακα) και ως σύζυγος - συνυπόχρεη του Ι. Ζ. (για τα 1 έως 3 στον ακόλουθο πίνακα), δεν κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Καβάλας μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24-8-2017) το συνολικό χρηματικό ποσό των 150.845,63 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, όπως τα αντίστοιχα επιμέρους χρηματικά ποσά, στοιχεία βεβαίωσης αυτών, τρόπος πληρωμής και λήξη προθεσμίας πληρωμής αναλυτικώς περιγράφονται στον πίνακα χρεών που παρατίθεται στο διατακτικό της παρούσας. Σύμφωνα με το με αριθμό πρωτοκόλλου 37141/11-11-2021 έγγραφο της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Καβάλας, έναντι του ως άνω συνολικού ποσού εισπράχθηκε το ποσό των 33.263,27 ευρώ (κεφάλαιο) για την εξόφληση των οφειλών με α/α 4,5,7,9,13,15,17,18,20,24-28,34-35 και έναντι των οφειλών με α/α 6,12,19 και 22, μετά δε τις ως άνω καταβολές οι οφειλές της κατηγορουμένης διαμορφώθηκαν στο ποσό των 110.569,75 ευρώ, εκ των οποίων οι με α/α 4-35 είναι ρυθμισμένες ενώ οι α/α 1-3, που προέρχονται από την ιδιότητά της ως συζύγου του Ι. Ζ., δεν είναι. Στον ανωτέρω όμως πίνακα χρεών περιλαμβάνονται και τα εξής χρέη: α) τα με α/α 1,2 και 3, με είδος φόρου "εισόδημα φ.π. και ειδ. εισφ. ν. 3986/2011" , με απαιτητά σύνολα, 2.048,53, 18.388,47 και 26.644,58 ευρώ, β) τα με α/α 4-16, 20-23, 29-35 με είδος φόρου "χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω "internet", με απαιτητά σύνολα 0,03, 3.208,46, 5.894,58, 1.787,55, 3.618,34, 2.144,04, 1.355,23, 3.874,28, 2.545,58, 3.151,79, 5.118,15, 1.912,59, 4.071,30, 4.459,75, 3.470,26, 6.011,76, 5.131,55, 4.819,67, 1.134,79, 5.835,47, 6.395,47, 1.279,35, 443,60 και 47,46 ευρώ, γ) τα με α/α 17, με είδος φόρου "Ε.Ν.Φ.Ι.Α" ποσού 765,65 ευρώ, δ) τα με α/α 18, με είδος φόρου "πρόστιμο Κ.Β.Σ. οριστική βεβαίωση", ποσού 215,02 ευρώ, ε) με α/α 19, με είδος φόρου "εισόδημα οριστική βεβαίωση (μη παρακρ.)", ποσού 24.366,99 ευρώ, στ) τα με α/α 25 με είδος φόρου "πρόστιμο εισοδήματος ν. 129/89", ποσού 315, 33 ευρώ και ζ) τα με α/α 25,27 και 28 με είδος φόρου "προσ. Φόρου μισθωτών υπηρεσιών ν. 4172/2013", με απαιτητά σύνολα 103,87, 147,24 και 65,32 ευρώ με γενικό απαιτητό σύνολο 150.772,05 ευρώ, τα οποία δεν θα ληφθούν υπόψη, καθώς, ...κατά το άρθρο 469 του ισχύοντος από την 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (σε συνδ. Με το άρθρο 2 παρ. 1ΠΚ), με το οποίο προστέθηκε εδ. γ' στην παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, τα χρέη από αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, όπως τα εν λόγω (χρέη), ανεξάρτητα από το ύψος τους, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης της κατηγορουμένης και ως προς αυτά καθίσταται πλέον ανέγκλητη η ως άνω πράξη και δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 (...).
Συνεπώς, αφού το ύψος του χρέους που απομένει με α/α 26 ανέρχεται σε 73,58 ευρώ και δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ, που κατά το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 απαιτείται για να είναι αξιόποινη η πράξη, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί αθώα. Ας σημειωθεί σχετικά με τα με α/α 1 έως 3 χρέη, που αναφέρονται στα οικονομικά έτη 2013, 2014 και 2016, τα οποία κατά το με αριθμ. πρωτ. 37141/2021 έγγραφο της Δ.Ο.Υ Καβάλας είναι τα μοναδικά που δεν είναι ρυθμισμένα, ότι με βάση την κατηγορία που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, αυτή φέρεται ότι τα οφείλει με την ιδιότητα της συζύγου του Ι. Ζ., πλην όμως από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ο λόγος για το οποίο ευθύνεται για τα συγκεκριμένα χρέη του συζύγου της (...). Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η εκ δεξιών Πλημμελειοδίκης, Μ. Π., είχε την άποψη ότι η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ'αυτήν αξιόποινης πράξης με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2δ'του ΠΚ για τους εξής λόγους: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 20 του ν. 4321/2015 " Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης : α) ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό " των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ", β) τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ¨. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του Ν. 4337/17-10- 2015 προστέθηκε νέο Κεφάλαιο (δωδέκατο) στο Ν. 4174/2013, με το άρθρο 71 παρ.2 του οποίου ορίστηκε ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α' και β' αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα της καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα". Τέλος, στο άρθρο 469 του Π.Κ. που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 και τέθηκε σε ισχύ, κατά το άρθρο 460 του ίδιου Κώδικα, από την 1-7-2019, ορίζεται ότι "Μετά το εδάφιο β'της παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ' ως εξής: " Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις". Κατ' αυτόν τον τρόπο με την τελευταία διάταξη του νέου Ποινικού Κώδικα επαναρρυθμίζεται το προβλεπόμενο στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται, ότι στις (νέες) αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν: α) χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση (αμιγώς) -χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις και τούτο, διότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της μεταβατικής αυτής διάταξης, η μη καταβολή της επιβληθείσας χρηματικής ποινής καταργείται πλέον ως αυτοτελές αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, καθώς, δυνάμει της διάταξης της παραγράφου 6 του άρθρου 80 του νέου Π.Κ., το δικαστήριο μαζί με την χρηματική ποινή ορίζει ποινή στερητική της ελευθερίας, η οποία θα πρέπει να εκτιθεί από τον καταδικασθέντα, εάν δεν καταβάλλεται η χρηματική ποινή και β) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις και τούτο, διότι, σύμφωνα με την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση, θεραπεύεται το άτοπο της διπλής αξιολόγησης των αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων, ήτοι, τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όσο και κατά τις διατάξεις του άρθρου 66 του ν. 4174/2013 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 8 του Νόμου 4337/2015. Ως εκ τούτου, τα ποσά που αποτελούν το αποκομισθέν ή το επιδιωχθέν προϊόν των εν λόγω φορολογικών παραβάσεων αποκλείονται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, δεδομένου ότι η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρθρο 66 του Κ.Φ.Δ. Τέτοια αποκλειόμενα χρηματικά ποσά-χρέη, τα οποία εμπίπτουν στα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, είναι τα προερχόμενα από την αποφυγή πληρωμής φόρου εισοδήματος (που προβλεπόταν από το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 2523/1997), ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), από την απόκρυψη από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέων εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακών στοιχείων, ιδίως με την παράλειψη υποβολής δήλωσης ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή με την καταχώρηση στα λογιστικά αρχεία εικονικών (ολικά ή μερικά) δαπανών ή με την επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση, συμψηφισμό ή έκπτωση του φόρου προστιθέμενης αξίας (που προβλεπόταν από το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997), του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση, συμψηφισμό ή έκπτωση ή λήψη επιστροφής με παραπλάνηση της Φορολογικής Διοίκησης με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, καθώς και τη διακράτηση τέτοιων φόρων, τελών ή εισφορών, από τη μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση στο Δημόσιο του φόρου πλοίων, από την έκδοση και αποδοχή πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (που προβλεπόταν από το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2523/1997) και από τη μη έκδοση ή έκδοση ανακριβώς των προβλεπόμενων από το Π.Δ/μα 186/1992 (Κ.Β.Σ.) στοιχείων κατά την πώληση ή διακίνηση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών κ.λ.π. (που προβλεπόταν από το άρθρο 19 παρ. 5 του ν. 2523/1997), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις, όπως είναι τα πρόστιμα. Ακόμη, η επιβληθείσα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 3986/2011 ετήσια επί του εισοδήματος φορολογική επιβάρυνση (τέλος επιτηδεύματος), που ορίζεται σε πάγιο, κατά κατηγορία υπόχρεων, ποσό, στους επιτηδευματίες και στους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα, που τηρούν βιβλία Β' και Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., θεσπίσθηκε ως φόρος επί του εισοδήματος.
Συνεπώς, εφόσον η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 469 του νέου Π.Κ., όπου αναφέρεται, ότι στην αίτηση και το συνοδεύοντα αυτή πίνακα χρεών, που υποβάλλονται από τα προαναφερθέντα πρόσωπα προς άσκηση ποινικής δίωξης (άρθρο 25 § 1 εδάφ. Β' του ν. 1882/1990) δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου τα παραπάνω χρέη με τις προσαυξήσεις τους κ.λπ. από τα τυποποιούμενα στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, είναι ευμενέστερη, η πράξη της μη καταβολής των χρεών αυτών στο Δημόσιο έχει καταστεί ανέγκλητη. Πρέπει να επισημανθεί όμως ότι οι παραπάνω φορολογικές παραβάσεις δεν στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα ανεξαρτήτως ποσού ή χρονικού διαστήματος (ΑΠ 414/2020, 415/2020, 512/2020 ΤΝΠ Νόμος), αλλά για τον αξιόποινο χαρακτήρα αυτών απαιτείται το χρέος να υπερβαίνει το οριζόμενο, κατά περίπτωση, από τη σχετική διάταξη ποσό. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 66 § 3 και 4 του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.): "3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίσθηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. 4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. Σε ακολουθία των παραπάνω, η εφαρμογή του άρθρου 469 του νέου Π.Κ., ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη, λαμβάνει χώρα μόνον οσάκις τα περιλαμβανόμενα στον πίνακα χρέη αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα τυποποιούμενο στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, αυτό δε προϋποθέτει να υπερβαίνουν το οριζόμενο στο παραπάνω άρθρο ύψος για τη θεμελίωση του αξιοποίνου. Η εφαρμογή αυτή είναι σύμφωνη τόσο με το γράμμα της διάταξης του άρθρου 469 του νέου ΠΚ, η οποία ομιλεί για μη υπολογισμό των χρεών "από αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κ.Φ.Δ.", κυρίως όμως είναι σύμφωνη με τον σκοπό της παραπάνω διάταξης, όπως αυτός με σαφήνεια διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4619/2019. Η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε προκειμένου να αποφευχθεί η έως την θέσπισή της υπάρχουσα διπλή ποινική τιμώρηση του φορολογικού ποινικού αδικήματος (π.χ. οφειλή ΦΠΑ ή φόρου εισοδήματος) και της μη καταβολής του ιδίου βεβαιωμένου χρέους έναντι του Δημοσίου. Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή δεν υπολογίζονται χρέη από τα τυποποιούμενα στο άρθρο 66 του Κ.Φ.Δ. αδικήματα, ανεξαρτήτως ποσού δηλ. και όταν αυτά υπολείπονται του ποσού που θεμελιώνει το αξιόποινο κατά το ως άνω άρθρο, δεν είναι σύμφωνη με τα παραπάνω, καθόσον αν γινόταν δεκτή μια τέτοια εκδοχή θα ακυρωνόταν η ratio του νόμου, η οποία είναι η αποφυγή διπλής αξιολόγησης αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων για το αυτό χρέος, δηλ. των φορολογικών ποινικών αδικημάτων του άρθρου 66 του ΚΦΔ και αυτού της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, κατά το άρθρο 25§1 του ν. 1882/1990 και διπλής τιμωρίας του δράστη για τα ως άνω αδικήματα και όχι η πλήρης ατιμωρησία του. Αν ο νομοθέτης ήθελε τον μη υπολογισμό οιουδήποτε ποσού προερχόμενου από φορολογικό αδίκημα, θα διατύπωνε την διάταξη με διαφορετικό τρόπο, δηλ. αναφέροντας ότι δεν υπολογίζονται τα χρέη που προέρχονται από τις φορολογικές παραβάσεις και όχι από τα "τυποποιούμενα" ποινικά αδικήματα. Κυρίως όμως, η εκδοχή αυτή δεν είναι σύμφωνη με τον σκοπό του κανόνα δικαίου, αφού με πλήρη σαφήνεια ο νομοθέτης αναφέρει ότι σκοπός είναι η αποφυγή της διπλής?ποινικής αξιολόγησης και όχι ο πλήρης αποκλεισμός αυτής. Όμως ο μη υπολογισμός στο αδίκημα του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 χρέους, το οποίο δεν αποτελεί αυτοτελώς ούτε ποινική φορολογική παράβαση του άρθρου 66 του ΚΦΔ, οδηγεί στον πλήρη αποκλεισμό της ποινικής αξιολόγησης του, κάτι όμως που, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι ο σκοπός της διάταξης το άρθρου 469 του νέου Π.Κ. (ΤρΕφΘες112/2021, ΕφΠλημΘες1755/2020, 1710/2020, 17615/2020 αδημ. στον νομικό τύπο, ΤρΠλημΑθ1141/2020 ΤΝΠ Νόμος-αντιθ. ΑΠ257/2020, 1519/2020,1652/2020, 257/2020 ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη στην Καβάλα, κατά το χρονικό διάστημα από την 30-3-2014 έως την 1-6-2017, με πρόθεση δεν κατέβαλε τα βεβαιωμένα στη φορολογική διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ. Ειδικότερα, η κατηγορούμενη ευθυνόμενη για ατομικά της-χρέη (τα υπ' αριθμ. 4 έως 35 στον ακόλουθο πίνακα) και ως σύζυγος - συνυπόχρεη του Ι. Ζ. (για τα υπ' αριθμ. 1 έως 3 στον ακόλουθο πίνακα), δεν κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Καβάλας μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24-8-2017) το συνολικό χρηματικό ποσό των 150.845,63 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, όπως τα αντίστοιχα επιμέρους χρηματικά ποσά, στοιχεία βεβαίωσης αυτών, τρόπος πληρωμής και λήξη προθεσμίας πληρωμής αναλυτικώς περιγράφονται στον πίνακα χρεών που παρατίθεται στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό πρωτοκόλλου 37141/11.11.2021 έγγραφο της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ Καβάλας, έναντι του ως άνω συνολικού ποσού εισπράχθηκε το ποσό των 33.263 27 ευρώ (κεφάλαιο) για την εξόφληση των οφειλών με α/α 4,5,7,9,13,15,17,18,20,24- 28,34-35 και έναντι των οφειλών με α/α 6,12,19 και 22, μετά δε τις ως άνω καταβολές οι οφειλές της κατηγορουμένης διαμορφώθηκαν στο ποσό των 110.569,75 ευρώ, εκ των οποίων οι με α/α 4-35 είναι ρυθμισμένες ενώ οι με α/α 1-3 δεν είναι. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον ως άνω πίνακα χρεών κανένα από τα περιλαμβανόμενα σε αυτόν χρέη δεν αποτελεί αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα, τυποποιούμενο στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, καθόσον ναι μεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω πίνακα χρέη που αφορούν Εισόδημα Φ.Π. (α/α1,2,3), χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω Ιντερνετ (α/α 4,5,6,7,8,9,10,11,12,13,14,15,16,20,21,22,23,29,30,31,32,33,34,35), ΕΝ.Φ.Ι.Α (α/α 17). πρόστιμο Κ.Β.Σ, (α/α18) και οριστική βεβαίωση φόρου εισοδήματος (α/α19), ωστόσο, κανένα από τα εν λόγω χρέη δεν υπερβαίνει το οριζόμενο στο παραπάνω άρθρο ύψος για την θεμελίωση του αξιοποίνου, συνεπώς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν συντρέχει εν προκειμένω ζήτημα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 469 του Π.Κ σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1 του ΠΚ και εντεύθεν μη υπολογισμού χρεών που περιλαμβάνονται στον ως άνω πίνακα. Περαιτέρω, η εξάλειψη του αξιοποίνου και η αναστολή της ποινικής δίωξης, που προβλέπονται στο άρθ. 25 παρ. 5 του Ν. 1882/1990, αφορούν το συνολικό χρέος του πίνακα, και συνεπώς, οι εν λόγω διατάξεις δεν εφαρμόζονται επί ρύθμισης ορισμένων μόνο χρεών αυτού (ΕφΑΘ 60/2018 ΤΝΠ Νόμος). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, η κατηγορούμενη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σε αυτήν πράξης με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ' διότι, όπως προαναφέρθηκε, πραγματοποίησε καταβολές ύψους 33.263,27 ευρώ, προσπαθώντας έτσι να μειώσει τις συνέπειες τις πράξεις της.
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσίβλητη αθώα, κατά πλειοψηφία, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1α του Ν. 1882/1990) με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "
Κηρύσσει την κατηγορούμενη , ΑΘΩΑ κατά πλειοψηφία του ότι: Στην …., κατά το χρονικό διάστημα από την 30-3-2014 έως την 1-6-2017, με πρόθεση δεν κατέβαλε τα βεβαιωμένα στη φορολογική διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα της σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ. Ειδικότερα, η κατηγορούμενη ευθυνόμενη για ατομικά της χρέη (τα υπ' αριθμ. 4 έως 35 στον ακόλουθο πίνακα) και ως σύζυγος -συνυπρόχρεη του Ι. Ζ. (για τα υπ' αριθμ. 1 έως 3 στον ακόλουθο πίνακα), δεν κατέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Καβάλας μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (24-8-2017) το συνολικό χρηματικό ποσό των 150.845,63 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, όπως τα αντίστοιχα επιμέρους χρηματικά ποσά, στοιχεία βεβαίωσης αυτών, τρόπος πληρωμής και λήξη προθεσμίας πληρωμής αναλυτικώς περιγράφονται στον παρακάτω πίνακα χρεών, ο οποίος αποτελεί ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος, επισυνάπτοντας τον πίνακα χρεών που ακολουθεί.
Από την ως άνω αιτιολογία της κατά πλειοψηφία ληφθείσας απόφασης , προκύπτει ότι το Δικαστήριο εξαίρεσε από την αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 χρέη της κατηγορουμένης, όπως αυτά αναλυτικά εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (εισόδημα φ.π και ειδ. εισφ.ν 3986/2011, χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ΙΝΤΕΡΝΕΤ, ΕΝ.Φ.Ι.Α, πρόστιμο Κ.Β.Σ. οριστική βεβαίωση μη παρακρ. ποσού, πρόστιμο εισοδημ. ν. 129/89, προστ. Φόρου μισθωτών υπηρεσιών), ήτοι αδικήματα που τυποποιούνται και στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, τα οποία, ανεξάρτητα από το ύψος τους, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης της κατηγορουμένης εφόσον το ποσό του υπόλοιπου χρέους του πίνακα ανέρχεται σε 73,58 ευρώ και, κατά συνέπεια, δεν υπερβαίνει τις 100.000 ευρώ, που κατά το άρθρο 25 παρ. 1α του Ν. 1882/1990, απαιτείται για να είναι αξιόποινη η αποδιδόμενη στην κατηγορουμένη πράξη.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με την ένδικη από 23-12-2021 αναίρεσή του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στ. Ε' ΚποινΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 66 και 469 ΠΚ, με το να εξαιρέσει από την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 25 παρ.1 Ν. 1882/1990 χρέη, τα οποία λόγω ποσού δεν στοιχειοθετούν φορολογικά αδικήματα του άρθρου ΚΦΔ, ενώ θα έπρεπε κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή να ταυτισθεί με την γνώμη της μειοψηφούσας Πλημμελειοδίκη σύμφωνα με την οποία, η κατηγορουμένη έπρεπε να κηρυχθεί ένοχη της αποδιδόμενης σ'αυτήν πράξης, αφού, όπως ακριβώς αναγράφεται στην απόφαση (σελ 8 αυτής) : "... δεν συντρέχει εν προκειμένω ζήτημα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 469 ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ και εντεύθεν μη υπολογισμού χρεών που περιλαμβάνονται στον ως άνω πίνακα. Περαιτέρω, η εξάλειψη του αξιοποίνου και η αναστολή της ποινικής δίωξης, που προβλέπονται στο άρθρ. 25 παρ. 5 του Ν.1882/1990, αφορούν το συνολικό χρέος του πίνακα, και συνεπώς, οι εν λόγω διατάξεις δεν εφαρμόζονται επί ρύθμισης ορισμένων μόνο χρεών αυτού ..".
Το ίδιο ποινικό ζήτημα ωστόσο, εκκρεμεί σε άλλη συναφή δίκη και ειδικότερα, έχει παραπεμφθεί με την υπ' αριθμό 1579/28-11-2022 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος, στην πλήρη Ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης, επί υποθέσεως παραβάσεως των διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 1α', β' του Ν. 1882/1990, 469 του νέου ΠΚ και 66 του ΚΦΔ.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 59 ΚΠοινΔ, έκδοσης απόφασης επί του παραπάνω λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την πλήρη ποινική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης υπ'αριθ. 56/23-12-2021 αίτησης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αριθ. 398/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της τακτικής Ποινικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1579/2022 απόφαση του Ζ' Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2022. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login