ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)
-Σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) , που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008 «το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.
-Σκοπός της προδικαστικής παραπομπής, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19 παράγραφος 3 στοιχείο β’ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.
-Στο εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της απόφασης που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (ΔΕΕ), ενώ η αίτηση προδικαστικής απόφασης πρέπει να αφορά την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, όχι δε την ερμηνεία κανόνων του εθνικού δικαίου ή ζητήματα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
-Αίτημα των διαδίκων κύριας δίκης ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το οποίο ζητείται να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για την ερμηνεία διατάξεων που δεν σχετίζονται με το δίκαιο της Ένωσης (κανονισμοί, οδηγίες) ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της (Ένωσης), αλλά με την ερμηνεία διατάξεων που ισχύουν στην επικράτεια των κρατών μελών της, δηλαδή με το εθνικό δίκαιο, δεν έχει νόμιμο έρεισμα και επομένως είναι απορριπτέο.
Αριθμός 1222/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Βάρκα, Ελευθέριο Σισμανίδη-Εισηγητή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ιωάννη Μωραϊτάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και τ. Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ….., κατοίκου Εκάλης Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Χρυσογονίδη, για αναίρεση της υπ΄αριθ. ΗΤ 2087/2022 απόφασης του Η΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον ….., κάτοικο Αμαρουσίου, ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Η΄ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 3 Φεβρουαρίου 2023 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, ….., και έλαβε αριθμό Ε.Μ.: 3/2023 και στους από 24.04.2023 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 166/2023.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, κατά τα λοιπά και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη, από 3-2-2023, αίτηση του ….., κατοίκου Εκάλης Αττικής (οδός … αρ. ..), για αναίρεση της υπ’ αρ. ΗΤ 2087/23-9-2022 απόφασης του Η’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτόν (αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο), για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης, από αμέλεια, από υπόχρεο (άρθρα 28, 314 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ.), αφού αναγνώρισε στο πρόσωπό του τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α’ του Π.Κ.), σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα [αυτοπροσώπως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο)], με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών ….., για την οποία συντάχθηκε η υπό στοιχεία Αριθμός Ε.Μ.: 3/2023, με ημερομηνία 3-2-2023, έκθεση αναίρεσης, και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω πρωτοδικείου, την 18-1-2023 (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 1, 4 του Κ.Ποιν.Δ.). Επίσης, οι από 24-4-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη συζήτηση της παρούσας υπόθεσης (άρθρο 509 του Κ.Ποιν.Δ.) με την κατάθεσή τους [αυτοπροσώπως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο)] στην αρμόδια Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για την οποία (κατάθεση) συντάχθηκε η σχετική από 24-4-2023 έκθεση. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι παραδεκτοί, καθόσον περιέχουν σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’, Δ’ και Ε’ αντιστοίχως του Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ αυτών συναφείας, να ερευνηθεί δε περαιτέρω η υπόθεση κατ’ ουσίαν. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία του υποστηρίζοντος την κατηγορία, …., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (οδός…. αρ. .), σαν να ήταν όμως και αυτός παρών (άρθρο 515 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ.), καθόσον, όπως προκύπτει από το από 2-3-2023 αποδεικτικό επίδοσης, που συντάχθηκε από τον ….., επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και έχει επισυναφθεί στον φάκελο της δικογραφίας, επιδόθηκε σ’ αυτόν (υποστηρίζοντα την κατηγορία), νόμιμα και εμπρόθεσμα, η υπ’ αρ. 166/2023, με ημερομηνία 24-2-2023, κλήση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που παρέλαβε αυτοπροσώπως ο ίδιος (υποστηρίζων την κατηγορία), για να παραστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-5-2023), στη συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, όμοια δε κλήση επιδόθηκε, ως εκ περισσού, και στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό του Βασίλειο Γαλλία, δικηγόρο Πειραιώς, κάτοικο Πειραιώς (οδός Νοταρά αρ. 31), τον οποίο διόρισε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση που παρέλαβε αυτοπροσώπως ο ίδιος, δηλαδή ο αντίκλητος του υποστηρίζοντος την κατηγορία, όπως προκύπτει από το από 24-2-2023 αποδεικτικό, που συντάχθηκε από τον επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Πειραιώς ….. και επίσης έχει επισυναφθεί στον φάκελο της δικογραφίας, αυτός (υποστηρίζων την κατηγορία) όμως, δεν εμφανίστηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου εκθέματος, αλλά ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ. (άρθρ. 171 παρ. 1 περ. α’ του Κ.Ποιν.Δ.). Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 4 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 παρ. 1 περ. α’ του Ν. 4637/2019 (Φ.Ε.Κ. 180/18-11-2019), ορίζουν ότι: «1. Το συμβούλιο των πλημμελειοδικών και το τριμελές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από τον πρόεδρο πρωτοδικών ή τον αναπληρωτή του και δύο πρωτοδίκες. 2. Όταν για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη αυτή η σύνθεση, επιτρέπεται η αναπλήρωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών.», ενώ από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ. γ’ του Ν. 4938/2022 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. 109/6-6-2022, τεύχος πρώτο) προκύπτει ότι το τριμελές πλημμελειοδικείο συγκροτείται από πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες, από τη διάταξη δε του άρθρου 5 του ίδιου ως άνω νόμου 4938/2022 προβλέπεται η αναπλήρωση των δικαστών, αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται, η οποία γίνεται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, ειδικότερα δε ένας (1) μόνο πρωτοδίκης πολυμελούς πρωτοδικείου ή τριμελούς πλημμελειοδικείου, αναπληρώνεται από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του (άρθρο 5 παρ. 1 περ. Α’ υποπερ. γ’ του Ν. 4938/2022). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 4938/2022, «1. Σε όσα πρωτοδικεία, εφετεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση. (…) Στους πίνακες που καταρτίζονται από την ολομέλεια περιλαμβάνεται ο ανάλογος με τις ανάγκες του δικαστηρίου αριθμός δικαστών, μεταξύ των οποίων γίνεται η κλήρωση των τακτικών και αναπληρωματικών, σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος, από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο. 2. Η κλήρωση για την κατάρτιση των συνθέσεων των ποινικών δικαστηρίων στις δικάσιμους κάθε μήνα γίνεται από το πρώτο τριμελές πλημμελειοδικείο ή τριμελές ποινικό εφετείο στην πρώτη δικάσιμο του δεύτερου δεκαήμερου του προηγούμενου μήνα και, αν αυτή δεν υπάρχει ή ματαιωθεί για οποιονδήποτε λόγο, γίνεται την επόμενη δικάσιμο ή εργάσιμη ημέρα αντίστοιχα. 3. Ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία, καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ’ αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα: α) Στο πρωτοδικείο: αα) όλων των προέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και ανάλογος προς τις υπηρεσιακές ανάγκες αριθμός προέδρων των τριμελών πλημμελειοδικείων, αβ) των αρχαιότερων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται οι πρόεδροι των υπόλοιπων τριμελών πλημμελειοδικείων, αγ) όλων των υπόλοιπων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των μικτών ορκωτών δικαστηρίων, των τριμελών πλημμελειοδικείων και οι δικαστές των μονομελών πλημμελειοδικείων, αδ) των παρέδρων πρωτοδικών, από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη των συνθέσεων των τριμελών πλημμελειοδικείων. (…). 4. Με βάση τους παραπάνω πίνακες, ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια της περιόδου για την οποία γίνεται η κλήρωση. Αν εξαντληθούν οι κλήροι πριν συμπληρωθούν όλες οι συνθέσεις, τοποθετούνται πάλι στην κληρωτίδα. Δικαστικοί λειτουργοί, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του ίδιου δικαστικού έτους έχουν κληρωθεί κατ’ επανάληψη, έχουν δικαίωμα να ζητήσουν, με προσφυγή στο τριμελές συμβούλιο ή στον διευθύνοντα την εισαγγελία, την εξαίρεσή τους από την κλήρωση του επόμενου μήνα. Στην κληρωτίδα δεν τίθενται τα ονόματα των δικαστικών λειτουργών που έχουν συμπληρώσει την ανάλογη μηνιαία υπηρεσία. Στο δικαστήριο που ενεργεί την κλήρωση μετέχουν δύο (2) γραμματείς, οι οποίοι τηρούν τα πρόχειρα πρακτικά χωριστά σε δύο (2) όμοια πρωτότυπα ο καθένας, τα οποία υπογράφονται στην έδρα από τα μέλη της σύνθεσης. Το ένα από αυτά αναρτάται αμέσως στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου. Η κλήρωση των συνθέσεων των δικαστηρίων μπορεί να γίνεται και ηλεκτρονικά. 5. Με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς και οι σύνεδροι δικαστές. 6. Ο κανονισμός του δικαστηρίου και, αν δεν υπάρχει, η πράξη του δικαστή ή του προέδρου του συμβουλίου, που διευθύνει το δικαστήριο, ρυθμίζει τις λοιπές λεπτομέρειες της διαδικασίας της κλήρωσης. 7. α. Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνο από τον αναπληρωματικό δικαστή και εισαγγελέα αντίστοιχα, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αντικατάστασης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν εμφανιστεί ασθένεια ή ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη στους αναπληρωματικούς, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα μπορεί, με αιτιολογημένη πράξη του, να αντικαταστήσει τον κληρωθέντα αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα αντίστοιχα με άλλον μη κληρωθέντα. Η πράξη αυτή μνημονεύεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. β. Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανιστεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του, αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα αντιστοίχως. (…) 10. Η μη τήρηση των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που θεραπεύεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.» (Α.Π. 835/2022, Α.Π. 442/2020).
ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. ΗΤ 2087/23-9-2022 απόφαση του Η’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στη σύνθεσή του, ως μέλος του δικαστηρίου, συμμετείχε η Πάρεδρος …., που υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία περιλαμβανόταν στον πίνακα που καταρτίστηκε νόμιμα, κατά τις αναφερόμενες στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 4938/2022, επειδή κωλύονταν οι τακτικοί δικαστές (άρθρο 5 παρ. 1 περ. Α’ υποπερ. γ’ του Ν. 4938/2022), κληρώθηκε δε ως μέλος για τη συγκρότηση, με κλήρωση, του ανωτέρω δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, προς αναπλήρωση των κωλυομένων τακτικών δικαστών (πρωτοδικών), χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση από οποιονδήποτε παράγοντα της δίκης για τη συμμετοχή της στη σύνθεση του ως άνω δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο οποιαδήποτε ακυρότητα για τη συμμετοχή στη σύνθεση του παραπάνω δικαστηρίου της ως άνω Παρέδρου ….., που υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη, η συμμετοχή της ως άνω Παρέδρου ……, που υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, στη σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ήταν νόμιμη, κατόπιν κλήρωσης, για την αναπλήρωση κωλυομένων πρωτοδικών. Επομένως ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε, λόγω κακής σύνθεσης του ανωτέρω δικαστηρίου, ακόμη όμως και αν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο ακυρότητα, εφόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, ότι αυτή (ακυρότητα) προτάθηκε, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, καλύφθηκε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στο τέλος της προηγηθείσας υπό στοιχείο ΙΙ νομικής σκέψης. Εξάλλου, ουδεμία παραβίαση του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, από φυσικό δικαστή, επήλθε εκ του ότι άσκησε καθήκοντα μέλους της σύνθεσης του ανωτέρω δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση η προαναφερόμενη Πάρεδρος ….., που αναπλήρωνε τους κωλυόμενους τακτικούς δικαστές (πρωτοδίκες), η οποία είχε κληρωθεί νόμιμα για να ασκήσει τα παραπάνω καθήκοντα στο ως άνω δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η συμμετοχή της στη σύνθεσή του ρητά προβλέπεται από το νόμο, το δικαστήριο δε αυτό, συγκεκριμένα δε το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ύστερα από έφεσή του (αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου), είναι ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την έφεσή του απόφαση, ειδικότερα δε από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ανεξαρτήτως του ότι στη σύνθεση του πρώτου (Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών) συμμετείχαν και δικαστές ιεραρχικώς κατώτεροι του δεύτερου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών). Επομένως, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος επιχειρεί να θεμελιώσει την αναιρετική πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αιτιώμενος ότι δεν συγκροτήθηκε νομίμως το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στη σύνθεση του οποίου δεν έπρεπε να συμμετάσχει η ανωτέρω Πάρεδρος …., διότι με τον τρόπο αυτό παραβιάστηκαν, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιστοίχως οι διατάξεις του Κώδικα Οργανισμού και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και του Κ.Ποιν.Δ., καθώς και η αρχή της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), είναι αβάσιμοι.
- Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), λόγο αναίρεσης αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, τέτοια δε ακυρότητα προκαλείται και στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στον νόμο (άρθρ. 171 παρ. 1 περ. β’ του Κ.Ποιν.Δ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 1 του ίδιου ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ., η απόλυτη ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, αν όμως η ακυρότητα αναφέρεται σε πράξεις της προδικασίας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως ή να προταθεί μέχρι να γίνει αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο, κατά τη διάταξη δε του άρθρου 175 παρ. 1 του ίδιου ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ., ακυρότητα που δεν προτάθηκε, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, καλύπτεται, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 176 παρ. 1 ίδιου ως άνω Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο και των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο, της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο στο οποίο παραπέμπεται η εκδίκαση της υπόθεσης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, που έχουν ταυτόσημο περιεχόμενο με τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, χωρίς να μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, καθώς και ότι αρμόδιο για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία του σχετικά με την υπόθεση. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι: α) επί παραπομπής με βούλευμα του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου, οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας προτείνονται μέχρι το βούλευμα να καταστεί αμετάκλητο και β) επί παραπομπής με απευθείας κλήση οι απόλυτες ακυρότητες της προδικασίας μπορούν να προταθούν στο αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών, εάν μεν χωρεί προσφυγή, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος (άρθρο 322 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.), ενώ εάν δεν επιτρέπεται προσφυγή, όπως όταν πρόκειται για παραπομπή για πράξη αρμοδιότητας μονομελούς πλημμελειοδικείου, οι ως άνω ακυρότητες μπορούν να προταθούν μέχρι την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 εδ. α’ του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., «1. Ο εισαγγελέας όταν λάβει τη μήνυση ή την αναφορά, κινεί την ποινική δίωξη, παραγγέλλοντας προανάκριση ή ανάκριση ή εισάγοντας την υπόθεση με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, όπου αυτό προβλέπεται.», σύμφωνα δε με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 243 του ανωτέρω προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 4055/2012 (Φ.Ε.Κ. 51/12-3-2012, τεύχος πρώτο) και το άρθρο 11 του Ν. 3160/2003 (Φ.Ε.Κ. 165/30-6-2003, τεύχος πρώτο), «1. Η προανάκριση ενεργείται από οποιονδήποτε ανακριτικό υπάλληλο μετά γραπτή παραγγελία του εισαγγελέα. 2. Αν από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, όλοι οι κατά το άρθρο 33 και 34 ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να αποκαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα· στην περίπτωση αυτή ειδοποιούν τον εισαγγελέα με το ταχύτερο μέσο και του υποβάλλουν χωρίς χρονοτριβή τις εκθέσεις που συντάχθηκαν. Ο εισαγγελέας, αφού λάβει τις εκθέσεις, ενεργεί σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 43 κ.ε.», ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 244 του ως άνω προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 3904/2010 (Φ.Ε.Κ. 218/23-12-2010, τεύχος πρώτο), «Παραγγελία για προανάκριση, σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 1 εδάφιο πρώτο, δίνεται μόνο για πλημμελήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα του τριμελούς πλημμελειοδικείου ή έχουν τελεστεί από πρόσωπο ιδιάζουσας δωσιδικίας, όταν έχει προηγηθεί ένορκη διοικητική εξέταση ή συντρέχουν ειδικά μνημονευόμενοι στην παραγγελία του εισαγγελέα εξαιρετικοί λόγοι, που επιβάλλουν τη διεξαγωγή συγκεκριμένων ανακριτικών πράξεων.». Από τις ανωτέρω διατάξεις, που είναι εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση, ως ισχύουσες κατά τον χρόνο κίνησης (12-12-2017) της ποινικής δίωξης, που αφορά την παρούσα υπόθεση, την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, εναντίον του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, …….., με σαφήνεια συνάγεται ότι σε περίπτωση που έχει διενεργηθεί αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, κατ’ άρθρο 243 παρ. 2 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., στο πλαίσιο τέλεσης αυτόφωρου πλημμελήματος, η εκδίκαση του οποίου υπάγεται στην αρμοδιότητα του μονομελούς πλημμελειοδικείου, ο εισαγγελέας κινεί την ποινική δίωξη μόλις λάβει την αντίστοιχη αναφορά, έχει δε την εξουσία να εισάγει την υπόθεση, με απευθείας κλήση του κατηγορουμένου, στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου (άρθρο 245 παρ. 1 περ. α’ του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ.). Η κίνηση της ποινικής δίωξης, χωρίς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά τη διάταξη του 171 παρ. 1 περ. β’ του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ. (ταυτόσημο είναι και το περιεχόμενο της αντίστοιχης διάταξης του ήδη ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ.), καθόσον παραβιάζονται οι διατάξεις που καθορίζουν τον τρόπο και τον χρόνο κίνησής της (ποινικής δίωξης), λόγω μη τήρησης της οριζόμενης στο νόμο προδικασίας. Αρμόδιο για την κήρυξη ή μη των ανωτέρω ακυροτήτων που αφορούν το στάδιο της προδικασίας, μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είναι το δικαστικό συμβούλιο, μετά την οποία απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υπόθεσης (Α.Π. 450/2020, Α.Π. 105/2019).
- Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, με τον τρίτο λόγο του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησής του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αιτιώμενος ότι ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, σε βάρος του υποστηρίζοντος την κατηγορία, ….., ειδικότερα δε ότι προκάλεσε στον τελευταίο σωματική κάκωση (κάταγμα δεξιού μηριαίου), πράξη η οποία είναι ανύπαρκτη και ανυπόσταστη, αφού δεν προκύπτει από τον ιατρικό φάκελό του (υποστηρίζοντος την κατηγορία), δηλαδή ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη για ουσιωδώς διαφορετική πράξη (ανύπαρκτο ιστορικό γεγονός), για την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου και τελικά κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, επικαλούμενος ότι είναι ανεπίτρεπτη η μεταβολή της αποδιδόμενης σ’ αυτόν κατηγορίας για άλλη σωματική κάκωση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, για την οποία δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το νόμο προδικασία για την κίνηση ποινικής δίωξης εναντίον του. Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες έρευνας του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων που βρίσκονται στον φάκελο της σχηματισθείσας για την κρινόμενη υπόθεση δικογραφίας, καθώς και των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ύστερα από αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, που διενεργήθηκε, κατ’ άρθρο 243 παρ. 2 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., από το Τμήμα Τροχαίας Κηφισιάς της Διεύθυνσης Τροχαίας Αττικής, μετά από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη την 3-8-2016, στο Αμαρούσιο Αττικής, στο πλαίσιο της οποίας κλήθηκε νομότυπα και απολογήθηκε ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος για την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, που προκλήθηκε στον υποστηρίζοντα την κατηγορία από το ανωτέρω αυτοκινητικό ατύχημα, και την υποβολή της σχηματισθείσας προανακριτικής δικογραφίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών με το υπ’ αρ. πρωτ. 2514/9/286 – α’/12-12-2016 έγγραφο της ανωτέρω υπηρεσίας, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Αθηνών άσκησε ποινική δίωξη εναντίον του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, ……., την 12-12-2017, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη, ακολούθως δε τον παρέπεμψε να δικαστεί την 28-11-2019 στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιδίδοντας σ’ αυτόν (αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο), την 2-10-2019, το υπό στοιχεία ΑΒΜ: ΙΕ17-14343/7-3-2019 κλητήριο θέσπισμα, προκειμένου να δικαστεί για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, ειδικότερα δε, κατά πιστή αντιγραφή, του ότι: «(…) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας IZT – 1717 ΙΧΕ αυτοκίνητο και βαίνοντας μ’ αυτό στην οδό Αργοναυτών με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κηφισιά δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, δε μείωσε ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του και όταν έφθασε στη διασταύρωση με την οδό Μεσογείων δε διέκοψε την πορεία του οχήματός του, ούτε παραχώρησε την προτεραιότητα στη με αριθμό ΟΖΧ – 609 δίκυκλη μοτ-τα που έβαινε στην οδό Μεσογείων με κατεύθυνση από Βριλήσσια προς Πεύκη παρότι στην πορεία του και πριν απ’ τη διασταύρωση ήταν τοποθετημένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (STOP), αλλά παραβίασε την πινακίδα αυτή και προχώρησε απερίσκεπτα, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το παραπάνω όχημα και να τραυματισθεί απ’ τη σύγκρουση αυτή ο οδηγός της με αριθμό ΟΖΧ – 609 δίκυκλης μοτ-τας ….. που έπαθε κάταγμα δεξιού μηριαίου.». Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την υπ’ αρ. ΒΜ 2467/15-12-2021 απόφασή του κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, ύστερα δε από έφεση του τελευταίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επίσης κηρύχθηκε ένοχος για την ίδια ανωτέρω αξιόποινη πράξη, μολονότι κατά τις παραδοχές της (προσβαλλόμενης απόφασης), από το ανωτέρω τροχαίο ατύχημα ο υποστηρίζων την κατηγορία «(…) υπέστη σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα ρήξη σπλήνας, για την αντιμετώπιση της οποίας, μετά τη διακομιδή του με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο ΓΝΑ «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ», εισήχθη επειγόντως στο χειρουργείο και υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή, καθώς και κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης Θ – 1, μείωση του ύφους και λύση της οστικής συνέχειας της άνω επιφυσιακής πλάκας του Θ – 7 σπονδυλικού σώματος ΔΕ προσθιοπλάγια, γραμμοειδή λύση οστικής συνέχειας στον φλοιό στην άνω επιφυσιακή πλάκα του Θ – 5 σπονδυλικού σώματος, κάταγμα στη γωνία της ωμοπλάτης, κάταγμα ενδοαρθρικό αριστερού καρπού, κεφαλαιμάτωμα αριστερά, αιμοπνευμοθώρακα αριστερά και εκδορές κορμού και τραχήλου. Κατά την πορεία μάλιστα της νοσηλείας του εκεί, κατόπιν επανελέγχου αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, εμφανίσθηκαν ισχαιμικές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο, που αποδόθηκαν σε κάκωση της έσω καρωτίδας αριστερά, άνωθεν του σιφωνίου στην ενδοκράνιο μοίρα, λόγω πιθανού τραυματικού διαχωρισμού στα πλαίσια της κάκωσης.», δηλαδή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο υποστηρίζων την κατηγορία υπέστη σωματικές κακώσεις παντελώς διάφορες από εκείνην για την οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, ύστερα δε από έφεσή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Με βάση τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε για την κίνηση της ποινικής δίωξης εναντίον του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου για την ως άνω αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, σε βάρος του υποστηρίζοντος την κατηγορία, η παραπομπή του δε για σωματική κάκωση του τελευταίου διάφορη εκείνης που πράγματι υπέστη από το ανωτέρω αυτοκινητικό ατύχημα δεν συναρτάται με την εγκυρότητα της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε εναντίον του, αλλά με την ουσιαστική βασιμότητα τέλεσης της αποδιδόμενης σ’ αυτόν αξιόποινης πράξης. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της κατηγορίας η καταδίκη για σωματική κάκωση διάφορη εκείνης για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος, εφόσον προκλήθηκε από το ίδιο ιστορικό γεγονός, όπως αβασίμως διατείνεται ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, αλλά επιτρεπτή διευκρίνισή της (Α.Π. 2054/2019). Ανεξαρτήτως όμως όλων όσων προαναφέρονται, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης εναντίον του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αιτιάσεις του τελευταίου (αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου) περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω μη τήρησης των διατάξεων που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης εναντίον του για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, αφορούν την προδικασία, οι σχετικές αντιρρήσεις του έπρεπε να προβληθούν μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου, δηλαδή πριν την επίδοση σ’ αυτόν του ανωτέρω υπό στοιχεία ΑΒΜ: ΙΕ17-14343/7-3-2019 κλητήριου θεσπίσματος, με συνέπεια η οποιαδήποτε απόλυτη ακυρότητα να έχει καλυφθεί και να μη μπορεί πλέον να προβληθεί ενώπιον του παρόντος ακυρωτικού δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη. Επομένως, ο τρίτος λόγος του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ειδικότερα δε ότι δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο νόμο για την κίνηση εναντίον του της ποινικής δίωξης για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, σε βάρος του υποστηρίζοντος την κατηγορία, είναι αβάσιμος.
- Για την πληρότητα της περί ενοχής του κατηγορουμένου αιτιολογίας καταδικαστικής κρίσης του το δικαστήριο της ουσίας έχει την υποχρέωση να μνημονεύει στην απόφασή του τα αποδεικτικά μέσα, κατ’ είδος (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ’ του Κ.Ποιν.Δ., και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ίδιου ανωτέρω κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Περαιτέρω, η πραγματογνωμοσύνη, ως ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα, από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους ή από διάφορες αρχές χωρίς να τηρηθούν οι διατασσόμενες από το νόμο προϋποθέσεις, συντάσσεται δε από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους (ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη) ή η πραγματογνωμοσύνη που ενεργήθηκε δυνάμει απόφασης πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ. αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, το οποίο διατάσσεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ίδιου ανωτέρω κώδικα (αφού δεν συντάσσεται ύστερα από παραγγελία του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του ποινικού δικαστηρίου με τήρηση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων), αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και το πόρισμά του συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του, ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά ούτε και απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή του πορίσματος της (Α.Π. 920/2022, Α.Π. 2054/2019).
- Από τη διάταξη του άρθρου 362 παρ. 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε για ανάγνωση ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ και 170 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Η έλλειψη, όμως, ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή σαφούς προφορικής αίτησης ή πρότασης, που συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 του Κ.Ποιν.Δ.. Για να επέλθει όμως, ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του, σε περίπτωση δε παράλειψης ανάγνωσης, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση ζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του, κατά την ακροαματική διαδικασία, να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το δικαστήριο, σε περίπτωση δε παράλειψης τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απόρριψης της προσφυγής, τότε μόνον υφίσταται έλλειψη ακρόασης και δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δ. (Α.Π. 943/2022, 655/2021, Α.Π. 548/2021).
- Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος με την αιτίαση που περιλαμβάνεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, υπό στοιχείο 17. α), του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησής του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολογεί ειδικώς την κρίση του για την ταχύτητα με την οποία έβαινε επί της οδού Μεσογείων η δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο υποστηρίζων την κατηγορία, μολονότι η κρίση του είναι παντελώς αντίθετη με την τεχνική έκθεση του ………., τεχνικού συμβούλου του (αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου), που προσκόμισε και αναγνώστηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, αιτίαση όμως που είναι αβάσιμη. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνεται και η έκθεση διερεύνησης – ανάλυσης τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος του ……, την οποία είχε προσκομίσει, μεταξύ και άλλων εγγράφων, ο συνήγορος υπεράσπισης του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών) και ζήτησε την ανάγνωσή της, πράγματι δε αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η ως άνω έκθεση διερεύνησης – ανάλυσης τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος όμως, δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη, κατά την έννοια του νόμου, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τον έλεγχο του παραδεκτού και της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, επισκόπηση των εγγράφων της προκείμενης δικογραφίας, για τη σύνταξή της δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις για το διορισμό πραγματογνώμονος (διορισμός από ανακριτικό υπάλληλο, δικαστικό συμβούλιο ή δικαστήριο, όρκιση κ.λπ. – άρθρο 183 επ. Κ.Ποιν.Δ.), αλλά είναι απλό έγγραφο, που συντάχθηκε με πρωτοβουλία του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, προς υποστήριξη των υπερασπιστικών του ισχυρισμών, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, όπως άλλωστε εκτίθεται και στο κύριο δικόγραφο της κρινόμενης αίτησής του. Με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, η προαναφερθείσα έκθεση διερεύνησης – ανάλυσης τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, που συντάχθηκε από τον …., τεχνικό σύμβουλο του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσα, με συνέπεια να μη ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ιδιαίτερα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά ούτε και να σχολιαστεί και να αξιολογηθεί ειδικά το συμπέρασμά της, ενώ, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ανενδοιάστως προκύπτει ότι και η ανωτέρω έκθεση λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, ως απλό έγγραφο. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VI νομική σκέψη, εφόσον η ανωτέρω έκθεση διερεύνησης – ανάλυσης τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, που συντάχθηκε από τον Παναγιώτη Μαδιά, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, η παραπάνω αιτίαση, με την οποία ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, με την αιτίαση που περιλαμβάνεται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, υπό στοιχείο 17. ζ), του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησής του, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, με την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε και έλαβε υπόψη του μέρος μόνον των εγγράφων που παραδόθηκαν προς ανάγνωση και ζητήθηκε η ανάγνωσή τους, ειδικότερα δε ότι δεν αναγνώσθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη, για την περί ενοχής του κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η γνωμοδότηση του ιατροδικαστή – πραγματογνώμονος ……, τεχνικού συμβούλου του (αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου), αιτίαση όμως που είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία δεν διορθώθηκαν ούτε προσβλήθηκαν ως πλαστά, δεν προκύπτει ότι, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου της ουσίας, ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα, είτε αυτοπροσώπως ο ίδιος είτε δια του συνηγόρου υπεράσπισής του, για την ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, ότι το ως άνω αίτημα δεν έγινε δεκτό από την διευθύνουσα τη συζήτηση και ότι ακολούθως έγινε προσφυγή άμεσα σε ολόκληρο το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε παρά το νόμο η προσφυγή του ή το τελευταίο παρέλειψε να αποφανθεί επ’ αυτής (προσφυγής). Αντίθετα, από τα ανωτέρω πρακτικά προκύπτει ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, όπως αυτολεξεί εκτίθεται σ’ αυτά: «(…) η εκκαλουμένη με τα πρακτικά της, τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτήν [στα οποία δεν περιλαμβάνεται το ανωτέρω έγγραφο που επικαλείται ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αρ. ΒΜ 2467/15-12-2021 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), ύστερα από έφεση κατά της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση] καθώς και τα κάτωθι έγγραφα: – Υπηρεσιακό αντίγραφο άδειας κυκλοφορίας – Πιστοποιητικό ταξινόμησης οχημάτων – Ιστορικά στοιχεία από το Υπουργείο Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων – Ξενόγλωσσο, μη μεταφρασμένο, έγγραφο.». Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο VII νομική σκέψη, εφόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζήτησε την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, ότι η διευθύνουσα τη συζήτηση παρέλειψε την ανάγνωσή του, καθώς και ότι προσέφυγε αμέσως σε ολόκληρο το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο παρέλειψε να αποφανθεί επί της ανωτέρω προσφυγής του ή απέρριψε αυτήν, παρά το νόμο, η παραπάνω αιτίαση, με την οποία αυτός (αναιρεσείων – κατηγορούμενος), εκτός από την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, επιχειρεί να θεμελιώσει και τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Γ’ του Κ.Ποιν.Δ., λόγους αναίρεσης, αντιστοίχως για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμη.
ΙΧ. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, «Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης». Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο), «Κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί για πράξη ή παράλειψη, η οποία τη στιγμή της διάπραξής της δεν αποτελούσε αδίκημα κατά το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο. Ούτε και επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνη η οποία θα επιβαλλόταν κατά τη στιγμή της διάπραξης αδικήματος», ενώ, κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, «Κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήσαν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους. Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν». Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ., «Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις». Με την αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ., που κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο) και ισχύει από 1-7-2019 (βλ. άρθρο δεύτερο αυτού) ορίζεται ότι: «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ. Α.Π. 1/2014, Α.Π. 1025/2020). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Κ., με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι τον χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος, με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο «όλον». Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ισχύοντος Π.Κ. είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο σε σχέση μ’ εκείνην του προϊσχύσαντος Π.Κ.. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται υπόψη, κατ’ αρχάς, το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ η πρώτη θεωρείται βαρύτερη της δεύτερης, σε περίπτωση δε χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής (Α.Π. 1318/2022, Α.Π. 86/2020), περαιτέρω δε επιεικέστερος είναι ο νόμος που απαιτεί πρόσθετα στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης, καθώς και ο νόμος που δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίσταση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη (Α.Π. 775/2022, Α.Π. 130/2020).
Χ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α’ του ισχύοντος από την 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, ο οποίος κυρώθηκε με το Ν. 4619/2019 (Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019, τεύχος πρώτο), «Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας», κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 εδ. β’ του ίδιου ανωτέρω άρθρου, «(…) Η δίωξη είναι αυτεπάγγελτη αν ο υπαίτιος ήταν οδηγός οχήματος ή υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Όταν ο υπαίτιος οδηγός οχήματος δεν μεταφέρει επιβάτες ή πράγματα με σκοπό βιοπορισμού, η ποινική δίωξη ασκείσαι αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση αυτή υποβληθεί μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν.». Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α’ του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ. ορίζει ότι: «Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών.», η διάταξη δε του άρθρου 315 παρ. 1 του ίδιου ανωτέρω προϊσχύσαντος Π.Κ. ορίζει ότι: «Στις περιπτώσεις των άρθρων 308 και 314 η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση. Δεν απαιτείται έγκληση αν ο υπαίτιος της πράξης του άρθρου 314 ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Η οδήγηση του οχήματος εμπίπτει στο προηγούμενο εδάφιο όταν εξυπηρετεί τη βιοποριστική μεταφορά επιβατών ή πραγμάτων. Στην περίπτωση του άρθρου 314, αν η πράξη τελέστηκε κατά την οδήγηση οχήματος και δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του δευτέρου εδαφίου του παρόντος, η ποινική δίωξη ασκείσαι αυτεπαγγέλτως, ο εισαγγελέας όμως με διάταξή του απέχει από την ποινική δίωξη αν ο παθών δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη του δράστη. Αν η δήλωση αυτή υποβληθεί μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης, το δικαστήριο παύει οριστικά αυτήν.». Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 τόσο του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Π.Κ. όσο και του ήδη ισχύοντος από 1-7-2019 Π.Κ., «Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν». Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από οδηγό, κατά την οδήγηση οχήματος, η νομοτυπική μορφή της οποίας είναι η ίδια, τόσο υπό την ισχύ του παλαιού Π.Κ. όσο και υπό την ισχύ του νέου Π.Κ., όπως ίδιες παραμένουν και οι προϋποθέσεις άσκησης ποινικής δίωξης για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ’ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψή του. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 παρ. 1 του Π.Κ., κατά το οποίο, «Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου». Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ. Α.Π. 4/2010, Α.Π. 770/2022). Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, αν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου. Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (Α.Π. 1396/2020, Α.Π. 1378/2020). Περαιτέρω, όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο της συνδρομής (συγκλίνουσας) αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα κατά το λόγο της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν. Εξάλλου, η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή κατά την κοινή αντίληψη είναι εκείνη που από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση που αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, η οποία τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα, για τη θεμελίωση δε αιτιώδους συνδέσμου, αρκεί η σχετική παράλειψη να ήταν ένας μόνο από τους περισσότερους όρους παραγωγής του εγκληματικού αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο αυτό δεν θα επερχόταν, ενώ η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος (Α.Π. 1011/2021). Τέλος, από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι επιεικέστερη για τον υπαίτιο είναι η διάταξη του άρθρου 314 του ισχύοντος Π.Κ., ως εκ τούτου δε εφαρμοστέα αναδρομικά στην κρινόμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο IV νομική σκέψη, καθόσον προβλέπει ηπιότερη στερητική της ελευθερίας ποινή για τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο, συγκεκριμένα δε ποινή φυλάκιση έως δύο (2) έτη, διαζευκτικά δε χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, σε αντίθεση με την προϊσχύσασα κατά τον χρόνο τέλεσης (3-8-2016) της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο, στην παρούσα υπόθεση, αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, που προέβλεπε στερητική της ελευθερίας ποινή μέχρι τριών (3) ετών (Α.Π. 1482/2019).
ΧΙ. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ’ επιλογή (Ολ. Α.Π. 3/2012, Α.Π. 946/2022). Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π. 1443/2022). Τέλος, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Oλ. Α.Π. 2/2011, Α.Π. 1579/2022, Α.Π. 452/2022), ενώ η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (Α.Π. 95/2022).
ΧΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Η’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. ΗΤ 2087/23-9-2022 απόφασή του δέχθηκε ότι, από τα μνημονευόμενα σ’ αυτή κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: «(…) στο Μαρούσι Αττικής, στις 3-8-2016 και περί ώρα 02.05, ο εγκαλών και ήδη παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας …. οδηγούσε την με αρ. κυκλ. … – … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, έβαινε επί της οδού Μεσογείων στην ανωτέρω περιοχή, με κατεύθυνση από Βριλήσσια προς Πεύκη. Η οδός Μεσογείων είναι μονόδρομος με κατεύθυνση προς Πεύκη, με μία λωρίδα κυκλοφορίας και με πλάτος οδοστρώματος 3,5 μέτρα, ενώ δεξιά της λωρίδας κυκλοφορίας υφίσταται ποδηλατόδρομος, πλάτους 1,5 μέτρων, το δε πλάτος του πεζοδρομίου της ως άνω οδού στα αριστερά της κατεύθυνσης κίνησης προς Πεύκη, είναι 1,80 μέτρα. Η ως άνω οδός διασταυρώνεται με την οδό Αργοναυτών, η οποία είναι ομοίως μονόδρομος, με κατεύθυνση προς Κηφισιά, με μία λωρίδα κυκλοφορίας και με πλάτος οδοστρώματος 5,00 μέτρα, ενώ το πλάτος του πεζοδρομίου της ανωτέρω οδού, στα δεξιά της κατεύθυνσης κίνησης προς Κηφισιά είναι 1,70 μέτρα. Στο ως άνω σημείο, το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται για αμφότερες τις ανωτέρω οδούς στα 50 χλμ/ώρα, ως εκ της κατοικημένης περιοχής, στο δε ύψος της συμβολής της οδού Αργοναυτών με την οδό Μεσογείων υφίσταται πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της κυκλοφορίας STOP (Ρ – 2) για τα οχήματα που κινούνται επί της οδού Αργοναυτών. Στον ίδιο τόπο και χρόνο κινείτο και ο κατηγορούμενος .., που οδηγούσε το με αρ. κυκλ. …. ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας HUMMER επί της οδού Αργοναυτών, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κηφισιά. Κατά τον ως άνω χρόνο, στο προαναφερθέν σημείο ήταν νύχτα, υπήρχε ωστόσο επαρκής τεχνητός φωτισμός σε αμφότερες τις οδούς, ήταν καλοκαιρία, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη και η ορατότητα σε αμφότερες τις οδούς δεν περιοριζόταν, όπως προκύπτει από την από 3-8-2016 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν οι προανακριτικοί υπάλληλοι της Τροχαίας. Όταν ο κατηγορούμενος έφθασε με το όχημά του στη διασταύρωση της οδού Αργοναυτών με την οδό Μεσογείων, ακινητοποίησε το όχημά του προκειμένου να ελέγξει εάν από την έχουσα προτεραιότητα οδό Μεσογείων ερχόταν κάποιο όχημα, πλην όμως ελέγχοντας πλημμελώς και δη μόνο μία φορά στην αρχή, αν και στη συνέχεια είδε τη μοτοσυκλέτα από τα φώτα αυτής, θεωρώντας ότι προλαβαίνει να διασχίσει τη διασταύρωση, λόγω της επιτάχυνσης του οχήματός του, χωρίς όμως να υπολογίσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, ξεκίνησε να διασχίζει τη διασταύρωση με πολύ μικρή ταχύτητα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κινούμενης επί της οδού Μεσογείων με ταχύτητα μεγαλύτερη από το ανωτέρω επιτρεπόμενο όριο και αυξημένη για τις ως άνω υφιστάμενες συνθήκες. Αντιλαμβανόμενος ο οδηγός της μοτοσυκλέτας την παρεμβολή του οχήματος του κατηγορουμένου στην πορεία του, τροχοπέδησε, καταλείποντας επί του οδοστρώματος ίχνη τροχοπέδησης, μήκους 14,5 μέτρων, πλην όμως λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του απώλεσε τον έλεγχο αυτής, η οποία ανατράπηκε και συρόμενη επί 4,5 μέτρα επέπεσε με σφοδρότητα στη δεξιά πλευρά του οχήματος του κατηγορουμένου, έμπροσθεν του οπίσθιου τροχού και δη στο σκληρό μεταλλικό σωλήνα (μπάρα) διαμέτρου 8 εκατοστών που υπάρχει κατά μήκος του εν λόγω οχήματος κάτω από τις δεξιές πόρτες αυτού, ενώ το ακριβές σημείο της πρόσκρουσης απέχει 3,10 μέτρα από το εμπρόσθιο μέρος του οχήματος, του οποίου το συνολικό μήκος είναι 4,78 μέτρα, το οποίο συνεπάγεται ότι το υπόλοιπο μήκος αυτού των 1,68 μέτρων καταλάμβανε το υπόλοιπο εξ αριστερών της πρόσκρουσης τμήμα της διασταύρωσης. Από τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών, ήτοι κυρίως του κατηγορουμένου, οδηγού του με αρ. κυκλ. …… ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος από έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε σύμφωνα με τις περιστάσεις να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με σύνεση και τεταμένη την προσοχή του, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να αντιληφθεί την ύπαρξη επί της οδού Μεσογείων της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας και να διακόψει την πορεία του και δεν παραχώρησε προτεραιότητα σ’ αυτόν που κινείτο στην άνω οδό με προτεραιότητα, παραβιάζοντας την πινακίδα STOP (Ρ – 2), που τον υποχρέωνε να σταματήσει να διασχίσει στη συνέχεια τη διασταύρωση ελέγχοντας συνέχεια αν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια, με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία της ανωτέρω μοτοσυκλέτας και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα, ενώ αρχικά ακινητοποίησε το όχημά του προ της ευρισκόμενης επί της πορείας του πινακίδας STOP, από αμέλειά του και παρά το γεγονός ότι η ορατότητά του, πριν εισέλθει στη διασταύρωση προς το σημείο που κινείτο η δίκυκλη μοτοσικλέτα του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, ήταν πολύ καλή και δεν παρεμποδιζόταν από οιοδήποτε εμπόδιο, ενόψει μάλιστα και του ότι η οδός Μεσογείων όπου έβαινε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας πριν τη διασταύρωσή της με την οδό Αργοναυτών είναι ευθεία σε μήκος άνω των 70 μέτρων και τόσο ο τεχνικός φωτισμός στο σημείο ήταν επαρκής όσο και η μοτοσυκλέτα είχε τους προβολείς της σε λειτουργία, οι οποίοι και ήταν ορατοί από μεγάλη απόσταση, ο κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε τη μοτοσυκλέτα που έβαινε επί της οδού Μεσογείων με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της και να επισυμβεί το ατύχημα. Σημειώνεται δε ότι λαμβάνοντας υπόψη, ως και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αναφέρει στο απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών οργάνων στα πλαίσια της σχηματισθείσας σε βάρος του ποινικής δικογραφίας, ο χρόνος πλήρους διέλευσης του οχήματός του από τη διασταύρωση ανέρχεται περίπου σε 3,8 δευτερόλεπτα (χρόνος για τον οποίο υπολογίζει ότι απαιτείται να διέλθει και το μήκος του πεζόδρομου και όχι μόνο το μήκος του οδοστρώματος της οδού Μεσογείων στο οποίο έβαινε ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας και, συνεπώς, ο υπολογιζόμενος χρόνος διέλευσης του οδοστρώματος της οδού Μεσογείων υπολογίζεται ότι ανέρχεται στα 3 δευτερόλεπτα) και ότι κατά το χρόνο της σύγκρουσης το όχημά του δεν είχε εισέτι διασχίσει το μήκος της διασταύρωσης που αντιστοιχεί στο μήκος του της οδού Μεσογείων, ήτοι δεν είχαν ακόμα διαδράμει τα 3 δευτερόλεπτα είναι προφανές ότι ο οδηγός της μηχανής που έβαινε με ταχύτητα περίπου 75 χλμ/ώρα, διανύοντας συνεπώς σε ένα δευτερόλεπτο περίπου 20,83 μέτρα, ήτοι σε 3 δευτερόλεπτα 62,49 μέτρα, για να προσκρούσει επί του οχήματος του κατηγορουμένου θα έπρεπε, κατά το χρόνο εισόδου του τελευταίου εντός της διασταύρωσης, η μοτοσυκλέτα αυτού να βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 62,49 μέτρων από τη διασταύρωση, αφού σε διαφορετική περίπτωση ο κατηγορούμενος, οδηγός του με αρ. κυκλ. …. ΙΧΕ οχήματος θα είχε κατορθώσει να διέλθει καθ’ όλο το μήκος του οχήματός του της διασταυρώσεως που καταλαμβάνει το οδόστρωμα της οδού Μεσογείων επί του οποίου έβαινε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας. Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι η οδός Μεσογείων είναι ευθεία σε μήκος άνω των 70 μέτρων πριν τη διασταύρωση και η ορατότητα του ως άνω οδηγού του με αρ. κυκλοφορίας ….. ΙΧΕ αυτοκινήτου δεν παρεμποδιζόταν από οιοδήποτε εμπόδιο, αυτός θα έπρεπε κατά τη στιγμή της εισόδου του οχήματός του στην ένδικη διασταύρωση να είχε αντιληφθεί τη μηχανή του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας που έβαινε επί της έχουσας προτεραιότητα οδού Μεσογείων και θα έπρεπε να της παραχωρήσει προτεραιότητα, γεγονός που ουδόλως έπραξε. Όμως, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος συνετέλεσε και αμέλεια του παθόντος παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, καθόσον κατά τον χρόνο του ατυχήματος, έβαινε με ανεπίτρεπτα για τις συνθήκες μεγάλη ταχύτητα και δη αυτή των 75 χιλιομέτρων την ώρα περίπου αντί της ανώτερης επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων την ώρα και έτσι, παρά το γεγονός ότι τροχοπέδησε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να παρεμβάλλεται στην πορεία του, δεν κατόρθωσε να ακινητοποιήσει εγκαίρως τη μηχανή του δίχως να προσκρούσει επί του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος να παρεμβάλλεται στην πορεία του, δεν κατόρθωσε να ακινητοποιήσει εγκαίρως τη μοτοσικλέτα του δίχως να προσκρούσει επί του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος ούτε και να διενεργήσει άλλο αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό, παρά μόνο, τροχοπεδώντας αιφνίδια, απώλεσε, λόγω της μεγάλης ταχύτητας με την οποία έβαινε, τον έλεγχο της μηχανής του η οποία και επέπεσε επί του οδοστρώματος, οπότε και συρόμενη προσέκρουσε με μεγάλη σφοδρότητα επί του ως άνω με αρ. κυκλοφορίας ……. ΙΧΕ οχήματος. Το δε γεγονός ότι ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας έβαινε με την ανωτέρω αυξημένη ταχύτητα συνάγεται τόσο από το μεγάλο μήκος των ιχνών τροχοπέδησης αυτής (περί τα 14,50 μέτρα) όσο και από τη σφοδρότητα με την οποία επέπεσε επί του οχήματος του κατηγορουμένου, εξαιτίας μάλιστα της οποίας και παραμορφώθηκε ο ιδιαίτερα ανθεκτικός μεταλλικός σωλήνας (μπάρα) που υπήρχε στη δεξιά πλευρά του οχήματος του κατηγορουμένου σωλήνας που είχε διάμετρο 8 εκατοστών και, συνεπώς, εάν ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας έβαινε με μικρότερη ταχύτητα και δη αυτή του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου θα είχε προλάβει να ακινητοποιήσει πλήρως τη μηχανή του δίχως να προσκρούσει στο όχημα του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης για την κατηγορία της μηχανής που οδηγούσε δεν αποδείχθηκε ότι συντέλεσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι ο ως άνω οδηγός γνώριζε να οδηγεί μηχανή, όπως κατέθεσε ενόρκως και η μητέρα του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αφετέρου αυτός ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης Α2, ήτοι άδειας ικανότητας μηχανής, μικρότερου κυβισμού από την ανωτέρω, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι ακόμα και αν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης της συγκεκριμένης κατηγορίας μηχανής θα έπραττε οτιδήποτε διαφορετικό προς αποτροπή της ένδικης σύγκρουσης. Ομοίως η εύρεση στον οργανισμό του ποσότητας οινοπνεύματος 0,06 g/Ι, με τη μέθοδο της αιμοληψίας δεν αποδείχθηκε ότι επέδρασε καθ’ οιονδήποτε τρόπο στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος, δεδομένου ότι η ως άνω ποσότητα οινοπνεύματος είναι ιδιαιτέρως χαμηλή και δη σε επίπεδα που η εν λόγω περιεκτικότητα να μην συνιστά ούτε παράβαση του άρθρου 42 ΚΟΚ, ενώ αυτή ουδόλως αποδείχθηκε ότι επηρέασε την ικανότητα έγκαιρης αντίδρασης ούτε ότι μείωσε τα αντανακλαστικά του, αφού αυτός αντέδρασε άμεσα μόλις αντιλήφθηκε την παρεμβολή του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος επί της πορείας του, τροχοπεδώντας, ενέργεια η οποία ωστόσο δεν κατέστη αποτελεσματική ως προς την αποτροπή της ένδικης σύγκρουσης εξαιτίας της αυξημένης ταχύτητας με την οποία αυτός έβαινε. Εξάλλου, σημειώνεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας θα μπορούσε να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά της μοτοσικλέτας προς αποτροπή της ένδικης σύγκρουσης, δεδομένου ότι η οδός Μεσογείων επί της οποίας αυτός έβαινε διασταυρώνεται υπό γωνία με την οδό Αργοναυτών, στη δε συνέχεια του πεζοδρομίου της οδού Μεσογείων μετά τη διασταύρωση αυτής με την οδό Αργοναυτών υφίσταται χαμηλό τοιχίο μάντρας οικίας, η οποία στη γωνία των ως άνω οδών έχει διπλή τσιμεντένια κολώνα ύψους 1,8 μέτρων και σε περίπτωση που αυτός επιχειρούσε ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να διασχίσει την εν λόγω διασταύρωση περνώντας από το ούτως ή άλλως πολύ μικρό ελεύθερο τμήμα της διασταύρωσης που υπήρχε όπισθεν του οχήματος που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, αυτός θα προσέκρουσε πάνω στην διπλή αυτή κολώνα, με ενδεχομένως τραγικότερα αποτελέσματα. Από το ανωτέρω ατύχημα ο παριστάμενος προς υποστήριξη της κατηγορίας – παθών υπέστη σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα ρήξη σπλήνας, για την αντιμετώπιση της οποίας, μετά τη διακομιδή του με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο ΓΝΑ «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ», εισήχθη επειγόντως στο χειρουργείο και υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή, καθώς και κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης Θ – 1, μείωση του ύψους και λύση της οστικής συνέχειας της άνω επιφυσιακής πλάκας του Θ – 7 σπονδυλικού σώματος ΔΕ προσθιοπλάγια, γραμμοειδή λύση οστικής συνέχειας στον φλοιό στην άνω επιφυσιακή πλάκα του Θ – 5 σπονδυλικού σώματος, κάταγμα στη γωνία της ωμοπλάτης, κάταγμα ενδοαρθρικό αριστερού καρπού, κεφαλαιμάτωμα αριστερά, αιμοπνευμοθώρακα αριστερά και εκδορές κορμού και τραχήλου. Κατά την πορεία μάλιστα της νοσηλείας του εκεί, κατόπιν επανελέγχου αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, εμφανίσθηκαν ισχαιμικές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο, που αποδόθηκαν σε κάκωση της έσω καρωτίδας αριστερά, άνωθεν του σιφωνίου στην ενδοκράνιο μοίρα, λόγω πιθανού τραυματικού διαχωρισμού στα πλαίσια της κάκωσης. Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, απορριπτομένων όλων των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του ως ουσία αβάσιμων και πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος.». Ακολούθως, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, συγκεκριμένα δε τον κήρυξε ένοχο, κατά πιστή μεταφορά, του ότι: «(…) ως οδηγός αυτ/του, από αμέλειά του, δηλαδή από την έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, προξένησε με τ’ όχημά του και κατά την οδήγησή του, σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας σ’ άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του. Συγκεκριμένα, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ….. ΙΧΕ αυτοκίνητο και βαίνοντας μ’ αυτό στην οδό Αργοναυτών με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κηφισιά δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, δε μείωσε ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του και όταν έφθασε στη διασταύρωση με την οδό Μεσογείων δε διέκοψε την πορεία του οχήματός του, ούτε παραχώρησε την προτεραιότητα στη με αριθμό ……. δίκυκλη μοτ-τα που έβαινε στην οδό Μεσογείων με κατεύθυνση από Βριλήσσια προς Πεύκη παρότι στην πορεία του και πριν απ’ τη διασταύρωση ήταν τοποθετημένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (STOP), αλλά παραβίασε την πινακίδα αυτή και προχώρησε απερίσκεπτα, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το παραπάνω όχημα και να τραυματισθεί απ’ τη σύγκρουση αυτή ο οδηγός της με αριθμό …. δίκυκλης μοτ-τας ….. που έπαθε κάταγμα δεξιού μηριαίου.», αφού δε αναγνώρισε στο πρόσωπό του την ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α’ του Π.Κ.) τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
XΙΙΙ. Με τις ανωτέρω παραδοχές, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΧΙ νομική σκέψη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο. Ειδικότερα, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, με τη μορφή της αμέλειας, για την επέλευση του περιγραφόμενου σ’ αυτήν αυτοκινητικού ατυχήματος, από το οποίο προκλήθηκαν σωματικές κακώσεις στον υποστηρίζοντα την κατηγορία, καθώς και ως προς την πρόκληση και το είδος αυτών (σωματικών κακώσεων) στον τελευταίο από το ανωτέρω ατύχημα, είναι αντιφατική, αλλά και ελλιπής ως προς τη στοιχειοθέτηση της συνυπαιτιότητάς του (αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου). Συγκεκριμένα, το δικαστήριο της ουσίας, ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δέχεται, αυτολεξεί: «(…) Όταν ο κατηγορούμενος έφθασε με το όχημά του στη διασταύρωση της οδού Αργοναυτών με την οδό Μεσογείων, ακινητοποίησε το όχημά του προκειμένου να ελέγξει εάν από την έχουσα προτεραιότητα οδό Μεσογείων ερχόταν κάποιο όχημα, πλην όμως ελέγχοντας πλημμελώς και δη μόνο μία φορά στην αρχή, αν και στη συνέχεια είδε τη μοτοσυκλέτα από τα φώτα αυτής, θεωρώντας ότι προλαβαίνει να διασχίσει τη διασταύρωση, λόγω της επιτάχυνσης του οχήματός του, χωρίς όμως να υπολογίσει την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας, ξεκίνησε να διασχίζει τη διασταύρωση με πολύ μικρή ταχύτητα, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κινούμενης επί της οδού Μεσογείων (…), στο διατακτικό της τον καταδικάζει, κατά πιστή αντιγραφή, εντελώς αντιφατικά, του ότι: «(…) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …… ΙΧΕ αυτοκίνητο και βαίνοντας μ’ αυτό στην οδό Αργοναυτών με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κηφισιά δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, δε μείωσε ούτε ρύθμισε την ταχύτητά του και όταν έφθασε στη διασταύρωση με την οδό Μεσογείων δε διέκοψε την πορεία του οχήματός του, ούτε παραχώρησε την προτεραιότητα στη με αριθμό ….. δίκυκλη μοτ-τα που έβαινε στην οδό Μεσογείων με κατεύθυνση από Βριλήσσια προς Πεύκη παρότι στην πορεία του και πριν απ’ τη διασταύρωση ήταν τοποθετημένη πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του (STOP), αλλά παραβίασε την πινακίδα αυτή και προχώρησε απερίσκεπτα, με συνέπεια να συγκρουσθεί με το παραπάνω όχημα», με συνέπεια από την ως άνω αντίφαση να δημιουργείται ασάφεια σχετικά με το τι δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκε, συγκεκριμένα δε αν ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος διέκοψε μεν την πορεία του οχήματός του, πριν την ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ – 2 [(STOP), η οποία υποδηλώνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος στη θέση της πινακίδας και μη εκ νέου εκκίνηση μέχρις ότου βεβαιωθεί ο οδηγός του ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο], ήλεγξε όμως πλημμελώς την κυκλοφορία οχημάτων στην έχουσα προτεραιότητα οδό Μεσογείων, ή αν ουδόλως διέκοψε την πορεία του οχήματος που οδηγούσε, πριν εισέλθει στη διασταύρωση των οδών Αργοναυτών και Μεσογείων, περαιτέρω δε ουδόλως διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το σημείο της ανωτέρω διασταύρωσης στο οποίο συγκρούστηκαν τα οχήματα, παρά μόνον τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων, χωρίς να προσδιορίζεται η θέση αυτών επί του οδοστρώματος, κατά τον χρόνο σύγκρουσής τους, στοιχείο ουσιώδες για να κριθεί το ζήτημα της υπαιτιότητας, με την μορφή της αμέλειας, για την επέλευση του επίμαχου αυτοκινητικού ατυχήματος. Περαιτέρω, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αντιφατική και ως προς το είδος των σωματικών κακώσεων που υπέστη ο υποστηρίζων την κατηγορία από το ανωτέρω αυτοκινητικό ατύχημα, καθόσον στο σκεπτικό της δέχεται, κατά πιστή μεταφορά, ότι ο τελευταίος, δηλαδή ο υποστηρίζων την κατηγορία, «(…) υπέστη σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα ρήξη σπλήνας, για την αντιμετώπιση της οποίας, μετά τη διακομιδή του με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο ΓΝΑ «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ», εισήχθη επειγόντως στο χειρουργείο και υποβλήθηκε σε σπληνεκτομή, καθώς και κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης Θ – 1, μείωση του ύψους και λύση της οστικής συνέχειας της άνω επιφυσιακής πλάκας του Θ – 7 σπονδυλικού σώματος ΔΕ προσθιοπλάγια, γραμμοειδή λύση οστικής συνέχειας στον φλοιό στην άνω επιφυσιακή πλάκα του Θ – 5 σπονδυλικού σώματος, κάταγμα στη γωνία της ωμοπλάτης, κάταγμα ενδοαρθρικό αριστερού καρπού, κεφαλαιμάτωμα αριστερά, αιμοπνευμοθώρακα αριστερά και εκδορές κορμού και τραχήλου. Κατά την πορεία μάλιστα της νοσηλείας του εκεί, κατόπιν επανελέγχου αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου, εμφανίσθηκαν ισχαιμικές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο, που αποδόθηκαν σε κάκωση της έσω καρωτίδας αριστερά, άνωθεν του σιφωνίου στην ενδοκράνιο μοίρα, λόγω πιθανού τραυματικού διαχωρισμού στα πλαίσια της κάκωσης.», στο διατακτικό της όμως δέχεται ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία από το ανωτέρω αυτοκινητικό ατύχημα, «έπαθε κάταγμα δεξιού μηριαίου.», με συνέπεια από την ανωτέρω αντίφαση να μη καθίσταται σαφές ποιες δέχεται, το δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν οι σωματικές κακώσεις που υπέστη ο υποστηρίζων την κατηγορία από το ανωτέρω αυτοκινητικό ατύχημα, γεγονός επίσης ουσιώδες ως προς τη συγκρότηση της υπόστασης της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα – κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια, από υπόχρεο, η έννοια της οποίας εκτέθηκε στην προηγηθείσα υπό στοιχείο Χ νομική σκέψη. Με βάση τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο ΧΙ νομική σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αφενός της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφετέρου δε νόμιμης βάσης, με συνέπεια να μη είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή η μη εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ., τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας. Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το σκέλος του που αφορά την προβολή των ανωτέρω αντιφάσεων και ελλείψεων, καθώς και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος του κρινόμενου δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, τον οποίο ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος απαριθμεί ως πέμπτο λόγο, κατά το σκέλος που αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ., με την εκ πλαγίου παραβίαση αυτών, λόγω αντιφατικής και ασαφούς αιτιολογίας, με τους οποίους (αναιρετικούς λόγους) ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμοι. Οι αιτιάσεις όμως που περιλαμβάνονται στον πρώτο αναιρετικό λόγο του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, με τις οποίες ο τελευταίος πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ανωτέρω τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος είναι αυτός, δηλαδή ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Τούτο δε διότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι το ανωτέρω ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα συνυπαιτιότητα, με τη μορφή της αμέλειας, τόσο του υποστηρίζοντος την κατηγορία όσο και του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου, όχι δε από αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, όπως αυτός εσφαλμένα διατείνεται με τις παραπάνω αιτιάσεις. Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται τόσο με τον πρώτο λόγο του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης όσο και με τους δεύτερο και τρίτο λόγους του κρινόμενου δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, τους οποίους ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος απαριθμεί αντιστοίχως ως έκτο και έβδομο λόγους, συνιστούν δε διαφορετική αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, πλήττουν ανεπιτρέπτως, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσης, την περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως εκ τούτου δε είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (Α.Π. 897/2022, Α.Π. 442/2022), για τον ίδιο δε λόγο είναι απορριπτέες και οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο του κρινόμενου δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το σκέλος που αφορούν εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων: α) 224 του Π.Κ., καθόσον αυτή ουδόλως σχετίζεται με την κρινόμενη υπόθεση, και β) 38 του Κ.Ποιν.Δ., η οποία είναι δικονομική και όχι ουσιαστική ποινική διάταξη.
- Σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) [αντίστοιχο με το πρώην άρθρο 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣΕΚ) και με το παλαιότερο άρθρο 177 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ενότητας (ΣΕΟΚ)], που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008 (Φ.Ε.Κ. 129/3-7-2008, τεύχος πρώτο), όπως τροποποιήθηκε με τη συνθήκη της Λισαβόνας και η ενοποιημένη απόδοσή της δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C 326/01 της 26-10-2012), «το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο. Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατόν.». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συστάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.), προς τα εθνικά δικαστήρια, σχετικές με την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων, που δημοσιεύθηκαν στην επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C 380/01 της 8-11-2019), σκοπός της προδικαστικής παραπομπής, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 19 παράγραφος 3 στοιχείο β’ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), είναι η διασφάλιση της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου αυτού στην Ένωση, με την παροχή στα δικαστήρια των κρατών μελών ενός μέσου το οποίο τους επιτρέπει να υποβάλλουν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αυτού (ΔΕΕ) να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας ή του κύρους του ενωσιακού δικαίου ασκείται με αποκλειστική πρωτοβουλία του εθνικού δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του αν οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν εκφράσει την επιθυμία υποβολής προδικαστικού ζητήματος στο Δικαστήριο (ΔΕΕ), στο εθνικό δε δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά και το οποίο φέρει την ευθύνη της απόφασης που θα εκδοθεί, εναπόκειται αποκλειστικά να εκτιμά, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, τόσο την αναγκαιότητα της προδικαστικής απόφασης, προκειμένου να εκδώσει τη δική του απόφαση, όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (ΔΕΕ), ενώ η αίτηση προδικαστικής απόφασης πρέπει να αφορά την ερμηνεία ή το κύρος του δικαίου της Ένωσης, όχι δε την ερμηνεία κανόνων του εθνικού δικαίου ή ζητήματα σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης. Περαιτέρω, τα δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν να υποβάλλουν στο Δικαστήριο (ΔΕΕ) προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία ή το κύρος του ενωσιακού δικαίου, εφόσον εκτιμούν ότι η επίλυση του ζητήματος από το Δικαστήριο (ΔΕΕ) είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης, η υποβολή δε προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη, ιδίως όταν ανακύπτει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου νέο ερμηνευτικό ζήτημα το οποίο έχει γενικότερη σημασία για την ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να παράσχει τις διευκρινίσεις που είναι αναγκαίες σε ένα καινοφανές νομικό ή πραγματικό πλαίσιο. Απ’ όλα όσα προαναφέρθηκαν καθίσταται σαφές ότι αίτημα των διαδίκων κύριας δίκης ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το οποίο ζητείται να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για την ερμηνεία διατάξεων που δεν σχετίζονται με το δίκαιο της Ένωσης (κανονισμοί, οδηγίες) ή το κύρος των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της (Ένωσης), αλλά με την ερμηνεία διατάξεων που ισχύουν στην επικράτεια των κρατών μελών της, δηλαδή με το εθνικό δίκαιο, δεν έχει νόμιμο έρεισμα και επομένως είναι απορριπτέο.
- Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος, με το κρινόμενο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ζητεί από το παρόν Δικαστήριο να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), σχετικά με την ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 18 της Σύμβασης της Βιέννης, που κυρώθηκε με το Ν. 1604/1986 (Φ.Ε.Κ. 81/20-6-1986, τεύχος πρώτο), συγκεκριμένα δε να υποβληθούν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), κατά πιστή αντιγραφή, τα κάτωθι ερωτήματα: «(i) Το άρθρο 18 της Σύμβασης της Βιέννης, επιβάλλει αυξημένη φροντίδα, επιμέλεια και μετριασμό της ταχύτητας προσέγγισης σε διασταύρωση για την ασφαλή διέλευση σε όλους ανεξαιρέτως τους οδηγούς, ή μόνον σε μερίδα αυτών. (ii) Η έννοια του δικαιώματος διέλευσης (right of way) της παρ. 1 και 4 (b) της διάταξης αυτής (18 § 1, 18 § 4 (b)) είναι έννοια ταυτόσημη ή διαφορετική της παραχώρησης προτεραιότητας (give priority) των παραγράφων 2, 3 & 4 (α) της διάταξης αυτής (18 § 2, 18 § 3, 18 § 4 (α)). (iii) Εάν το δικαίωμα διέλευσης (right of way) στην διασταύρωση το αποκτά ο οδηγός που ξεκινά να διασχίζει την διασταύρωση, αφού βεβαιωθεί ότι η διασταύρωση είναι ελεύθερη, δηλαδή οι οδηγοί των άλλων οχημάτων βρίσκονται σε τόσο μακρινή απόσταση που με το εκάστοτε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας δεν προλαβαίνουν να αφιχθούν στην διασταύρωση, άλλως, εάν ο οδηγός που ήδη διασχίζει τη διασταύρωση και έχει διανύσει το μεγαλύτερο μέρος αυτής, δικαιούται να ολοκληρώσει με ασφάλεια την διέλευσή του.». Το ως άνω αίτημα του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου είναι προεχόντως απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον, ανεξαρτήτως του ότι δεν τέθηκε ο ανωτέρω προβληματισμός στο δικαστήριο της ουσίας, για να κριθεί αν υφίσταται ζήτημα ερμηνείας των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 18 της Σύμβασης της Βιέννης, που μετά την κύρωσή της αποτελεί εσωτερικό (εθνικό) δίκαιο, δεν αφορά την ερμηνεία διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του το κύρους πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της (Ευρωπαϊκής Ένωσης), προϋπόθεση που είναι αναγκαία για την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο XIV νομική σκέψη, αλλά την ερμηνεία διάταξης διεθνούς σύμβασης, που κυρώθηκε και ισχύει ως εθνικό δίκαιο και στην Ελλάδα.
- Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων, κατά παραδοχή του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. πρώτου λόγου του κύριου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το σκέλος του που αφορά τις αναφερόμενες στην προηγηθείσα στην υπό στοιχείο ΧΙΙΙ σκέψη αντιφάσεις και ελλείψεις, καθώς και του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ. πρώτου λόγου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, τον οποίο ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος απαριθμεί ως πέμπτο λόγο, κατά το σκέλος του που αφορά την εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α’ του Π.Κ., με την εκ πλαγίου παραβίαση αυτών, λόγω αντιφατικής και ασαφούς αιτιολογίας, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σύνολο των διατάξεών της, ακολούθως δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 του Κ.Ποιν.Δ., όπως το πρώτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 35 του Ν. 4637/2019 (Φ.Ε.Κ. 180/18-11-2019, τεύχος πρώτο) και το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 159 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αρ. ΗΤ 2087/23-9-2022 απόφαση του Η΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ