ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
-Η μη αναγραφή στο αποδεικτικό επίδοσης της κλήσης του έτους της επίδοσης, δεν επιφέρει ακυρότητα της επίδοσης, εφόσον αυτό προκύπτει από τα λοιπά διακριτικά αυτής στοιχεία (ΑΠ 2116/2003) ή εξ άλλων παρεμφερών, εξ απόψεως περιεχομένου, εγγράφων στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 474/2008).
- Η επίδοση μπορεί έγκυρα να γίνει οπουδήποτε ευρεθεί ο ενδιαφερόμενος και επομένως η μνεία στο αποδεικτικό της επίδοσης διάφορου τόπου, σε σχέση με τον τόπο κατοικίας του, στον οποίον βρέθηκε ο ενδιαφερόμενος διάδικος και παραδόθηκε το έγγραφο στα χέρια του, δεν δημιουργεί ακυρότητα της επίδοσης (ΑΠ 250/1998).
-Το παραμένον στη δικογραφία αντίτυπο της κλήσης έχει αποδεικτική μόνο ισχύ, η δε τυχόν έλλειψη των στοιχείων που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει, δεν επάγεται ακυρότητα της κλήτευσης στο ακροατήριο, εάν το επιδοθέν στον κατηγορούμενο αντίτυπο είναι πλήρες (ΑΠ 22/2007). Σε κάθε περίπτωση, η μη αναγραφή στην κλήση του τόπου της έδρας του Πενταμελούς Εφετείου, στο οποίο καλείτο ο αναιρεσείων να εμφανισθεί, δεν δημιουργεί, εν προκειμένω, ακυρότητα της επίδοσης.
Απόφαση 1113 / 2022 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1113/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη και Αγάπη Τζουλιαδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Αθανασίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Π. ή Π. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σάββα Παραστατίδη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 214/2020 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 20 Νοεμβρίου 2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1232/2020.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 20-11-2020, με αριθμό 24/2020, αίτηση του Β. Π. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 214/2020 του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε, ως ανυποστήρικτη, η με αριθμό 110/2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 625, 644 - 645/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πατρών, με την οποία αυτός είχε καταδικαστεί για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ληστείας από κοινού σε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και Θ' του ΚΠΔ (παράνομη απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης και υπέρβαση εξουσίας) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.
Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019, σύμφωνα, με το άρθρο δεύτερο του ίδιου Νόμου και το άρθρο 585 του ΚΠΔ, άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 2019. Κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 589 του Ν.ΚΠΔ "αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος ΚΠΔ και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα", κατά δε την παρ. 1 εδ. α' του άρθρου 590 του ιδίου κώδικα "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 501 παρ. 1 εδ. α' και γ' του Ν.ΚΠΔ, "αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 340, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, εκτός αν έχει προηγηθεί παραίτηση, οπότε κηρύσσεται απαράδεκτη. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση...". Η απόρριψη της έφεσης ως ανυποστήρικτης, προϋποθέτει τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εκκαλούντος, την οποία το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ερευνήσει. Αν ο εκκαλών κατηγορούμενος δεν έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως και δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο κατά την ορισμένη δικάσιμο, το δικαστήριο πρέπει να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση και να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη, γιατί διαφορετικά υπερβαίνει την εξουσία του και υποπίπτει στις παραβάσεις του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και Θ' του ΚΠΔ. Εξάλλου, στο νέο ΚΠΔ, και ειδικότερα στο νέο άρθρο 501, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν περιλήφθηκε η διάταξη της παρ. 4 του αντίστοιχου άρθρου του προηγούμενου κώδικα, με την οποία οριζόταν ότι "αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά την νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανισθεί όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών", καθόσον θεωρήθηκε ότι η απόρριψη της εφέσης ως ανυποστήρικτης στις περιπτώσεις αυτές, αφενός μεν επιτρέπει στον θέλοντα να δικαστεί κατηγορούμενο να ασκήσει αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας, αφετέρου αποτρέπει την αμιγώς διεκπεραιωτική διαδικασία εκδίκασης υποθέσεων, ερήμην του εκκαλούντος, στις οποίες η ουσιαστική συζήτηση πάσχει αντικειμενικά. Στην ίδια κατεύθυνση οδηγεί, άλλωστε, και η ρύθμιση του νυν ισχύοντος άρθρου 500 εδ. ζ' του ΚΠΔ, η οποία θεσπίζει την υποχρέωση αναφοράς στην κλήση ότι "αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί ή δεν εκπροσωπηθεί νομίμως από συνήγορο στη δικάσιμο ή στη μετ' αναβολή αυτής συζήτηση, η έφεση του θα απορριφθεί ως ανυποστήρικτη". Επομένως, στην περίπτωση που ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου, προς υποστήριξη της έφεσής του, στη μετ' αναβολή δικάσιμο, το εφετείο, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση οριστικής παύσης ή κήρυξης απαράδεκτης της ποινικής δίωξης, υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 368 εδ. β' και γ' του ΚΠΔ (άρ. 501 παρ. 3 του ΚΠΔ), απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη, εφόσον ο εκκαλών κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΑΠ 927/2020). Αν όμως η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και το δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης σε νέα δικάσιμο για κρείσσονες αποδείξεις, τότε, εάν ο εκκαλών δεν εμφανιστεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου στη μετ' αναβολή δικάσιμο, οπότε θεωρείτε ως αποχωρήσας μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης το εφετείο οφείλει να ερευνήσει την υπόθεση ως να ήτο αυτός παρών. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 502 παρ. 1, 3, 4 και 5 και 346 εδ. α' του ΚΠΔ, με την τυπική παραδοχή της έφεσης η υπόθεση επανέρχεται για κατ' ουσίαν συζήτησή της από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο, πριν από την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, στάδιο και το εφετείο έχει την εξουσία στο στάδιο αυτό να επανεξετάσει την υπόθεση, τόσο ως προς τη νομική όσο και ως προς την ουσιαστική της βάση, φυσικά μέσα στα όρια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος (ΑΠ 262/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από το παρόν Δικαστήριο, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την απόφαση 625, 644 - 645/1-7-2011 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πατρών, ο ήδη αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας ληστείας από κοινού και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων άσκησε τη με αριθμό 110/1-7-2011 έφεση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών. Κατά τη δικάσιμο της 28ης-3-2018, ότε είχε προσδιοριστεί η εκδίκαση της ως άνω εφέσεως, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την υπ' αρ. 115/2018 απόφασή του, δικάζοντας με παρόντα τον τότε εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για τη ρητή δικάσιμο της 29ης-5-2019 και καταδίκασε τον κλητευθέντα και μη εμφανισθέντα μάρτυρα Σ. Κ., σε πρόστιμο 120 €. Κατά της ως άνω δικάσιμο η εκδίκαση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω εκλογών και επαναπροσδιορίστηκε για την 29-10-2020. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο έκθεμα ο εκκαλών - αναιρεσείων δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο και η έφεσή του απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' άρθρο 501 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, αφού προηγουμένως το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερεύνησε και έκρινε νομότυπη και εμπρόθεσμη την κλήτευση αυτού, για την οποία διέλαβε ειδική μνεία στο σκεπτικό του. Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ., ισχυριζόμενος ότι παρανόμως απερρίφθη η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, για το λόγο ότι με την με αριθμό 115/28-3-2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, έγινε τυπικά δεκτή η έφεσή του και εν συνεχεία το Δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση για κρείσσονες αποδείξεις και συγκεκριμένα για να προσέλθει ο απολιπόμενος μάρτυς, και επομένως κατά τη μετ' αναβολή και νέα δικάσιμο της 29ης-10-2020, το Δικαστήριο έπρεπε, παρά την απουσία του, να δικάσει κατ' ουσίαν την υπόθεσή του και όχι να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της αναβλητικής απόφασης 115/2018, το Πενταμελές Εφετείο Πατρών δεν έκανε τυπικά δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος, καν δεν αναπτύχθηκε αυτή από τον εισαγγελέα, ούτε ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για κρείσσονες αποδείξεις, ήτοι κατ' άρθρο 352 παρ. 3 του ΚΠΔ, αλλά προκειμένου να προσέλθει ο νομίμως κλητευθείς και απολιπόμενος μάρτυς, ήτοι κατ' άρθρο 352 παρ. 2 του ΚΠΔ. Επομένως, δεν ήταν υποχρεωμένο να εισέλθει και δικάσει την υπόθεση κατ' ουσίαν, με ωσεί παρόντα τον αναιρεσείοντα, αλλά αντίθετα, όφειλε, διαπιστώνοντας την απουσία του τελευταίου και ερευνώντας και κρίνοντας νόμιμη την κλήτευσή του, να απορρίψει την έφεση αυτού, ως έπραξε, ως ανυποστήρικτη.
Για την επίδοση της κλήσης στον εκκαλούντα, προς εμφάνισή του στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, συντάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 162 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., αποδεικτικό επίδοσης, στο οποίο σημειώνεται, με ποινή ακυρότητας της επίδοσης, ο τόπος, το έτος, ο μήνας, η ημέρα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο παραδόθηκε η κλήση. Με το αποδεικτικό αυτό επίδοσης αποδεικνύεται, σύμφωνα με το άρθρο 163 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η προς τον εκκαλούντα επίδοση της κλήσης για εμφάνισή του στο δικαστήριο προς υποστήριξη της εφέσεώς του. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η μη αναγραφή στο αποδεικτικό επίδοσης της κλήσης του έτους της επίδοσης, δεν επιφέρει ακυρότητα της επίδοσης, εφόσον αυτό προκύπτει από τα λοιπά διακριτικά αυτής στοιχεία (ΑΠ 2116/2003) ή εξ άλλων παρεμφερών, εξ απόψεως περιεχομένου, εγγράφων στοιχείων της δικογραφίας (ΑΠ 474/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, η επίδοση γίνεται με την παράδοση του εγγράφου στα χέρια του ενδιαφερομένου διαδίκου, από ποινικό ή δικαστικό επιμελητή ή σε περίπτωση που δεν υπάρχουν, από όργανο της δημόσιας δύναμης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν αυτός που κάνει την επίδοση του εγγράφου, ευρίσκει τον ενδιαφερόμενο στην κατοικία του ή σε τόπο εκτός αυτής, παραδίδει το έγγραφο στα χέρια του οπουδήποτε τον ευρίσκει. Αφού, όμως, η επίδοση μπορεί έγκυρα να γίνει οπουδήποτε ευρεθεί ο ενδιαφερόμενος, η μνεία στο αποδεικτικό της επίδοσης διάφορου τόπου, σε σχέση με τον τόπο κατοικίας του, στον οποίον βρέθηκε ο ενδιαφερόμενος διάδικος και παραδόθηκε το έγγραφο στα χέρια του, δεν δημιουργεί ακυρότητα της επίδοσης (ΑΠ 250/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του αποδεικτικού επίδοσης στον αναιρεσείοντα της από 1-6-2020, με αριθμό 7/12, κλήσης του Αντεισαγγελέα Εφετών Πατρών, με την οποία αυτός (αναιρεσείων) καλείτο στο ακροατήριο του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών προς υποστήριξη της προαναφερόμενης έφεσής του κατά τη δικάσιμο της 29-10-2020, οπότε εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει, ότι η εν λόγω κλήση παραδόθηκε στα χέρια του ίδιου του αναιρεσείοντος. Στο εν λόγω αποδεικτικό αναγράφεται ως τόπος επιδόσεως το "...", ως ημερομηνία επιδόσεως η "10 ΙΟΥΝΙΟΥ 20.... ημέρα …" και ως ονοματεπώνυμο του προσώπου, στο οποίο παραδόθηκε το έγγραφο "Β. Π.. Π.". Από την επίδοση, όμως, της ως άνω κλήσης στο ... και όχι στη ... την οποία ο αναιρεσείων είχε δηλώσει ως τόπο κατοικίας του στην υπ' αρ. 110/2011 έφεσή του, ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε, αφού η κλήση παραδόθηκε στα χέρια του ίδιου του αναιρεσείοντος στον τόπο (...) όπου αυτός, αναζητηθείς, ευρέθη από το όργανο επιδόσεως, αρχ/κά Γ. Π.. Ουδεμία, επίσης, ακυρότητα προκλήθηκε από τη μη αναγραφή στο ως άνω αποδεικτικό του έτους επίδοσης, αφού από την αναγραφόμενη σ' αυτά ημερομηνία επίδοσης (10 Ιουνίου, ημέρα ..) και ημερομηνία δικασίμου (29/10/20) σε συνδυασμό με το έτος συντάξεως της επιδοθείσης κλήσεως (2020), το οποίο δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων, προκύπτει αναμφίβολα ως έτος επιδόσεως της κλήσης, το 2020. Εξάλλου, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι η επιδοθείσα κλήση παραδόθηκε προσωπικά στον αναιρεσείοντα, το ονοματεπώνυμο του οποίου, ως αναγράφεται στο αποδεικτικό επίδοσης (Β. Π.) είναι αυτό που ο ίδιος είχε δηλώσει σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας για την προκείμενη υπόθεση, ήτοι α) στην από 19-1-2010 απολογία του στην Ανακρίτρια Β' τμήματος Πλημ/κών Πατρών, β) στην από 29-11-2016, υπ' αρ. 49/2016 αίτηση ακυρώσεως διαδικασίας που άσκησε κατά της 354 - 355/2016, ερήμην του εκδοθείσης αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος της απόπειρας ληστείας, γ) στην από 28-11-2016 εξουσιοδότησή του προς τη δικηγόρο Πατρών Χρυσή Στεργιοπούλου, για να τον εκπροσωπήσει στη δίκη για την ως άνω ακύρωση της διαδικασίας και ε) στην υπ' αρ. 110 από 1-7-2011 έφεσή του κατά της αποφάσεως 625, 644 - 645/2011 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων Πατρών), χωρίς ουδέποτε να επιδιώξει τη διόρθωσή του σε Β. "Π." ούτε να το αμφισβητήσει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστικού οργάνου ή δικαστηρίου, ενώπιον των οποίων κλητεύονταν να εμφανισθεί πάντοτε ως "Π.". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και Θ' του ΚΠΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παράνομη απόρριψη της έφεσής του ως ανυποστήρικτης και για υπέρβαση εξουσίας, επικαλούμενος ακυρότητα της προαναφερόμενης επίδοσης επειδή: α) δεν αναγράφεται στο σχετικό αποδεικτικό το έτος επίδοσης, β) η επίδοση έγινε σε διαφορετικό τόπο απ' αυτόν που είχε αναφέρει στην έφεσή του, ως τόπο κατοικίας του και γ) αναγράφεται εσφαλμένως στο αποδεικτικό επίδοσης το επώνυμό του ως Π., αντί του ορθού Π., είναι αβάσιμος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ. 1, 2, 4 και 5 του ΚΠΔ, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 500 του ίδιου κώδικα εφαρμόζονται και στην κατ' έφεση δίκη, η κλήση του κατηγορούμενου προς εμφάνιση συντάσσεται σε δύο αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υποθέσεως. Η κλήση προς εμφάνιση, με ποινή ακυρότητας πρέπει να περιέχει όσα και το κλητήριο θέσπισμα, η δε έλλειψη στοιχείου του κύρους της κλήσης αποδεικνύεται ή από την κλήση που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το υπάρχον στη δικογραφία αντίτυπο αυτής και σε έλλειψή της από το αποδεικτικό επιδόσεως. Μεταξύ των στοιχείων, που πρέπει να περιέχει η κλήση προς εμφάνιση, κατά το άρθρο 321 παρ. 1 περ. β' και ε' του ως άνω Κώδικα, είναι ο προσδιορισμός του δικαστηρίου στο οποίο καλείται να εμφανιστεί ο κατηγορούμενος, καθώς και επίσημη σφραγίδα και υπογραφή του εισαγγελέα που εξέδωσε αυτήν (κλήση). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' και Θ' του ΚΠΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παράνομη απόρριψη της έφεσής του ως ανυποστήρικτης και για υπέρβαση εξουσίας, επικαλούμενος ακυρότητα του αντιτύπου της κλήσης προς εμφάνιση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου, για τους λόγους ότι: α) δεν αναγράφεται σ' αυτή ο τόπος που εδρεύει το ως άνω Δικαστήριο, β) δεν φέρει επίσημη σφραγίδα της εισαγγελίας και γ) αναγράφεται εσφαλμένα το επώνυμό του ως "Π." αντί του ορθού "Π.". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει προς απόδειξη της μη νόμιμης κλήτευσής του για τη δικάσιμο της 29-10-2020, το αντίτυπο της κλήσης που του επιδόθηκε, ώστε να διαπιστωθεί εάν και αυτό είχε τις ίδιες ελλείψεις με το υπάρχον στη δικογραφία, δεδομένου ότι κατά τη σαφή έννοια της παρ. 5 του άρθρου 321 του ΚΠΔ, το παραμένον στη δικογραφία αντίτυπο της κλήσης έχει αποδεικτική μόνο ισχύ, η δε τυχόν έλλειψη των στοιχείων που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει, δεν επάγεται ακυρότητα της κλήτευσης στο ακροατήριο, εάν το επιδοθέν στον κατηγορούμενο αντίτυπο είναι πλήρες (ΑΠ 22/2007). Σε κάθε περίπτωση, η μη αναγραφή στην κλήση του τόπου της έδρας του Πενταμελούς Εφετείου, στο οποίο καλείτο ο αναιρεσείων να εμφανισθεί, δεν δημιουργεί, εν προκειμένω, ακυρότητα της επίδοσης, καθώς αφενός μεν το στοιχείο τούτο προέκυπτε από την υπογραφή της εισαγγελέας στην κλήση, κάτω από την ένδειξη "ο Εισαγγελέας Εφετών Πατρών", αφετέρου ο αναιρεσείων γνώριζε ότι εκκρεμούσε ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών η εκδίκαση της έφεσης, που ο ίδιος είχε ασκήσει κατά της προαναφερόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Πατρών, κατόπιν της υπ' αρ. 12/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αίτηση ακύρωσης διαδικασίας που είχε ασκήσει ενώ δεν επικαλείται ότι εκκρεμούσε προς εκδίκαση και άλλη υπόθεσή του ενώπιον Πενταμελούς Εφετείου. Επίσης, από την παραδεκτή επισκόπηση του ευρισκομένου στη δικογραφία φωτοτυπικού αντιγράφου της επιδοθείσης στον αναιρεσείοντα υπ' αρ. 7/12 από 1-6-2020 κλήσης, προκύπτει ότι αυτό φέρει την επίσημη σφραγίδα με την ιδιότητα του υπογράφοντος εισαγγελέα και ιδιόχειρη υπογραφή της Αντεισαγγελέα Εφετών που εξέδωσε αυτήν (κλήση). Όσον αφορά δε την αιτίαση περί εσφαλμένης αναγραφής στην κλήση του επωνύμου του αναιρεσείοντος ισχύουν όσα προηγουμένως αναπτύχθηκαν στο δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης. Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατ' αρ. 578 παρ. 1 του ΚΠΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την από 20-11-2020, με αριθμό 24/2020, αίτηση του Β. Π. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της απόφασης 214/2020 του Πενταμελούς Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Μαρτίου 2022.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ