ΑΠΙΣΤΙΑ - ΕΝΝΟΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ -ΑΠ 479-2021

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη.

Απόφαση 479 / 2021    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 479/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Μαρία Λεπενιώτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Ζ του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, για αναίρεση της υπ'αριθ. AT 432,503,1137/2019 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά. Με υποστηρίζον την κατηγορία το σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ (Π.Ε.Σ.Ρ.Ρ.Α.Ε.Ν)", το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χλούπη.

Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 9 Ιουλίου 2020 και με αριθ.πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 5540/10.7.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 812/2020.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να κηρυχθεί αθώα η καταδικασθείσα με αυτή αναιρεσείουσα κατηγορουμένη και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 9/7/2020 αίτηση της Σ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ. ΑΤ 432, 503, 1137/2019 αποφάσεως του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο, κατ'άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδαφ. α του ΚΠοινΔ, ειδικό βιβλίο στις 22/6/2020 και με την οποία κηρύχθηκε ένοχη για απιστία κατ'εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση αυτής που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10/7/2020 (άρθρ. 473 παρ.2,3, 474 παρ.4 ΚΠοινΔ ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα των λόγων της .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις Νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου Ουσιαστικού Ποινικού Νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος Νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου ΠΚ, ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά, εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο Νόμος, που προβλέπει χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός Νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Επίσης, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη ( ΟλΑΠ 1/2020 ) Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 390 εδ. α' όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ήτοι πριν την ισχύ του νέου ΠΚ όριζε <<όποιος με γνώση ζημιώνει την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών>> , ενώ η διάταξη του άρθρου 390 παρ.1 εδ. α του νέου ΠΚ ( Ν.4619/2019 ) η ισχύς του οποίου άρχισε, κατά το άρθρο 460 αυτού από 1-7-2019 ορίζει << Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας βάσει του νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση ( ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή>>. Από την σύγκριση αυτών προκύπτει ότι η τελευταία είναι επιεικέστερη της προισχύσασας καθόσον ορίζει μικρότερο κατώτατο όριο ποινής στερητικής της ελευθερίας και προσθέτει στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ότι η περιουσιακή ζημία πρέπει να είναι βεβαία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 590 παρ.1 εδ.α`του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), που άρχισε να ισχύει από την 1η-7-2019, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του Ν.4620/2019, "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα". Κατά δε το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της". Για την κατά την ως άνω διάταξη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απιστίας, απαιτείται αντικειμενικώς: α) Πρόσωπο που έχει την επιμέλεια ή διαχείριση της περιουσίας άλλου, η ιδιότητά του δε αυτή μπορεί να πηγάζει από δικαιοπραξία (λ.χ. σύμβαση εντολής, πληρεξουσιότητας, εργασίας) ή εκ του νόμου (όπως ο διαχειριστής νομικού προσώπου), και (να) υπάρχει στο δράστη κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως. Η επιμέλεια ή διαχείριση μπορεί να αφορά σε όλη την περιουσία ή σε μέρος της ή και σε μία μόνο πράξη. β) Πράξη ή παράλειψη επιφέρουσα ζημία στην περιουσία άλλου, η πράξη δε πρέπει να εμφανίζεται ως εξωτερική και δικαιοπρακτική, που είναι κατά κανόνα οι δικαιοπραξίες όπως πώληση, δωρεά κτλ, οι οιονεί δικαιοπραξίες ως όχληση, καταγγελία κτλ, οι διαδικαστικές πράξεις ως ομολογία αγωγής κτλ, χωρίς να αρκεί η ενέργεια υλικών πράξεων, αλλά πρέπει να υπάρχει δυνατότητα πρωτοβουλίας και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη του διαχειριστή, και η πράξη ή η παράλειψη να επιφέρει ζημία στην ξένη περιουσία, χωρίς όμως σκοπό ιδιοποιήσεως. Ως περιουσία νοείται το σύνολο των εχόντων χρηματική αξία οικονομικών αγαθών του προσώπου που μπορεί να διατίθενται νομίμως, δηλαδή αγαθών κάθε είδους, κινητών (μεταξύ των οποίων και το χρήμα), ακινήτων, απαιτήσεων, δικαιωμάτων, εμπραγμάτων ή ενοχικών, καθώς επίσης η νομή, η σταθερή πελατεία, η με σταθερότητα περιβαλλόμενη προσδοκία κτήσης τέτοιων γενικώς οικονομικών αγαθών .Βλάβη δε της περιουσίας είναι η μείωσή της που επέρχεται με τη μεταβίβαση πράγματος ή παροχής ή με την πληρωμή σε χρήμα, δηλαδή η επί έλαττον διαφορά μεταξύ της χρηματικής αξίας του συνόλου της περιουσίας προ της διαθέσεως αυτής και της αξίας της περιουσίας που απομένει μετά τη διάθεσή της από το δράστη. Περιουσιακή βλάβη στην απιστία, όπως και επί απάτης, μπορεί να συνιστά και η συγκεκριμένη διακινδύνευση της υπό διαχείριση περιουσίας, όταν προκαλεί μείωση της ενεστώσας αξίας αυτής, έτσι ώστε να μπορεί να αποτιμηθεί ως ήδη επελθούσα βλάβη. H ζημία στην ξένη περιουσία, πρέπει να οφείλεται στην παραβίαση των κανόνων της επιμελούς διαχείρισης .Υποκειμενικά απαιτείται "υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση", ήτοι γνώση του δράστη ότι η πράξη είναι επιζήμια για την περιουσία που διαχειρίζεται ή επιμελείται και θέλησή αυτού να επιφέρει τη ζημία αυτή (ΑΠ 1531/2013, ΑΠ 973/2010, 341/2010).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό της αποφάσεως, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Έτσι, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ( ΟλΑΠ 1/2005 , ΑΠ 1574/2019 , ΑΠ 1645/2019 ). Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατ' άρθρ. 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρ. 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ, όταν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά. Ακόμη, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολομ. Α.Π. 3/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.ΑΤ 432, 503, 1137/2019 απόφαση, το Α Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε στο σκεπτικό του ,κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά : "Κατά το έτος 2013 η κατηγορούμενη είχε την ιδιότητα της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου με την Επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟ ΗΛΕΚΤΡΟ ΝΙΚΩ Ν ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ" ("ΠΕΡΡΑΕΝ"), που εδρεύει στον Πειραιά (οδός ...), μετά τις αρχαιρεσίες, που έλαβαν χώρα το έτος 2009. Σύμφωνα με το τότε (2013) ισχύον καταστατικό του εν λόγω σωματείου, που είχε εγκριθεί με τη με αριθμό 887/2004 απόφαση του Πρωτοδικείου Πειραιά, προβλεπόταν ότι διαλυομένου του σωματείου η κινητή και ακίνητη περιουσία περιέρχεται κατά διαχείριση στο εγκαλούν σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ" - "ΠΕΣΡΡΑΕΝ", μέχρις ότου η Οργάνωση των Αξιωματικών Ραδιοτηλεγραφητών και Ραδιοηλεκτρονικών Εμπορικού Ναυτικού συσταθεί σε νέο σωματείο, στο οποίο περιέρχεται η πιο πάνω περιουσία, εφόσον τα μέλη του είναι τουλάχιστον 500 (άρθρο 27 παρ. 2 του καταστατικού). Η ΠΕΣΡΡΑΕΝ (εγκαλούν σωματείο) συνιστά το σωματείο των συνταξιούχων της ίδιας επαγγελματικής ειδικότητας με την προαναφερόμενη ΠΕΡΡΑΕΝ. Περαιτέρω, στο ίδιο ως άνω καταστατικό οριζόταν ότι διαγράφονται αυτοδίκαια από μέλη της ΠΕΡΡΑΕΝ, μεταξύ άλλων, όσοι ασυρματιστές ΕΝ πάσης τάξεως και ραδιοηλεκτρονικοί αξιωματικοί ΕΝ έχουν αποκτήσει δίπλωμα Α ' ή Β ' τάξεως άλλης ειδικότητας αξιωματικού ΕΝ, τα μέλη που δεν έχουν συμπληρώσει 8 μήνες θαλάσσια υπηρεσία τα τελευταία 4 χρόνια και τα μέλη που κατέστησαν συνταξιούχοι του επαγγέλματος (άρθρο 3 Δ παρ. 3, 4 και 6 του ίδιου ως άνω καταστατικού). Εξάλλου, η ΠΕΡΡΑΕΝ διαχειριζόταν μέρος του οκταόροφου οικοδομήματος στην οδό ... στον Πειραιά, ήτοι μέχρι και το δεύτερο όροφο αυτού. Στο ισόγειο του κτιρίου υπήρχαν 7 καταστήματα προς μίσθωση διαφορετικής επιφάνειας το καθένα, ενώ στον πρώτο όροφο βρίσκονταν τα γραφεία της ΠΕΣΡΡΑΕΝ και στο δεύτερο όροφο τα γραφεία της ΠΕΡΡΑΕΝ. Η διαχείριση και εν γένει οικονομική εκμετάλλευση του συγκεκριμένου κτιρίου από την κατηγορούμενη με την ιδιότητα της Προέδρου του ΔΣ του σωματείου, ήταν ιδιαίτερα προσοδοφόρα για το εν λόγω σωματείο και αποτελούσε σοβαρό περιουσιακό στοιχείο του, ιδίως λόγω της εκμίσθωσης των καταστημάτων. Σημειώνεται ότι το εν λόγω κτίριο είχε ανεγερθεί σε παλαιότερο χρόνο, με εισφορές των μελών του σωματείου, σε περίοδο κατά την οποία οι αποδοχές των μελών του από τη θαλάσσια υπηρεσία τους ήταν ιδιαίτερα υψηλές. Ωστόσο, η επαγγελματική ειδικότητα των μελών της ΠΕΡΡΑΕΝ καταργήθηκε παγκοσμίως το έτος 2000, λόγω της εγκατάστασης των δορυφορικών συστημάτων στα πλοία, με συνέπεια η πορεία του σωματείου να είναι συνεχώς φθίνουσα, αφού δεν υπήρχαν νέα μέλη προς εγγραφή στο σωματείο, ενώ και τα παλαιά μέλη σταδιακά συνταξιοδοτούνταν. Επομένως, καταδεικνύεται η σημασία της προαναφερόμενης ρύθμισης του άρθρου 27 παρ. 2 του καταστατικού της ΠΕΡΡΑΕΝ, αφού ήταν επιτακτική ανάγκη αφενός να διασωθεί και να εξασφαλιστεί η τύχη του παραπάνω αξιόλογου περιουσιακού στοιχείου, ήτοι της διαχείρισης του παραπάνω ακινήτου, ενόψει της επικείμενης "εξαφάνισης" του σχετικού επαγγελματικού κλάδου, κατά τα προεκτεθέντα, αφετέρου να μην αποξενωθεί πλήρως αυτό το περιουσιακό στοιχείο από εκείνους που στην πραγματικότητα και με τις οικονομικές θυσίες τους το είχαν δημιουργήσει. Επισημαίνεται ότι η εν λόγω καταστατική ρύθμιση δεν ήταν παράνομη, καθώς και η γενική συνέλευση του σωματείου μπορεί να αποφασίσει σε περίπτωση διάλυσής του τη διανομή της περιουσίας του σε άλλο σωματείο, που επιδιώκει παρεμφερείς σκοπούς, για την εξυπηρέτησή τους (βλ. Σ. Β., Αστικά Σωματεία, Συνδικαλιστικές και Εργοδοτικές Οργανώσεις, Συνεταιρισμοί, εκδ. 2002, παρ. 526, σελ. 574). Υπό τις συνθήκες αυτές, η κατηγορούμενη με την πιο πάνω ιδιότητά της ως νόμιμη εκπρόσωπος του εν λόγω σωματείου σαφώς διέθετε νομότυπη αντιπροσωπευτική εξουσία προς τρίτους και ασκούσε κατά νόμο τη διαχείριση των υποθέσεων και της κινητής και ακίνητης περιουσίας της ΠΕΡΡΑΕΝ, μέρος της οποίας αποτελούσε και το παραπάνω δικαίωμα προσδοκίας της ΠΕΣΡΡΑΕΝ να αναλάβει κατά διαχείριση την περιουσία αυτή σε περίπτωση διάλυσης της ΠΕΡΡΑΕΝ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στον Πειραιά την 13-4-2013 η κατηγορούμενη με την πιο πάνω ιδιότητά της προέβη σε σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μελών της ΠΕΡΡΑΕΝ με θέμα την τροποποίηση άρθρων του καταστατικού, μεταξύ των οποίων και των προαναφερόμενων άρθρων 3 και 27 αυτού. Συγκεκριμένα, κατόπιν εισήγησης της κατηγορούμενης ελήφθη η από 13-4-2013 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μελών της ΠΕΡΡΑΕΝ, κατά την οποία διαλυομένου του σωματείου η κινητή και ακίνητη περιουσία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να πουληθεί ή να διανεμηθεί στα μέλη του και μετά την εκκαθάριση του σωματείου η κινητή και ακίνητη περιουσία του περιέρχεται κατά διαχείριση στην Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία (ΠΝΟ), η οποία οφείλει να τη διαχειρίζεται σύμφωνα με τους όρους του παρόντος καταστατικού (νέο άρθρο 27 παρ. 2 του καταστατικού). Επίσης, με την ίδια ως άνω απόφαση κατόπιν εισήγησης της κατηγορούμενης, τροποποιήθηκε και η προαναφερόμενη διάταξη περί αυτοδίκαιης διαγραφής μελών της ΠΕΡΡΑΕΝ, ώστε κατά τη νέα της διατύπωσή της προβλέπεται πλέον ότι δεν διαγράφονται όσοι εξ ανάγκης ναυτολογήθηκαν με άλλες ειδικότητες, εφόσον δεν έχουν εγγράφως εκδηλώσει την πρόθεσή τους να διαγραφούν από το σωματείο και δεν έχουν οριστικά απωλέσει την επαγγελματική ειδικότητα, με την οποία εγράφησαν μέλη του σωματείου (νέο άρθρο 3 Δ παρ. 3 του καταστατικού). Είναι προφανές ότι με τις νέες ρυθμίσεις τέθηκαν πρόσθετες προϋποθέσεις και διατυπώσεις, με σκοπό τη μείωση και τον περιορισμό των αυτοδίκαιων διαγραφών, ώστε να φαίνεται ότι το εν λόγω σωματείο υφίσταται, καθώς έχει ακόμα ενεργά μέλη. Η πιο πάνω τροποποίηση του καταστατικού καταχωρήθηκε την 22-10-2013 στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιά. Για δε τη σύγκληση της ως άνω Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, δεν ενημερώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο και δεν κλήθηκε η ΠΕΣΡΡΑΕΝ, μολονότι υπήρχε σχετική δυνατότητα του ΔΣ της ΠΕΡΡΑΕΝ, σύμφωνα με σχετική διάταξη στο καταστατικό της (άρθρο 6 Γ του καταστατικού) και μολονότι η προτεινόμενη τροποποίηση του καταστατικού αφορούσε στο προαναφερόμενο δικαίωμα προσδοκίας της ΠΕΣΡΡΑΕΝ. Επιπρόσθετα, η συγκρότηση της πιο πάνω Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης και η λήψη της ως άνω απόφασης τροποποίησης του καταστατικού έγινε μη νομότυπα και κατά παράβαση των ως άνω καταστατικών διατάξεων της ΠΕΡΡΑΕΝ. Ειδικότερα, παρόντα και με υπογραφή παρουσίας στην Έκτακτη Γ ενική Συνέλευση ήταν 10 ταμειακώς τακτοποιημένα μέλη της ΠΕΡΡΑΕΝ, από τα μόλις 18 συνολικά μέλη αυτής, από τα οποία 14 μέλη ήταν ταμειακώς τακτοποιημένα. Από τα 10 αυτά παρόντα στη Συνέλευση και ταμειακώς τακτοποιημένα μέλη, 1) ο Ν. Α., 2) ο Π. Κ., 3) ο Γ. Β., 4) ο Π. Β. και 5) η Μ. Π. είχαν αυτοδικαίως διαγραφεί από μέλη της ΠΕΡΡΑΕΝ, διότι δεν είχαν συμπληρώσει 8 μήνες θαλάσσια υπηρεσία τα τελευταία 4 χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, 6) ο Ι. Κ., 7) ο Α. Μ. και 8) ο Α. Σ., ως φερόμενα μέλη του σωματείου κατά το χρόνο σύγκλησης της ως άνω Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, είχαν και εκείνοι απωλέσει αυτοδικαίως την ιδιότητα του μέλους, καθώς είχαν αποκτήσει δίπλωμα πλοιάρχου Β ' τάξης. Ακόμα, 9) ο Π. Κ. και 10) ο Ε. Σ., ομοίως ως φερόμενα μέλη του σωματείου, είχαν συνταξιοδοτηθεί από την 1-2-2011 και από την 1-1-2012 αντίστοιχα και ως εκ τούτου, είχαν και εκείνοι αυτοδικαίως διαγραφεί από μέλη του εν λόγω σωματείου. Επομένως, κατά την 13-4-2013, οπότε συγκλήθηκε η ως άνω Έκτακτη Γενική Συνέλευση, η ΠΕΡΡΑΕΝ, μετά τις αυτοδίκαιες διαγραφές των πιο πάνω φερόμενων ως 10 μελών της (από τα συνολικά 18), είχε ενεργά μόλις 8 μέλη. Για τις πιο πάνω διαγραφές μελών, δεν απαιτείτο σχετική δικαστική απόφαση, αλλά απόφαση του ΔΣ του σωματείου, που διαπιστώνει τη συνδρομή του λόγου της αυτοδίκαιης διαγραφής μέλους (βλ. Σ. Β., ο.π., παρ. 148, σελ. 167 και παρ. 175, σελ. 189), πράξη που σαφώς παρέλειψε να προκαλέσει η κατηγορούμενη, προφανώς για τη διατήρηση της "ύπαρξης" του σωματείου, που διοικούσε. Κατ' ακολουθίαν, κατά το άρθρο 104 παρ. 2 ΑΚ, που αποτελεί διάταξη αναγκαστικού δικαίου, εφόσον τα μέλη του ήταν λιγότερα από 10, το σωματείο (ΠΕΡΡΑΕΝ) τελούσε υπό διάλυση. Ειδικότερα, η προκαλούμενη βάσει αυτής της διάταξης διάλυση επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς να χρειάζεται δικαστική επικύρωση (βλ. Σ. Β., ο.π., παρ. 513, σελ. 565). Την κατάσταση αυτή ως προς τα ενεργά και μη μέλη της ΠΕΡΡΑΕΝ σαφώς γνώριζε η κατηγορούμενη ως εκ της θέσεως της και της ιδιότητάς της, γι' αυτό άλλωστε έσπευσε να εισηγηθεί την τροποποίηση της ως άνω καταστατικής πρόβλεψης περί αυτοδίκαιης διαγραφής των μελών, ώστε να δυσχεράνει αυτή και να δώσει με τον τρόπο αυτό περισσότερο χρόνο ζωής στο σωματείο, που η ίδια διοικούσε, για να επωφελείται και η ίδια από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου από τη συνδικαλιστική της θέση (όπως εγγραφή θαλάσσιας υπηρεσίας, χωρίς πραγματική απασχόληση σε πλοίο, για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, πέραν της είσπραξης χρηματικού βοηθήματος από την ΠΝΟ). Σε κάθε περίπτωση, την πιο πάνω αντίθετη σε αναγκαστικού δικαίου διάταξη ύπαρξη της ΠΕΡΡΑΕΝ, με αναλυτική αναφορά της υπηρεσιακής και προσωπικής κατάστασης κάθε φερόμενου ως ενεργού μέλους, είχε γνωστοποιήσει με την από 9-10-2012 εξώδικη δήλωσή της η ΠΕΣΡΡΑΕΝ προς την κατηγορούμενη ατομικά, άρα, εκείνη σαφώς τελούσε σε γνώση αυτής σε χρόνο κατά πολύ προγενέστερο του μηνός Απριλίου 2013. Κατά συνέπεια, η απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, που λήφθηκε την 13-4-2013, περί τροποποίησης του καταστατικού κατά τα προεκτεθέντα, ήταν άκυρη, ως αντιβαίνουσα σε διάταξη αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 104 παρ. 2 ΑΚ). Η ακυρότητα αυτής μπορεί να προταθεί από οποιονδήποτε, με οποιονδήποτε τρόπο, δηλαδή ακόμη και κατ' ένσταση ή και με αναγνωριστική αγωγή υπό του έχοντος προς τούτο έννομο συμφέρον, χωρίς το χρονικό περιορισμό του άρθρου 101 ΑΚ (βλ. Σ. Β., ο.π., παρ. 271, σελ. 282). Στη συνέχεια, την 27-11-2013 συγκλήθηκε από την κατηγορούμενη υπό την ως άνω ιδιότητά της Ειδική Γενική Συνέλευση των μελών της ΠΕΡΡΑΕΝ, με θέμα τη λήψη απόφασης για τη διάλυση του σωματείου και το διορισμό εκκαθαριστή. Ειδικότερα, κατόπιν και πάλι εισήγησης της κατηγορούμενης λήφθηκε απόφαση από την Ειδική Γενική Συνέλευση για τη διάλυση του σωματείου και εκκαθαριστές ορίστηκαν η κατηγορούμενη, ο Ε. Α. και ο Ν. Α., ενώ προβλέφθηκε ότι, εάν εντός διετίας (μέχρι 31-12-2015) δεν ανασυσταθεί το σωματείο (πράγμα εξαιρετικά δύσκολο λόγω της κατάργησης της ειδικότητας τους, όπως προαναφέρθηκε), τότε η κινητή και ακίνητη περιουσία της ΠΕΡΡΑΕΝ περιέρχεται αυτοδικαίως και εξ ολοκλήρου κατά κυριότητα στην Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία (ΠΝΟ). Η απόφαση αυτή δεν ήταν καν συμβατή με την προαναφερόμενη νέα καταστατική διάταξη της ΠΕΡΡΑΕΝ, που είχε επικυρωθεί την 13-4-2013 με την απόφαση της πιο πάνω Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, περί μεταβίβασης της περιουσίας στην ΠΝΟ μόνο κατά διαχείριση και όχι και κατά κυριότητα, γεγονός που τελούσε σαφώς σε γνώση της κατηγορουμένης, η οποία άλλωστε την είχε εισηγηθεί, κατά τα προεκτεθέντα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, προκύπτει και το Δικαστήριο πείστηκε κατά πλειοψηφία ότι η κατηγορούμενη με την πιο πάνω ιδιότητά της και με τις πιο πάνω διαδοχικές ενέργειές της, ζημίωσε την περιουσία της ΠΕΣΡΡΑΕΝ, η οποία με βάση τη ρύθμιση του αρχικού άρθρου 27 παρ. 2 του καταστατικού της ΠΕΡΡΑΕΝ είχε δικαίωμα προσδοκίας να αναλάβει κατά διαχείριση την κινητή και ακίνητη περιουσία της ΠΕΡΡΑΕΝ σε περίπτωση διάλυσης αυτής. Συγκεκριμένα, η ΠΕΣΡΡΑΕΝ ήταν δικαιούχος υπό αίρεση (βλ. I. Σπυριδάκη, Γενικές Αρχές, τεύχος Β, σελ. 766) και δη υπό την αναβλητική αίρεση της διάλυσης του σωματείου (ΠΕΡΡΑΕΝ) και ολοκλήρωσης του σταδίου της εκκαθάρισης, στο οποίο το σωματείο υποχρεωτικά υπεισέρχεται μετά την, για οποιοδήποτε λόγο, διάλυσή του (βλ. Σ. Β., ο.π., παρ. 524, σελ. 571). Επειδή όμως, το εν λόγω σωματείο (ΠΕΡΡΑΕΝ) είχε αυτοδικαίως λυθεί σε χρόνο προγενέστερο της απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης περί τροποποίησης του καταστατικού του, η αναβλητική αίρεση της διάλυσης του σωματείου είχε ήδη πληρωθεί κατά την 13-4-2013 και την 27-11-2013, χωρίς όμως να έχει περατωθεί κατά το χρόνο αυτό η εκκαθάριση του σωματείου. Ως εκ τούτου, το δικαίωμα προσδοκίας της ΠΕΣΡΡΑΕΝ κατά τον επίδικο χρόνο εξακολουθούσε να βρίσκεται στο στάδιο ηρτημένης της αιρέσεως, ωστόσο αυτό το δικαίωμα με σαφές περιουσιακό περιεχόμενο, συνιστάμενο στο ενοχικό δικαίωμα προς σύσταση επικαρπίας επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας της ΠΕΡΡΑΕΝ, ως μέρος της περιουσίας της ΠΕΣΡΡΑΕΝ, ματαιώθηκε συνολικά ως άμεση συνέπεια της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της κατηγορούμενης. Και τούτο διότι η τελευταία, ως κατά νόμο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ενεργώντας μεθοδικά και δόλια, κατά κατάφωρη παραβίαση των κανόνων της επιμελούς και χρηστής διαχείρισης, με πρόθεση και εν γνώσει της, συγκαλώντας τις πιο πάνω Γενικές Συνελεύσεις και εισηγούμενη τη λήψη των πιο πάνω δύο διαδοχικών αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης των μελών της ΠΕΡΡΑΕΝ αντίστοιχα, πέτυχε τη μεταβίβαση της επίδικης κινητής και ακίνητης περιουσίας (και του εν λόγω κτιρίου) στην Π NO και την αποστέρησή της κατά διαχείριση από το πολιτικώς ενάγον σωματείο (ΠΕΣΡΡΑΕΝ), επιφέροντας βλάβη στην περιουσία του τελευταίου, αποτέλεσμα το οποίο η κατηγορούμενη και γνώριζε και επιδίωξε την επαγωγή του. Σε κάθε περίπτωση, η ΠΕΣΡΡΑΕΝ κινδυνεύει να απωλέσει οριστικά το πιο πάνω δικαίωμα προσδοκίας, καθώς έχει εμπλακεί σε πολυετή δικαστικό αγώνα στα πολιτικά δικαστήρια για την αναγνώριση αυτού. Επομένως, το νομικό πρόσωπο της ΠΕΣΡΡΑΕΝ ως αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, κατά την πλειοψηφία του Δικαστηρίου, νομιμοποιείται ενεργητικά δια των οργάνων του στην άσκηση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού είναι αυτό στο οποίο κατ' άμεσο και αιτιώδη τρόπο επήλθε η ζημία από το αδίκημα της κατηγορούμενης, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά πλειοψηφία, να απορριφθούν οι προβαλλόμενες από την υπεράσπιση της κατηγορούμενης αντιρρήσεις κατά της πολιτικής αγωγής ως αβάσιμες κατ' ουσίαν. Τέλος, με βάση τις παραπάνω παραδοχές, προκύπτει και το Δικαστήριο πείστηκε ομόφωνα ότι η κατηγορούμενη έχει τελέσει, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, την αποδιδόμενη σε αυτήν αξιόποινη πράξη της απιστίας κατ' εξακολούθηση, κατά την αντικειμενική και την υποκειμενική της υπόσταση και συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη αυτής." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα Σ. Ζ. ένοχη για την αξιόποινη πράξη της απιστίας κατ'εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ( 2 ) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στον Πειραιά στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος εν γνώσει της ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας βάσει δικαιοπραξίας είχε εν μέρει τη διαχείριση. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, με την ιδιότητα της νομίμου εκπροσώπου και δη της Προέδρου του εδρεύοντος στον Πειραιά (...) Σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ" (Π.Ε.Ρ.Ρ.Α.Ε.Ν.), του οποίου η κινητή και ακίνητη περιουσία σε περίπτωση διάλυσής του θα περιερχόταν κατά διαχείριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 παρ. 2 του καταστατικού του στο σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ" (Π.Ε.Σ.Ρ.Ρ.Α.Ε.Ν.), προέβη χωρίς να έχει άμεση υποχρέωση προς τούτο, στις 13/04/2013, στη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης με θέμα τροποποίησης του ως άνω καταστατικού μεταξύ άλλων και ως προς το προαναφερθέν άρθρο 27 παρ. 2, εισηγουμένη να τροποποιηθεί αυτό ως προς το ότι η κινητή και ακίνητη περιουσία του Σωματείου, του οποίου ετύγχανε η ίδια πρόεδρος, σε περίπτωση διάλυσής του, θα περιερχόταν κατά διαχείριση στην ΠΝΟ, εκδοθείσης κατόπιν της εισήγησης αυτής της από 13/04/2013 απόφασης της ως άνω έκτακτης γενικής συνέλευσης που την έκανε δεκτή, χωρίς ωστόσο να έχει συγκληθεί νομότυπα η ως άνω γενική συνέλευση καθόσον φέρεται ότι συμμετείχαν σε αυτήν πέντε (εκ του συνόλου των 10 παρόντων ψηφισάντων) μέλη τα οποία δεν ήταν ενεργά και δη ο Ν. Α. του Σ., ο Π. Κ. του Κ., η Μ. Π. του Χ., ο Γ. Β. του Χ. και ο Π. Β. του Γ.. Ακολούθως δε στις 27/11/2013 συγκάλεσε Ειδική Γενική Συνέλευση και εισηγήθηκε τη διάλυση του Σωματείου (Π.Ε.Ρ.Ρ.Α.Ε.Ν.) και στην περίπτωση που δεν ανασυσταθεί το σωματείο έως τις 31/12/2015 να περιέλθει η κινητή και ακίνητη περιουσία του στην Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία, εκδοθείσης προς τούτο της από 27/11/2013 απόφασης της 1ης Ειδικής Γενικής Συνέλευσης που έκανε δεκτή την ως άνω εισήγηση. Με τις επιμέρους ενέργειες της αυτές ζημίωσε η κατηγορουμένη την περιουσία του σωματείου Π.Ε.Σ.Ρ.Ρ.Α.Ε.Ν., το οποίο σύμφωνα με το προϊσχύον καταστατικό του Π.Ε.Ρ.Ρ.Α.Ε.Ν., είχε προσδοκία δικαιώματος να αναλάβει κατά διαχείριση την κινητή και ακίνητη περιουσία του τελευταίου σε περίπτωση διάλυσής του και το οποίο κατ' αυτόν τον τρόπο αποστερήθηκε".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε για να μορφώσει την περί αυτών κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 α', 27, 98 και 390 ΠΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφαση, όπως από το σύνολο του παραπάνω αιτιολογικού και διατακτικού συνάγεται: 1) Αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (ανώμοτη κατάθεση του Προέδρου του ΔΣ του εγκαλούντος σωματείου ΠΕΣΡΡΑΕΝ, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία του κατηγορουμένης), από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να είναι αναγκαίο, κατά νόμο, να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως αναφέρονται κατ' είδος στην αρχή του αιτιολογικού της. 2) Εκτίθεται η ιδιότητα της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του σωματείου με την επωνυμία <<ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ <<ΠΕΡΡΑΕΝ >> κατά το κρίσιμο έτος 2013, υπό την οποία ιδιότητα, την οποία είχε αποκτήσει μετά από αρχαιρεσείες του έτους 2009, είχε τη διαχείριση και επιμέλεια της περιουσίας του σωματείου αυτού, αλλά και του δικαιώματος προσδοκίας του εγκαλούντος σωματείου με την επωνυμία <<ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ <<ΠΕΣΡΡΑΕΝ >> να αναλάβει αυτό, σε περίπτωση διάλυσης της ΠΕΡΡΑΕΝ, κατά διαχείριση την περιουσία της τελευταίας, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως τούτο ορίζετο στο άρθρο 27 του καταστατικού του σωματείου <<ΠΕΡΡΑΕΝ >>. 3) Περιγράφονται οι περισσότερες πράξεις με τις οποίες η αναιρεσείουσα επέφερε εξακολουθητικά ζημία στην περιουσία του εγκαλούντος σωματείου των συνταξιούχων ραδιοτηλεγραφητών κλπ ΠΕΣΡΡΑΕΝ και αναλύεται ο τρόπος, με τον οποίο αυτή την προκάλεσε. Ειδικότερα με σαφήνεια και επάρκεια περιγράφεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα υπό την ως άνω ιδιότητά της Προέδρου του ΔΣ συγκάλεσε έκτακτη Γενική Συνέλευση των μελών της ΠΕΡΡΑΕΝ αφενός στις 13/4/2013 ,κατά την οποία κατόπιν εισήγησής της αποφασίστηκε α) η τροποποίηση του προαναφερθέντος άρθρου 27 του καταστατικού ως προς το ότι σε περίπτωση διάλυσης του σωματείου η περιουσία του να περιέρχεται κατά διαχείριση στην Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία (ΠΝΟ) και β) η τροποποίηση του άρθρου 3 του καταστατικού ,το οποίο προέβλεπε τις περιπτώσεις αυτοδίκαιης διαγραφής των μελών, αφετέρου στις 27/11/2013 κατά την οποία επίσης κατόπιν εισήγησής της αποφασίστηκε η διάλυση του σωματείου της ΠΕΡΡΑΕΝ και σε περίπτωση μη επανασυστάσεώς του μέχρι τις 31/12/2015 η περιέλευση της περιουσίας του στην ΠΝΟ. 4) Υφίστανται παραδοχές ότι λόγω διαγραφής μελών τα εναπομείναντα μέλη του σωματείου ήταν λιγότερα των 10 και συνακόλουθα το σωματείο << ΠΕΡΡΑΕΝ >> τελούσε υπό διάλυση και οι ως άνω αποφάσεις των γενικών αυτών συνελεύσεων ήταν άκυρες καθώς και περί της επελθούσας ζημίας στο εγκαλούν η οποία (ζημία) καθορίζεται με σαφήνεια όπως ωσαύτως με επάρκεια θεμελιώνεται ο υφιστάμενος αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράβασης των κανόνων επιμελούς διαχείρισης και της ζημίας. 5) Επίσης υφίστανται σαφείς παραδοχές στην προσβαλλόμενη απόφαση περί της βεβαιότητας της προκληθείσας ζημίας, στοιχείο απαιτούμενο όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 390 παρ.1α του νέου ΠΚ για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και 6) προσδιορίζεται η γνώση και η θέληση πρόκλησης ζημίας της περιουσίας της <<ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΓΡΑΦΗΤΩΝ ΚΑΙ ΡΑΔΙΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ <<ΠΕΣΡΡΑΕΝ >>, δηλαδή η υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση, που συνίστατο στο ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ότι είχε την επιμέλεια και τη διαχείριση της περιουσίας αυτής και ότι αναγκαία συνέπεια της συμπεριφοράς της ήταν η πρόκληση της ζημίας στην παραπάνω ξένη περιουσία την οποία και απεδέχθη . Περαιτέρω το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του με την οποία κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη σωστά ερμήνευσε την διάταξη περί απιστίας του αρθ. 390 του ΠΚ δεχόμενο ότι: α) Στην περιουσιακή ζημιά περιλαμβάνεται η ματαίωση του δικαιώματος προσδοκίας του εγκαλούντος σωματείου <<ΠΕΣΡΡΑΕΝ >> να αναλάβει την διαχείριση της περιουσίας του σωματείου << ΠΕΡΡΑΕΝ >> , τελούντος του δικαιώματος αυτού υπό την αναβλητική αίρεση της διάλυσης του τελευταίου και της ολοκληρώσεως της διαδικασίας εκκαθαρίσεως αυτού. β) Η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της διέθετε νομότυπη αντιπροσωπευτική εξουσία προς τρίτους και ασκούσε κατά νόμο την διαχείριση των υποθέσεων και της περιουσίας του σωματείου << ΠΕΡΡΑΕΝ >> και συνακόλουθα του κατά τα άνω δικαιώματος προσδοκίας του εγκαλούντος σωματείου << ΠΕΣΡΡΑΕΝ >> και γ)οι πράξεις της κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας της σύγκλησης στις 13/4/2013 και στις 27/11/2013 δύο Γενικών Συνελεύσεων του σωματείου του οποίου ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και η εισήγησή της για τροποποίηση του καταστατικού αυτού ώστε η διαχείριση της περιουσίας του σωματείου ( κατά την τροποποίηση με την πρώτη Γενική Συνέλευση ), και η κυριότητα ( κατά την τροποποίηση με την δεύτερη Γενική Συνέλευση ) μετά την διάλυση του σωματείου να περιέλθει στην Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία ( ΠΝΟ ) συνιστούν εξωτερικές πράξεις ενάσκησης της εξουσίας της αυτής. Τέλος το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην διάταξη αυτή. Σημειώνεται ότι η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση διακινδύνευση της περιουσίας του εγκαλούντος σωματείου, δεν συνιστά αντίφαση, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, καθόσον αναφέρεται ως σκέψη επικουρική με την παράθεση της φράσης << σε κάθε περίπτωση κινδυνεύει να απωλέσει...>> η ύπαρξη της οποίας δικαιολογείται από την διάταξη του άρθρου 390 εδ. α όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης. Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠοινΔ λόγοι, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 390 ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Οι εκτιθέμενες στους λόγους αυτούς λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά την αναιρεσείουσα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, διότι αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τον οποίο επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παράνομης παράστασης του πολιτικώς ενάγοντος σωματείου << ΠΕΣΡΡΑΕΝ >> ως εκ του ότι αυτό δεν υπέστη ζημία από την τέλεση της αποδιδόμενης στην αναιρεσείουσα πράξης ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η ζημία του πολιτικώς ενάγοντος σωματείου υπήρξε απότοκη και αιτιωδώς συνδεόμενη με τις αποδιδόμενες στην αναιρεσείουσα ενέργειες. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 405 παρ. 1 του νέου ΠΚ για την ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων εγκλημάτων και αυτού της απιστίας σε βαθμό πλημμελήματος, που προβλέπεται στο άρθρο 390 παρ. 1α ΠΚ και του οποίου η ποινική δίωξη υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς ασκείτο αυτεπαγγέλτως από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών ύστερα από αναφορά, μήνυση ή άλλη είδηση για τη διάπραξή του (άρθρα 27 και 36 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ), απαιτείται πλέον έγκληση, ενώ κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 464 του ίδιου Κώδικα "Εκκρεμείς ποινικές διαδικασίες, που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις για τη δίωξη των οποίων απαιτείται έγκληση στον παρόντα Κώδικα ενώ διώκονταν αυτεπαγγέλτως υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, συνεχίζονται εφόσον ο δικαιούμενος να υποβάλει έγκληση δηλώσει εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος ότι επιθυμεί την πρόοδο τους".

Στην προκειμένη περίπτωση α) με την υποβολή εκ μέρους του παθόντος σωματείου της από 3/4/2014 μήνυσης, σε χρόνο κατά τον οποίο το εν λόγω αδίκημα διώκετο αυτεπάγγελτα, με την οποία το τελευταίο ζητούσε ρητά την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης και ήδη αναιρεσείουσας για την τελεσθείσα σε βάρος του ως άνω αξιόποινη πράξη και δήλωνε παράσταση πολιτικής αγωγής, β) με την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του παθόντος σωματείου στην οποία προέβη κατά την συνεδρίαση της 9/5/18 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο Πρόεδρος αυτού Δ. Κ. σύμφωνα με το από 5/10/2017 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του παθόντος σωματείου το οποίο και κατετέθη στο ακροατήριο και γ)με την δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για λογαριασμό του παθόντος σωματείου την οποία επανέλαβε κατά την συνεδρίαση της 25/1/19 ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο προαναφερόμενος Πρόεδρος αυτού σύμφωνα με το από 16/1/2019 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του παθόντος σωματείου το οποίο και κατετέθη επίσης στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υποθέσεως , το τελευταίο δήλωνε και τη βούλησή του για τη πρόοδο της διαδικασίας, με αποτέλεσμα με τις ενέργειες αυτές να υποκαθίσταται η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 464 Π.Κ., απλή, άλλωστε, δήλωση και επομένως να πληρούται ο σκοπός αυτής (ΑΠ 773/2020 , ΑΠ 2010/2019 ) απορριπτομένου του συναφούς εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε λόγου αναιρέσεως ως αβασίμου. Ενόψει αυτών και των εκτεθέντων στην αρχή της παρούσας σχετικά με τις ευμενέστερες διατάξεις του νέου ΠΚ πρέπει, κατ` αυτεπάγγελτη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 511 εδ. δ` του νέου ΚΠοινΔ, της ως άνω επιεικέστερης ως προς την ποινή διάταξης, του άρθρου 390 παρ,1α ΠΚ που ίσχυσε μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την περί επιβολής κύριας ποινής διάταξη αυτής να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές αν είναι δυνατόν που δίκασαν προηγουμένως εφόσον η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς το σκέλος της ποινής (άρθρ. 522 ΚΠοινΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν µέρει την προσβαλλόµενη υπ' αριθµ ΑΤ 432,503,1137/2019 απόφαση του Α Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά ως προς την διάταξή της περί επιβολής κύριας ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές που την δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 9 Ιουλίου 2020 με αρ. πρωτοκόλλου Εισαγγελίας Αρείου Πάγου 5540/10/7/2020 αίτηση της Σ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ 'αριθμ. ΑΤ 432, 503, 1137/2019 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2021.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login