ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κακή σύνθεση δικαστηρίου δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα εισαγγελέα ο ίδιος, ο οποίος με την αυτή ιδιότητα, είχε ασκήσει καθήκοντα εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του εισαγγελικού αυτού λειτουργού, κατά την εκδίκαση της έφεσης, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κ.Π.Δ., να προταθεί ως λόγος εξαίρεσής του και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο (ΑΠ 822/2020, ΑΠ 930/2019, ΑΠ 176/2017). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του Κ.Π.Δ. προτελευταίος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, από το λόγο ότι μετείχε στη σύνθεση αυτού ως Εισαγγελέας πρόσωπο που είχε μετάσχει και πρωτοδίκως στην ίδια υπόθεση με την ίδια ιδιότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Απόφαση 215 / 2023 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 215/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Κουβίδου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου και Λεωνίδα Χατζησταύρου -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αδαμαντίας Οικονόμου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Σ. Χ. του Β. και 2) Μ. Λ. του Ν., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζευκιλή, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 291/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής και με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Α.-Ά. Φ. του Σ., κάτοικο ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Οικονόμου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αρ. πρωτ. 3/14-7-2022 αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 807/2022.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, με αριθμ. πρωτ. 3/14-7-2022 αίτηση των αναιρεσειόντων Σ. Χ. του Β. και Μ. Λ. του Ν., κατοίκων ... με δήλωσή τους ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 291/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία αυτοί κηρύχθηκαν ένοχοι επικίνδυνης σωματικής βλάβης και συνέργειας στην πράξη αυτή αντίστοιχα, με την αναγνώριση της συνδρομής στα πρόσωπά τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ και καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών και δέκα (10) μηνών αντίστοιχα, που ανεστάλησαν επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466 παρ. 1, 2, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3 και 171 παρ. 1 εδ. α' του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι κακή σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα Εισαγγελέα ο ίδιος, ο οποίος με την αυτή ιδιότητα, είχε ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση. Ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του ΚΠΔ αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση υπόθεσης κατ' έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης.
Ο Εισαγγελέας, όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, πλην όμως με την συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδομένη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύσσει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή. Επιπλέον, η συμμετοχή του ίδιου εισαγγελικού λειτουργού κατά την εκδίκαση έφεσης, σε υπόθεση στην οποία ο ίδιος είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σε τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου. Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του εισαγγελικού αυτού λειτουργού, κατά την εκδίκαση της έφεσης, μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Κ.Π.Δ., να προταθεί ως λόγος εξαίρεσής του και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεσή του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο (ΑΠ 822/2020, ΑΠ 930/2019, ΑΠ 176/2017). Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. προτελευταίος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, από το λόγο ότι μετείχε στη σύνθεση αυτού ως Εισαγγελέας πρόσωπο που είχε μετάσχει και πρωτοδίκως στην ίδια υπόθεση με την ίδια ιδιότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Η ακυρότητα δε αυτή, που προκύπτει κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 4 παρ.1 στοιχ. γ' και 5 παρ.1 περ. Α' εδ. δ' και 2 του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού δικαστηρίων ...", που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή το Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από Πρόεδρο Πρωτοδικών και δύο Πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνεται ένας μόνο Πρωτοδίκης Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από Πάρεδρο ή Ειρηνοδίκη ή Πταισματοδίκη της περιφέρειάς του. Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Εξάλλου, στο άρθρο 17 στοιχ. Β' παρ. 7 εδ. β' του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανιστεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του, αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα αντιστοίχως". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 17 στοιχ. Β' παρ. 10 του ίδιου νόμου, "η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης". Από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών ποινικών δικαστηρίων, όταν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, (οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 17 του ίδιου κώδικα), στην περίπτωση αναπλήρωσης πλημμελειοδίκη τριμελούς πλημμελειοδικείου από ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη, απαιτείται να εκδίδεται πράξη από τον διευθύνοντα το δικαστήριο δικαστή, η οποία και μνημονεύεται στην απόφαση. Η μνεία της πράξης αναπλήρωσης στην απόφαση, και μάλιστα στο προοίμιο αυτής κάτω από το όνομα του δικαστή, που αναπληρώνει τον τακτικό δικαστή, υποδηλώνει τη συνδρομή νόμιμου προς αναπλήρωση λόγου, που ερευνήθηκε από τον διευθύνοντα δικαστή και αναφέρεται στη πράξη του, δεν είναι δε απαραίτητο ο λόγος αυτός αναπλήρωσης να αναφέρεται και στην απόφαση. Επίσης, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση σε τί συνίσταται το κώλυμα του αναπληρούμενου δικαστή. Αν δεν αναφέρεται στην απόφαση η πράξη αναπλήρωσης, προκαλείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ. α' του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγος αναίρεσης (ΑΠ 499/2020, ΑΠ 1123/2019), εκτός αν η ακυρότητα αυτή, λόγω κακής σύνθεσης, καλύφθηκε, διότι δεν προτάθηκε πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, όπως ορίζεται στο ως άνω άρθρο 17 στοιχείο Β' παρ. 10 του ν. 1756/1988, το οποίο εφαρμόζεται, σε κάθε περίπτωση αναλογικά και όταν η σύνθεση του δικαστηρίου δεν ορίζεται με κλήρωση (ΑΠ 1146/2018, ΑΠ 1339/2017). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η εισαγγελία είναι δικαστική αρχή ανεξάρτητη από τα δικαστήρια και την εκτελεστική εξουσία", στην παρ. 2 ότι "δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης" και στην παρ. 6 ότι "αν δεν υπάρχει, απουσιάζει η κωλύεται ο εισαγγελέας του δικαστηρίου, αναπληρώνεται από τους εισαγγελικούς λειτουργούς της οικείας εισαγγελίας κατά τη σειρά της αρχαιότητάς τους ...". Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται το αδιαίρετο της εισαγγελικής αρχής, γι' αυτό στα βουλεύματα και τις αποφάσεις, για την έκδοση των οποίων απαιτείται κατά τα άρθρα 30 παρ. 2 και 138 του ΚΠΔ προηγούμενη πρόταση του εισαγγελέα, δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται το κώλυμα, συνεπεία του οποίου γίνεται αναπλήρωση του εισαγγελέα από αντεισαγγελέα, αρκεί η μνεία ότι κωλύεται ο εισαγγελέας. Αλλά και η παράλειψη της μνείας αυτής δεν δημιουργεί ακυρότητα, διότι θεωρείται αυτονόητο το κώλυμα, η δε αναπλήρωση του εισαγγελέα από αντεισαγγελέα, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 17 στοιχ. Β' παρ. 7 εδ. β' του ν. 1756/1988, γίνεται δυνάμει του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής (ΑΠ 378/2015, ΑΠ 1073/2008). Τέλος, τα στοιχεία της διαδικαστικής ενέργειας του διευθύνοντος το Δικαστήριο, με την οποία αυτός, στα πλαίσια των καθηκόντων του, καταρτίζει τις συνθέσεις των Δικαστηρίων (στις περιπτώσεις που αυτό δεν γίνεται κατόπιν κληρώσεως, σύμφωνα με το άρθρ. 17 στοιχ. Β' του ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού δικαστηρίων ..."), που είναι θέμα αναγόμενο στην εσωτερική υπηρεσία του Δικαστηρίου, δεν είναι αναγκαίο να αναγράφονται στις εκδιδόμενες από τις συνθέσεις αυτές αποφάσεις, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, μετείχε η Ειρηνοδίκης Αικατερίνη Γιαννακάρα, στο προοίμιο δε της απόφασης και κάτω από το όνομά της αναφέρεται η πράξη της Διευθύνουσας το Πρωτοδικείο (με αριθ. 32/2022) για την αναπλήρωση αυτή, επιπλέον δε αναφέρεται ότι μετείχε στη σύνθεση του Δικαστηρίου η Αντεισαγγελέας Πλημμελειοδικών Ευστρατία Μεγγέ, καθώς και ότι "η σύνθεση καταρτίσθηκε με πράξη της διευθύνουσας το Πρωτοδικείο". Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καμιά ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δεν προκλήθηκε από το ότι δεν μνημονεύεται εάν κωλύονταν αρχαιότεροι της Αντεισαγγελέως, που μετείχε της συνθέσεως ή του Πλημμελειοδίκη, που αναπληρώθηκε από την Ειρηνοδίκη, ούτε από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ο αριθμός της πράξης της Διευθύνουσας το Πρωτοδικείο, με την οποία καταρτίσθηκε η σύνθεση του ως άνω Δικαστηρίου. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ. 1 του νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με παροχή κοινωφελούς εργασίας. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, αν η πράξη του άρθρου 308 τελέσθηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη επιβάλλεται φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Σημειωτέον ότι οι ανωτέρω διατάξεις διαφοροποιούνται, σε σχέση με τις αντίστοιχες διατάξεις του προγενέστερου ΠΚ, μόνο ως προς το ύψος των απειλούμενων ποινών. Απαιτούμενα στοιχεία, για την αξιόποινη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, είναι: α) σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 308 του ΠΚ, απλή ή και εντελώς ελαφρά, ενόψει της εξ ολοκλήρου παραπομπής στο άρθρ. 308 ΠΚ με τη διάταξη του άρθρ. 309 ΠΚ, β) η πράξη να τελέσθηκε κατά τρόπο που να μπορεί να προκαλέσει στον παθόντα κίνδυνο της ζωής του ή βαριά σωματική βλάβη και γ) δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πρόκλησης της σωματικής κάκωσης και των περιστάσεων, από τις οποίες προκύπτει αντικειμενικά κίνδυνος της ζωής ή βαριά σωματική βλάβη (ΑΠ 801/2019). Αξιολογείται, επομένως, όχι το επελθόν αποτέλεσμα, αλλά το χρησιμοποιηθέν μέσο, ο τρόπος ενέργειας, το ευπαθές ή μη του πληγέντος τμήματος του ανθρώπινου σώματος, η προσφορότητα του μέσου που χρησιμοποιήθηκε κλπ. (ΑΠ 537/2018, ΑΠ 1070/2017). Υποκειμενικά, απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση της αφηρημένης δυνατότητας του κινδύνου της ζωής ή της βαριάς σωματικής βλάβης και θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να προξενήσει σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας (ΑΠ 339/2017, ΑΠ 1070/2017). Για τη στοιχειοθέτηση όμως του εγκλήματος αυτού θεμελιώδη σημασία έχει ο επικίνδυνος τρόπος τέλεσης της προξενηθείσας σωματικής βλάβης, που είναι ζήτημα πραγματικό και αντικειμενικό (ΑΠ 68/2022). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του προηγούμενου ΠΚ, που έχει τον υπότιτλο "απλός συνεργός", η οποία δεν διαφέρει της διάταξης του άρθρου 47 εδ. α' του νέου ΠΚ, "1. Όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83) ". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της. Η συνδρομή του απλού συνεργού, όπως αναφέρθηκε, δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης, που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξης, καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του. Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη (ΑΠ 38/2022, ΑΠ 678/2020). Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογήν, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση). Λόγο αναίρεσης επίσης, αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ., η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες ή αντιφάσεις είτε στην ίδια την αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας που τα περιέχει και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. ΑΠ 2/2011, ΑΠ 68/2022). Τέλος, τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως είναι οι χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα, δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται για τον σκοπό αυτό από τον διευθύνοντα τη συζήτηση.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι, όταν στα πρακτικά της δίκης αναγράφεται ότι "αναγνώσθηκε" φωτογραφία, η αναγραφή αυτή δεν τίθεται κατά κυριολεξία, αλλά με την παραπάνω έννοια της επισκόπησης του εγγράφου αυτού από τους παράγοντες της δίκης, οι οποίοι, έτσι, έλαβαν γνώση του περιεχομένου του και τους παρασχέθηκε η δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με αυτό (ΑΠ 1092/2020, ΑΠ 508/2019, ΑΠ 1578/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως (και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως), εκτός από το ηχητικό της ηχογράφησης που προσκόμισε η πολιτική αγωγή, κατόπιν αρχικής συναίνεσης των κατηγορουμένων, διότι στη συνέχεια αμφισβητήθηκε η γνησιότητα αυτού και δεν λαμβάνεται υπόψη, αποδείχθηκε ότι: "Ο 1ος κατηγορούμενος με πρόθεση προξένησε σε άλλην σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της, η δε πράξη του αυτή τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, στον ... στις 27-10-2015 επιτέθηκε στην ήδη εγκαλούσα Α.-Ά. Φ. του Σ., εναντίον της οποίας κατέφερε επανειλημμένα πλήγματα στο πρόσωπο χτυπώντας το κάτω στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα αυτή να υποστεί εκχυμώσεις στο μέτωπο και παρειά (ΑΡ), πολλαπλές εκδορές χωρίς βαθειά θλαστικά κάτω από τα μάτια. Τα μέσα δε με τα οποία επιτέθηκε στην ως άνω παθούσα (οδόστρωμα) αλλά και τα σημεία του σώματος της όπου την έπληξε (κρανίο) μπορούσαν να επιφέρουν τη βαριά σωματική της βλάβη. Η δεύτερη κατηγορούμενη με πρόθεση παρείχε σε άλλον συνδρομή να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρόνο παρείχε στον πρώτο κατηγορούμενο και σύζυγό της Σ. Χ. συνδρομή να εκτελέσει την άδικη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που διέπραξε, όπως περιγράφεται ανωτέρω, στην υπό στοιχείο Α πράξη παρέχοντας τον ψυχική συνδρομή και παροτρύνοντάς τον να χτυπάει πιο δυνατά την εγκαλούσα Α.-Ά. Φ. του Σ. απευθύνοντας του την φράση "χτύπα την, χτύπα την κάτω...", η οποία (παθούσα) ήταν ήδη γονατισμένη στο έδαφος. Ειδικότερα, η εμπλοκή των ως άνω τριών προσώπων, ήτοι του ζεύγους των κατηγορουμένων και της πολιτικώς ενάγουσας, εστιάζεται στη σχέση που διατηρούσε ο αποθανών πλέον σύζυγος της πολιτικώς ενάγουσας με τη δεύτερη κατηγορουμένη. Όταν η πολιτικώς ενάγουσα ανακάλυψε τη σχέση αυτή, επισκέφτηκε τον πρώτο κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε σχετικά, ενώ έστελνε συνεχώς ιδιαιτέρως προσβλητικά μηνύματα προς τη δεύτερη κατηγορουμένη. Η τελευταία και μετά από ένα τέτοιο μήνυμα την ημέρα του συμβάντος, περί ώρα 21.00, κατευθύνθηκε κάτω από το σπίτι της πολιτικώς ενάγουσας με το αυτοκίνητό της και με την έκφραση "κατέβα κότα" την κάλεσε να κατέβει, ενώ στη συνέχεια η τελευταία κατέβηκε από την οικία της, πλην όμως η δεύτερη κατηγορουμένη ξεκίνησε με το αυτοκίνητό της και η πολιτικώς ενάγουσα την ακολούθησε με το δικό της αυτοκίνητο. Η δεύτερη κατηγορουμένη την οδήγησε σε ερημική τοποθεσία έξω από την πόλη του ….. όπου οι δύο γυναίκες πιάστηκαν στα χέρια. Η δεύτερη κατηγορουμένη έπιασε την πολιτικώς ενάγουσα από το δάχτυλο και αυτή γονάτισε. Τότε, ήτοι μετ' ελαχίστων λεπτών από την άφιξή τους στο σημείο, εμφανίστηκε ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος είχε καταφθάσει κατόπιν συνεννόησης με τη σύζυγό του, καθόσον δεν κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός αυτού ότι είχε εξέλθει προς ανεύρεση της συζύγου του, διότι αφενός βρέθηκε στο σημείο ελάχιστα λεπτά μετά την άφιξη των δύο γυναικών, αφετέρου δε, το σημείο είναι απομονωμένο και ερημικό και δεν θα αποτελούσε την πρώτη επιλογή δύο γυναικών εάν ήθελαν απλώς να μιλήσουν. Επιπλέον, εάν όπως αναφέρει ο πρώτος κατηγορούμενος αναζητούσε τη σύζυγό του στον …. είναι απίθανο να έφτανε τόσο σύντομα στο σημείο. Αντιθέτως, αποδείχτηκε ότι το σημείο είχε επιλεγεί από τους κατηγορούμενους πριν το συμβάν, καθόσον η δεύτερη κατηγορουμένη πέρασε με το όχημά της και έμπροσθεν του Δικαστικού μεγάρου, όπου την ώρα εκείνη δεν υπήρχε κόσμος και μπορούσε να σταματήσει προκειμένου να μιλήσουν με την πολιτικώς ενάγουσα, αλλά αυτή δεν σταμάτησε και αντιθέτως, έστριψε προς το βουνό σε πλήρως ερημική τοποθεσία, προκειμένου με το σύζυγό της να βιαιοπραγήσουν κατά της πολιτικώς ενάγουσας. Σκοπός των κατηγορουμένων ήταν να αποτρέψουν την πολιτικώς ενάγουσα από τη δημοσιοποίηση του εξωσυζυγικού δεσμού της δεύτερης κατηγορουμένης και σε άτομα πέραν του κύκλου εκάστης οικογένειας, καθόσον κάθε οικογένεια ήταν γνώστρια της σχέσης, επιλέχθηκε δε η συγκεκριμένη ερημική τοποθεσία, όπου ουδείς μάρτυρας θα παρευρίσκονταν είτε προς αποτροπή των πεπραγμένων είτε προς διάσωση της πολιτικώς ενάγουσας. Καταφθάνοντας δε στο σημείο, ο πρώτος κατηγορούμενος, χτύπησε για περισσότερες από μία φορές το κεφάλι της πολιτικώς ενάγουσας στο οδόστρωμα, καταφέροντας σ' αυτήν χτυπήματα, τα οποία όπως περιγράφηκαν ανωτέρω φέρουν το χαρακτήρα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, διότι αφενός από τα σημεία του σώματος που επλήγησαν (κρανίο) αφετέρου δε από τον τρόπο που επιτεύχθηκαν τα χτυπήματα (στο οδόστρωμα), μπορούσαν να προκαλέσουν στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των κατηγορουμένων, περί του χαρακτήρα της εντελώς ελαφράς σωματικής βλάβης. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της δεύτερης κατηγορουμένης περί άμυνας, τυγχάνει επίσης απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Τούτο δε διότι, τα προσβλητικά και υβριστικά μηνύματα από μέρους της παθούσας προς την δεύτερη κατηγορουμένη, ακόμη και εάν περιείχαν απειλή όπως ισχυρίζεται, δεν δύνανται να αποτελέσουν ευθεία και παρούσα επίθεση που να δικαιολογεί την άμυνα εκ μέρους της δεύτερης κατηγορουμένης, η οποία, μετά το μήνυμα που έλαβε, πήγε κάτω από την οικία της παθούσας και φωνάζοντας αυτή, την οδήγησε στο ερημικό σημείο όπου της επιτέθηκε, ο δε σύζυγός της κατάφερε στην ανωτέρω τα σημαντικά χτυπήματα όπως εκτίθενται παραπάνω. Τέλος, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά ουδόλως ευσταθεί και ο ισχυρισμός περί δικαιολογημένης αγανάκτησης της δεύτερης κατηγορουμένης λόγω προηγούμενης συμπεριφοράς της παθούσας, καθόσον, η ίδια με το σύζυγό της οδήγησαν την παθούσα στο σημείο της επίθεσης και αυτοί της επιτέθηκαν. Οι δε συκοφαντικοί κατά τους κατηγορούμενους ισχυρισμοί της παθούσας, μπορούσαν να αντιμετωπιστούν δια της νόμιμης οδού και με την άσκηση σχετικής μήνυσης ή αγωγής, ή ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της παθούσας και δεν δύνανται να δικαιολογήσουν την βιαιοπραγία σε βάρος της, πολλώ δε μάλλον όταν απείχαν χρονικά από το συμβάν. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται". Ακολούθως, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους του ότι : "..στον ... την 27-10-2015 ο 1ος κατηγορούμενος με πρόθεση προξένησε σε άλλην σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας της, η δε πράξη του αυτή τελέστηκε με τρόπο που μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο επιτέθηκε στην εγκαλούσα Α.-Ά. Φ. του Σ., εναντίον της οποίας κατάφερε επανειλημμένα πλήγματα στο πρόσωπο χτυπώντας το κάτω στο οδόστρωμα με αποτέλεσμα αυτή να υποστεί εκχυμώσεις στο μέτωπο και παρειά (ΑΡ), πολλαπλές εκδορές χωρίς βαθειά θλαστικά κάτω από τα μάτια. Τα μέσα δε με τα οποία επιτέθηκε στην ως άνω παθούσα (οδόστρωμα) αλλά και τα σημεία του σώματος της όπου την έπληξε (κρανίο) μπορούσαν να επιφέρουν τη βαριά σωματική της βλάβη. Η δεύτερη κατηγορούμενη με πρόθεση παρείχε σε άλλον συνδρομή να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο παρείχε στον πρώτο κατηγορούμενο και σύζυγό της Σ. Χ. συνδρομή να εκτελέσει την άδικη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που διέπραξε, όπως περιγράφεται ανωτέρω, στην υπό στοιχείο Α πράξη παρέχοντάς τον ψυχική συνδρομή και παροτρύνοντάς τον να χτυπάει πιο δυνατά την εγκαλούσα Α.-Ά. Φ. του Σ. απευθύνοντάς τον την φράση "χτύπα την, χτύπα την κάτω...". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως η έννοιά της αναλυτικά εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της (απλής) συνέργειας στην ως άνω πράξη, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, αντίστοιχα, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 309 - 308 παρ. 1α του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς, ή αντιφατικές αιτιολογίες και χωρίς να στερήσει, έτσι, την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το άνω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση. Παρατίθενται, δηλαδή, τα περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των πράξεων, στα οποία περιστατικά ενυπάρχει και ο απαιτούμενος δόλος, ενώ εκτίθενται και οι ακριβείς συνθήκες τέλεσης των ως άνω πράξεων της επικίνδυνης σωματικής βλάβης και της συνέργειας σ' αυτήν. Ειδικότερα, αναφέρονται: Α. Οι συγκεκριμένες επιμέρους κινήσεις και ενέργειες του πρώτου των αναιρεσειόντων, Σ. Χ., κατά την τέλεση της επικίνδυνης σωματικής βλάβης της παθούσας Α. - Ά. Φ. [επανειλημμένα πλήγματα (περισσότερα του ενός) της κεφαλής της και ειδικότερα του προσώπου της στο οδόστρωμα], οι σωματικές βλάβες, που προκλήθηκαν σ' αυτήν [εκχυμώσεις στο μέτωπο και παρειά (ΑΡ), πολλαπλές εκδορές χωρίς βαθειά θλαστικά κάτω από τα μάτια] και η διακινδύνευση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης της, λόγω του μέσου που χρησιμοποιήθηκε για να πληγεί αυτή (οδόστρωμα), αλλά και του μέρους του σώματός της που επλήγη (κρανίο) και Β. Οι συγκεκριμένες επιμέρους κινήσεις και ενέργειες της δεύτερης των αναιρεσειόντων, Μ. Λ., οι οποίες μαρτυρούν τον δόλο της και συγκροτούν και αποδεικνύουν τη συμμετοχική δράση της στην πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εκ των οποίων το δικαστήριο συνήγαγε αυτήν. Με τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται περιστατικά, τα οποία συνιστούν την έννοια της ψυχικής συνδρομής της συνεργού προς τον αυτουργό, κατά τη διάρκεια της επιθετικής δράσης του αυτουργού κατά της ανωτέρω παθούσας, η οποία (ψυχική συνδρομή), ως σαφώς συνάγεται εκ του συνόλου της σχετικής αιτιολογίας, συνδέεται αιτιωδώς με την αξιόποινη πράξη του αυτουργού, καθόσον φέρεται ως πράγματι παρασχεθείσα, που ενίσχυσε την τέλεση της κύριας πράξης. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα "... παρείχε στον πρώτο κατηγορούμενο και σύζυγο της Σ. Χ. συνδρομή να εκτελέσει την άδικη πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης που διέπραξε, παρέχοντάς του ψυχική συνδρομή και παροτρύνοντάς τον να χτυπάει πιο δυνατά την παθούσα απευθύνοντάς του την φράση "χτύπα την, χτύπα την κάτω...", η οποία (παθούσα) ήταν ήδη γονατισμένη στο έδαφος...". Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, που διαλαμβάνονται στους τέταρτο και έκτο λόγους αναίρεσης, δεν κρίνονται βάσιμοι. Ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο πρώτος των αναιρεσειόντων υποστηρίζει ότι α) μολονότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι υπήρξαν επανειλημμένα χτυπήματα (περισσότερες από μία φορές) του προσώπου της παθούσας στο οδόστρωμα, οι προκληθείσες σωματικές της βλάβες δεν είναι συμβατές (είναι μικρότερης βαρύτητας) σε σχέση με τα πλήγματα που δέχθηκε, ενώ η αναφορά σε περισσότερες από μία φορές δημιουργεί ασάφεια, β) κατά τους κανόνες της κοινής λογικής, δεν είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί το οδόστρωμα ως μέσο εκτελέσεως της πράξεως, όπως αναφέρεται, προσθέτως δε ότι, ενώ εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα χτυπήματα έγιναν στο κρανίο της παθούσας, οι περιγραφόμενες βλάβες εντοπίζονται μόνο στο πρόσωπο αυτής. Οι αιτιάσεις αυτές κρίνονται αβάσιμες, ενόψει του σαφούς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτέθηκε, στο οποίο (σκεπτικό) αναφέρονται οι προκληθείσες σωματικές βλάβες, που εντοπίζονται στο πρόσωπο της παθούσας, το οποίο αποτελεί μέρος του κρανίου της (προσωπικό ή σπλαχνικό κρανίο), ενώ το άλλο μέρος του αποτελεί το εγκεφαλικό ή κυρίως κρανίο, διευκρινίζεται ότι τα πλήγματα που επέφερε ο πρώτος των αναιρεσειόντων στο πρόσωπο της παθούσας, χτυπώντας το στο οδόστρωμα, ήταν περισσότερα από ένα, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να προσδιορίζεται ο ακριβής αριθμός των χτυπημάτων, είναι δε σαφές ότι το οδόστρωμα, ήτοι σταθερό αντικείμενο, αναφέρεται ως μέσο (τρόπος) για να πληγεί η παθούσα, με την ώθηση που ασκούσε ο κατηγορούμενος επανειλημμένα στο κεφάλι της παθούσας προς αυτό (οδόστρωμα). Επίσης, δεν είναι βάσιμη και η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν συνεκτίμησε και τις αναφερόμενες στα πρακτικά ως αναγνωσθείσες δεκαέξι (16) φωτογραφίες. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης (αλλά και της πρωτοβάθμιας απόφασης, στην οποία γίνεται παραπομπή), η αναφορά ότι αναγνώσθηκαν δέκα (10), τέσσερις (4) και δύο (2), ήτοι συνολικά δεκαέξι (16) φωτογραφίες, έχει προδήλως την έννοια της επίδειξης και επισκόπησής τους από τους παράγοντες της δίκης και, επομένως, και από τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, οι οποίοι έλαβαν γνώση των σχετικών απεικονίσεων και είχαν εντεύθεν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών κατ' άρθρο 358 ΚΠΔ. Επιπλέον, προκύπτει ότι οι φωτογραφίες αυτές συνεκτιμήθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού, στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα, των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ως άνω φωτογραφίες.
Συνεπώς, οι ως άνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης (τρίτος, τέταρτος και έκτος) για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Σε περίπτωση μη τήρησης της διάταξης του άρθρου 366 ΚΠΔ, που αποτελεί ειδικότερη ανάπτυξη των διαλαμβανομένων στο άρθρο 333 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή στην περίπτωση, που πριν κηρυχθεί η λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ο διευθύνων την συζήτηση δεν ερώτησε τον κατηγορούμενο αν έχει ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 ΚΠΔ, ιδρύουσα τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, γιατί δεν απαγγέλλεται από τη διάταξη αυτή τέτοια ακυρότητα, ούτε και από την παράλειψή της παρακωλύεται η άσκηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αφού αυτός, αν θέλει κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση, μπορεί να το ζητήσει, οπότε, αν ο διευθύνων την συζήτηση την αρνηθεί, είτε το δικαστήριο, στο οποίο ακολούθως προσέφυγε ο κατηγορούμενος απορρίψει το αίτημά του ή δεν αποφανθεί επ' αυτού, επέρχεται ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 ΚΠΔ (ΑΠ 684/2021, ΑΠ 2171/2018, 1669/2016, 228/2016).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου, πριν κηρύξει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 366 ΚΠΔ, δεν τους ρώτησε εάν είχαν ολοκληρώσει τις απολογίες τους ή εάν επιθυμούσαν να αναφέρουν οτιδήποτε σχετικό με τις εναντίον τους κατηγορίες, περιορισθείσα να ερωτήσει μόνο την Εισαγγελέα, τους Δικαστές και τους συνηγόρους αν έχουν ανάγκη από συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση, λαμβάνοντας αρνητική απάντηση, υποπίπτοντας, έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Όμως, ενόψει των ανωτέρω, ο αναιρετικός αυτός λόγος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον οι αναιρεσείοντες δεν διατείνονται συγχρόνως ότι ζήτησαν να ασκήσουν, ως κατηγορούμενοι, τα εκ του ως άνω άρθρου παρεχόμενα δικαιώματα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358 και 362 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του, ως αποδεικτικών στοιχείων, εγγράφων, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά μέσα (άρθρο 358 ΚΠΔ), καθώς και παραβίαση των αρχών περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, που ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' του ισχύοντος ΚΠΔ. Τέτοια όμως ακυρότητα και παραβίαση της δημοσιότητας της διαδικασίας δεν επέρχεται, όταν το έγγραφο, που λήφθηκε υπόψη χωρίς να αναγνωσθεί, αναφέρεται διηγηματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ή, αν για το έγγραφο αυτό υπάρχει αναφορά σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως στην κατάθεση εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος ή σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, αφού, τότε, ο κατηγορούμενος λαμβάνει γνώση του εγγράφου αυτού και μπορεί να το αντικρούσει και να εκθέσει τις απόψεις του γι' αυτό, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 358 του ΚΠΔ, οπότε αποτρέπεται η κατά τα άνω ακυρότητα. Τα ίδια ισχύουν και αν πρόκειται για έγγραφα που αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά (ΑΠ 980/2021, ΑΠ 65/2021). Η ανάγνωση εγγράφου δεν απαιτείται να προκύπτει μόνο από τη ρητή μνεία του στο οικείο μέρος των πρακτικών της δίκης, όπου αναφέρονται τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αλλά αρκεί να προκύπτει αυτή από το όλο περιεχόμενο των πρακτικών της δίκης ή από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 68/2022, ΑΠ 418/2021, ΑΠ 560/2020). Εξάλλου, το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της απόφασης ούτε να μνημονεύεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώστηκε. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό, και όχι κάποιο άλλο, αναγνώστηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 ΚΠΔ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέστηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικά, δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), κατά τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο, αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 502 παρ.1 εδ. γ του ΚΠΔ, στην κατ' έφεση δίκη, σε κάθε περίπτωση διαβάζονται και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν και τον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων. Δηλαδή, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως αναγνωσθέντα έγγραφα θεωρείται ότι αναγνώσθηκαν και στην κατ' έφεση δίκη και παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης (ΑΠ 603/2021, ΑΠ 418/2021).
Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των αναγνωσθέντων εγγράφων, αφού ελλείπει η καταγραφή θεμελιωδών της εξατομικεύσεώς τους στοιχείων, έτσι ώστε να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώστηκε το περιεχόμενό τους. Επιπλέον, εκθέτουν ότι στα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης, (κατά την οποία συνεκδικάσθηκαν δύο δικογραφίες με αριθμούς εκθέματος 45 και 46), αναφέρονται δύο έγγραφα, με την ίδια ημερομηνία, τα οποία έχουν την εξής περιγραφή : "3) Η από 30-10-2015 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού παθολόγου Μ. Π. και 4) Η από 30-10-2015 ιατρική γνωμάτευση της Φ. Α. - Α.", ως προς τα οποία δεν καθίσταται βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Ισχυρίζονται δε, ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, στερήθηκαν της δυνατότητας να ασκήσουν το από το άρθρο 358 ΚΠΔ δικαίωμά τους, με συνέπεια να δημιουργηθεί η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι, όπως αναγράφεται στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, "αναγνώσθηκαν από την Πρόεδρο, δημόσια στο ακροατήριο, τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, των συνηγόρων υπεράσπισης και υποστήριξης της κατηγορίας και συγκεκριμένα πρακτικά εκκαλούμενης, αναγνωστέα της ως άνω απόφασης". Προκύπτει δηλαδή σαφώς ότι, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, αναγνώσθηκαν όλα τα αναγνωσθέντα έγγραφα στην πρωτοβάθμια δίκη (στην οποία είχε γίνει συνεκδίκαση των υπ' αριθμ. εκθέματος 45 και 46 δικογραφιών), όπως αυτά αναγράφονται στα πρακτικά αυτής, ήτοι τα έγγραφα του κατηγορητηρίου, καθώς επίσης και τα υποβληθέντα έγγραφα από τους συνηγόρους υπεράσπισης και πολιτικής αγωγής), μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες από τους αναιρεσείοντες δύο από 30-10-2015 ιατρικές γνωματεύσεις, που είναι ταυτόσημες, αφορούν την παθούσα Α. - Ά. Φ., και υπογράφονται από τον ιατρό Μ. Π., που την εξέτασε. Η ταυτότητα όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων επαρκώς προσδιορίζεται και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, όπως το περιεχόμενο, ο συντάκτης, η χρονολογία, τα πρόσωπα στα οποία αφορούν, αφού, με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστησαν γνωστά τα εν λόγω έγγραφα κατά το περιεχόμενό τους στους αναιρεσείοντες, οπότε αυτοί είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενό τους. Εξάλλου, ενόψει της μοναδικότητας του καθενός εξ αυτών εντός της δικογραφίας, αποκλείεται η οποιαδήποτε σύγχυση με άλλα έγγραφα. Οι κατηγορούμενοι δε, μέσω των πληρεξούσιων συνηγόρων τους, δεν προέβαλαν οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωσή τους (βλ. σελ. 37 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης) και είχαν πλήρη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενό τους. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Γ' του ΚΠΔ ως άνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος), με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη στο ακροατήριο, από την ανάγνωση των μη επαρκώς προσδιοριζόμενων εγγράφων και την παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η επιβαλλόμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί, που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης, κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ, που επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό που δεν είναι αυτοτελής ή είναι αυτοτελής, αλλά δεν προβάλλεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγήσουν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα, ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλο λόγο ή δεν είναι νόμιμος. Αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη του οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής (ΑΠ 725/2022, ΑΠ 732/2021). Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, το ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του. Για να συντρέξει αυτή η ελαφρυντική περίσταση, η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' του ισχύοντος ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμη και κατά την κράτησή του. Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 368/2022, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 728/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης, "ζήτησαν την αναγνώριση στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης των άρθρ. 84 παρ. 2α ΠΚ και 84 παρ. 2ε ΠΚ". Τον αυτοτελή ισχυρισμό εκ του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία: "Για την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε', πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, λαμβανομένης προς τούτο υπόψη και της βαρύτητας της εγκληματικής δραστηριότητάς του και καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού. Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος, πραγματικά, μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξεως του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιοσδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά. Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή των κατηγορουμένων προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση τους να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς τους. Πρέπει επομένως το αίτημα της αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 εδ. ε' του Π.Κ. να απορριφθεί". Ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός από το άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, για την απόρριψη του οποίου και μόνο παραπονούνται οι αναιρεσείοντες, όπως προβλήθηκε, με την επίκληση μόνο της σχετικής διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. ε' ΠΚ, ήταν αόριστος, αφού δεν εκτέθηκαν τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά και το δικαστήριο, εντεύθεν, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πέραν του ότι ως εκ περισσού απάντησε με την ως άνω σαφή και ειδική αιτιολογία του.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον σχετικό πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ), είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 του ίδιου ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 7 του ν. 4855/2021, "Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του ίδιου ΠΚ, "Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή", ενώ κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ "Όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84) εφαρμόζεται μόνο μία φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83. Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιο πάνω λόγοι και ελαφρυντικές περιστάσεις". Από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 85 παρ. 1 του προϊσχύσαντος και του ισχύοντος ΠΚ, προκύπτει ότι αυτή του ισχύοντος περιέχει ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, καθόσον προβλέπει ότι επί συρροής λόγων μείωσης της ποινής το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής, ενώ, κατά την προϊσχύσασα διάταξη, η μείωση της ποινής εφαρμοζόταν μόνο μία φορά, σύμφωνα με το μέτρο που προέβλεπε το άρθρο 83. Ειδικότερα δε, προβλέπει ότι, αντί της μειωμένης ποινής φυλάκισης μέχρι το ελάχιστο όριο των δέκα ημερών (άρθρο 53 ΠΚ), που ενδιαφέρει στην προκείμενη περίπτωση, μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας, εφόσον κατά τον χρόνο της μετ' αναίρεση συζήτησης της υπόθεσης έχει παύσει η αναστολή των διατάξεων του ΠΚ κατά το μέρος που προβλέπουν την παροχή κοινωφελούς εργασίας (άρθρο 98 του ν. 4623/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χαλκιδικής, δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 291/2022 απόφασή του κήρυξε τη δεύτερη των αναιρεσειόντων ένοχη συνέργειας επικίνδυνης σωματικής βλάβης, για την οποία προβλέπεται ποινή μειωμένη κατ' άρθρ. 83 ΠΚ και, αφού αναγνώρισε ότι στο πρόσωπό της συντρέχει το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ. α' ΠΚ), της επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) έτη. Όμως, κατά την επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 79 ΠΚ), δεν διέλαβε σχετική αιτιολογία, περί του αν έλαβε υπόψη του και την ευμενέστερη και ισχύουσα κατά τον χρόνο έκδοσης της ανωτέρω απόφασής του διάταξη του ως άνω άρθρου 85 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ περί συρροής λόγων μείωσης της ποινής και ειδικότερα περαιτέρω ελάττωσης του κατωτάτου ορίου της μειωμένης κατ' άρθρ. 83 ποινής. Τούτο δε διότι αφενός η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ρητά στην παράθεση των σχετικών διατάξεων, που εφάρμοσε για την επιμέτρηση της ποινής και αφετέρου οι πιο πάνω λόγοι μείωσης της ποινής δεν αναφέρονται μεταξύ των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής. Έτσι, όμως, το δικαστήριο της ουσίας στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του αφενός μεν της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφετέρου δε νόμιμης βάσης, με την εκ πλαγίου παραβίαση της ανωτέρω ουσιαστικής ποινικής διάταξης, με συνέπεια ο Άρειος Πάγος να μην μπορεί να ελέγξει την ορθή εφαρμογή της, καθιστώντας την πληττόμενη απόφαση αναιρετέα (ΑΠ 863/2022).
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειόντων και δη μόνο ως προς τη διάταξή της περί της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519, 522 ΚΠΔ). Εξάλλου, η ως άνω από 14-7-2022 αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά στον πρώτο των αναιρεσειόντων, Σ. Χ., πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 291/2022 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής ως προς τη δεύτερη των αναιρεσειόντων Μ. Λ. του Ν., κάτοικο ... και δη μόνο ως προς την περί ποινής διάταξή της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αμέσως παραπάνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. πρωτ. 3/14-7-2022 αίτηση για αναίρεση της παραπάνω απόφασης, ως προς την αναιρεσείουσα Μ. Λ. του Ν., κάτοικο ...
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 3/14-7-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 291/2022 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων, Σ. Χ. του Β., κάτοικο ...
Επιβάλλει στον ως άνω αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2023.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ