ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗ -ΨΕΥΔΗΣ ΚΑΤΑΜΗΝΥΣΗ - ΑΛΗΘΙΝΗ ΣΥΡΡΟΗ - ΣΤΟΙΧΕΙΑ Α.Υ - ΑΠ 912-2024

Αριθμός 912/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.

 

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ά. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Θωμά, για αναίρεση της απόφασης 1154/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων .... Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Π. του Ι., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαντσίδη.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6.11.2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1020/23.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 6.11.2023 αίτηση του Α. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1154/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 27.10.2023 και με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις α) της ψευδούς καταμήνυσης και β) της ψευδούς κατάθεσης και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠοινΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί κατ' ουσίαν.

Στη διάταξη του άρθρου 224 του ΠΚ υπό τον τίτλο "ψευδής κατάθεση" ορίζεται ότι "Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα, απαιτείται: α) κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής" β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις), θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό όχι μόνον, όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και ως προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και, ως εκ τούτου, γνώριζε. Προϋπόθεση για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, ήτοι συμβάντα ή καταστάσεις, συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά χρόνο και τόπο, αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα αν επηρέασαν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη υπόθεση. Το ότι για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του παραπάνω εγκλήματος απαιτείται η συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής (της καταθέσεως, δηλαδή, γεγονότος σχέση έχοντος προς τη δικαζόμενη υπόθεση και δυναμένου να χρησιμεύσει προς απόδειξη στα πλαίσια αυτής), συνάγεται και από το ότι η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 του Π.Κ. κατατάσσεται στο ενδέκατο κεφάλαιο του εν λόγω Κώδικα, που αναφέρεται στα εγκλήματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, η οποία, αναγκασμένη να προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και στο εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, κινδυνεύει, όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική αλήθεια, να παραπλανηθεί, με συνέπεια τον κλονισμό της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ορθή απονομή της, ενώ, όταν τα κατατεθέντα γεγονότα είναι εντελώς άσχετα με τη δικαζόμενη υπόθεση, για την οποία δόθηκε η περιέχουσα εκείνα ένορκη κατάθεση και αλυσιτελή προς απόδειξη στα πλαίσια της υποθέσεως αυτής, δεν θεμελιώνεται αντικειμενικά το εν λόγω έγκλημα. Από την ίδια ως άνω διάταξη προκύπτει, επίσης, ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στην συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς (Α.Π. 450/2016, Α.Π.290/2018, ΑΠ 1071/2022).

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 2 του Π.Κ. ως επιεικέστερη και η οποία ορίζει ότι "Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξή του γι' αυτήν, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης, απαιτείται: α) καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά, β) η καταμήνυση να έγινε ενώπιον αρχής, γ) η καταμήνυση να αναφέρεται στη τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης, δ) η καταμήνυση να αφορά σε άλλον, ε) η καταμήνυση να είναι ψευδής, δηλαδή αντικειμενικά αναληθής και στ) δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας είναι αναληθές και αφορά σε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, στη θέληση να περιέλθει η αναφορά στην αρχή και στο σκοπό του (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση) να κινηθεί η ποινική ή πειθαρχική διαδικασία, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 950/2018, ΑΠ 1705/2019). Παράθεση άλλων σχετικών με τη γνώση αυτή περιστατικών δεν απαιτείται αν ο αναιρεσείων γνώριζε την πραγματική κατάσταση από προσωπική του αντίληψη (ΑΠ 134/2020). Τα εν λόγω δε αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της ψευδούς καταμήνυσης συρρέουν αληθινά (ΑΠ 333/2022). Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του (κυρωθέντος με το ν. 1705/1987) 7ου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ "κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μία παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού".

Κατά δε το άρθρο 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το ν. 2462/1977 "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο και την ποινική δικονομία κάθε χώρας.

………Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην Θεσσαλονίκη στις 12.03.2015: Α) εν γνώσει του καταμήνυσε άλλον ψευδώς ενώπιον Της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, εγχείρησε την από 12-3-2015 με ΑΒΜ ... μήνυση- έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... και σχηματίσθηκε η με αριθμό Α.Β.Μ. ... (από εξαγωγή αντιγράφων της με ΑΒΜ ...) ποινική δικογραφία σε βάρος του ήδη εγκαλούντος Γ. Π. του Ι. στην οποία καταμήνυε τον ως άνω εγκαλούντα ότι τέλεσε, μεταξύ άλλων, τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης ισχυριζόμενος τα εξής: "...Β) Ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον Αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για κρινόμενη υπόθεση κατέθεσε εν γνώσει της ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο εγχειρίζοντας την με ΑΒΜ ... μήνυση-έγκλησή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... από την οποία κατόπιν εξαγωγής φωτοαντιγράφων σχηματίστηκε η με αριθμό Α.Β.Μ. ... ποινική δικογραφία σε βάρος του ήδη εγκαλούντος Γ. Π. του Ι., για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης το περιεχόμενο της οποίας αναλυτικά περιγράφεται στο υπό στοιχείο -Α- του παρόντος επιβεβαίωσε ενόρκως το περιεχόμενο αυτής μολονότι γνώριζε ότι όλα τα αναγραφόμενα εκεί ήταν ψευδή" …….

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφαση του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για τα οποία, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α', 27, 229 παρ.1 ΠΠΚ, 224 παρ. 1 ΝΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές για τη στοιχειοθέτηση: Α) αφενός του αδικήματος της ψευδούς καταμήνυσης ότι α) ο κατηγορούμενος υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... την από 12.3.2015 με ΑΒΜ... μήνυση με την οποία ισχυρίσθηκε ψευδώς για τον εγκαλούντα ότι τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) γνώριζε όμως ο κατηγορούμενος έχοντας ιδία και προσωπική αντίληψη ότι ο εγκαλών ουδέποτε διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της συκοφαντικής δυσφήμησης γ) ο κατηγορούμενος προέβη στην υποβολή της μήνυσης με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος γνωρίζοντας ότι τα καταγγελλόμενα από αυτόν ήταν ψευδή, και Β) αφετέρου του αδικήματος της ψευδούς κατάθεσης ότι ο κατηγορούμενος βεβαίωσε ενόρκως το ψευδές περιεχόμενο της ως άνω μήνυσης που υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών ..., ενώ γνώριζε ότι το περιεχόμενο της ήταν ψευδές. Η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν αιτιολογεί τον άμεσο δόλο του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση αναλύει διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτού (κατηγορουμένου) περί της αναλήθειας των όσων ανέφερε στη μήνυσή του εις βάρος του εγκαλούντος………

Περαιτέρω τα αδικήματα τα οποία κατά τις παραδοχές της απόφασης διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι αυτά της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρος μεταξύ των οποίων υφίσταται αληθής συρροή και όχι φαινομένη και συνεπώς ο τρίτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ με τον οποίον πλήττεται τόσο ως προς το πρώτο σκέλος του η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 224 και 229 ΠΚ όσο και ως προς το δεύτερο σκέλος του περί παραβιάσεως του άρθρου 4 παρ.1 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εντεύθεν του κανόνος "ne bis in indem" και του άρθρου14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα καθότι ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για δύο αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδούς κατάθεσης ενώ υφίσταται μεταξύ αυτών φαινομένη συρροή και όχι αληθής είναι αβάσιμος.

Μετά ταύτα εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

 

 

 

Login