ΨΕΥΔΟΡΚΙΑ ΜΑΡΤΥΡΑ- ΕΥΜΕΝΕΣΤΕΡΗ ΔΙΑΤΑΞΗ - ΑΠ 1345-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ψευδορκία μάρτυρα. Ηθική αυτουργία. Ευμενέστερη διάταξη. Η διάταξη του άρθρου 224 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, είναι επιεικέστερη της αντίστοιχης του ταυτάριθμου άρθρου του προϊσχύσαντος ΠΚ. ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, αφού απειλείται πλέον για το ανωτέρω πλημμέλημα ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο(ΑΠ 813/2023, ΑΠ 814/2023), είναι όμως δυσμενέστερη ως προς την απειλή και χρηματικής ποινής, αφού δεν προβλεπόταν αυτή στην ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, με συνέπεια η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 του ισχύοντος νΠΚ να μη είναι εφαρμοστέα ως προς αυτήν (επιβολή και χρηματικής ποινής). Το αξιόποινο ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ αν δεν έχει τελεστεί αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ 813/2023, ΑΠ 44/2021, ΑΠ 568/2020).

Αριθμός 1345/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα. Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή Αρεοπαγίτες

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου. για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου  …….κατοίκου Κατερίνης Πιερίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κοντογιαννίδη. για αναίρεση της υπ’αριθμ. 147/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον  …... κάτοικο Κατερίνης Πιερίας, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την  αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 07 2023 αίτησή του, η οποία με δήλωση επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 24 07 2023, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 5521/2023 και η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 753/2023.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22-7-2023 αίτηση αναίρεσης του  ….., κατά της υπ’ αριθμ. 147/26-1- 2023 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την οποία, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε (κατά πλειοψηφία) για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και επιβλήθηκε σ αυτόν ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια αλλά και χρηματική ποινή εκατό (100) ημερησίων μονάδων, το ύψος εκάστης των οποίων καθορίσθηκε στο ποσόν των πέντε (5) ευρώ και συνολικώς στο χρηματικό ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ, ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462. 464. 466 παρ 1. 473 παρ 2, 3. 474 παρ. 2Α. 504 παρ. 1 εδ. α' και 505 περ α ΚΠΔ. Επίσης, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή, αφού περιέχει σαφή και ορισμένο αναιρετικό λόγο, συνιστάμενο στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη (άρθρο 510 παρ 1 στοιχ ΚΠΔ) και συνεπώς, θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την βασιμότητα του παραπάνω λόγου της. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης δεν εμφανίσθηκε ο  …..., ο οποίος παραστάθηκε στο προαναφερθέν δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς υποστήριξη της ως άνω κατηγορίας εις βάρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, παρότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως τόσο ο ίδιος (βλ το από 28-2-2023 αποδεικτικό επίδοσης του ΠΥ  …, που υπηρετεί στο AT Κατερίνης), όσο και ο νομίμως διορισθείς εκ μέρους του ως αντίκλητος Δικηγόρος  … (AM ΔΣΘ …..), όπως προκύπτει από το 29-8-2023 αποδεικτικό επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητού της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης  ….., η συζήτηση όμως της κρινομένης αίτησης αναίρεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 515 παρ 2 ΚΠΔ).

Με το άρθρο πρώτο του Ν 4619/2019 (ΦΕΚ A 95/11-6- 2019) κυρώθηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1η Ιουλίου 2019 (άρθρο δεύτερο του ανωτέρω νόμου και άρθρο 460 νΠΚ). Στο άρθρο 2 παρ 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τροποποιείται η καθιερωθείσα και περιγραφόμενη στο ίδιο άρθρο του προηγούμενου Ποινικού Κώδικα αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ώστε να είναι σαφές ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και οχι ο νόμος ως ενιαίο «όλον» και ότι προδήλως ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο είναι ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος. Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα. οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν, ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ’ ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ' ετέρου δε άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται. επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου η μη λαμβάνεται κατ’ αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 1359/2022). Περαιτέρω κατά το άρθρο 224 παρ 1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ που τιτλοφορείται «Ψευδής κατάθεση», «Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο η ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί    εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή» Η διάταξη αυτή (ψευδής κατάθεση) του νΠΚ, στην οποία έχουν ενωθεί οι διατάξεις των άρθρων 224 (ψευδορκία) και 225 (ψευδής ανώμοτη κατάθεση) του προηγούμενου ΠΚ, είναι ευμενέστερη ως προς την ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου έναντι της αντίστοιχης διάταξης (224 παρ. 2, 1) του προηγούμενου ΠΚ, καθόσον για την πράξη αυτή της ψευδούς κατάθεσης προβλέπεται ποινή φυλάκισης με μικρότερο όριο, ελάχιστο και ανώτατο και συγκεκριμένα φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών, ενώ με την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 224 παρ 2, 1 ΠΚ προβλεπόταν φυλάκιση με ελάχιστο όριο 1 έτος και ανώτερο 5 έτη (ΑΠ 813/2023, ΑΠ 814/2023). Για τη θεμελίωση του άνω εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα απαιτείται, α) κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει (ΑΠ 813 και 814/2023. ΑΠ 543/2022, ΑΠ 34/2022, ΑΠ 177/2022, ΑΠ 568/2020. ΑΠ 230/2020, ΑΠ 217/2020). Εξάλλου με το άρθρο 46 παρ 1α του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 ΠΚ, που είναι ταυτόσημο κατά περιεχόμενο με το αντίστοιχο άρθρο του νέου ΠΚ (Ν 4619/2019, ΦΕΚ A 95/11 6 2019). ορίζεται για τον ηθικό αυτουργό, ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν: α) Πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε. αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση. παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση. απειλή, εκμετάλλευση οποιοσδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βούλησης, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξάρτησης ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλο (αυτουργό) της πράξης αυτής, υποκειμενικώς δε, δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξης αυτής μέχρι λεπτομερειών, ενώ αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Τέτοιος άμεσος δόλος απαιτείται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης, οπότε άμεσος δόλος σπαιτείται και για την υποκειμενική θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση. Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή (και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε) θεωρείται δε, αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46, 47 και 48 ΠΚ και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 48 του εν λόγω Κώδικα, με την οποία καθιερώνεται το ανεξάρτητο του αξιοποίνου του ηθικού αυτουργού και των λοιπών συνεργών από το αξιόποινο του τελέσαντος την πράξη, προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, δηλαδή πράξης, για την οποία δεν συντρέχει κάποιος λόγος που αποκλείει τον άδικο χαρακτήρα αυτής, χωρίς να εξετάζεται αν ο αυτουργός είναι ικανός προς καταλογισμό, αν πράττει από δόλο ή αν συντρέχει ως προς αυτόν λόγος που να αποκλείει τον καταλογισμό. Από αυτά παρέπεται ότι το αξιόποινο ως προς τον ηθικό αυτουργό, είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αρκεί να στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ. αν δεν έχει τελεστεί αντικειμενικούς το εν λόγω έγκλημα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της ηθικής αυτουργίας (ΑΠ 813/2023, ΑΠ 44/2021, ΑΠ 568/2020). Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι ακριβώς προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή (ΑΠ 713/2023, ΑΠ 1416/2022). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε αρχικά με τον Ν 2329/1953 και εκ νέου με το ΝΔ 53/1974, που αποτελεί Εγχώριο δίκαιο και κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, προκύπτει ότι η πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να απαντά σε όλα τα επιχειρήματα του κατηγορουμένου και να εξετάζονται αυτά κατά τρόπο πραγματικό από το Δικαστήριο, το οποίο οφείλει να προβαίνει σε αποτελεσματική εξέταση των παρατηρήσεων, επιχειρημάτων και αποδείξεων που επικαλούνται οι διάδικοι, ενώ παραβίαση της ως άνω αρχής, πέραν της αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ 1 στοιχ Α και 171 παρ. 1 περ δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 813/2023, ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 187/2023). Δεν είναι απαραίτητη όμως η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή. Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου κατ αρχάς δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνον δε. όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα, είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία (ΑΠ 1079/2023 ΑΠ 457/2022) Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ανεπιτρέπτως, η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005. ΑΠ 1079/2023, ΑΠ 1066/2023. ΑΠ 457/2022. ΑΓΙ 151/2021)

Στην κρινόμενη υπόθεση από το σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης υπ αριθμ 147/2023 απόφασης προκύπτει ότι το προαναφερθέν Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τη πράγματα κρίση του. τα εξής: «Από την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκαν στα ίδια πρακτικά, καθώς και από τις απολογίες των κατηγορουμένων, και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά Ο εγκαλών  …., από τον Ιούνιο του έτους 2011 άρχισε να απασχολείται ως υπάλληλος γραφείου στην επιχείρηση εμπορίας δομικών υλικών με την επωνυμία  …., ιδιοκτησίας του δευτέρου κατηγορουμένου  ….., ο οποίος ήταν εξάδελφός του. Από τις αρχές του έτους 2013 άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στις μεταξύ τους σχέσεις, με αποτέλεσμα ο εγκαλών να υποβάλει στις 3-7-2013 την παραίτησή του, ενώ λίγες ημέρες αργότερα, στις 18-7-2013. ο τελευταίος (ήδη εγκαλών) υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κατερίνης, έγκληση σε βάρος του ως άνω (δευτέρου) κατηγορουμένου, για το αδίκημα της εκβίασης Στο πλαίσιο της σχηματισθείσας προκαταρκτικής δικογραφίας σε βάρος του ανωτέρω κατηγορουμένου, μετά το πέρας της οποίας και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του τελευταίου για την αξιόποινη πράξη της εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος την 20-11- 2013, εξετάστηκε ενόρκως, ενώπιον της Πταισματοδίκη Χανιών, ο αδελφός του ήδη εγκαλούντος  ….και κατέθεσε ότι μόλις πληροφορήθηκε πως ο αδελφός του, ήτοι ο εγκαλών, ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, μετέβη από τα Χανιά της Κρήτης, όπου κατοικούσε στην Κατερίνη και διαπίστωσε ότι αυτή (άσχημη ψυχολογική κατάσταση) οφειλόταν στην έντονη πίεση που δεχόταν από τον εργοδότη του. δεύτερο κατηγορούμενο. Μάλιστα, ο αδελφός του του επέδειξε και αποτυπωμένες μαγνητοφωνημένες τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ τους, περιέχουσες εξυβριστικές, απειλητικές εκφράσεις και εκβιαστικές συμπεριφορές του δευτέρου κατηγορουμένου, συνεπεία των οποίων αυτός (ήδη εγκαλών) αναγκάστηκε να αποδεχθεί μία συναλλαγματική ποσού 135.000 ευρώ, με σκοπό ο τελευταίος (δεύτερος κατηγορούμενος) να εγγράφει προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο συνιδιοκτησίας του εγκαλούντος και του ίδιου ( ….). Μόλις ο  ………. πληροφορήθηκε το γεγονός ότι ο αδελφός του (ήδη εγκαλών) υπέγραψε την ως άνω συναλλαγματική, την 6-7-2013, συναντήθηκε με τον δεύτερο κατηγορούμενο, παρουσία και του πρώτου κατηγορουμένου, μάλιστα αυτός ( ……) κατέγραψε χωρίς τη συναίνεση των υπολοίπων τη συνομιλία τους, πράξη για την οποία ο τελευταίος παραπέμφθηκε να δικασθεί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (αθέμιτη αποτύπωση σε υλικό φορέα προφορικής συνομιλίας με τρίτον χωρίς τη ρητή του συναίνεση και χρήση του εν λόγω φορέα, κατ' εξακολούθηση), δυνάμει του υπ' αριθμ. 641/2018 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης. Στο πλαίσιο της ως άνω ποινικής δικογραφίας, ο πρώτος κατηγορούμενος. εξάδελφος του δευτέρου (κατηγορουμένου), κατέθεσε, την 1-12-2015. ενώπιον του Πταισματοδίκη Πιερίας, αναφέροντας. μεταξύ άλλων, τα εξής:  Δεν ήμουν παρών όταν πήγε ο  …….. στο κατάστημα του  …. και του ζήτησε να επιστρέψει τη συναλλαγματική των 135.000 ευρώ που έβαλε ο  …. τον αδελφό του  ….. να υπογράψει, δεν γνωρίζω για ποιόν λόγο, αλλά και έτσι δεν γνωρίζω τι ακριβώς λέχθηκε μεταξύ τους και αν καταγράφηκε η συνομιλία αυτή, λανθασμένα δε με παρουσιάζει ο  …. στην από 31-10-2014 ανωμοτί εξέτασή του ως μηνυομένου στην κα Πταισματοδίκη Χανιών ότι παρευρισκόμουν στη συνάντησή του με τον  ..." . Τα ανωτέρω, όμως, που κατέθεσε ενόρκως ο πρώτος κατηγορούμενος, ήταν εν γνώσει του ψευδή, καθόσον η αλήθεια, την οποία απέκρυψε ο κατηγορούμενος, είναι ότι ο ίδιος παρευρισκόταν κατά τη συνάντηση του  …. με τον δεύτερο κατηγορούμενο, που έλαβε χώρα την 6-7-2013 στην επιχείρηση του τελευταίου, όπου  ….ζήτησε από τον  …. να επιστρέψει την επίμαχη συναλλαγματική, ποσού 135.000 ευρώ, την οποία υπέγραψε στη θέση του αποδέκτη ο αδελφός του  …. και συνεπώς γνώριζε καλώς τι διημείφθη μεταξύ τους, όπως άλλωστε και ο ίδιος (πρώτος κατηγορούμενος), παραδέχθηκε, σε μεταγενέστερο χρόνο και δη με την υπ αριθμ. 4579/12-7- 2017 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του συμβολαιογράφου Κατερίνης,  …., όπου ρητώς ανέφερε ότι ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση αλλά και ομολόγησε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την απολογία του, Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι τέλεσε την ως άνω άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης (μετά την τροποποίηση του άρθρου 224 ΠΚ, μετά την ισχύ του Ν 4169/2019). χωρίς να αποσκοπεί στη βλάβη με οποιονδήποτε τρόπο του εγκαλούντος, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί για την κατάφαση της ποινικής του ευθύνης Συνακόλουθα, εφόσον στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η αποδιδόμενη στον πρώτο κατηγορούμενο, αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, πρέπει, κατά την ομόφωνη κρίση του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί ένοχος αυτής... Περαιτέρω κατά πλειοψηφούσα κρίση του Δικαστηρίου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, με πειθώ και φορτικότητα. προτροπές και παραινέσεις. προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο, την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, που τέλεσε. όπως περιγράφεται ως άνω Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι ο δεύτερος εξ αυτών είχε πλήρη άγνοια για το περιεχόμενο της κατάθεσής του, ελέγχεται ως αβάσιμος, αφού οι μεταξύ τους σχέσεις, φιλικές και επαγγελματικές, ήταν τόσο στενές ώστε ο πρώτος κατηγορούμενος ήταν παρών σε όλες τις σημαντικές συναντήσεις του δευτέρου κατηγορουμένου με τον εγκαλούντα και τον αδελφό του. γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται και από τις μετέπειτα πλείστες καταθέσεις του ενώπιον διαφόρων Δικαστηρίων και καθιστά αβάσιμο τον ισχυρισμό αυτού (πρώτου κατηγορουμένου) ότι έδωσε την ψευδή κατάθεση γιατί δεν ήθελε να εμπλακεί στην επίδικη διαφορά Συνεπώς, πρέπει, κατά την πλειοψηφούσα άποψη του Δικαστηρίου, να κηρυχθεί και ο δεύτερος κατηγορούμενος ένοχος της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης. » Στη συνέχεια το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε, αφ ενός μεν, ομόφωνα τον πρώτο κατηγορούμενο  ……, ένοχο του ότι «ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή και απέκρυψε την αλήθεια. Συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Πιερίας στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργούνταν επί της με A Β Μ Β14/479 ποινικής δικογραφίας, όπου διερευνούνταν το αδίκημα της παραβίασης απορρήτου προφορικής συνομιλίας (άρθρ. 370 Α παρ 2 ΠΚ) ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: « .. Δεν ήμουν παρών όταν πήγε ο  … στο κατάστημα του  ….. και του ζήτησε να επιστρέψει τη συναλλαγματική των 135.000 ευρώ που έβαλε ο  ….. τον αδελφό του  …….. να υπογράψει δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά και έτσι δεν γνωρίζω τι ακριβώς λέχθηκε μεταξύ τους και αν καταγράφηκε η συνομιλία αυτή, λανθασμένα δε με παρουσιάζει ο  …… στην από 31-10-2014 ανωμοτί εξέτασή του ως μηνυομένου στην κα Πταισματοδίκη Χανιών ότι παρευρισκόμουν στη συνάντησή του με τον  …....». Τα ανωτέρω όμως που κατέθεσε ενόρκως ο κατηγορούμενος ήταν εν γνώσει του ψευδή, καθόσον η αλήθεια, την οποία απέκρυψε ο κατηγορούμενος, είναι ότι ο ίδιος παρευρισκόταν κατά τη συνάντηση του  …… με τον  …… που έλαβε χώρα την 6-7-2013 στην επιχείρηση του τελευταίου, όπου ο  ….. ζήτησε από τον  ….. να επιστρέφει την επίμαχη συναλλαγματική ποσού 135.000 ευρώ, την οποία υπέγραψε στη θέση του αποδέκτη ο αδελφός του,  …. και συνεπώς γνώριζε καλώς τι διημείφθη μεταξύ τους, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται σε μεταγενέστερο χρόνο και δη12-7-2017 ένορκη βεβαίωσή του ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κατερίνης,  …… όπου ρητώς αναφέρει ότι ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση», αφ ετέρου δε, κατά πλειοψηφία, ένοχο τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα (…) του ότι «με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη που αυτός διέπραξε Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο με πειθώ, φορτικότητα. προτροπές και παραινέσεις   προκάλεσε στον πρώτο κατηγορούμενο την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, που τέλεσε. όπως περιγράφεται στο υπό στοιχείο 1 του παρόντος».

Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι στην ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιελήφθη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφ' ενός μεν ως προς την ενοχή του για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή κατάθεση και ειδικότερα, γιατί δεν περιγράφεται σ αυτήν (απόφαση) ο τρόπος με τον οποίον φέρεται να προκάλεσε στον ως άνω συγκατηγορούμενό του την απόφαση να τελέσει την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της ψευδούς κατάθεσης, αφ' ετέρου δε, ως προς την ύπαρξη του δόλου του για την τέλεση της εν λόγω πράξης και προσδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Δ ΚΠΔ απορρέουσα σχετική πλημμέλεια, δηλαδή της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα».

Με τις προαναφερθείσες όμως παραδοχές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την καταδικαστική κρίση της. αφού αναφέρονται σ αυτή με σαφήνεια πληρότητα χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της προαναφερθείσης αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων αλλά και οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά. Συγκεκριμένα, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Ειδικότερα, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ενεργώντας με δόλο και αποβλέποντας να αποσπάσει ευνοϊκή ένορκη κατάθεση για τον ίδιο, ώστε να επωφεληθεί από αυτήν λόγω της σχετικής κατηγορίας που τον βάρυνε, εκμεταλλευόμενος τις φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις του με τον προαναφερθέντα πρώτο κατηγορούμενο  ….. έπεισε αυτόν όπως στις 1- 12-2015, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Πταισματοδίκη Πιερίας στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης> που έλαβε χώρα για την διερεύνηση του εγκλήματος της παραβίασης απορρήτου προφορικής συνομιλίας, να καταθέσει ψευδώς τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, παρότι γνώριζε την αναλήθειά τους. Εξάλλου, οι άλλες εμπεριεχόμενες στην κρινόμενη αίτηση σχετικές αιτιάσεις, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστούν αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της. είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση των σχετικών λόγων και αιτιάσεων, πλήττουν   ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 224 του ισχύοντος από 1-7-2019 νΠΚ, είναι επιεικέστερη της αντίστοιχης του ταυτάριθμου άρθρου του προϊσχύσαντος ΠΚ. ως προς την προβλεπόμενη στερητική της ελευθερίας ποινή, αφού απειλείται πλέον για το ανωτέρω πλημμέλημα ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο και ανώτατο όριο, είναι όμως δυσμενέστερη ως προς την απειλή και χρηματικής ποινής, αφού δεν προβλεπόταν αυτή στην ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, με συνέπεια η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 του ισχύοντος νΠΚ να μη είναι εφαρμοστέα ως προς αυτήν (επιβολή και χρηματικής ποινής), σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ. λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 100/2023),ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι’ αυτό κατά νόμο όροι ή παραλείπει να αποφανθεί για ζήτημα που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του. Στην πρώτη περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει θετική υπέρβαση εξουσίας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση που παραλείπει να αποφασίσει κάτι, το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. υπάρχει αρνητική υπέρβαση εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2005. ΑΠ 100/2023, ΑΠ 648/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 511 εδ α'. β ΚΠΔ «Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως. αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ. Β’. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου», διάταξη από την οποία προκύπτει ότι σε περίπτωση παραδεκτής αίτησης αναίρεσης, με παρόντα τον αναιρεσείοντα, ο Άρειος Πάγος ελέγχει αυτεπαγγέλτως αν εφαρμόστηκαν ορθώς οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και εκείνες που αφορούν την επιβλητέα ποινή στον καταδικασθέντα (ΑΠ 100/2023, ΑΠ 1461/2013).

Στην κρινομένη υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο αναιρέσεων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για την ως άνω αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης), για την οποία (ορθώς) καταδικάστηκε κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 224 του ισχύοντος νΠΚ σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, επιπλέον όμως για την ίδια ως άνω αξιόποινη πράξη επιβλήθηκε σ’ αυτόν και χρηματική ποινή εκατό ημερησίων μονάδων, το ύψος εκάστης των οποίων καθορίσθηκε στο ποσόν των πέντε (5) ευρώ και συνολικώς στο ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ, η επιβολή της οποίας (χρηματικής ποινής) όμως, προβλέπεται μεν από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 224 του ισχύοντος νΠΚ δεν προβλεπόταν όμως από την ταυτάριθμη διάταξη του πΠΚ, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της ανωτέρω αξιόποινης πράξης (1-12-2015), ενώ η τελευταία αυτή διάταξη ως προς το σημείο αυτό ήταν επιεικέστερη και επομένως, έπρεπε να εφαρμοσθεί από το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Με βάση τα προαναφερθέντα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον αφορά τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και στην ανωτέρω χρηματική ποινή, για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα (ήδη ψευδούς κατάθεσης), αφ' ενός μεν, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 46 παρ. 1 και 224 του ισχύοντος ΠΚ. αφ' ετέρου δε. υπερέβη θετικά την εξουσία του (ΑΠ 100/2023, ΑΠ 640/2020). Επομένως, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Ε’ και Θ’ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης αντιστοίχως, της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και της θετικής υπέρβασης εξουσίας, που ερευνώνται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα σχετική νομική σκέψη. Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, μόνον ως προς την διάταξή της για την επιβολή της παραπάνω χρηματικής ποινής στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, ήδη ψευδή κατάθεση (άρθρο 224 παρ 1 ΠΚ), η οποία (διάταξη) πρέπει να απαλειφθεί από τον Άρειο Πάγο, καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υπόθεσης στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, εφόσον δεν υφίσταται συναφώς αντικείμενο έρευνας (άρθρο 518 παρ 1 ΚΠΔ) και να απορριφθεί κατά το υπόλοιπο μέρος της η κρινόμενη από 22-7- 2023 αίτηση του  …….., για την αναίρεση της υπ αριθμ. 147/2023 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ 147/2023 απόφαση του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα, μόνον ως προς την διάταξή της που αφορά την επιβολή χρηματικής ποινής εκατό (100) ημερησίων μονάδων, το ύψος εκάσιης των οποίων καθορίσθηκε στο ποσόν των πέντε (5) ευρώ και συνολικώς στο ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ, στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο  ……., για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, ήδη ψευδούς κατάθεσης (άρθρο 224 παρ. 1 ΠΚ).

ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ από την προσβαλλόμενη απόφαση τη διάταξη περί επιβολής στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο χρηματικής ποινής, ύψους εκατό (100) ημερήσιων μονάδων, το ύψος εκάστης των οποίων καθορίσθηκε στο ποσόν των πέντε (5) ευρώ και συνολικώς στο ποσόν των πεντακοσίων (500) ευρώ, για την αξιόποινη πράξη της ηθικής σε ψευδορκία μάρτυρα, ήδη ψευδούς κατάθεσης (άρθρο 224 παρ. 1 ΠΚ).

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 22-7-2023 αίτηση αναίρεσης του  …….., κατά της υπ' αριθμ 147/2023 απόφασης του δικάσαντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2023 .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Login