ΧΡΕΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ - ΑΠ 595-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :

Χρόνος τέλεσης : Πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών ο χρόνος αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπόλοιπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος.

Στοιχεία αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι: α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά το χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν

Χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κλπ). Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη.

Χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος.

Απόφαση 595 / 2022    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 595/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη και Διονύσιο Παλλαδινό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 12 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Μωραϊτάκη, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Μ. του Π. , κατοίκου ... , που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαργαρίτα Ακτύπη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 394/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1η Ιουλίου 2020 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 827/2020.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 1-7-2020 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, στον γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυθημερόν) του Μ. Ν. του Π. , κατοίκου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της απόφασης 394/30-1-2020 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2ε του ΠΚ, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από την 1η-7-2019 (άρθρο δεύτερο του Ν. 4619/2019) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά αυτή (πράξη) ανέγκλητη.

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ. δ', 514 εδ. δ' περ. β' και 518 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι, αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης καταστεί ανέγκλητη η πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο, αφού δεν υπάρχει πλέον αξιόποινη πράξη, ακόμη και παρά την ερημοδικία του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (ΟλΑΠ 3/1995).

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, ανάλογα με το αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του ποσού του χρέους.

Ακολούθως, το ως άνω άρθρο (25 Ν. 1882/1990) αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, με το οποίο, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής. Στη συνέχεια, η παρ. 1 του άρθρου 25 συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110/17-5-2002) και ακολούθως το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α' 15/28-1-2004).

Μετά την τελευταία αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και στα τελωνεία, κατά τον, ως κατωτέρω, χρόνο καταβολής των επίδικων χρεών:

1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο είσπραξής τους, ορισθέντος ότι χρόνος είσπραξης είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις,

2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής,

3) οι ποινές καθορίστηκαν με βάση το κατώτερο ποσό συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους

και 4) αυξήθηκαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή, για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι:

"1. Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό".

Επακολούθησε ο Ν. 3943/2011, με το άρθρο 3 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και ορίστηκε ότι: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ".

Ακολούθως, εκδόθηκε ο Ν. 4321/21-3-2015 "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας", με το άρθρο 20 του οποίου η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής. "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό".

Τέλος, με το άρθρο 8 του Ν. 4337/17-10-2015 προστέθηκε νέο Κεφάλαιο (δωδέκατο) στο Ν. 4174/2013, με το άρθρο 71 παρ. 2 του οποίου ορίσθηκε ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α' και β', αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα".

Μετά την υποβολή στον εισαγγελέα της σχετικής αίτησης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κ.λ.π., που συνοδεύεται από τον πίνακα βεβαιωμένων χρεών, ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία ενιαία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε έννομη σημασία το ύψος και η αιτία προέλευσης καθενός από τα μερικότερα χρέη. Δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες, προσβάλλουσες διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουσες χρονικά και συνεχόμενες μεταξύ τους λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούσες σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, ομοειδείς πράξεις, αλλά για μία και μόνη, τελούμενη με τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο κατά τον οποίο το χρέος έπρεπε να καταβληθεί, αξιόποινη πράξη, στην οποία τυποποιείται η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των περιεχόμενων στον πίνακα βεβαιωμένων χρεών. Πρόκειται, δηλαδή, για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου, που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση, χωρίς να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τέλεσης, που χαρακτηρίζουν το αθροιστικό έγκλημα.

Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται:

1) Ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών ο χρόνος αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπόλοιπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος.

2) Ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι:

α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία,

β) η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε το χρέος να καταβληθεί

και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά το χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, ο οποίος (δόλος) πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος).

Εξάλλου, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κλπ). Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη. Ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος.

Τέλος, με το άρθρο 469 του νέου Ποινικού Κώδικα, που ισχύει, όπως προαναφέρθηκε, από την 1η-7-2019, ορίζεται ότι "Μετά το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ' ως εξής: "Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις". Με τη διάταξη αυτή του νέου Ποινικού Κώδικα ρυθμίζεται, με τον αναφερόμενο σ' αυτή τρόπο, το προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη φορολογική διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται ότι στις (νέες) αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν: α) χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση (αμιγώς) χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις και β) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις και τούτο, διότι, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της μεταβατικής αυτής διάταξης, θεραπεύεται το άτοπο της διπλής αξιολόγησης των αξιόποινων φορολογικών παραβάσεων, ήτοι τόσο κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όσο και κατά τις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 8 του Ν. 4337/2015. Ως εκ τούτου, τα ποσά που αποτελούν το προϊόν που αποκομίστηκε ή επιδιώχθηκε με τις εν λόγω φορολογικές παραβάσεις αποκλείονται πλέον από την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, δεδομένου ότι η μη καταβολή αυτών τυποποιείται ήδη ποινικά από το άρθρο 66 του ΚΦΔ. Τέτοια αποκλειόμενα χρηματικά ποσά - χρέη, τα οποία εμπίπτουν στα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, είναι, μεταξύ των άλλων, τα προερχόμενα από την αποφυγή πληρωμής φόρου εισοδήματος (που προβλεπόταν από το άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 2523/1997), ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), από την απόκρυψη από τα όργανα της φορολογικής διοίκησης φορολογητέων εισοδημάτων από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακών στοιχείων, ιδίως με την παράλειψη υποβολής δήλωσης ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης ή με την καταχώριση στα λογιστικά αρχεία εικονικών (ολικά ή μερικά) δαπανών ή με την επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη (ΑΠ 267/2021).

Περαιτέρω, με τη χρησιμοποίηση από το νομοθέτη στο άρθρο 469 του ΠΚ του ευρύτερου όρου "αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας", σε αντιδιαστολή με τον στενότερο όρο "εγκλήματα φοροδιαφυγής" που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, σαφώς συνάγεται ότι η βούληση του νομοθέτη είναι να συμπεριλαμβάνεται στο άρθρο 469 του ΠΚ κάθε χρέος ανεξάρτητα από ύψος ποσού, δηλαδή είτε συνιστά φορολογική παράβαση είτε συνιστά έγκλημα - ποινική παράβαση.

Συνεπώς, και τα χρέη από τις πράξεις που εμπίπτουν στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και που λόγω μη πλήρωσης του όρου του αξιοποίνου ως προς ύψος του ποσού, δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα, αλλά συνιστούν φορολογική παράβαση, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου στο άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, εκτός αν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (έγκλημα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), οπότε ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης ως άνω απόφασής του, με αριθμό 394/30-1-2020, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: [[Ο κατηγορούμενος, με ΑΦΜ …, στη Θεσσαλονίκη, στις 1-9-2015 καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών το συνολικό δε ποσό από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (17/11/2015) ο οποίος περιλαμβάνεται κατωτέρω, υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ, ειδικότερα ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ. Ο.Ε.", με αντικείμενο την κατασκευή επιστημονικών οργάνων και εμπορία ηλεκτρονικών συστημάτων ελέγχου, που εδρεύει στη …, ... , με ΑΦΜ …, δεν προέβη, ως όφειλε, στην καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο τα οποία έχουν βεβαιωθεί από τη Δ.Ο.Υ Δ' Θεσσαλονίκης όπως αναλυτικά εμφανίζονται στον αναφερόμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών που περιλαμβάνει τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος φόρου, την ανάλυση του ποσού, τον τρόπο πληρωμής τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης και το οποίο συνολικά συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, ανέρχεται στο ποσό των 214.577,29 ευρώ.

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι το χρέος των 214.041,23 ευρώ εμπίπτει στο άρθρο 469 ΠΚ πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθώς ο κύριος φόρος εισοδήματος 2000 ανέρχεται στο ποσό των 52.021,07 ευρώ, ήτοι είναι κάτω του ορίου των 100.000,00 ευρώ, που ορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 4 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015. Επομένως, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος.

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα εξής: Με τη με αριθμ. 180/35613/2015 αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε ποινική δίωξη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, για τον αναφερόμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών, με την ιδιότητα του κατηγορουμένου ως ομόρρυθμου εταίρου της αυτής παραπάνω ο.ε., χρέη που περιλαμβάνονται στον με αριθμό …/2015 πίνακα χρεών. Πλην όμως η εγγραφή με στοιχείο 8 συνολικού ποσού 497.728,16 ευρώ εμπίπτει στο άρθρο 469 του ν. 4629/2019, όπως αποδεικνύεται και από το με αριθμ. πρωτ. …/…-1-2020 έγγραφο της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, και, συνεπώς, δεν προσμετράται για τον υπολογισμό του ορίου της ποινικής ευθύνης του άρθρου 25 παρ. 1 α και β του ν. 1882/1990, όπως ισχύει.

Συνεπώς, το υπόλοιπο προσμετρώμενο ποσό του ανωτέρω με αριθμ. ../2015 πίνακα ανέρχεται σε 3.284,68 ευρώ, και, συνεπώς, η πράξη κατέστη ανέγκλητη, και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί αθώος αυτής".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα α) αθώο για χρέη συνολικού ποσού 501.012,84 ευρώ, διάταξη ως προς την οποία η απόφαση κατέστη αμετάκλητη και β) ένοχο για χρέη συνολικού ποσού 214.577,29 ευρώ, με την ελαφρυντική περίσταση ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ), της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό, ως προς την προσβαλλόμενη καταδικαστική του κρίση:

"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι (πιν. 5) Στη Θεσσαλονίκη τη 1-9-2015 καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών το συνολικό δε ποσό από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (17/11/2015) ο οποίος περιλαμβάνεται κατωτέρω, υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ. Ο.Ε." δεν προέβη, ως όφειλε, στην καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο τα οποία έχουν βεβαιωθεί από τη Δ.Ο.Υ Δ' Θεσσαλονίκης όπως αναλυτικά εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που περιλαμβάνει τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος φόρου, την ανάλυση του ποσού, τον τρόπο πληρωμής τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης και το οποίο συνολικά συμπεριλαμβανομένων των νομίμων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, ανέρχεται στο ποσό των 214.577,29 ευρώ. Ακολουθεί πίνακας χρεών της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, με Α/Α και έτος …/2015, στο όνομα του αναιρεσείοντος με ΑΦΜ …, με είδος φόρου: 1. ΕΕΤΗΔΕ - ΕΕΤΑ και 2. ΕΙΣΟΔΗΜΑ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ, με ημεροχρονολογίες βεβαίωσης 27-3-2015 και 27-2-2015, αντίστοιχα, με απαιτητά σύνολα 536,06 και 214.041,43 ευρώ, αντίστοιχα, και με γενικό απαιτητό σύνολο 214.577,29 ευρώ."

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 469 του ΠΚ, κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη του παρόντος Δικαστηρίου. Ειδικότερα τα χρέη με αριθμούς 1 και 2, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ποσού 536,06 ευρώ που αφορά Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ) και 214.041,43 ευρώ που αφορά εισόδημα, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ανεξάρτητα από τα ποσά τους και κατά το άρθρο 469 του ΠΚ δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζοντα για τον προσδιορισμό της ευθύνης του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και η πράξη της μη καταβολής των χρεών αυτών προς το Δημόσιο έχει καταστεί ανέγκλητη. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης του άρθρου 469 του ΠΚ, είναι βάσιμος.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της Αρεοπαγίτη Ελένης Φραγκάκη το άρθρο 469 ΠΚ, ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990, εφαρμόζεται μόνον όταν τα περιλαμβανόμενα στον πίνακα χρέη αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα τυποποιούμενο στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, τούτο δε προϋποθέτει να υπερβαίνουν το οριζόμενο στο παραπάνω άρθρο ύψος να διαχειριστικό έτος για την θεμελίωση του αξιοποίνου. Η εφαρμογή αυτή είναι σύμφωνη τόσο με το γράμμα της διάταξης του άρθρου 469 ΠΚ, η οποία αναφέρεται σε μη υπολογισμό των χρεών "από αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66", κυρίως όμως είναι σύμφωνη με τον σκοπό της παραπάνω διάταξης, όπως αυτός με σαφήνεια διατυπώνεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν. 4619/2019. Σκοπός της διάταξης είναι η αποφυγή της διπλής αξιολόγησης αξιοποίνων φορολογικών παραβάσεων για το ίδιο χρέος και συγκεκριμένα των φορολογικών ποινικών αδικημάτων του άρθρου 66 του ΚΦΔ και εκείνου της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο, κατά το άρθρο 25 § 1 Ν. 1882/90. Η διάταξη αυτή τέθηκε προκειμένου να αποφευχθεί η, έως τη θέσπισή της, ισχύουσα διπλή ποινική τιμωρία του φορολογικού ποινικού αδικήματος (π.χ. οφειλή ΦΠΑ, ή φόρου εισοδήματος) και της μη καταβολής του ιδίου βεβαιωμένου χρέους έναντι του Δημοσίου. Ευλόγως επομένως ο νομοθέτης, με τη διάταξη αυτή, περιορίζει την ποινική αξιολόγηση μία μόνο φορά για ποινικά αδικήματα, που ουσιαστικά συγκροτούνται από τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Η αντίθετη εκδοχή, ότι δηλαδή δεν υπολογίζονται χρέη από τα τυποποιούμενα στο άρθρο 66 ΚΦΔ αδικήματα, ανεξαρτήτως ποσού, ακόμη και όταν αυτά υπολείπονται του ποσού που θεμελιώνει το υπαγόμενο στη διάταξη αυτή αξιόποινο, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, υπερβαίνει τη βούληση του νομοθέτη. Ουδεμία αμφιβολία περί του σκοπού της διάταξης αυτής καταλείπεται καθώς σ' αυτή αποτυπώνεται σαφώς η βούληση του Νομοθέτη περί αποφυγής διπλής τιμωρίας για το ίδιο αδίκημα, όχι όμως και πλήρης αποκλεισμός αυτής. Η διατύπωση δε στο άρθρο 469 ΠΚ της φράσεως "τυποποιούμενα στο άρθρο 66 του ΚΦΔ" δεν αποτυπώνει θέληση του νομοθέτη για πλήρη αποκλεισμό της τιμωρίας των οφειλετών του Δημοσίου για τα προερχόμενα από τις ως άνω αιτίες χρέη όταν αυτά δεν πληρούν τα κριτήρια υπαγωγής στο άρθρο 66 του ΚΦΔ. Ειδικότερα η αληθής και συνεπής προς τη συνταγματική δικαιοταξία (άρθρο 4 §§ 1 και 2 του Συντάγματος) βούληση του νομοθέτη, κατά τα ως άνω, μη υπαγόμενα (λόγω ποσού ανά διαχειριστικό έτος), στη διάταξη του άρθρου 66 του ΚΦΔ χρέη, να συνυπολογίζονται ή να συναθροίζονται με άλλες προερχόμενες από διάφορη αιτία λοιπές οφειλές προς το Δημόσιο προς σχηματισμό του διαγραφομένου για την στοιχειοθεσία της αντικειμενικής υπόστασης του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 ποσοτικού ορίου.

Στην υπό κρίση περίπτωση τα παραπάνω χρέη που αφορούν τους αναιρετικούς λόγους, ποσού 536,06 ευρώ που αφορά Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ) και 214.041,43 ευρώ που αφορά εισόδημα, υπολείπονται του τιθέμενου από το άρθρο 66 ποσού των 100.000€ [ανά διαχειριστικό έτος], δεδομένου ότι το δεύτερο χρέος προέρχεται από κύριο φόρο εισοδήματος του έτους 2000 ποσού 52.021,07 ευρώ μετά των προσαυξήσεων και η μη πληρωμή τους στοιχειοθετεί την αντικειμενική υπόσταση του άρθρου 25 Ν. 1882/90.

Επομένως, κατά την άποψη του μειοψηφούντος μέλους, ο εξεταζόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1Ε ΚΠοινΔ αναιρετικός λόγος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής νόμου θα έπρεπε να ελεγχθεί ως αβάσιμος.

Μετά από όλα τα παραπάνω και, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των υπόλοιπων λόγων του αναιρετηρίου, πρέπει, κατά παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη διάταξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος και να κηρυχθεί ο αναιρεσείων αθώος για την πιο πάνω εφάπαξ διαπραττόμενη πράξη της μη καταβολής προς το Δημόσιο του ενοποιημένου χρέους, για το οποίο καταδικάστηκε, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά πλειοψηφία, εν μέρει την απόφαση 394/30-1-2020 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, ως προς την διάταξη της περί ενοχής του αναιρεσείοντος.

Κηρύσσει τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Μ. Ν. του Π. , κάτοικο ... , αθώο για το ότι: "Στη Θεσσαλονίκη την 1-9-2015 καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών το συνολικό δε ποσό από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (17/11/2015) ο οποίος περιλαμβάνεται κατωτέρω, υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Μ. Ο.Ε." δεν προέβη, ως όφειλε, στην καταβολή ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο τα οποία έχουν βεβαιωθεί από τη Δ.Ο.Υ Δ' Θεσσαλονίκης όπως αναλυτικά εμφανίζονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που περιλαμβάνει τον αριθμό, την ημερομηνία βεβαίωσης, το οικονομικό έτος, το είδος φόρου, την ανάλυση του ποσού, τον τρόπο πληρωμής τον αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και τις ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης και το οποίο συνολικά συμπεριλαμβανομένων των νόμιμων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων, ανέρχεται στο ποσό των 214.577,29 ευρώ. Ακολουθεί πίνακας χρεών της Δ'ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, με Α/Α και έτος 180/2015, στο όνομα του αναιρεσείοντος με ΑΦΜ …, με είδος φόρου: 1. ΕΕΤΗΔΕ - ΕΕΤΑ και 2. ΕΙΣΟΔΗΜΑ - ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ, με ημεροχρονολογίες βεβαίωσης 27-3-2015 και 27-2-2015, αντίστοιχα, με απαιτητά σύνολα 536,06 και 214.041,43 ευρώ, αντίστοιχα, και με γενικό απαιτητό σύνολο 214.577,29 ευρώ.".

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ      Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login