ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Δεν πρόκειται για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες, προσβάλλουσες διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουσες χρονικά και συνεχόμενες μεταξύ τους λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούσες σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, ομοειδείς πράξεις, αλλά για μία και μόνη, τελούμενη με τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο κατά τον οποίο το χρέος έπρεπε να καταβληθεί, αξιόποινη πράξη, στην οποία τυποποιείται η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των περιεχομένων στον πίνακα βεβαιωμένων χρεών, πρόκειται, δηλαδή, για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα.
Απόφαση 87 / 2023 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 87/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα, Ελένη Μπερτσιά και Χρήστο Νάστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 11 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Λ. του Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 629-629Α/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19-1-2022 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 79/2022.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 19-1-2022 και με αριθμ. πρωτ. 1 αίτηση του Α. Λ. του Σ. και της Θ., κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό 629-629α/2021 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη του άρθρου 25 παρ. 1 δ του Νόμου 1882/1990, σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου, περιέχει δε σαφή και ορισμένο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τόσο ως προς το πρώτο σκέλος που αφορά την ενοχή του για την πράξη της παράβασης του άρθρου 25 του Ν.1882/1990, όσο και ως προς το δεύτερο σκέλος, που αφορά τη διάρκεια του χρόνου αναστολής της ποινής) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί.
ΙΙ. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από την μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του ποσού του χρέους. Ακολούθως, το άνω άρθρο (25 Ν. 1882/1990) αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, με το οποίο, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου, αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής. Εν συνεχεία η παρ. 1 του άρθρου 25 συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110/17.5.2002) και ακολούθως το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρ. 34 του Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α' 15/28.1.2004). Μετά την τελευταία αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία, κατά τον, ως κατωτέρω, χρόνο καταβολής των επίδικων χρεών, 1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο είσπραξής τους, ορισθέντος, ότι χρόνος είσπραξης είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίσθησαν βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξήθηκαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή, για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι: "1. Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.". Επακολούθησε ο ν. 3943/2011, με το άρθρο 3 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίσθηκε ότι: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". Ακολούθως εκδόθηκε ο Ν. 4321/21-3-2015 "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας", με το άρθρο 20 του οποίου η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής. "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.". Τέλος, με το άρθρο 8 του Ν. 4337/17-10-2015 προστέθηκε νέο Κεφάλαιο δωδέκατο στο Ν. 4174/2013, με το άρθρο 71 παρ. 2 του οποίου ορίσθηκε, ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α' και β', αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα.". Μετά την υποβολή στον εισαγγελέα της σχετικής αίτησης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κ.λπ., που συνοδεύεται από τον πίνακα βεβαιωμένων χρεών, ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία ενιαία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε έννομη σημασία το ύψος και η αιτία προέλευσης καθενός από τα μερικότερα χρέη. Δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες, προσβάλλουσες διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουσες χρονικά και συνεχόμενες μεταξύ τους λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούσες σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, ομοειδείς πράξεις, αλλά για μία και μόνη, τελούμενη με τη συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο που το χρέος έπρεπε να καταβληθεί, αξιόποινη πράξη, στην οποία τυποποιείται η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των περιεχόμενων στον πίνακα βεβαιωμένων χρεών. Πρόκειται δηλαδή για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου, που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση, χωρίς να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τέλεσης, που χαρακτηρίζουν το αθροιστικό έγκλημα. Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) Ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών. Ο χρόνος αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπόλοιπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος. Και 2) Ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος). Έτσι, κρίσιμα στοιχεία θεμελίωσης του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α) Η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του, δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε) η μη πληρωμή του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από τον χρόνο που αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης. Εξάλλου, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και τον υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κλπ.). Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη. Ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος(ΑΠ 2/2022, 120/2021).
ΙΙΙ. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 187 του Κ.Ποιν.Δ.(ΑΠ 863/2022).
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, με αριθμό 629-629 α / 2021, απόφασής του, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, όπως αναφέρονται επακριβώς, περιστατικά: <<Ο εκκαλών -κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη και ειδικότερα στο ... στις 31-1-2014 (ήτοι 30-9-2013 + 4 μήνες), αφού χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής με την ιδιότητα του συνυπόχρεου καθυστέρησε την καταβολή προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία ατομικών χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής αυτών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων και των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών( ήτοι την 6-5-2014), υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου σε βάρος του και με την ιδιότητα του συνυποχρέου και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα ατομικά χρέη υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού 282.056,03 ευρώ που εισπράττονται από την ανωτέρω Δ.Ο.Υ.καθ'όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, καθυστέρησε την καταβολή πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής των κατωτέρω με αύξοντα αριθμό από 1 έως 3, όπως αυτά (χρέη) κατά το οφειλόμενο κεφάλαιο και προσαυξήσεις (συνεισπραττόμενα), κατά είδος φόρου, τρόπο πληρωμής και ημερομηνία λήξης, καθώς και κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του προισταμένου της Δ.Ο.Υ. Αργοστολίου, αναφέρονται στον από 6-5-2014 πίνακα χρεών της ανωτέρω Δ.Ο.Υ., ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος( ακολουθεί ο πίνακας σελ.16 της προσβαλλόμενης απόφασης). Περαιτέρω, ο προβαλλόμενος δια του συνηγόρου υπεράσπισης αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος-κατηγορουμένου ότι οι υπό στοιχεία 2 και 3 πράξεις του πίνακα χρεών, ο οποίος επισυνάφθηκε στην αίτηση ποινικής δίωξης, με χρόνους ταμειακής βεβαίωσης 14-8-2013 και 11-7- 2012 και ποσών [35.145,67+7.380,59] 42.526,26 και [23.364,37+4.906,52] 28.270,89 ευρώ αντίστοιχος, έχουν υποκύψει στην οκταετή παραγραφή που προβλέπεται από τα άρθρα 111,112 και 113 του Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες, προσβάλλουσες διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουσες χρονικά και συνεχόμενες μεταξύ τους λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούσες σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, ομοειδείς πράξεις, αλλά για μία και μόνη, τελούμενη με τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο κατά τον οποίο το χρέος έπρεπε να καταβληθεί, αξιόποινη πράξη, στην οποία τυποποιείται η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των περιεχομένων στον πίνακα βεβαιωμένων χρεών, πρόκειται, δηλαδή, για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, και ως τέτοιο η άνω πράξη του εκκαλούντος-κατηγορουμένου, της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, δεν είχε παραγραφεί. Ο μεν χρόνος τέλεσης του ανωτέρω εγκλήματος συνάγεται από το χρόνο της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ο δε χρόνος καταβολής του χρέους προκύπτει από τον από 6-5-2014 πίνακα χρεών της Α'ΔΟΥ Πατρών, και προσδιορίζεται χρονικά, ως ανωτέρω ελέχθη στις 31-1-2014 (ήτοι 30-9-2013 + 4 μήνες) και συνεπώς δεν έχει υποκύψει στην οκταετή παραγραφή που προβλέπεται από τα άρθρα 111,112 και 113 του Π.Κ. ως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών-κατηγορούμενος. Σημειωτέον ότι με την αθώωση του εκκαλούντος- κατηγορουμένου για το αδίκημα της υπεξαίρεσης από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών με την υπ' αριθ. 50/2020 απόφαση για μέρος του ποσού, που αντιστοίχως έχει καταχωρηθεί στον πίνακα χρεών και συγκεκριμένα του ποσού των "I 72.123,24 ευρώ, δεν αλλάζει η ποινική αντιμετώπιση του εκκαλούντος-κατηγορουμένου από την περ. δ στην περ. γ' του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, ως αβασίμως διατείνεται ο εκκαλών-κατηγορούμενος και τούτο διότι στο συνολικό ποσό των 282.056,03 ευρώ, οι προσαυξήσεις ανέρχονται στα 27.936,22 ευρώ (254.120,11 + 27.936,22 = 282.056,03) και συνεπώς, στο μερικότερο ποσό των 72.123,24 ευρώ, αντιστοιχούν προσαυξήσεις ύψους 7.143,44 ευρώ, ποσό το οποίο όμως προστιθέμενό στο κεφάλαιο των 72.123,24 ευρώ (για το οποίο και αθωώθηκε ο κατηγορούμενος ως προς το αδίκημα της υπεξαίρεσης) δεν μεταβάλλει την ποινική του ευθύνη στην παρούσα δίκη( από την περ. δ στην περ. γ' του άρθρου 25 του ν. 1882/1990) απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του. Επομένως, πρέπει ο εκκαλών - κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος με το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν σε αυτόν με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 7/10-2- 2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 § 2δ' Π.Κ.), δεκτού γενομένου ως κατ' ουσίαν βάσιμου του σχετικώς προβαλλομένου δια του συνηγόρου υπεράσπισής του αυτοτελούς ισχυρισμού του για αναγνώριση στο πρόσωπό του και της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης, επί μακρύ χρόνο καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 § 2 ε' ΠΚ), δεδομένου ότι..................:, έναντι του επίδικου χρέους, έχει καταβάλει στο Δημόσιο το ποσό των 15.168,05 ευρώ, όπως προκύπτει από την από 16-11-2021 έγγραφη ενημέρωση της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ήτοι της Α' Δ.Ο.Υ. Πατρών, που περιέχεται στην δικογραφία και περαιτέρω, πραγματικά, μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξης του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιοσδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά (ΑΠ 2253/2004 ΠοινΔνη 2005.506 -ΑΠ 1080/2002 Ποιν Λογ 2002.1148)>>. Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της παράβασης του άρθρου 25 παρ.1 εδ. Δ' του Ν.1882/1990 και αφού δέχτηκε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 δ' και ε' του Π.Κ. (η πρώτη του είχε αναγνωριστεί και πρωτοδίκως) και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών με τριετή αναστολή με το ακόλουθο διατακτικό: <<ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο ένοχο με το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν σε αυτόν με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 7/10-2-2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κεφαλληνίας ελαφρυντικό της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ.2δ' Π.Κ.) καθώς και με το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης, επί μακρό χρόνο καλής συμπεριφοράς (άρθρο 84 § 2 ε' ΠΚ) και συγκεκριμένα του ότι στο ... την 31-1-2014 και με την ιδιότητα του συνυπόχρεου καθυστέρησε την καταβολή προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και τα τελωνεία ατομικών χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής αυτών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών (ήτοι την 6-5-2014), υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ βεβαιώθηκαν στη Δ.Ο.Υ Αργοστολιού σε βάρος του και με την ιδιότητα του συνυπόχρεου και κατέστησαν ληξιπρόθεσμα ατομικά χρέη υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού 282.056,03 ευρώ, που εισπράττονται από την ανωτέρω Δ.Ο.Υ, καθ' όλο το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, καθυστέρησε την καταβολή πέραν των τεσσάρων μηνών από την λήξη του χρόνου καταβολής των κατωτέρω αναφερόμενων χρεών με αύξοντα αριθμό από 1 έως 3, όπως αυτά (χρέη) κατά οφειλόμενο κεφάλαιο και προσαυξήσεις (συνεισπραττόμενα), κατά είδος φόρου, τρόπο πληρωμής και ημερομηνία λήξης, καθώς και κατά αριθμό και ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Αργοστολιού, αναφέρονται στον συνημμένο πίνακα χρεών της ανωτέρω Δ.Ο.Υ, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος: (ακολουθεί ο πίνακας σελ.21 της προσβαλλόμενης απόφασης). Το δε συνολικό χρέος από την ανωτέρω αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους - τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του προαναφερομένου πίνακα χρεών (ήτοι την 6-5-2014) ανερχόμενο το ποσό των 282.056,03 ευρώ, υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.>>. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς την περί ενοχής κρίση του, την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 εδ. Δ, 2 και 6 Ν. 1882/1990, όπως ισχύει. Ειδικότερα διαλαμβάνονται: α) Η βεβαίωση του χρέους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., β) η μη καταβολή από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ως συνυπόχρεο καταβολής, του βεβαιωθέντος υπέρ του Δημοσίου στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρέους, γ) η 31 -1-2014 ως ημερομηνία παρέλευσης τετραμήνου από τη λήξη του χρόνου καταβολής αυτών, και δ) το καθ' υπέρβαση του ποσού των 200.000 ευρώ χρέος του αναιρεσείοντος προς τη Δ.Ο.Υ., συνολικού ύψους 202.789,35 ευρώ. Επισημαίνεται ότι ουδεμία επιρροή ασκεί η από προφανή παραδρομή παράλειψη αναφοράς στην προσβαλλόμενη του ανερχόμενου προς το Δημόσιο χρέους του εκκαλούντος αναιρεσείοντος στο ποσό των 202.789,35 ευρώ έναντι του αρχικώς αποδοθέντος σ'αυτόν ποσού 282.056,03 ευρώ, εφόσον δεν μεταβάλλεται εκ του λόγου αυτού η ποινική του ευθύνη. Επιπλέον στο επιμετρητικό στάδιο, όπως από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει, το Δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη του το ως άνω ποσό των 202.789,35 ευρώ επιβάλλοντας μικρότερη ποινή φυλάκισης δώδεκα(12) μηνών, σε σχέση με αυτήν που του επέβαλλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο( ποινή φυλάκισης 18 μηνών). Κατ' ακολουθία τούτων ο λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος της ως προς την κρίση περί ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη της παράβασης του άρθρου 25 παρ. 1 εδ.Δ' του Ν.1882/1990 που στηρίζεται στο άρθρο 510 πατ. 1 Δ' Κ.Ποιν.Δ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 εδ.α'και β' του ισχύσαντος έως 30-6-2019 ΠΚ "αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από ένα έτος, με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα και ανώτερο από τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της αποφάσεως στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής". Στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 99 παρ.1 εδ.α' και β' του ν.ΠΚ, που ίσχυσε έως 12-11-2021 όριζε ότι "αν κάποιος καταδικαστεί σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, το δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για διάστημα από ένα έως τρία έτη, εκτός αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Ο χρόνος αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που χορηγεί την αναστολή". Τέλος η παράγραφος 1 του άρθρου 99 του ν. ΠΚ τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 9 του Ν. 4855/12-11-2021, η οποία ορίζει τα ακόλουθα: " αν κάποιος που δεν έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για εγκλήματα δόλου σε στερητική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη από τρία (3) έτη με μία μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικά το πιο πάνω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη, το δικαστήριο με την απόφαση του διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από ένα(1) και ανώτερο από τρία (3) έτη. Αν το δικαστήριο κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία της απόφασης στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, εφαρμόζει το άρθρο 104 Α ΠΚ, εκτός αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, οπότε διατάσσει την εκτέλεση μέρους ή ολόκληρης της ποινής. Το δικαστήριο μπορεί με ειδική αιτιολογία να χορηγήσει την αναστολή και εφόσον οι προηγούμενες καταδίκες δεν υπερβαίνουν συνολικά τα πέντε(5) έτη φυλάκισης, εκτός αν συντρέχει η εξαίρεσης της απόλυτης αναγκαιότητα εκτέλεσης της ποινής. Ο χρόνος της αναστολής δεν μπορεί να είναι βραχύτερος από τη διάρκεια της ποινής και αρχίζει από τότε που η απόφαση η οποία τη χορηγεί καθίσταται εκτελεστή.'' Από την αντιπαραβολή των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο νόμος δεν θέτει κριτήρια, με βάση τα οποία πρέπει να καθορίζεται ο χρόνος της αναστολής της ποινής, ο οποίος, πάντως, δεν πρέπει να είναι μικρότερος από τη διάρκεια της ποινής. Το Δικαστήριο, λοιπόν, προσδιορίζει κυριαρχικώς το διάστημα της αναστολής, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει, ως προς την έκταση του διαστήματος αυτού, ειδική αιτιολογία. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αν αποφασίσει άλλως από το υποβληθέν, σχετικά με το διάστημα της αναστολής, από τον κατηγορούμενο αίτημα, η παράλειψη αυτή δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή( ΑΠ 370 /2015). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι ο συνήγορος του κατηγορούμενου - αναιρεσείοντος υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς το αίτημα περί αναστολής της ποινής για χρονικό διάστημα ενός έτους, πλην όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανέστειλε την επιβληθείσα ποινή για τρία χρόνια χωρίς αιτιολογία. Με βάση τα προαναφερθέντα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προσδιόρισε κυριαρχικώς το διάστημα της αναστολής, για χρονικό διάστημα τριών ετών χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει, ως προς την έκταση του διαστήματος αυτού, ειδική αιτιολογία και κατά συνέπεια ο λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος της ως προς τη διάρκεια του χρόνου αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση που στηρίζεται στο άρθρο 510 πατ. 1 Δ'Κ.Ποιν.Δ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος .
Κατ' ακολουθία τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 § 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-1-2022 και με αριθμ. πρωτ. 1 ασκηθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αργοστολίου Κεφαλληνίας αναίρεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Α. Λ. του Σ. και της Θ., κατοίκου ... κατά της με αριθμό 629-629α/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα ποσού διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ