ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως έχει τροποποιηθεί και αντικατασταθεί, που συνιστά ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για την νομοτυπική του συγκρότηση, είναι: 1) η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον, κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετράμηνου από το χρόνο καταβολής του, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της υπόψη πράξης (Α.Π. 292/2022, Α.Π. 176/2021, Α.Π. 414/2020). Ειδικότερα, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή άλλο αρμόδιο όργανο, όπως είναι και ο διευθυντής Τελωνείου στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κ.λ.π). Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη. Ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή εννοία (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος. Το έγκλημα αυτό του άρθρου 25 ν. 1882/1990, δηλαδή, συνίσταται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, τα οποία είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και για τα οποία ασκείται η ποινική δίωξη (Α.Π. 1320/2020, Α.Π. 200/2020).
Απόφαση 318 / 2023 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 318/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Πρεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Εισηγήτρια, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα και Ελένη Μπερτσιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2022, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου 'Ολγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Ξ. του Χ., κατοίκου ... που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαδάκο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 232/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 131/7-1-2022, αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 142/2022.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5-1-2022 δήλωση αναίρεσης, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αρ.πρωτ.131/7-1-2022, του κατηγορουμένου Κ. Ξ. του Χ., κατά της υπ' αριθμ.232/2021 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή περιέχουσα σαφείς και ορισμένους λόγους, ήτοι την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, την έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη στο ακροατήριο και την έλλειψη δημοσιότητας (άρθρα 473 παρ.2, 3, 474 παρ.4 και 510 παρ.1 στοιχ. Α', Γ', Δ', Ε' του Κ.Π.Δ.). Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί, περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ. ''Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορούν να προταθούν μόνο: Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171)... Κατά τις διατάξεις του άρθρου 171 παρ.1 περ. δ' Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη Ελευθεριών της Ε.Ε. Απόλυτη ακυρότητα, επίσης, προκαλείται και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική συμμετοχή του στη διαδικασία στο ακροατήριο και σε πράξεις της προδικασίας που ορίζονται στο νόμο (άρθρο 171 παρ.1 περ. β' Κ.Π.Δ.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 340 παρ. 3 Κ.Π.Δ., σε πλημμελήματα και κακουργήματα επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του κατά τις διατυπώσεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 42 Κ.Π.Δ., η οποία (δήλωση) με ποινή απαραδέκτου, πρέπει να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του κατηγορουμένου. Η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από συνήγορο συμπορεύεται με όσα προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 και 3 περ. γ' της ΕΣΔΑ, η οποία, αφενός μεν κατοχυρώνει την αρχή της ''δίκαιης δίκης'', αφετέρου δε αναγνωρίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να υπερασπίσει ο ίδιος τον εαυτό του ή να αναθέσει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της επιλογής του, ενώ το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο σε κάθε περίπτωση να επιτρέψει την εκπροσώπησή του από συνήγορο (Α.Π. 446/2020). Κατά δε, το άρθρο 344 Κ.Π.Δ., μετά τη λήψη των στοιχείων ταυτότητας του κατηγορουμένου, τη νομιμοποίηση του παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας και των συνηγόρων τους, ο εισαγγελέας απαγγέλει με συνοπτική ακρίβεια την κατηγορία......Στη συνέχεια ο διευθύνων τη συζήτηση εκφωνεί τον κατάλογο των μαρτύρων και των πραγματογνωμόνων που κλητεύθηκαν. Πέραν των ανωτέρω, για να ιδρυθεί ο άλλος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Γ' Κ.Π.Δ. λόγος αναίρεσης, θα πρέπει αυτό να έγινε ''κατά παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας'', υπό την έννοια ότι δεν ήταν δυνατή η ελεύθερη είσοδος στην αίθουσα συνεδριάσεως του δικαστηρίου και η κατά τρόπο ανεμπόδιστο παρακολούθηση της διαδικασίας στο ακροατήριο στον καθένα που επιθυμούσε αυτό, κατά παράβαση των άρθρων 329 και 330 Κ.Π.Δ. (Α.Π. 1370/2010, Α.Π. 789/2009). Σκοπός της αρχής αυτής, η οποία κατοχυρώνεται και μέσω του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, είναι να διασφαλιστεί ο δημόσιος έλεγχος του δικαστικού συστήματος, με απώτερο στόχο την εξασφάλιση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της υπό κρίση δήλωσης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από απόλυτη ακυρότητα, η οποία συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, καθόσον δεν εκφωνήθηκε ο κατάλογος των μαρτύρων με τα ονόματα και τα ειδικότερα στοιχεία αυτών, έτσι ώστε να μην διαπιστωθεί δημόσια στο ακροατήριο, εάν αυτοί παρίσταντο ή όχι και εάν είχαν κλητευθεί και επιπλέον, το Δικαστήριο δεν έλαβε απόφαση επιτρέπουσα την εκπροσώπηση από το συνήγορό του, με αποτέλεσμα, από την αναγκαιότητα της εξετάσεως των μαρτύρων και την έλλειψη δημοσιότητας της ανωτέρω απόφασης, να προσβληθούν τα νόμιμα υπερασπιστικά δικαιώματά του. Από την παραδεκτή για την έρευνα των ως άνω αναιρετικών λόγων, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι μετά την εκφώνηση του ονόματος του εκκαλούντος και κατηγορουμένου που δεν εμφανίστηκε, ''εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γεώργιος Παπαδάκος (Δ.Σ. Αθηνών), ο οποίος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι εκπροσωπεί τον απόντα κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 340 παρ.3 ΚΠΔ, προσκόμισε δε και παρέδωσε στο Δικαστήριο την από 15-10-2021 εξουσιοδότηση του κατηγορουμένου, η οποία αναγνώστηκε, στην οποία αναγράφεται η ακριβής διεύθυνση κατοικίας του κατηγορουμένου και βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του από το Δικηγόρο Τηλέμαχο Λέσση. Κατόπιν ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξε την έκθεση της έφεσης και παρέδωσε στην Πρόεδρο κατάλογο των μαρτύρων που κάλεσε για να υποστηρίξουν την κατηγορία και του οποίου αντίγραφο έχει επιδοθεί στον κατηγορούμενο, κατά το άρθρο 326 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επίδοσης του αρμοδίου οργάνου, με χρονολογία 5-6-2021, το οποίο επισυνάπτεται στη δικογραφία. Ακολούθως, η Πρόεδρος ρώτησε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου αν κλήτευσε μάρτυρες υπεράσπισης και απάντησε αποφατικά.........'' . Ο ως άνω συνήγορος του κατηγορουμένου, στη συνέχεια, συμμετείχε στη διαδικασία, εκπροσωπώντας τον ήδη αναιρεσείοντα, καθ' όλη τη διάρκεια της προκείμενης δίκης. Εκ των ανωτέρω καταγεγραμμένων περιστατικών στα πρακτικά της δίκης προκύπτει, ότι επετράπη η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου ήδη αναιρεσείοντα από τον αναφερόμενο δικηγόρο του και οι μάρτυρες, οι οποίοι είχαν γνωστοποιηθεί στον κατηγορούμενο, όπως προβλέπεται στον νόμο, δεν εμφανίστηκαν, συνεπώς, αυτός δεν στερήθηκε κάποιου δικαιώματός του, ούτε αυτός επικαλείται, εκ του λόγου αυτού, κάποια συγκεκριμένη βλάβη στα υπερασπιστικά δικαιώματά του. Άλλωστε, η κατά τον ανωτέρω τρόπο γενόμενη δεκτή δια πληρεξουσίου δικηγόρου εκπροσώπηση του αναιρεσείοντα, χωρίς δηλαδή την έκδοση σχετικής παρεμπίπτουσας απόφασης του Δικαστηρίου, αφού δεν τίθεται επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν επιδρά στην εγκυρότητα της διαδικασίας, δεδομένου ότι, είχε επέλθει η εξέταση από το Δικαστήριο του σχετικού εγγράφου της εξουσιοδότησης, αν πληροί τους όρους του νόμου, επομένως, ούτε ο Εισαγγελέας ζήτησε το λόγο από την Προεδρεύουσα Εφέτη για να προτείνει κάτι αντίθετο στην αποδοχή της εκπροσώπησης αυτής. Εξάλλου, ούτε ακυρότητα της διαδικασίας επήλθε από τη μη ανάγνωση των ονομάτων από το σχετικό κατάλογο των μαρτύρων, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν και το γεγονός αυτό δεν προκάλεσε στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου κάποια αντίδραση ή υποβολή κάποιου αιτήματος επί αυτού, συνεπώς, ουδεμία βλάβη επήλθε στα δικαιώματα του κατηγορουμένου. Κατόπιν αυτών, οι ως άνω λόγοι της δήλωσης αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ.) από τις προεκτεθείσες αιτίες, καθώς, και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, δεν θεμελιώνεται παραβίαση της διάταξης με στοιχ. Γ' της παρ.1 του άρθρου 510 Κ.Π.Δ. περί ελλείψεως δημοσιότητας, είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 παρ. 1 του ν. 2523/1997, στη συνέχεια από το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, του οποίου η ισχύς άρχισε από την 1-1-2004, και στη συνέχεια από το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/31-3-2011, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 31-3-2011: "1.Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ....". Με το άρθρο 20 του ν. 4321/2015 ''Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας'' επήλθε νέα αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 25 ν.1882/1990 για την τιμωρία της μη καταβολής των βεβαιωμένων στη Φορολογική Διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών . Με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 προστέθηκε νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο στο ν. 4174/2013, με τη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 2 του οποίου τα άνω ποσά αναπροσαρμόστηκαν έτσι ώστε για το ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους (άρθρο 25 παρ. 1 ν.1882/1990) να τιμωρείται α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους εκείνος, του οποίου το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και β) τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων(200.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 25 ν. 1882/1990, όπως έχει τροποποιηθεί και αντικατασταθεί, που συνιστά ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για την νομοτυπική του συγκρότηση, είναι: 1) η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνο βεβαίωσης των χρεών ο νόμος εννοεί εκείνον, κατά τον οποίο γίνεται η βεβαίωση από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί, και 5) η μη πληρωμή του ενοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετράμηνου από το χρόνο καταβολής του, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της υπόψη πράξης (Α.Π. 292/2022, Α.Π. 176/2021, Α.Π. 414/2020). Ειδικότερα, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ή άλλο αρμόδιο όργανο, όπως είναι και ο διευθυντής Τελωνείου στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κ.λ.π). Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη. Ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή εννοία (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος. Το έγκλημα αυτό του άρθρου 25 ν. 1882/1990, δηλαδή, συνίσταται στην παραβίαση της προθεσμίας καταβολής των χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους, τα οποία είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και για τα οποία ασκείται η ποινική δίωξη (Α.Π. 1320/2020, Α.Π. 200/2020). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ., όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, αυτά ερευνώνται με επιμέλεια από το δικαστήριο, προκειμένου να εξακριβωθεί η αλήθεια. Η πληρότητα της αιτιολογίας κατά την παραπάνω έννοια που απαιτείται, εξασφαλίζεται όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης ή αναφέρεται σε ισχυρισμούς της υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι καταρχάς αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Το έγκλημα της παράβασης του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει, προϋποθέτει δόλο με την έννοια της πρόθεσης, αφού δεν καθορίζεται από το άρθρο αυτό άλλη μορφή υπαιτιότητας. Ο δόλος αυτός ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης και εκδηλώνεται με την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της σχετικής αξιόποινης πράξης, ώστε να μην απαιτείται, γι' αυτόν τον λόγο, ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κύρια αιτιολογία για την ενοχή του δράστη, στην οποία εμπεριέχεται και εκείνη που αφορά τον δόλο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε προκύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, κατ' άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε την πράξη της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Ελληνικό Δημόσιο και στη συνέχεια κήρυξε ένοχο αυτόν ως κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 περ.1 β' ν. 1882/1990, όπως αντικ. με το άρθρο 20 ν. 4321/2015, τροποποιήθηκε με το άρθρο 71 παρ. 2 ν. 4174/2013 και προστέθηκε με το άρθρο 8 ν. 4337/2015, ενσωματώνοντας στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τον οικείο πίνακα χρεών του Τελωνείου Ναυπλίου, στον οποίο αριθμείται το χρέος του αναιρεσείοντα προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 560.170,82 ευρώ με τον χαρακτηρισμό "ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΤΕΛΗ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ" και τα στοιχεία της βεβαίωσης 01/05/11-05-2007 (ημερομηνία επίδοσης 01-06-2007) "ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΕΛΩΝ.ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ", καθώς και την προθεσμία εφ' άπαξ καταβολής 01/12/2014. Στη συνέχεια, του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β' Π.Κ., όπως είχε συμβεί πρωτοδίκως. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: <<Ο κατηγορούμενος στο …, την 2.4.2015, ηθελημένα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από το ληξιπρόθεσμο του χρέους, το συνολικό ποσό των πεντακοσίων εξήντα χιλιάδων εβδομήντα ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (560.170,82 ευρώ), που βεβαιώθηκε, και ήταν πληρωτέο στο Τελωνείο Ναυπλίου. Ο κατηγορούμενος, δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, ισχυρίζεται ότι το επίδικο χρέος προέρχεται από επιβληθέν πρόστιμο και τέλη λόγω λαθρεμπορίας, για την οποία πράξη της λαθρεμπορίας καταδικάστηκε, σε πρώτο βαθμό, με την υπ' αριθμ. 1878/2004 απόφαση Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών, άσκησε έφεση (αριθμ.έκθ.136/2004), πλην όμως λόγω της επιβληθείσας ποινής, που ήταν κατώτερη των έξι μηνών, παραγράφηκε υφ' όρον η επιβληθείσα σε βάρος του ποινή για το αδίκημα αυτό. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος ότι, εφόσον δεν υπάρχει σε βάρος του καταδικαστική απόφαση για την πράξη της λαθρεμπορίας, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η πράξη για την οποία σήμερα κατηγορείται. Όμως, ανεξάρτητα του ότι δεν υφίσταται ως προς τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο αμετάκλητη αθωωτική απόφαση για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας (δεν συνιστά αθώωση η εφαρμογή του άρθρου 32 του Ν. 3346/2005), ο ισχυρισμός του αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την αντιπαραβολή των διατάξεων των άρθρων 155 του ν.2960/2001 και 25 παρ.1 του ν.1882/1990, όπως ισχύουν, προκύπτει ότι, τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση, τα θεσπιζόμενα μ' αυτές εγκλήματα αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών και δεν υπάρχει ταυτότητα διαφοράς, αλλά τα δύο αδικήματα τελούν σε αληθή συρροή και διώκονται μα βάση διαφορετικούς νόμους, που αποσκοπούν στην προστασία διαφορετικών εκφάνσεων του δημόσιου συμφέροντος. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, δια του συνηγόρου υπερασπίσεώς του, περί παραγραφής του επίδικου χρέους, διότι αυτό βεβαιώθηκε το έτος 2007 και κατέστη ληξιπρόθεσμο το έτος 2014, δεν ασκεί επιρροή στην προκείμενη ποινική δίκη, όσο το ζήτημα αυτό δεν έχει κριθεί αμετάκλητα από τα διοικητικά δικαστήρια και δεν έχει οδηγήσει στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας στη διαγραφή ή ακύρωση του ταμειακά βεβαιωμένου χρέους, για τους ακόλουθα εκτιθέμενους λόγους : Το έγκλημα του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990 είναι έγκλημα παραλείψεως, υπό την έννοια ότι η αξιόποινη ενέργεια συνίσταται σε παράλειψη και, μάλιστα, έγκλημα γνησίας παράλειψης, δεδομένου ότι η εγκληματική συμπεριφορά περιγράφεται στο νόμο ως παράλειψη. Για την αντικειμενική στοιχειοθέτησή του απαιτείται, μεταξύ άλλων, πρώτον, η ταμειακή βεβαίωση του χρέους σε Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο, με βάση τη διαδικασία που προβλέπεται κάθε φορά από τις συναφείς διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας δημοσιονομικής νομοθεσίας, δεύτερον, το ληξιπρόθεσμο του χρέους, δηλαδή το απαιτητό αυτού, το οποίο δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο της βεβαίωσής του, αλλά μπορεί να έπεται αυτής και τρίτον, η μη πληρωμή του μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Για την πραγμάτωση, δηλαδή, του αδικήματος αρκεί η ύπαρξη μιας τυπικής πράξης ταμειακής βεβαίωσης ανεξαρτήτως των ελαττωμάτων που μπορεί να έχουν εμφιλοχωρήσει κατά την έκδοσή της και τα οποία μπορεί να αφορούν είτε το νόμιμο τίτλο, δυνάμει του οποίου συντάχθηκε ο χρηματικός κατάλογος και στη συνέχεια έγινε η ταμειακή βεβαίωση, είτε στη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ταμειακή βεβαίωση. Επειδή δε σε πολλές περιπτώσεις φορολογικών απαιτήσεων ο νόμος επιτρέπει την ταμειακή βεβαίωσή τους με μόνη την έκδοση της καταλογιστικής πράξης από το αρμόδιο διοικητικό όργανο, χωρίς αναμονή των αποτελεσμάτων της διαδικασίας της δικαστικής αμφισβητήσεώς της, οι χρηματικές απαιτήσεις του Δημοσίου και των τρίτων, εγγραφής, πλην ιδιωτών, που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρ. 25 του Ν. 1882/1990, δεν είναι αναγκαίο να έχουν ήδη κριθεί από δικαστική αρχή διοικητικού δικαστηρίου, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, με αποτέλεσμα για την ποινική τους δίωξη να μην είναι απαραίτητη ούτε η προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, δια της παρελεύσεως άπρακτης της νόμιμης προθεσμίας άμυνας του οφειλέτη κατ' αυτής, αλλά ούτε, σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής από τον υπόχρεο, η τελεσίδικη επ' αυτής απόφαση του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου. Άλλωστε, θα ήταν εντελώς άτοπο σε κάθε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής εναντίον καταλογιστικής του χρέους πράξεως να οδηγείται το δικαστήριο σε αθώωση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός, για το οποίο θεσπίσθηκε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990. Ειδικότερα, η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο δεν ασκεί επιρροή, για το λόγο ότι ο οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή, υποχρεούται να ασκήσει τα προβλεπόμενα προς άμυνα κατά της οφειλής του νόμιμα μέσα, για να εξαλειφθεί το χρέος του. Συγκεκριμένα, αν η οφειλή του αντιστοιχεί σε φορολογική αξίωση που βεβαιώνεται και εισπράττεται από τις Δ.Ο.Υ. οφείλει να ασκήσει την από το άρ.73 του ν.δ.356/1974 <<Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων>> (Κ.Ε.Δ.Ε.) ανακοπή, δια της οποίας επιτρέπεται η προβολή οποιασδήποτε αντίρρησης του οφειλέτη, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου. Αν ο οφειλέτης δεν αμφισβητήσει δικαστικώς την οφειλή του, το χρέος του, έστω και αν στην πραγματικότητα εσφαλμένα βεβαιώθηκε, επειδή λ.χ. δεν γεννήθηκε καν, αφού δεν συνέτρεξαν πράγματι στο πρόσωπο του υποχρέου ως φορολογουμένου οι προϋποθέσεις του οικείου φορολογικού νόμου, θεωρείται, παρά ταύτα, υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις νόμιμες ποινικές κυρώσεις. Οι ίδιες συνέπειες επέρχονται ακόμη και επί χρέους που έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, αφού ο σχετικός ισχυρισμός του οφειλέτη δεν μπορεί να έχει έννομη επιρροή, αν δεν έχει προηγηθεί η προβολή του στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου δεν μπορούν να προβληθούν ως ισχυρισμοί του κατηγορουμένου, είτε αυτοί θεωρηθούν αμυντικοί (αρνητικοί της κατηγορίας) είτε αυτοτελείς, οι λόγοι της ανακοπής του ή της προσφυγής που αφορούν στο υποστατό ή τη νομιμότητα του χρέους, δεδομένου ότι το ποινικό δικαστήριο δεν επιτρέπεται να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο του βεβαιωθέντος χρέους, αφού υπό την αντίθετη εκδοχή η ενώπιον του δίκη θα μετέπιπτε σε διοικητική δίκη. Μάλιστα, εν προκειμένω, ο εκκαλών - κατηγορούμενος προσέφυγε κατά της Καταλογιστικής Πράξης και εκδόθηκε η με αριθμό 547/2014 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή του, ο δε εκκαλών κατηγορούμενος προσέφυγε με αίτησή του στο Σ.τ.Ε., το οποίο με την με αριθμό 836/2018 απόφασή του απέρριψε την προσφυγή του κατά της με αριθμό 547/2014 απόφασης (βλ. την αναγνωσθείσα με αριθμ. πρωτ.1160/7-2-2019 έγγραφη ενημέρωση ΑΑΔΕ). Ως εκ τούτου, το χρέος του κατηγορουμένου προς το Δημόσιο θεωρείται υποστατό και ενεργό>> . Στη συνέχεια, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ήδη αναιρεσείοντα του ότι : ''Στο …, την 02.04.2015, με πρόθεση δεν προέβη στην καταβολή των βεβαιωμένων στο αρμόδιο Τελωνείο χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από το ληξιπρόθεσμο εκάστου μερικότερου χρέους, το δε συνολικό ποσό της οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Συγκεκριμένα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ηθελημένα δεν κατέβαλε στο Δημόσιο το συνολικό ποσό των πεντακοσίων εξήντα χιλιάδων εκατόν εβδομήντα και ογδόντα δύο λεπτών (560.170,82 ευρώ), που βεβαιώθηκε και ήταν πληρωτέο στο Τελωνείο Ναυπλίου, τα δε επιμέρους χρέη αναγράφονται πλήρως ως προς το είδος των οφειλόμενων φόρων, τα κατ' ιδίαν ποσά αυτών, την αιτία, τον τρόπο, τον αριθμό, το χρόνο βεβαίωσης εκάστου και την ημερομηνία υποχρέωσης καταβολής τους στον πίνακα χρεών του Τελωνείου Ναυπλίου που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος κατηγορητηρίου''. (επισυνάπτεται ο προαναφερόμενος πίνακας χρεών του Τελωνείου Ναυπλίου).'' Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της υπόψη αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, ήδη αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών των περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε, ήτοι αυτή του άρθρου 25 παρ.1 περ.β' του ν.1882.1990, όπως ίσχυε. Πιο συγκεκριμένα, δέχθηκε ως αποτέλεσμα της απόδειξης, ότι ο κατηγορούμενος με πρόθεση δεν κατέβαλε το βεβαιωμένο χρέος, ποσού 560.170,82 ευρώ, όταν αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο την 2-4-2015, δηλαδή με τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο που έπρεπε να καταβληθεί, την 1-2-2014, ήτοι της ορισθείσας εφ' άπαξ καταβολής του, σύμφωνα με τον οικείο πίνακα χρεών. Ότι το χρέος αυτό προέρχεται από την υπ' αριθμ.01/2005/11-05-2007 καταλογιστική πράξη της Διευθύντριας του Τελωνείου Ναυπλίου και από τελωνειακή παράβαση που αφορά λαθρεμπορία τσιγάρων, κατ' άρθρο 155 1α', β' και 2 ε' ν.2960/2001, συνεπεία της οποίας προσδιορίστηκαν δασμοί και λοιποί φόροι που δεν καταβλήθηκαν, ύψους 2.596.990,32 ευρώ, ποσό από το οποίο επιβλήθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντα, καθώς επιμερίστηκαν τα πολλαπλά τέλη, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του στην πράξη της λαθρεμπορίας, σε 560.170, 82 ευρώ. Με τα παραπάνω περιστατικά που δέχθηκε, το Δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε και ακολούθως ίσχυσε, καταδικάζοντας τον αναιρεσείοντα. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο ορθώς απέρριψε και τον αυτοτελή ισχυρισμό της υπεράσπισης του κατηγορουμένου περί παραγραφής του χρέους του πίνακα χρεών, ποσού 560.170,82 ευρώ, συνιστάμενο κατά την υπεράσπιση στη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής του οικείου πλημμελήματος, ήδη από το 2012, αφού με την ως άνω καταλογιστική πράξη, η οποία του επιδόθηκε την 1-6-2007, βεβαιώθηκε ταμειακώς το εν λόγω χρέος στις 11-5-2007. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ως χρόνος τέλεσης του προκείμενου αδικήματος που αποτελεί ιδιότυπο (αθροιστικό) τέτοιο, προσδιορίζεται αυτός που καθιστά ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια εκτελεστέα, οπότε τούτο εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο. Έτσι, ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας προσδιόρισε αυτόν στις 2-4-2015, κατά τα παραπάνω, όταν παρήλθε το χρονικό διάστημα των τεσσάρων μηνών από το ληξιπρόθεσμο του εν λόγω χρέους (1-12-2014), ποσού 560.170,82 ευρώ, κατά τα αναγραφόμενα στον οικείο πίνακα χρεών, με αποτέλεσμα, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, να μην έχει παρέλθει οκταετία από την αφετηρία της παραγραφής. Επομένως, ο πρώτος λόγος της δήλωσης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, τόσο του άρθρου 25 παρ. 1 ν.1882/1990, όσο και των άρθρων 111, 112, 113 Π.Κ. περί παραγραφής των εγκλημάτων και επικουρικά για έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο της δήλωσης αναίρεσής του ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία και δη για εσφαλμένη και ''παραμορφωτική'' αιτιολογία ως προς το περιεχόμενο της απόφασης υπ' αρ.1878/2004 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, που εσφαλμένα εκτίμησε το Δικαστήριο, αλλά και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 25 παρ.1 ν.1882/1990, επικαλούμενος ότι ανακριβώς δέχθηκε το Δικαστήριο ότι καταδικάστηκε για την πράξη της λαθρεμπορίας, ενώ αυτός αθωώθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και επομένως, δεν στοιχειοθετείται δόλος του για την καταδίκη του.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του περιλαμβάνει επαρκή αιτιολογία στο σκεπτικό του επί του προβαλλομένου και στο ακροατήριο ως άνω ισχυρισμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου, δεχόμενο ότι λόγω της επιβληθείσας ποινής εις βάρος του, η οποία ήταν κατώτερη των έξι μηνών, παραγράφηκε υπ' όρον η επιβληθείσα σε βάρος του ποινή για την πράξη της λαθρεμπορίας και δεν υπάρχει ως προς αυτόν αμετάκλητη αθωωτική σχετική απόφαση. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στον λόγο αυτόν, ο οποίος με αυτές αμφισβητεί την ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης και προβαίνει σε διαφορετική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, ο δόλος που απαιτείται από την ουσιαστική διάταξη, την οποία εφάρμοσε το Δικαστήριο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα, δεν χρήζει ιδιαιτέρας αιτιολογίας αφού ενυπάρχει στη βούληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών.
Συνεπώς, και αυτός ο λόγος της δήλωσης αναίρεσης από τα στοιχ. Δ' και Ε' του άρθρου 510 παρ.1 Κ.Π.Δ., παρίσταται αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση δήλωση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2022 δήλωση αναίρεσης του Κ. Ξ. του Χ., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αρ. πρωτ. 131/7-1-2022, κατά της υπ' αριθμ.232/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου .
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της δίκης, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2022.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ