ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Το αδίκημα του αρ. 25 ν 1882/70 τελείται κατ΄ εξακολούθηση στην περίπτωση που κατά του υπαίτιου έχουν συνταχθεί περισσότεροι πίνακες χρεών, που συναντώνται κατά την εκδίκαση.
Απόφαση 703 / 2021 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 703/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασδέκη, Αλεξάνδρα Σιούτη (σύμφωνα με την υπ' αρ. 33/2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αναστασία Μουζάκη-Εισηγήτρια και Μαρία Λεπενιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2021, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1544/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1-2-2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 152/21.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση από 01-02-2021 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης) του Γ. Ζ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1544/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρίστηκε στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, τηρούμενο ειδικό βιβλίο στις 11.1.2021 και εκδόθηκε, κατόπιν αναίρεσης που ασκήθηκε κατά της 3649/2017 προγενέστερης απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, που αναιρέθηκε με την με αριθ.705/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου και με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων κλπ.) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω.
ΙΙ. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, ανάλογα με το αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του ποσού του χρέους. Ακολούθως, το ως άνω άρθρο (25 Ν. 1882/1990) αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, με το οποίο, αφενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, αφετέρου δε αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής. Στη συνέχεια, η παρ. 1 του άρθρου 25 συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110/1.5.2002) και ακολούθως το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 34 του Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α' 15/28.1.2004). Μετά την τελευταία αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και στα τελωνεία, κατά τον, ως κατωτέρω, χρόνο καταβολής των επίδικων χρεών: 1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο είσπραξής τους, ορισθέντος ότι χρόνος είσπραξης είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίστηκαν βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξήθηκαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή, για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι: "1. Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Επακολούθησε ο Ν. 3943/2011, με το άρθρο 3 του οποίου αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 και ορίσθηκε ότι: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". Ακολούθως, εκδόθηκε ο Ν. 4321/21-3-2015 "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας", με το άρθρο 20 του οποίου η παράγραφος 1 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε ως εξής. "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Τέλος, με το άρθρο 8 του Ν. 4337/17-10-2015 προστέθηκε νέο Κεφάλαιο (δωδέκατο) στο Ν. 4174/2013, με το άρθρο 71 παρ. 2 του οποίου ορίσθηκε ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α' και β', αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα". Μετά την υποβολή στον εισαγγελέα της σχετικής αίτησης του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κ.λ.π., που συνοδεύεται από τον πίνακα βεβαιωμένων χρεών, ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία ενιαία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο μπορεί να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να έχει πλέον οποιαδήποτε έννομη σημασία το ύψος και η αιτία προέλευσης καθενός από τα μερικότερα χρέη. Δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, δηλαδή για περισσότερες, προσβάλλουσες διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού, απέχουσες χρονικά και συνεχόμενες μεταξύ τους λόγω της ενότητας δόλου του δράστη και αντιστοιχούσες σε ισάριθμα βεβαιωμένα και μη εξοφλημένα χρέη του πίνακα, ομοειδείς πράξεις, αλλά για μία και μόνη, τελούμενη με τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο κατά τον οποίο το χρέος έπρεπε να καταβληθεί, αξιόποινη πράξη, στην οποία τυποποιείται η καθυστέρηση καταβολής του αθροίσματος των περιεχόμενων στον πίνακα βεβαιωμένων χρεών. Πρόκειται, δηλαδή, για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συναπαρτίζεται από τα οριζόμενα στο νόμο στοιχεία και από δημόσια χρέη του υπαιτίου, που συναθροίζονται και ενιαιοποιούνται για τη νομοτυπική του συγκρότηση, χωρίς να περιέχει στοιχεία εξακολουθητικής, κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τέλεσης, που χαρακτηρίζουν το αθροιστικό έγκλημα. Στην περίπτωση, όμως, που για διαφόρους νόμιμους λόγους έχουν συνταχθεί περισσότεροι πίνακες χρεών για οφειλέτη του Δημοσίου και ασκηθούν αντίστοιχες κατ' αυτού διώξεις, οι οποίες συναντώνται κατά την εκδίκαση, είναι νοητή η κρίση περί της κατ' εξακολούθηση τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος με μερικότερες πράξεις αντίστοιχες των συνταχθέντων, σε βάρος του οφειλέτη κατηγορουμένου, πινάκων χρεών, οπότε το δικαστήριο δεν κωλύεται, κατά το άρθρο 98 του ΠΚ, έτσι κρίνοντας, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, λαμβάνοντας υπόψη, κατά την επιμέτρησή της, το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, ήτοι της μη καταβολής από τον οφειλέτη κατηγορούμενο του συνολικού, από κάθε πίνακα χρεών, ποσού οφειλής του. Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι: α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες ΔΟΥ ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά το χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών να υπερβαίνει το οριζόμενο από το νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση), με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, ο οποίος (δόλος) πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος). Έτσι, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του σχετικού εγκλήματος, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι: α) η αρμόδια αρχή που βεβαίωσε το χρέος, β) το ύψος του χρέους, γ) ο τρόπος πληρωμής του, δ) ο ακριβής χρόνος καταβολής του χρέους και ε) η μη πληρωμή του ενιαιοποιημένου χρέους κατά τη λήξη του τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης. Εξάλλου, ως χρόνος βεβαίωσης του χρέους νοείται ο χρόνος της υπό ευρεία έννοια βεβαίωσης, με την οποία προσδιορίζεται η σχετική χρηματική οφειλή (ως προς το είδος, το ποσό και το υποκείμενό της) και εγγράφεται από τον προϊστάμενο της ΔΟΥ ή από άλλο αρμόδιο όργανο στους τηρούμενους καταλόγους (φορολογικούς κλπ). Αυτή συνιστά την ατομική διοικητική πράξη και τον εκτελεστό νόμιμο τίτλο σε βάρος του οφειλέτη. Ως χρόνος καταβολής του χρέους νοείται, όμως, ο χρόνος της υπό στενή έννοια (ταμειακής) βεβαίωσής του, με την οποία αυτό καταγράφεται στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και εμφανίζεται ως δημόσιο έσοδο, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΚΕΔΕ, καθιστώντας (κατά κανόνα) ταμειακά ληξιπρόθεσμη τη σχετική απαίτηση και εφικτή την κίνηση της εκτελεστικής διαδικασίας με την αποστολή ατομικής ειδοποίησης στον αναγραφόμενο οφειλέτη για την αναγκαστική είσπραξη της εκτελούμενης χρηματικής αξίωσης από αυτόν και από όσους τυχόν συνευθύνονται με αυτόν για το βεβαιωμένο χρέος. Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι αυτό έχει παραγραφεί και, κατά συνέπεια, εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος-οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Είσπραξης Δημόσιων Εσόδων (ΝΔ 356/1974) ανακοπή, για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1589/2016, ΑΠ 403/2013, ΑΠ 206/2013, ΑΠ 278/2012, ΑΠ 1197/2011). Εξάλλου, η τυχόν άσκηση προσφυγής κατά της καταλογιστικής του χρέους πράξεως και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής αυτού δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος, ούτε βεβαίως οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσης του αδίκου ή εξάλειψης του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος. Άλλωστε, θα ήταν εντελώς άτοπο σε κάθε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά της καταλογιστικής του χρέους πράξεως να οδηγείτο το δικαστήριο σε αθώωση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, αφού έτσι θα ετίθετο εκποδών ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 (ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1589/2016, ΑΠ 1095/2014, 1063/2014, ΑΠ 965/2014, ΑΠ 597/2014, ΑΠ 492/2014, ΑΠ 586/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 61 ΚΠΔ, "όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί."
ΙΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 Συντάγματος και 134 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 2 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Τέλος, λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.ΑΠ 3/2008).
IV. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ` αυτήν δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά ότι: "H ποινική δίωξη για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο διώκεται ο κατηγορούμενος, δεν προϋποθέτει προηγούμενη οριστικοποίηση της φορολογικής παράβασης, δηλαδή πάροδο της εξηκονθήμερης προθεσμίας προς άσκηση προσφυγής κατά του φύλλου ελέγχου (ΑΠ 492/2014, ΑΠ 586/2013, ΑΠ 403/2013, ΑΠ 206/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1240/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1278/2010, ΝΟΜΟΣ, βλ. και υπό την ισχύ του Ν. 3943/2011 και για τις λοιπές περιπτώσεις φοροδιαφυγής Ολ. ΑΠ 1/2014, ΝΟΜΟΣ), το κύρος ή μη της ταμειακής βεβαίωσης, με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος (βλ ΑΠ 320/2013, ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας η με αρ. εκθ. κατ. 96/8-9-2015ανακοπή του εδώ κατηγορουμένου, με την οποία ζητείται η ακύρωση των ταμειακών βεβαιώσεων, των σχετικών με τα επίδικα χρέη, καθώς συζητήθηκε μεν αυτή κατά τη δικάσιμο της 15-10-2019, πλην όμως δεν έχει μέχρι σήμερα εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει, μέχρι σήμερα, η καθ' οιονδήποτε τρόπο εξάλειψη του υπό κρίση χρέους του, το οποίο θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου (βλ. ΑΠ 253/2013, ΑΠ 1197/2011, ΑΠ 1174/2011 -βλ. σχετ. ΑΠ. 1589/2016, ΝΟΜΟΣ). Επομένως, απορριπτέο από το Δικαστήριο κρίνεται ως προς το κύριο αίτημα του (απαλλαγής του), ο ανωτέρω υποβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου. Απορριπτέος, όμως κρίνεται αυτός και ως προς το επικουρικό (αναστολής της ποινικής διαδικασίας) αίτημά του, καθώς σχετική δυνατότητα (και όχι υποχρέωση παρέχεται στο Δικαστήριο, κατ' αρθρ. 61 ΚΠΔ., ενόψει και του ότι τα επίδικα χρέη βεβαιώθηκαν σε βάρος του ήδη από το 2010, με συνέπεια, τυχόν παραδοχή του, να οδηγήσει -στην περίπτωση αναμονής του αμετάκλητου της διοικητικής διαδικασίας - συνεκτιμωμένου και του χρόνου, που φέρεται ότι τελέστηκε το αδίκημα, με βεβαιότητα στην παραγραφή του αξιοποίνου του. Σε κάθε, βέβαια, περίπτωση, εφόσον ήθελε στα πλαίσια της άνω διοικητικής διαδικασίας κριθεί ακυρωτέο το επίδικο χρέος, είναι δυνατόν η ανωτέρω κρίση να αποτελέσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας κατ άρθρον 525 ΚΠΔ, αφού πλέον το χρέος για το οποίο καταδικαστεί, ήδη θα έχει εξαλειφθεί (ΑΠ. 403/2013, ΝΟΜΟΣ).
Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχεται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, από την ανάγνωση όλων των προαναφερόμενων εγγράφων που βρίσκονται στην προκείμενη δικογραφία, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, πάντων εκτιμωμένων αξιολογικά κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως (άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠοινΔ) και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος, κατά τους αναφερόμενους κατωτέρω τόπο και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, ενώ τα ατομικά χρέη του προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων σας αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες χρεών του προς το Δημόσιο, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, συνταχθέντων προς τούτο των κατωτέρω αναφερομένων πινάκων χρεών του, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τους κάθε είδους τόκους ή προσαυξήσεις, υπερβαίνει, για καθένα πίνακα, το ποσόν των 200.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, έχοντας χρέη προς το Δημόσιο, βεβαιωμένα στο Τελωνείο Βέροιας, για τα οποία συντάχθηκαν οι κατωτέρω παρατιθέμενοι, κατά περίπτωση, πίνακες χρεών, για τα οφειλόμενα ποσά των 723.66733 ευρώ και 746.700,72 ευρώ, αντίστοιχα, δεν προήλθε σε εξόφλησή τους ούτε μέχρι τις ημερομηνίες που καθένα εξ αυτών ήταν πληρωτέο, ούτε και μετέπειτα, εντός της από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990, προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας και ειδικότερα: α) Στη Βέροια, κατά το χρονικό διάστημα από 2-11-2010 έως 1-11-2013, με πρόθεση καθυστέρησε την προς το Δημόσιο καταβολή βεβαιωμένων στο Τελωνείο Βέροιας χρεών του, συνολικού, μαζί με τους κάθε είδους τόκους ή προσαυξήσεις, ποσού επτακοσίων είκοσι τριών χιλιάδων εξακοσίων εξήντα επτά ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (723.667,93 ευρώ), όπως τα χρέη αυτά, κατά είδος φόρου και ημερομηνία βεβαίωσης, ποσόν, αιτία βεβαιώσεως και χρόνο πληρωμής, αναφέρονται στον αντίστοιχο πίνακα χρεών της άνω δημοσίας αρχής β)Στη Βέροια, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 1-1-2013, με πρόθεση καθυστέρησε την προς το Δημόσιο καταβολή βεβαιωμένων στο Τελωνείο Βέροιας χρεών του, συνολικού, μαζί με τους κάθε είδους τόκους ή προσαυξήσεις, ποσού επτακοσίων σαράντα έξι χιλιάδων επτακοσίων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (746.700,72 ευρώ), όπως τα χρέη αυτά, κατά είδος φόρου και ημερομηνία βεβαίωσης, ποσόν, αιτία βεβαιώσεως και χρόνο πληρωμής, αναφέρονται στον αντίστοιχο πίνακα χρεών της άνω δημοσίας αρχής. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, κατ' εξακολούθηση, όπως οι μερικότερες πράξεις της ανωτέρω αξιόποινης συμπεριφοράς του αντιστοιχούν σε καθένα των συνταχθέντων σε βάρος του και στο διατακτικό παρατιθέμενων πινάκων χρεών. Παράλληλα, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α'και β' ΠΚ., όπως δέχθηκε και η αναιρεθείσα μερικώς με αρ. 3649/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου".
Μετά ταύτα, το Δικαστήριο της ουσίας και υπό τις παραδοχές αυτές κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της πράξης μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' και β' του ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών (15), με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό: "Κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα τοπικά και χρονικά σημεία, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου, ενώ τα ατομικά χρέη του προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, συνταχθέντων προς τούτο των κατωτέρω αναφερομένων πινάκων/ χρεών του, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τους κάθε είδους τόκου και προσαυξήσεις, υπερβαίνει, για καθένα πίνακα, το ποσόν των 200.000 ευρώ. Ειδικότερα: α) Στη Βέροια, κατά το χρονικό διάστημα από 2-11-2010 έως 1-11-2013, με πρόθεση καθυστέρησε την προς το Δημόσιο καταβολή βεβαιωμένων στο Τελωνείο Βέροιας χρεών του, συνολικού, μαζί με τους κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, ποσού επτακοσίων είκοσι τριών χιλιάδων εξακοσίων εξήντα επτά ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (723.667,93), όπως τα χρέη αυτά, κατά είδος φόρου και ημερομηνία βεβαίωσης, ποσόν, αιτία βεβαιώσεως και χρόνο πληρωμής, αναφέρονται στον εν συνεχεία πίνακα χρεών της άνω δημοσίας αρχής:
Το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές ότι το χρέος του αναιρεσείοντος είναι υποστατό και ενεργό και η μη καταβολή του συνεπάγεται τις προβλεπόμενες από το νόμο κυρώσεις, αφού δεν έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της με αρ.εκθ.κατ.96/8-9-2015 ανακοπής του, με την οποία ζητείται η ακύρωση των ταμειακών βεβαιώσεων, των σχετικών με τα επίδικα χρέη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις ανωτέρω νομικές σκέψεις. Περαιτέρω, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αναβολής της ποινικής διαδικασίας, κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ, ορθά και με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία συνίσταται στο ότι τα επίδικα χρέη βεβαιώθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος από το 2010, με συνέπεια η αναβολή να οδηγήσει σε παραγραφή του αξιοποίνου, αφού το Δικαστήριο μπορούσε, κατά την κρίση του και δεν ήταν υποχρεωμένο, να αναβάλει την ποινική διαδικασία. Πρέπει να λεχθεί, άλλωστε, ότι, σε περίπτωση τελεσίδικης παραδοχής της ανακοπής και ακύρωσης του χρέους του αναιρεσείοντος, δυνατόν να αποτελέσει λόγο επανάληψης της διαδικασίας κατ' άρθρο 525 ΚΠΔ, αφού πλέον το χρέος για το οποίο καταδικάστηκε ήδη θα έχει εξαλειφθεί (ΑΠ 403/2013). Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 578 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01-02-2021 αίτηση του Γ. Ζ. του Δ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1544/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ