ΧΡΕΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ - ΣΥΡΡΟΗ ΜΕ ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ ΑΠ 589-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :   Αληθινή πραγματική  η συρροή μεταξύ λαθρεμπορίας  και  της ύστερης, χρονικά πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ακόμα και αν η τελευταία αφορά το πολλαπλό τέλος που καταλογίστηκε ως κύρωση λόγω της λαθρεμπορίας.

Σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου για την αξιόποινη (χρονικά πρότερη) πράξη της λαθρεμπορίας, δεν υφίσταται δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 57 του ΚΠΔ, για τη δεύτερη(χρονικά) πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, γιατί δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης.

Απόφαση 589 / 2022   (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 589/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη και Αγάπη Τζουλιαδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 11 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 2. Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Εμμανουηλίδη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 18/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. Πρωτ. 5617/22-6-2021, κοινή αίτηση τους, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό836/2021.

Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 22-2-2021, με αριθμό 5617/2021, αίτηση των: α) Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ... και β) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 18/2021 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαρίσης, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών στο Ελληνικό Δημόσιο και τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών μετατραπείσα προς πέντε (5) ευρώ εις έκαστον, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ', Ε' και ΣΤ' του ΚΠΔ (απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και παραβίαση δεδικασμένου και, συνεπώς είναι παραδεκτή.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 και 2 ΠΚ, πραγματική συρροή υπάρχει όταν με περισσότερες υλικές πράξεις του υπαιτίου τελούνται ισάριθμα αυτοτελή εγκλήματα, για τα οποία επιβάλλονται αντίστοιχες αυτοτελείς ποινές και τελικά επιβάλλεται μία συνολική εκτιτέα ποινή με τον προβλεπόμενο τρόπο επαύξησης της βαρύτερης από αυτές, ενώ κατ' ιδέα (ή τυπική) αληθινή συρροή υπάρχει όταν με μία υλική πράξη του υπαιτίου τελούνται περισσότερα αυτοτελή εγκλήματα, για τα οποία επιβάλλονται αντίστοιχες ποινές και τελικά επαυξάνεται ελεύθερα η βαρύτερη από αυτές μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της ποινής βάσης (εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά με ειδική διάταξη νόμου). Τόσο η πραγματική όσο και η αληθινή κατ' ιδέα συρροή μπορεί να προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό (ομοειδής συρροή) ή διαφορετικά έννομα αγαθά (ετεροειδής συρροή). Αντίθετα, φαινομενική συρροή ή συρροή νόμων, στην οποία δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για τη συρροή εγκλημάτων του άρθρου 94 ΠΚ, υπάρχει όταν η εγκληματική δράση του υπαιτίου εμφανίζεται να εμπίπτει στο πραγματικό περισσότερων ποινικών νόμων, αλλά, από τη λογική και αξιολογική συσχέτιση αυτών και με βάση τις αρχές της ειδικότητας, της επικουρικότητας και της απορρόφησης, συνάγεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση μόνο ένας έχει εφαρμογή και αποκλείονται οι λοιποί, ώστε να τελείται μία μόνο αξιόποινη πράξη, για την οποία επιβάλλεται μία ποινή. Ειδικότερα, με βάση την αρχή της ειδικότητας, αν δύο ποινικές διατάξεις τελούν σε σχέση γενικής προς ειδική και δεν υπάρχει ρήτρα επικουρικότητας, η ειδική διάταξη αποκλείει την εφαρμογή της γενικής με βάση τον κανόνα "τα ειδικά των γενικών επικρατέστερα". Με βάση τη αρχή της επικουρικότητας, αν η μία ποινική διάταξη είναι επικουρική έναντι της άλλης, έχει εφαρμογή η αυστηρότερη. Ενώ, με βάση την αρχή της απορρόφησης, αν οι περισσότερες πράξεις δεν είναι μεταξύ τους ανεξάρτητες και αυτοτελώς κολάσιμες, επειδή συγκροτούν την έννοια του ίδιου εγκλήματος και με την εφαρμογή της μίας ποινικής διάταξης καλύπτεται πλήρως η απαξία και η υπόσταση της πράξης του υπαιτίου, οι λοιπές απορροφώνται, όπως συμβαίνει όταν είτε η μία πράξη (στο σύνολο της) είναι στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης ή επιβαρυντική περίπτωση της άλλης είτε προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και τελέστηκε για να γίνει δυνατή η τέλεση της άλλης που ακολούθησε (αναγκαίο μέσο τέλεσης της) ή η νεότερη πράξη αποτελεί αναγκαία συνέπεια εκείνης που προηγήθηκε (Ολ.ΑΠ 179/90). Στην περίπτωση της αληθινής κατ' ιδέα συρροής, το δεδικασμένο (ή η εκκρεμοδικία) εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη, για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη, και δεν κωλύεται νέα ποινική δίωξη για την άλλη πράξη, που συρρέει κατ' ιδέα με την πρώτη και δεν έχει κριθεί (ΟλΑΠ 1110/82). Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει αμετάκλητα καταδικαστεί ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Αν, παρά την απαγόρευση αυτή, ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (τυπικό δεδικασμένο), β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολο του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσης της) και ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό της, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη) όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως με την τέλεση της ή σε μεταγενέστερο χρόνο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρ. 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 (όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 2 του άρ. 18 και παρ. 2-4 του άρ. 28 του Ν. 2948/2001 και συμπληρώθηκε με το άρ. 34 του Ν. 3016/2002, με την παρ. 1 του άρ. 34 του Ν. 3220/2004 το άρ. 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011 αντικαταστάθηκε με το άρ. 20 του Ν. 4321/2015, ενώ τα ποσά των περιπτώσεων α' και β' αναπροσαρμόστηκαν με το άρ. 71 παρ. 2 του Ν. 4174/2014, το οποίο προστέθηκε με το άρ. 8 του Ν. 4337/2015), όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται, ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τουλάχιστον (1) ενός έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, β) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α' υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Με τη διάταξη αυτή τυποποιείται σε ποινικό αδίκημα γνήσιας παράλειψης η καθυστέρηση, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, της καταβολής χρεών, τα οποία: α) οφείλονται έναντι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων ή οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, β) είναι "βεβαιωμένα", ήτοι είναι ταμειακώς βεβαιωμένα από τις Δ.Ο.Υ. ή τα τελωνεία είτε είναι ληξιπρόθεσμα και γ) υπερβαίνουν στο σύνολο τους, από κάθε αιτία, ήτοι ανεξαρτήτως της αιτίας τους (δηλ. της προέλευσής τους) και συνυπολογιζομένων των κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων που τα βαρύνουν έως την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ένα ελάχιστο χρηματικό όριο. Προστατευόμενο δε έννομο αγαθό είναι η περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου με την εξασφάλιση της ταχείας είσπραξης των δημοσίων εσόδων, που αποτελούν τη βάση για την άσκηση κάθε κρατικής πολιτικής (ΑΠ 1233/2015). Τέλος, με το Ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", η ισχύς του οποίου άρχισε από 1.1.2002 (άρ. 185), καταργήθηκε ο Ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος". Οι διατάξεις των άρ.155 παρ. 1,2 περ. ζ του ως άνω νέου νόμου (Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα) ορίζουν τι είναι λαθρεμπορία και οι διατάξεις των άρ. 157 και 160 παρ. 1-2 αυτού προβλέπουν για τον ένοχο λαθρεμπορίας τις σ' αυτές ποινές στερητικές της ελευθερίας, καθώς και χρηματική ποινή. Κατά τις ανωτέρω διατάξεις, λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται είτε σε εισαγωγικό δασμό, είτε σε εισπραττόμενο ατα τελωνεία τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλο παρά τον ορισμένο απ'αυτή, τόπο ή χρόνο και β) κάθε οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τέλη, φόρους και δικαιώματα που πρέπει να εισπραχθούν απ' αυτό για τα εισαγόμενα από την αλλοδαπή ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν σε χρόνο και τόπο διαφορετικό από εκείνον που ορίζει ο νόμος. Υποκειμενικώς δε για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της λαθρεμπορίας απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που κατέχει και εισάγει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τον οφειλόμενο εισαγωγικό δασμό, φόρο, τέλος ή δικαίωμα (ΑΠ 172/2012). Το έννομο δε αγαθό που προστατεύεται από τη λαθρεμπορία είναι τα περιουσιακά έσοδα του Δημοσίου που απορρέουν από την εισαγωγή στο έδαφος της χώρας ή την εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων (ΑΠ 316/2001), ενώ ειδικότερο αντικείμενο προστασίας είναι οι δασμοφορολογικές αξιώσεις του Δημοσίου, που ανήκουν στη διαχείριση των τελωνείων, ήταν αυτοτελή στοιχεία του ενεργητικού της δημόσιας πειρουσίας, των οποίων το περιεχόμενο προσδιορίζεται κυριαρχικά από τις τελωνειακές αρχές. Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων (που τιμωρούν τη λαθρεμπορία και τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο), προκύπτει ότι τα θεσπιζόμενα με αυτές εγκλήματα αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών (έστω και αν η μη καταβολή χρεών αφορά το, λόγω της λαθρεμπορίας, επιβληθέν πολλαπλό τέλος) και, συνεπώς, μεταξύ αυτών, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης, αλλά υπάρχει αληθής κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 ΠΚ συρροή, και μάλιστα πραγματική (πλείονα εγκλήματα που πραγματώνονται με πλείονες πράξεις) και όχι κατ' ιδέα (πλείονα εγκλήματα που πραγματώνονται με μία πράξη), καθόσον στην περίπτωση αυτή ο υπαίτιος, με μεταγενέστερη παράλειψή του, δεν κατέβαλε το βεβαιωμένο χρέος (πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας) προς το Δημόσιο. Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 155 του Ν. 2960/2001 και 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, προκύπτει ότι δεν υπάρχει μεταξύ τους σχέση ειδικής προς γενική ή σχέση κυρίας προς επικουρική. Επίσης, προκύπτει ότι καμία από τις πράξεις, που τυποποιούνται με αυτές τις διατάξεις, δεν συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης ή επιβαρυντική περίσταση ή αναγκαίο μέσο τέλεσης ή αναγκαία συνέπεια της άλλης. Αντίθετα, προκύπτει ότι με τις σχετικές διατάξεις προβλέπονται και τυποποιούνται δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυτοτελώς κολάσιμες αξιόποινες πράξεις, με διαφορετική, όπως ήδη σημειώθηκε, υποκειμενική και αντικειμενική συγκρότηση καθεμίας από αυτές. Από αυτά παρέπεται ότι, σε περίπτωση έκδοσης αμετάκλητης αθωωτικής ή καταδικαστικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου για την αξιόποινη (χρονικά πρότερη) πράξη της λαθρεμπορίας, δεν υφίσταται δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 57 του ΚΠΔ, για τη (δεύτερη) χρονικά) πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, γιατί δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης, όπως η έννοια αυτής αναπτύχθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη (ΑΠ 1487/2006). Η θέση αυτή του Δικαστηρίου είναι σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ν. 1705/1987), που ορίζει ότι "Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού", αλλά και με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Ν. 2462/1997), που ορίζει ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο και την ποινική δικονομία κάθε χώρας". Και τούτο διότι η θεσπιζόμενη με τις ανωτέρω διατάξεις αρχή ne bis in idem, η οποία ανάγεται σε θεμελιώδεις δικαίωμα και έχει αποκτήσει διακρατική ισχύ, έχει ως προϋπόθεση εφαρμογής η δεύτερη δίωξη ή καταδίκη να αφορά την ίδια παράβαση - αδίκημα. Ταυτότητα δε αδικημάτων, κατά τη νομολογία της ΕΔΔΑ, υφίσταται όταν πρόκειται για "ταυτόσημα ή ουσιωδώς όμοια περιστατικά", στα οποία εμπλέκεται ο ίδιος δράστης και τα οποία έχουν ενότητα τόπου και χρόνου, ανεξάρτητα από το νομικό τους χαρακτηρισμό (ΣΤΕ 1992/2016), ως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της αξιόποινης πράξης της λαθρεμπορίας σε σχέση με την ύστερη, χρονικά πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, ακόμα και αν η τελευταία αφορά το πολλαπλό τέλος που καταλογίστηκε ως κύρωση λόγω της λαθρεμπορίας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του Κ.Π.Δ., ιδρύεται ως αυτοτελής λόγος αναίρεσης, η παραβίαση του δεδικασμένου για τα στοιχεία του οποίου έγινε λόγος ανωτέρω, ενώ κατά το στοιχ. Ε' της ίδιας παραγράφου του ίδιου άρθρου, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση, του Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες ενόχους της αξιόποινης πράξης της μη καταβολής χρεών προς το Ελληνικό Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β', 2, 3, 5, 6, 7 του Ν. 1882/1990), για την οποία τους επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών στον καθένα, με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό: "

Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι στο …., στις 11-10-2014, ενώ ήταν οφειλέτες προς το Ελληνικό Δημόσιο χρεών που ήταν βεβαιωμένα στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί χρεών προς το Δημόσιο και που αφορούσαν χρέη από κάθε αιτία, τα οποία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 150.000€, όπως εμφαίνεται στον επισυναπτόμενο στο παρόν κλητήριο θέσπισμα από 26-03-2015 αναλυτικό πίνακα χρεών που συνέταξε ο Διευθυντής του Τελωνείου Βόλου και που αποτελεί ένα σώμα με αυτό και τα οποία κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, δεν προέβησαν στην εξόφληση τους, παραβιάζοντας έτσι την προθεσμία καταβολής τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ όφειλαν με την ιδιότητά τους ως ομόρρυθμοι εταίροι εταιρίας με την επωνυμία "...", με έδρα την …., και αντικείμενα εργασιών το εμπόριο-εισαγωγή-εξαγωγή ειδών διατροφής - ποτών και συναφών ειδών, στο Ελληνικό Δημόσιο συνολικά το ποσό των 369.463,936 (κύρια οφειλή 341.337,71€ + ΤΤ & ΟΓΑ 8.192,10€ + ΠΕΚ 19.934,12€) μαζί με τις νόμιμες προσαυξήσεις, τα οποία βεβαιώθηκαν στο Τελωνείο Βόλου, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ και έγιναν ληξιπρόθεσμα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, παραβίασαν με πρόθεση την προθεσμία καταβολής των εν λόγω χρεών και έτσι δεν εξόφλησαν αυτά με οποιονδήποτε τρόπο, παρά το ότι συμπληρώθηκαν οι από το νόμο απαιτούμενες προς εξόφληση προθεσμίες (δηλαδή καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών). Λογίζεται δε ως χρόνος τέλεσης του αδικήματος το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής". (Ακολουθεί πίνακας χρεών με Α/Α - - χρονολογία καταλογιστικής πράξης: 10/27-5-2014, είδος κύριας οφειλής: πολλαπλό τέλος, κύρια οφειλή: 341.337,71. Τ.Χ. και ΟΓΑ 2,4% 8.192,10, Π.Ε.Κ. (προσαυξήσεις μέχρι 31-3-2015) 19.934,12, σύνολο: 369.463,93, Ημ/νία Βεβαίωσης: 10-6-2014, Ημ/νία ληξιπροθέσμου: 10-10-2014). Πριν από την απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου της ουσίας για την ενοχή των κατηγορουμένων, οι τελευταίο προέβαλαν διά της συνηγόρου τους, μεταξύ των άλλων, τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της σε βάρος τους ποινικής δίωξης για την πράξη της μη καταβολής προς το Ελληνικό Δημόσιο του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, για το λόγο ότι εκκρεμούν σε βάρος τους, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, κατηγορίες, μεταξύ των οποίων και για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, για την οποία εκδόθηκε η υπ' αρ. 10/27-5-2014 καταλογιστική πράξη του προϊσταμένου του Τελωνείου Βόλου. Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως νομικά αβάσιμο, με το σκεπτικό ότι μεταξύ των δύο εγκλημάτων δεν υφίσταται ταυτότητα πράξης και ότι, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα δεδικασμένου ή εκκρεμοδικίας, ώστε να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα κατά των κατηγορουμένων ποινική δίωξη για την αχθείσα ενώπιον του κατηγορίας. Πράγματι, η ανωτέρω ασκηθείσα κατά των αναιρεσειόντων ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, για την οποία, όπως ήδη ισχυρίζονται, έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα με την υπ' αριθμό 279/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λαρίσης, δεν εμπόδιζε την ποινική δίωξη αυτών, ούτε στη συνέχεια την τιμωρία τους για την ως άνω αναφερόμενη πράξη της μη καταβολής του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας προς το Ελληνικό Δημόσιο. Και τούτο, διότι, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι προαναφερόμενες ποινικές διώξεις αφορούν δύο διαφορετικές πράξεις που συρρέουν πραγματικά μεταξύ τους, δεδομένου ότι δεν ταυτίζονται κατά τα θεμελιούντα αυτές ουσιώδη στοιχεία και καμμία εξ αυτών δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο ή επιβαρυντική περίσταση ή αναγκαίο μέσο τέλεσης της άλλης. Επομένως, ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ο προβληθείς από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός περί απαραδέκτου της ποινικής δίωξης λόγω δεδικασμένου.

Συνεπώς, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Λαρίσης δεν παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δεδικασμένο που απορρέει από την προαναφερόμενη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, ορθά δε ερμήνευσε και εφήρμοσε τις σχετικές διατάξεις περί συρροής (άρθρο 94 παρ. 1 ΠΚ) κρίνοντας ότι οι θεσπιζόμενες με τις διατάξεις των άρθρων 155 του Τελωνειακού Κώδικος και 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 αξιόποινες πράξεις αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών (έστω και αν η μη καταβολή χρεών αφορά το, λόγω της λαθρεμπορίας, επιβληθέν πολλαπλό τέλος) και συνεπώς, μεταξύ αυτών, δεν υπάρχει ταυτότητα πράξης, αλλά (υπάρχει) αληθινή συρροή και μάλιστα πραγματική. Κατόπιν τούτων, είναι αβάσιμος ο, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' και ΣΤ' του ΚΠΔ, πρώτος αναιρετικός λόγος, στον οποίο διαλαμβάνονται οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ακόμη δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών . περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά τα άρθρα 83 και 85 του ίδιου κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του νέου ΠΚ με στοιχ. α'και β', ήτοι ότι: α) ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα και β) ωθήθηκε στη πράξη του από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια...Ως μη ταπεινά αίτια, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (αρ. 84 παρ. 2 β' ΠΚ) νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη. Η μη ταπεινότητα των αιτιών θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας. Για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 130/2017). Εξάλλου, μεγάλη ένδεια υπάρχει όταν ο υπαίτιος βρέθηκε σε τόσο πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, η οποία άγγιξε, αλλά δεν στοιχειοθέτησε κατάσταση ανάγκης, ώστε κάτω από την επίδρασή της τέλεσε την πράξη για να αποφύγει κίνδυνο που πίστευε ότι απειλούσε σοβαρά αυτόν ή συγγενή του ή την περιουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, η συνήγορος των κατηγορουμένων, μετά την απόφαση επί της ενοχής των, ζήτησε να αναγνωριστεί σ' αυτούς η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης, εκ του άρθρου 84 παρ. 2 β' ΠΚ, με μόνη την επίκληση της τελευταίας αυτής διατάξεως. Όμως, όπως διατυπώθηκε ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός είναι παντελώς αόριστος, αφού δεν συνοδεύτηκε με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών ως προς τα αίτια που ώθησαν τους κατηγορουμένους στην τέλεση της αξιόποινης πράξης, για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι, ώστε να κριθεί, εάν αυτά είναι αντίθετα ή μη, κατά την αντίληψη της κοινωνίας, προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και αιτιολογήσει την απόρριψη του εν λόγου ισχυρισμού. Παρά ταύτα αιτιολογημένα απέρριψε αυτόν ως ουσία αβάσιμο, μη δεχόμενοτη συνδρομή των όρων του. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των άνω πρακτικών, ουδόλως προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να τους αναγνωριστεί η ελαφρυντική περίσταση εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ. Τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν και αναφέρονται στο γραπτό σημείωμα των κατηγορουμένων που καταχωρίστηκε στα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης (σελίδες 4 και 5 αυτών) με την ακόλουθη κατά λέξει διατύπωση: "Εντελώς επικουρικά: a. Ότι ο πρώτος από μας γεννήθηκε το 1974 και ότι ευρίσκεται στο 43ο έτος της ηλικίας του, ο δε δεύτερος από μας γεννήθηκε το 1977 και ότι ευρίσκεται στο 40ο έτος της ηλικίας του. b. Ότι διατηρεί ο δεύτερος από εμάς λευκό δελτίο ποινικού μητρώου και λευκό από πάσης απόψεως ποινικό παρελθόν, πλην της υποθέσεως λαθρεμπορίας, ο δε πρώτος από εμάς έχει υποπέσει στο παρελθόν σε πλείστα όσα αδικήματα, πλην όμως έχει επανενταχθεί στην κοινωνία και έχει να υποπέσει σε οποιοδήποτε αδίκημα μία πλήρη εικοσαετία. c. Ότι εργαζόμασταν, ανελλιπώς στην επιχείρησή μας, δηλαδή την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..." με σκοπό το εμπόριο - εισαγωγή - εξαγωγές ειδών διατροφής - ποτών και συναφών ειδών, μαζί με τον πατέρα, την μητέρα και τις συζύγους μας, ενώ έχουμε οφειλές και υποχρεώσεις προς Δ.Ο.Υ., ΤΕΒΕ και τραπεζικούς οργανισμούς, ενώ υποχρεωθήκαμε στη διακοπή της δραστηριότητάς μας λόγω της οικονομικής κρίσης. d. Ότι διατηρούμε γνωστή διαμονή και κυρία κατοικία. e. Ότι διαβιούμε, ο δε πρώτος από εμάς με το ανήλικο τέκνο του, τη σύζυγο του και τους γονείς μας, η δε σύζυγός του έφερε στον κόσμο ένα βρέφος ηλικίας σήμερα τριών ετών, ο δε δεύτερος από εμάς με τη σύζυγό του και τα δύο ανήλικα τέκνα του. f. Ότι δεν είμαστε φυγόποινοι. g. Ότι συμμορφωνόμαστε πλήρως με τους περιοριστικούς όρους που έταξε σε εμάς με τη σύμφωνη γνώμη του κ. Εισαγγελέα, ο κ. Ανακριτής Πρωτοδικών Βόλου, σύμφωνα με την από 27.09.2013 διάταξή του. h. Ότι είμαστε επιφορτισμένοι και με τη συνδρομή και φροντίδα της ηλικιωμένης και με προβλήματα υγείας μητέρας μας. i. Ότι ο πρώτος από εμάς πάσχει από ηπατίτιδα C και τέλος, j. Ότι δεν ωθηθήκαμε στην πράξη μας από φιλοκέρδεια, αλλά λόγω ένδειας, σήμερα δε τυγχάνουμε άνεργοι, αδυνατούμε να εξεύρουμε σταθερή εργασία και απασχολούμαστε περιστασιακά σε εργοδότες που αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να μας παράσχουν ασφαλιστική κάλυψη", δεν συνδέονται με την προβολή συγκεκριμένου αυτοτελούς ισχυρισμού, ή αιτήματος και ως εκ τούτου το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα λόγω έλλειψης ακροάσεως και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων περί αναγνώρισης στο πρόσωπο τους των ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρθρου 84 παρ. 2 α' και β' ΠΚ, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014, "κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου. Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας ". Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης. Άλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ως άνω νόμου, συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το ποινικό δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, ενώ δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, όταν, μάλιστα, δεν έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, δοθέντος και του ότι αυτός διατηρεί το δικαίωμα να προσφύγει στα αρμόδια όργανα, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου, για τη δίκαιη ικανοποίησή του λόγω της καθυστέρησης της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 716/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του, περί της επιβλητέας στους αναιρεσείοντες ποινής, σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας προέβη στην επιμέτρηση αυτής (ποινής) εφαρμόζοντας ορθά και με ακρίβεια τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προβλεπόμενα από αυτό κριτήρια για την εκτίμηση της βαρύτητας του τελεσθέντος εγκλήματος και της προσωπικότητας των κατηγορουμένων, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει στην απόφασή του άλλη ειδικότερη αιτιολογία. Η μη αναφορά στο εν λόγω σκεπτικό ότι λήφθηκε υπόψη η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης δεν συνιστά εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 ΠΚ ή της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014, ούτε συνεπάγεται έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης, ως προς την επιμέτρηση της ποινής αιτιολογία, αφού, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητο προϋπόθεση ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί δικαστικά η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη εν προκειμένω το δε Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει αρνητικά ότι δεν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης πολύ περισσότερο αφού δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από πλευράς των κατηγορουμένων. Κατόπιν αυτών, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως προς την επιμέτρηση της επιβληθείσης στους αναιρεσείοντες ποινής, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (άρ. 578 παρ. 1 του ΚΠΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2021, με αριθμό 5617/2021, αίτηση των: α) Μ. Γ. του Ν., κατοίκου ... και β) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 18/2021 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαρίσης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για τον καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login