ΑΡΙΘΜΟΣ ΒΟΥΛΕΥΜΑΤΟΣ
/2022
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΤΡΙΠΟΛΗΣ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Παρασκευή Μπουρέλου, Πρόεδρο Πλημμελειοδικών, Ανδρέα Περγιαλιώτη, Πλημμελειοδίκη, και Κωνσταντινιά Χαριστού, Πλημμελειοδίκη-Εισηγήτρια.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ μυστικά στο ακροατήριο συνεδριάσεων του Πλημμελειοδικείου Τρίπολης, την 28η-01-2022, παρουσία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αντωνίου Τάταρη, και της Γραμματέα Κανέλλας Δέμου, προκειμένου να σκεφτεί και αποφασίσει για την παρακάτω ποινική υπόθεση, στην οποία η Εισαγγελέας, Αθανασία Παντελέου, Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, υπέβαλε προς το Συμβούλιο αυτό τη με αριθμ. 3/2022 έγγραφη πρότασή της, η οποία έχει ως εξής:
«Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30§2, 138§1 ΚΠΔ και των άρθρων 105Β-110Α ΠΚ, τη με αριθμό πρωτοκόλλου 6465/10.12.2021 αίτηση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Τρίπολης, διαβιβασθείσα ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρίπολης στις 14.1.2021, δια της οποίας υποβάλλεται αίτημα για την υφ’ όρον απόλυση του …, και εκθέτω τα ακόλουθα:
Από τις διατάξεις των άρθρων 105Β παρ. 1, 2, 4, 5, 106 και 110 παρ. 1, 2 του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι όσοι καταδικάστηκαν σε στερητική της ελευθερίας ποινή μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο της ανάκλησης, σύμφωνα με τις πιο κάτω διατάξεις, εφόσον έχουν εκτίσει σε περίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης τα τρία πέμπτα αυτής. Με το Ν. 4855/2021 (έναρξη ισχύος την 12-11-2021, ημέρα δημοσίευσης, άρθρο 203 Ν. 4855/2021) προστέθηκε μία υποπερίπτωση στην κατηγορία των καταδικασθέντων με πρόσκαιρη κάθειρξη. Πιο συγκεκριμένα πλέον ορίζεται ότι όσοι έχουν καταδικασθεί σε πρόσκαιρη κάθειρξη για τα εγκλήματα των άρθρων 22 και 23 του ν. 4139/2013, 134, 187, 187 Α, των περ. γ΄ και δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 265, της παρ. 1 του άρθρου 299, των άρθρων 323Α, 324, 380, 385, καθώς και για αυτά του 19ου κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του παρόντος Kώδικα θα δικαιούνται του ευεργετήματος της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης, εφόσον έχουν εκτίσει τα τέσσερα πέμπτα της ποινής τους. 2. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης δεν απαιτείται να έχει καταστεί η καταδίκη αμετάκλητη 4. Αν ο καταδικασθείς εργάζεται, κάθε ημέρα εργασίας υπολογίζεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της σωφρονιστικής νομοθεσίας 5. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά είτε κατά την προηγούμενη παράγραφο είτε κατά τις ειδικές διατάξεις που προβλέπουν αντίστοιχο υπολογισμό 6. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον καταδικασθέντα απόλυση υπό όρο, αν δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με τα δύο πέμπτα της ποινής που του επιβλήθηκε και όσον αφορά στα αδικήματα, που αναφέρθηκαν στην πρώτη παράγραφο, για τα οποία εισήχθη διαφοροποίηση με το Ν. 4855/2021, ο καταδικασθείς θα πρέπει να έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για διάστημα ίσο με τα τρία πέμπτα της ποινής του. Με το ακριβώς επόμενο κατά σειρά άρθρο, το οποίο κατά τα ουσιώδη τμήματά του έχει παραμείνει αναλλοίωτο από τη νομοθετική μεταβολή που επέφερε ο Ν. 4855/2021, προβλέπεται ότι «1. Η απόλυση υπό όρο μπορεί να μην χορηγηθεί αν κριθεί με ειδική αιτιολογία ότι η διαγωγή του καταδικασθέντος, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Μόνη η αναιτιολόγητη επίκληση πειθαρχικού παραπτώματος κατά την έκτιση της ποινής δεν αρκεί για τη μη χορήγηση της απόλυσης. 2. Στον απολυόμενο μπορούν να επιβληθούν ορισμένες υποχρεώσεις που θα αφορούν τον τρόπο της ζωής του και ιδίως τον τόπο διαμονής του, με ανάλογη εφαρμογή των περ. δ΄ έως ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 99. Οι υποχρεώσεις αυτές, όπως και αυτές που επιβάλλονται από τον νόμο, μπορούν πάντοτε να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν αυτεπάγγελτα ή με αίτηση εκείνου που απολύθηκε. 3. Η εποπτεία για την τήρηση των κατά την προηγούμενη παράγραφο υποχρεώσεων μπορεί να ανατεθεί και σε εταιρεία προστασίας αποφυλακιζομένων». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 110 «1. Για τη χορήγηση της απόλυσης υπό όρο αποφασίζει το συμβούλιο των πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Ο καταδικασθείς κλητεύεται υποχρεωτικά δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, κατά την οποία μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με συνήγορο που διορίζει με απλό έγγραφο θεωρημένο από τον διευθυντή της φυλακής ή τις αρμόδιες αρχές. 2. Η απόλυση υπό όρο χορηγείται με αίτηση της διεύθυνσης του καταστήματος στο οποίο κρατείται ο καταδικασθείς. Η αίτηση υποβάλλεται δύο μήνες πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου που προβλέπει το άρθρο 105Β. Αν η διεύθυνση του καταστήματος κρίνει ότι συντρέχουν προϋποθέσεις για τη μη χορήγηση της απόλυσης, υποβάλλει σχετική αναφορά μαζί με έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήματος στον εισαγγελέα των πλημμελειοδικών, ο οποίος την εισάγει στο συμβούλιο». Η απόλυση υπό όρο αποτελεί έναν από τους προοδευτικούς μηχανισμούς του ουσιαστικού ποινικού δικαίου εντασσόμενος στον ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα, που αποσκοπεί τόσο στην κοινωνική επανένταξη του κρατουμένου όσο και στην ειδική πρόληψη του ποινικού δικαίου. Για το λόγο αυτό, όποιος απολύεται από κατάστημα κράτησης υπό όρο δεν απαλλάσσεται από την ποινή αλλά εξακολουθεί να τελεί σε καθεστώς έκτισης της ποινής, η οποία γίνεται εφεξής με άλλο τρόπο. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι στο άρθρο 465 του νέου ΠΚ προβλέπεται ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΠΚ για την απόλυση υπό όρο εφαρμόζονται για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τη θέση σε ισχύ του παρόντος Ποινικού Κώδικα. Ωστόσο η διάταξη αυτή κατ’ ουσίαν εξειδικεύει τη ρύθμιση του άρθρου 2 παρ. 1 ΠΚ και ως ορθότερη προκρίνεται η ερμηνεία που υπαγορεύει τη λειτουργία των άρθρων 2 παρ.1 και 465 ΠΚ υπέρ του καταδικασμένου με την εφαρμογή πάντα της ευμενέστερης γι’ αυτόν διατάξεως (σχετ. ΓνωμΕισΑΠ, Δημ. Παπαγεωργίου 05/2019, ΑΠ 559/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλωστε, η εν λόγω ρύθμιση δεν τροποποιήθηκε από το Ν. 4855/2021, γεγονός που καθιστά εμφανή τη βούληση του νομοθέτη να μη μεταβληθεί η ήδη σχεδόν παγιωμένη ως άνω άποψη. Εξάλλου, για το ζήτημα της εφαρμοστέας διάταξης στην περίπτωση της πρόσκαιρης κάθειρξης, που εν προκειμένω ενδιαφέρει, έχει εκδοθεί και η με αριθμό 6/2020 Γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (Δημ. Παπαγεωργίου). Αναλυτικότερα, από τη σύγκριση των διατάξεων αφενός μεν του άρθρου 105 παρ. 1 και 5 του προϊσχύοντος ΠΚ και αφετέρου του άρθρου 105Β παρ. 1 και 6 του ισχύοντος ΠΚ προκύπτει ότι ναι μεν και οι δύο ρυθμίσεις ορίζουν μπορεί να απολυθούν υπό όρο, όσοι καταδικάσθηκαν και έχουν εκτίσει τα 3/5 της ποινής τους, ωστόσο η τωρινή διάταξη απαιτεί περαιτέρω και πραγματική έκτιση των 2/5 της ποινής, ενώ η προγενέστερη έθετε ως προϋπόθεση την πραγματική έκτιση του 1/3 της επιβληθείσας ποινής και ως εκ τούτου τυγχάνει ευμενέστερη και συνεπώς εφαρμοστέα σύμφωνα και με όσα ανωτέρω διαλαμβάνονται. Η ίδια λύση θα πρέπει να προκριθεί και στην περίπτωση του καταδικασθέντος για κάποιο από τα περιοριστικά αναφερόμενα αδικήματα του δευτέρου εδαφίου της έκτης παραγράφου του άρθρου 105Β ΠΚ, για τον οποίον τα όρια της ποινής, που θα πρέπει να εκτίσει για να δικαιούται να απολυθεί με τον όρο της ανάκλησης, θα πρέπει να υπολογισθούν με βάση το πλαίσιο που ισχύει γενικά για τους καταδικασθέντες με πρόσκαιρη κάθειρξη, χωρίς να ληφθεί υπόψη η επιβαρυντική υποπερίπτωση, που εισήχθη με το Ν. 4855/2021. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω τυπικές προϋποθέσεις, η απόλυση χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 106 παρ.1 του ΠΚ, το Συμβούλιο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιοποίνων πράξεων. Συνεπώς η υφ’ όρον απόλυση του καταδίκου χορηγείται υποχρεωτικώς, εκτός αν το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι η διαγωγή αυτού κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του, συμπεριλαμβανομένης και της προσωπικής κράτησής του, δεν υπήρξε καλή ή υπήρξε μόνο κατ’ επίφαση καλή και για αυτό καθίσταται αναγκαία η συνέχεια της κράτησής του. Για την αξιολόγηση της διαγωγής του καταδικασθέντος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του όπως αυτή εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της κράτησής του και για τη αξιολόγηση της επικινδυνότητας του πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο χαρακτήρας του, όπως αυτός αντικατοπτρίζει προς τα έξω την πραγματική ή όχι βελτίωσή του. Αντίθετα δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που ανάγονται στον προ της καταδίκης του χρόνο και δη στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε στην προηγούμενη ζωή του και τις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις αφού τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν κατά το άρθρο 79 του ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής του (ΟλΑΠ 4/1997 Ποιν. Χρον. ΜΖ’ 1476). Εξάλλου, η απόλυση με όρους είναι στάδιο εκτέλεσης της ποινής υπό καθεστώς ελεγχόμενης ελευθερίας και αποβλέπει στη βελτίωση του καταδίκου και την ταχύτερη κοινωνική του επανένταξη. Δεν είναι μέτρο επιείκειας, ούτε προσωπικό ευεργέτημα ούτε πολύ περισσότερο χάρη ή απαλλαγή από την ποινή του. Ο απολυθείς θεωρείται ότι τελεί sub poena, δεν τερματίζει δηλ. την ποινή του αλλά την εκτίει με περιορισμένη δοκιμαστική ελευθερία (ΓνμΕισΑΠ (Φ. Μακρή) 11/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πέρα από τις τυπικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της υφ’ όρον απόλυσης, που καθορίζονται από το άρθρο 105Β ΠΚ και τις ουσιαστικές που προβλέπονται στο άρθρο 106 ΠΚ, ο θεσμός συμπληρώνεται από τα επόμενα άρθρα σύμφωνα με τα οποία στον απολυόμενο μπορούν να επιβληθούν ορισμένες υποχρεώσεις που θα αφορούν τον τρόπο ζωής του και ιδίως τον τόπο της διαμονής του (106 ΠΚ), τις οποίες θα πρέπει να τηρεί κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας. Οι υποχρεώσεις αυτές, όπως και αυτές που επιβάλλονται από το νόμο, μπορούν πάντοτε να ανακληθούν ή να τροποποιηθούν με αίτηση του απολυομένου ή και αυτεπαγγέλτως.
Από τα συνημμένα στην ανωτέρω αίτηση έγγραφα προκύπτει ότι ο … κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης δυνάμει της με αριθμούς 110,123,124/2016 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, εκτίοντας συνολική ποινή κάθειρξης διακοσίων είκοσι (220) ετών, για τις πράξεις α) της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, που δεν συμπλήρωσαν τα 14 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση από γυμναστή - εκπαιδευτικό, β) της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, που συμπλήρωσαν τα 14 έτη, από γυμναστή - εκπαιδευτικό, γ) της αποπλάνησης παιδιών που δεν συμπλήρωσαν τα 12 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση, δ) της αποπλάνησης παιδιών που συμπλήρωσαν τα 12 έτη, όχι όμως και τα 14 κατά συρροή και εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα και ε) της αποπλάνησης παιδιών νεότερων των 15 ετών που συμπλήρωσαν τα 14 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση σε απόπειρα, που τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως το έτος 2011, εκ των οποίων εκτιτέα είναι τα είκοσι (20) έτη, δυνάμει της αριθμ. 19/17-2-2020 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς. Για την ίδια αιτία κρατήθηκε από 1-12-2011 έως 22-4-2020, ήτοι για οχτώ (8) έτη, τέσσερις (4) μήνες και είκοσι μία (21) ημέρες, οπότε και απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης δυνάμει του με αριθμό 68/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γρεβενών. Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό 44/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, διατάχθηκε η εξαφάνιση του ως άνω βουλεύματος, η σύλληψη και φυλάκιση προς έκτιση της ποινής. Αναφυλακίστηκε στις 9- 7-2020, έκτοτε δε, ως την 10.12.2021 (ημερομηνία σύνταξης πίνακα υπολογισμού ποινής) έχει εκτίσει με συνυπολογισμό της προηγούμενης κράτησής του και της προσωρινής του δεκατέσσερα (14) έτη, δύο (2) μήνες και δώδεκα (12) ημέρες.
Ως εκ τούτου ο προαναφερόμενος κατάδικος έχει ήδη στις 28.9.2019 συμπληρώσει το κατά νόμο ελάχιστο όριο των 3/5 της καταγνωσθείσας ποινής και πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις για την υφ’ όρον απόλυσή του δεδομένου και του γεγονότος ότι ήδη από τις 17.10.2018 έχει εκτίσει πραγματικά το 1/3 της ως άνω ποινής του (σχετ. τον από 10.12.2021 Πίνακας Υπολογισμού της ποινής του). Επισημαίνεται ότι η προγενέστερη διάταξη του άρθρου 105 παρ.6 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορούσε να χορηγηθεί υφ’ όρον απόλυση αν ο κατάδικος δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το 1/3 της ποινής που του επιβλήθηκε, τυγχάνει ευμενέστερη σε σχέση με την ισχύουσα αντίστοιχη διάταξη, η οποία προϋποθέτει ο καταδικασθείς σε ποινή κάθειρξης να έχει παραμείνει στο κατάστημα κράτησης χρονικό διάστημα ίσο με τα 2/5 της επιβληθείσας ποινής και ως εκ τούτου είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω για το λόγο ότι ο ουσιαστικός χαρακτήρας του μηχανισμού της υφ’ όρον απόλυσης έχει ως συνέπεια ότι ενεργοποιούνται οι ισχύουσες στο άρθρο 2 ΠΚ αρχές της αναδρομικής εφαρμογής του ηπιότερου νόμου και της απαγόρευσης της αναδρομικής εφαρμογής του αυστηρότερου ποινικού νόμου. Η ίδια ως άνω απάντηση θα πρέπει να δοθεί και στην προβληματική που αναπτύχθηκε ανωτέρω και αναφύεται εν προκειμένω, διότι ο … με τη με αριθμούς 110,123,124/2016 απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, καταδικάσθηκε για πράξεις του 19ου Κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα ανωτέρω, αλλά και στη μείζονα σκέψη της παρούσης διαλαμβάνονται, η περίπτωση του ως άνω καταδικασθέντα για τα ποινικά αδικήματα του 19ου Κεφαλαίου του Ποινικού Κώδικα, θα πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του προϊσχύσαντος γενικού πλαισίου, στο οποίο εντάσσονταν όλες οι περιπτώσεις καταδίκης σε πρόσκαιρη κάθειρξη, χωρίς να ληφθεί υπόψη η μεταγενέστερη διαφοροποίηση, που επήλθε με το Ν. 4855/2021 και δυσχεραίνει τη θέση του.
Επομένως συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις παροχής του ευεργετήματος της υπό όρους απόλυσης και κατά συνέπεια ερευνητέο τυγχάνει αν συντρέχουν και οι ουσιαστικές. Από τα συνημμένα στην αίτηση έγγραφα, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής του, ο ως άνω κατάδικος δεν έχει υποπέσει ποτέ σε πειθαρχικό παράπτωμα, όπως προκύπτει από τη οικεία βεβαίωση του Καταστήματος Κράτησης Τρίπολης, ενώ του έχουν χορηγηθεί συνολικά έξι (6) τακτικές άδειες απουσίας από τα Καταστήματα Κράτησης και έκανε καλή χρήση αυτών. Ωστόσο, η προσαρμογή του καταδίκου στο καθημερινό πρόγραμμα και στους κανόνες της φυλακής σε συνδυασμό με την έλλειψη πειθαρχικών παραπτωμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει αλάνθαστη ένδειξη για την ανυπαρξία μελλοντικής υποτροπής του, καθώς η συμπεριφορά του αυτή μπορεί να είναι προσποιητή χωρίς βούληση μεταβολής του χαρακτήρα, εφόσον κύριος σκοπός είναι η απόλαυση των παρεχόμενων προνομίων (όπως οι άδειες και η υφ` όρον απόλυση) ως αντάλλαγμα της φερόμενης καλής διαγωγής, η οποία όμως είναι σκοπούμενη και δεν ενέχει το στοιχείο της πρωτοβουλίας και της ακούσιας αποδοχής. Σε κάθε περίπτωση, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει διαφοροποίηση της προσωπικής κατάστασης του καταδίκου και απεξάρτησή του από την έξη της παιδοφιλίας, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να δημιουργείται βάσιμη προσδοκία ότι θα ενταχθεί ομαλά στην κοινωνία και δεν θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα όμοιες μ’ αυτές για τις οποίες καταδικάστηκε. Μετά ταύτα, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθώς δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του νόμου για τη χορήγηση της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να απορριφθεί ως αβάσιμο στην ουσία του το από 10.12.2021 αίτημα για την υπό τον όρο της ανάκλησης απόλυση από τις φυλακές του …, κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης..
Τρίπολη, 17.1.2022
Η Εισαγγελέας
Αθανασία Χρ. Παντελέου
Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών»
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105-110 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση βάσει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 465 του νέου ΠΚ, προκύπτει ότι όποιος καταδικάστηκε σε ποινή στερητική της ελευθερίας μπορεί να απολυθεί με τον όρο της ανάκλησης, αφού εκτίσει, προκειμένου για κάθειρξη, τα τρία πέμπτα (3/5) της ποινής του, και εφόσον έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο (1/3) της ποινής που του επιβλήθηκε (αναφορικά με την εφαρμογή του προγενέστερου δικαίου σε σχέση με το ισχύον σήμερα άρθρο 105β ΠΚ μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4855/2021 παραπέμπουμε στις ορθές νομικές σκέψεις της προπαρατιθέμενης εισαγγελικής πρότασης προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων). Εξάλλου, εκτιθείσα θεωρείται και η ποινή που έχει υπολογιστεί ευεργετικά. Για την απόλυση αποφασίζει το Συμβούλιο του τόπου έκτισης της ποινής, ύστερα από αίτηση της Διεύθυνσης του καταστήματος στο οποίο κρατείται ο κατάδικος. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω τυπικές προϋποθέσεις, η απόλυση υπό όρο χορηγείται οπωσδήποτε, εκτός αν, σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 106 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, το Συμβούλιο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι η διαγωγή του καταδίκου, κατά την έκτιση της ποινής του, καθιστά απολύτως αναγκαία την συνέχιση της κράτησής του για να αποτραπεί η τέλεση από αυτόν νέων αξιόποινων πράξεων. Από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι, εφόσον συντρέχει η τυπική προϋπόθεση της εκτίσεως του μέρους της ποινής που προβλέπει το άρθρο 105 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, η υφ’ όρον απόλυση του καταδίκου χορηγείται υποχρεωτικά, εκτός αν το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο κρίνει με ειδική αιτιολογία, ότι η διαγωγή αυτού κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής του, συμπεριλαμβανομένης και της προσωπικής κράτησής του, δεν υπήρξε καλή ή υπήρξε κατ’ επίφαση καλή, και ως εκ τούτου υπάρχει κίνδυνος ότι, αν απολυθεί υπό όρους, θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η συνέχιση της κράτησής του. Για τη μεν αξιολόγηση της διαγωγής του καταδίκου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εν γένει συμπεριφορά του, όπως εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησής του, για τη δε αξιολόγηση της επικινδυνότητας αυτού προς τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο χαρακτήρας του, όπως διαγιγνώσκεται με βάση την όλη διαγωγή του κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής του. Αντίθετα, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που ανάγονται στον προ της καταδίκης του χρόνο και δη στην πράξη για την οποία καταδικάστηκε, στην προηγούμενη ζωή του, και τις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις, αφού τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν κατ’ άρθρο 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής του (ΟλΑΠ 4/1997, ΓνωμΕισΑΠ 1392/1995 ΕλλΔνη 36.1672, ΣυμβΠλημΠειρ 861/2007, ΠοινΔικ 2009.50). Συνεπώς, υπό την ως άνω νομοθετική ρύθμιση, η καλή διαγωγή του κρατουμένου έχει αναχθεί σε μοναδικό ουσιαστικό κριτήριο χορήγησης της απόλυσης υπό όρο, δεδομένου και του ότι σκοπός της ποινής κατά το στάδιο της έκτισης, κατά το οποίο έχει πλέον εξατομικευτεί, είναι κυρίως η ειδική πρόληψη (ΟλΑΠ 4/1998, ΟλΑΠ 4/1997 ό.π.). Περαιτέρω, κατ’ ορθή ερμηνεία της έννοιας της καλής διαγωγής του κρατουμένου, ως τέτοια δεν νοείται μόνο η εξωτερικά καλή συμπεριφορά, που συνίσταται (μεταξύ άλλων) στην έλλειψη σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων κατά τη διάρκεια της κράτησης ή στην τήρηση των όρων τυχόν χορηγηθείσας τακτικής άδειας (ΣυμβΕφΠειρ 24/2014, ΣυμβΕφΝαυπλ 86/1998, ΣυμβΕφΠατρ 247/1996, ΣυμβΠλημμΠειρ 945/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αλλά γενικά η θετική συμπεριφορά, η αληθής και πραγματική ή εσωτερική, που πηγάζει από την ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς, η οποία συνιστά το θεμέλιο της καλής διαγωγής, αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητας και αποδεικνύει την ηθική βελτίωση του καταδίκου (ΣυμβΕφΘράκης 2/2001 ΠοινΔικ 2002.519, ΣυμβΠλημΠειρ 945/2013 ό.π., ΣυμβΠλημΠειρ 326/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Γαρδίκα, Εγκληματολογία, τόμος Γ`, Σωφρονιστική, 1965, σελ. 432 επ., Γ. Σταθέα, Προϋποθέσεις της υφ` όρον απολύσεως του εκτίοντος ποινή καταδίκου, ΠοινΧρ ΜΖ`,1563). Και τούτο, διότι η απόλυση υπό όρο δεν αποτελεί χάρη ή άφεση ποινής, αλλά παροχή δυνατότητας στον κατάδικο να επανενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο (ΣυμβΕφΠατρ 141/1999 ΠοινΧρ ΜΘ΄.762, ΣυμβΕφΚερκ 28/1999 ΠοινΧρ Ν΄.79), γι’ αυτό και πρέπει να ερευνάται κατά πόσο ο κατηγορούμενος παρέχει βάσιμη προσδοκία έντιμου βίου στο μέλλον, και δη, ότι μπορεί ακινδύνως να επανέλθει στην κοινωνία. Συνεπώς, η πειθήνια προσαρμογή του κρατουμένου στο καθημερινό πρόγραμμα της φυλακής δεν μπορεί να αποτελέσει αλάνθαστη ένδειξη για την ανυπαρξία μελλοντικής υποτροπής του, καθώς η προσαρμογή αυτή μπορεί να είναι προσποιητή, χωρίς βούληση μεταβολής του χαρακτήρα, εφόσον κύριος σκοπός είναι η απόλαυση των παρεχόμενων προνομίων, ως αντάλλαγμα της φερόμενης καλής διαγωγής, η οποία όμως είναι σκοπούμενη, διαμορφώνεται υπό την απειλή πειθαρχικών ποινών και δεν ενέχει το στοιχείο της πρωτοβουλίας και της εκούσιας αποδοχής (ΑΠ 368/1990 ΠοινΧρ 1991,23, ΣυμβΠλημΠειρ 945/2013, Γρ. Πεπόνης, Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών "η υπό όρο απόλυση" ΠοινΧρ 1999,183). Επιπροσθέτως, για την εκτίμηση της διαγωγής κατ’ άρθρο 106 ΠΚ λαμβάνεται υπόψη και η μεταμέλεια, η έμπρακτη και αληθινή, η μη περιορισμένη σε προσχηματική ή ρηματικού τύπου δήλωση για λύπη ή συγνώμη (βλ. ΑΠ 809/1997 ΠοινΧρ 1998,248). Εξάλλου, με δεδομένο ότι η υφ’ όρον απόλυση, ως θεσμός, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της ειδικής πρόληψης, ενώ συνιστά σοβαρό βελτιωτικό μέσο του καταδίκου και συμβάλλει ουσιωδώς στην άσκηση αντεγκληματικής πολιτικής και, ενόψει του ότι στον νόμο δεν προσδιορίζεται η έννοια της καλής διαγωγής, το αρμόδιο Συμβούλιο επιβάλλεται να ελέγχει οποιαδήποτε μορφή διαγωγής, η οποία προκύπτει από τη συνολική προσωπικότητα και να μην αρκείται για τον σχηματισμό της κρίσης του στην απλή έκφραση της τυπικής φράσης περί «καλής διαγωγής», όπως διαπιστώνεται από τον διευθυντή της φυλακής ή τον εκάστοτε κοινωνικό λειτουργό. Επομένως, η γνώμη του διευθυντή των φυλακών δεν είναι αποκλειστική και δεσμευτική, γιατί άλλως η δικαστική κρίση του Συμβουλίου θα ήταν ελλιπής και θα στερούνταν της κατά νόμο αιτιολογίας κατ` άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Επιπλέον, σε μια τέτοια περίπτωση, το Συμβούλιο θα αποτελούσε ένα απλό ενδιάμεσο όργανο, χωρίς εξουσία, γεγονός ανεπίτρεπτο, αφού ο νόμος αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα της χορήγησης ή μη του ευεργετήματος της υφ’ όρον απόλυσης στο Συμβούλιο, χωρίς δέσμευση από διοικητικό όργανο (ΣυμβΠλημΒολ 76/2018, ΣυμβΠλημμΠειρ 945/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 110 παρ. 1 του νέου ΠΚ, το οποίο τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, ως ευμενέστερη προς τον καταδικασθέντα διάταξη, δοθέντος ότι διασφαλίζεται το δικαίωμα ακροάσεώς του, «Για τη χορήγηση της απόλυσης υπό όρο αποφασίζει το συμβούλιο των πλημμελειοδικών του τόπου έκτισης της ποινής. Ο καταδικασθείς κλητεύεται υποχρεωτικά δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, κατά την οποία μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με συνήγορο που διορίζει με απλό έγγραφο θεωρημένο από τον διευθυντή της φυλακής ή τις αρμόδιες αρχές». Η προσωπική εμφάνιση του καταδίκου συνιστά αποδεικτικό μέσο και τα μέλη του Συμβουλίου, καθώς και ο τυχόν παριστάμενος Εισαγγελέας δικαιούνται να υποβάλουν ερωτήσεις, ώστε να οδηγηθεί (το Συμβούλιο) στο ορθό, κατά το δυνατόν, συμπέρασμα (βλ. ΣυμβΠλημΠειρ 326/2004 ΠοινΔνη 2004.413, Σταθέα, ό.π., Γ. Πεπονή, Η υφ’ όρον απόλυση μετά το άρθρο 33 παρ. 2 του Ν. 2172/1993 ΠοινΧρ ΜΘ`, 183).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, παραδεκτά και νόμιμα εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου τούτου (αρθρ. 30 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1 εδ. β’ του νέου ΚΠΔ που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 και ισχύει από 01-07-2019, και 110 του ισχύοντος ΠΚ), η με αριθμό πρωτ. 6465/10-12-2021 διαβιβασθείσα από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης του Καταστήματος Κράτησης Τρίπολης αίτηση υφ’ όρον απόλυσης του κρατουμένου …. Ο ανωτέρω κατάδικος έλαβε γνώση της εισαγγελικής πρότασης από τον Γραμματέα του Κ.Κ. Τρίπολης, όπως προκύπτει από την από 17-01-2022 βεβαίωση της Γραμματέα της Εισαγγελίας Τρίπολης, ενώ, καθώς τούτο κρίθηκε αναγκαίο για τη διερεύνηση της διαγωγής του καταδίκου και έχοντας αυτός παραιτηθεί της προθεσμίας της κλήτευσης ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, διετάχθη, κατ’ άρθρο 110 παρ. 1 ΠΚ, η εμφάνισή του ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου (βλ. την από 21-01-2022 Πράξη της Προέδρου του Συμβουλίου), ο δε κρατούμενος εμφανίστηκε αυτοπροσώπως κατά την ανωτέρω αναφερόμενη συνεδρίαση και κατέθεσε σχετικά. Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από τα περιεχόμενα στη δικογραφία έγγραφα και από αυτά που ο ίδιος ο καταδικασθείς προσκόμισε, από το υπόμνημα που κατέθεσε και όσα εξέθεσε ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, καθώς και από την εν γένει εκτίμηση της προσωπικότητάς του κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του παρόντος Συμβουλίου, προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο … κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης δυνάμει της με αριθμούς 110,123,124/2016 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, εκτίοντας συνολική ποινή κάθειρξης διακοσίων είκοσι (220) ετών, εκ των οποίων εκτιτέα είναι τα είκοσι (20) έτη για τις πράξεις α) της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, που δεν συμπλήρωσαν τα 14 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση από γυμναστή - εκπαιδευτικό, β) της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, που συμπλήρωσαν τα 14 έτη, από γυμναστή - εκπαιδευτικό, γ) της αποπλάνησης παιδιών που δεν συμπλήρωσαν τα 12 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση, δ) της αποπλάνησης παιδιών που συμπλήρωσαν τα 12 έτη, όχι όμως και τα 14 κατά συρροή και εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα και ε) της αποπλάνησης παιδιών νεότερων των 15 ετών που συμπλήρωσαν τα 14 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση σε απόπειρα, τις οποίες τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως το έτος 2011, στην περιοχή του Ρεθύμνου. Ακολούθως, μετά την υποβληθείσα από 30-01-2020 αίτηση του κρατουμένου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 19/17-02-2020 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, με την οποία καθορίσθηκε ότι, από τη συνολική ποινή των διακοσίων είκοσι (220) ετών που επιβλήθηκε στον ως άνω καταδικασθέντα και εκεί αιτούντα, εκτιτέα είναι τα είκοσι (20) έτη, η οποία, ωστόσο, ανακλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 19α/2020/08-06-2021 Διάταξη του ίδιου Εισαγγελέα, με την οποία επανακαθορίσθηκε ότι από την ανωτέρω συνολικώς επιβληθείσα ποινή εκτιτέα είναι τα είκοσι πέντε (25) έτη. Εν συνεχεία, με το άρθρο 184 του Ν. 4855/2021 (με έναρξη ισχύος 12-11-2021, ΦΕΚ Α’ 215/12-11-2021) προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 465 του νέου ΠΚ στην οποία ορίζεται ότι «Για τους μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα [ν. 4619/2019 (Α` 95)] καταδικασθέντες αμετακλήτως σε πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, για τις οποίες καθορίστηκε, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 94 ΠΚ, συνολική ποινή υπερβαίνουσα τα είκοσι (20) ή δεκαπέντε (15) έτη πρόσκαιρης κάθειρξης, καθώς και τα οχτώ (8) ή πέντε (5) έτη φυλάκισης αντίστοιχα, ως εκτιτέα ποινή για την απόλυση υπό όρο αυτών λογίζονται τα είκοσι (20), δεκαπέντε (15), οχτώ (8) και πέντε (5) έτη, αντίστοιχα», επιλύοντας ο νομοθέτης οριστικά με τη ρύθμιση αυτή την μέχρι τότε ανακύψασα διχογνωμία αναφορικά με τον αριθμό των εκτιτέων ετών στις περιπτώσεις που η συνολική ποινή ξεπερνούσε τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη, για τους καταδικασθέντες πριν την έναρξη ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών σε εκτέλεση της προαναφερόμενης ήδη αμετάκλητης απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά κρατήθηκε από 1-12-2011 έως 22-4-2020, ήτοι για οχτώ (8) έτη, τέσσερις (4) μήνες και είκοσι μία (21) ημέρες, οπότε και απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης δυνάμει του με αριθμό 68/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γρεβενών. Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό 44/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, διατάχθηκε η εξαφάνιση του ως άνω βουλεύματος, η σύλληψη και φυλάκιση προς έκτιση της επιβληθείσας ποινής. Αναφυλακίστηκε την 09- 07-2020, έκτοτε δε, ως την 10-12-2021 (ημερομηνία υποβολής της κρινόμενης αίτησης) έχει εκτίσει με συνυπολογισμό της προηγούμενης κράτησής του και της προσωρινής του δεκατέσσερα (14) έτη, δύο (2) μήνες και δώδεκα (12) ημέρες. Ως εκ τούτου ο αιτών έχει ήδη την 21-04-2020 συμπληρώσει το κατά νόμο ελάχιστο όριο των 3/5 της καταγνωσθείσας ποινής και πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις για την υφ’ όρον απόλυσή του δεδομένου και του γεγονότος ότι ήδη από τις 31-07-2018 έχει εκτίσει πραγματικά το 1/3 της ως άνω ποινής του [σημειωτέου ότι στον από 10-12-2021 πίνακα υπολογισμού της ποινής του κρατουμένου, αυτός (υπολογισμός) έγινε λανθασμένα με βάση την υπ’ αριθμ. 19α/2020/08-06-2021 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Πειραιά σύμφωνα με την οποία, ως προεκτέθηκε, προσδιορίσθηκε ότι από την συνολικά επιβληθείσα ποινή κάθειρξης των 220 ετών εκτιτέα είναι τα εικοσιπέντε έτη και όχι τη μεταγενέστερη προπαρατεθείσα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 465 ΠΚ]. Επομένως, συντρέχει η τυπική προϋπόθεση για τη χορήγηση της υφ' όρον απόλυσής του. Ο κρατούμενος, σε περίπτωση απόλυσής του, σκοπεύει να διαμείνει στη Μεταμόρφωση Αττικής. Επίσης, σύμφωνα με τις από 10-12-2021 βεβαιώσεις του Καταστήματος Κράτησης Τρίπολης, ο ανωτέρω κατάδικος, κατά τη διάρκεια της κράτησής του σε αυτό, επέδειξε καλή διαγωγή, δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά, και έχει λάβει συνολικά έξι τακτικές άδειες εξόδου. Ωστόσο, πέραν της απλής αναφοράς που γίνεται στις ως άνω υπηρεσιακές βεβαιώσεις σχετικά με την προθυμία του να εργαστεί και την υπακοή του στους κανονισμούς της φυλακής, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, αλλά ούτε και διευκρινίζεται σε τι ειδικότερα συνίσταται η καλή αυτή διαγωγή. Επίσης, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει η ηθική βελτίωση του εν λόγω κρατουμένου, η μεταμέλεια αυτού και ενδεχομένως και άλλα στοιχεία, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, τα οποία είναι αναγκαία για την έρευνα της προσωπικότητάς του. Ενόψει τούτου, διετάχθη, κατά τα προεκτεθέντα, η εμφάνιση του κρατουμένου ενώπιον του Συμβουλίου τούτου, προς τον σκοπό παροχής εξηγήσεων, από την οποία όμως δεν διαμορφώθηκε θετική γνώμη για την προσωπικότητά του και, συνακόλουθα, για τη δυνατότητα επιστροφής του στον ελεύθερο κοινωνικό βίο. Ειδικότερα, από την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του κρατουμένου στο παρόν Συμβούλιο και τη συνολική εκτίμηση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς του, δεν προκύπτει ότι έχει επέλθει ο ποινικός σωφρονισμός και η ηθική βελτίωση αυτού, καθόσον δεν προέκυψε ότι αυτός έχει αναπτύξει αληθινά αισθήματα μετάνοιας και ενοχής για τις αξιόποινες πράξεις που τέλεσε. Ειδικότερα, ο ως άνω κρατούμενος, ερωτηθείς σχετικά για τα αίτια που τον ώθησαν στην τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε και εάν, καθ` όλο το χρονικό διάστημα της κράτησής του, αναλογίστηκε και συναισθάνθηκε, τις πράξεις του αυτές, δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις στο Συμβούλιο, γεγονός που καταδεικνύει ότι ουδόλως αναλογίστηκε τις πράξεις του κατά τη διάρκεια της κράτησής του, αρκούμενος απλώς στην επανειλημμένη δήλωσή του ότι «βρέθηκε να συμμετέχει σε μια πολυπληθή αδελφότητα στο Ρέθυμνο της Κρήτης και λειτούργησε με τον κώδικα της αδελφότητας», χαρακτηρίζοντας ως «ολέθριο λάθος το να εμπλακεί σε μια τέτοια αδελφότητα», επιρρίπτοντας τις ευθύνες της εγκληματικής του συμπεριφοράς στα πολυάριθμα ανήλικα θύματά του. Ειδικότερα, υπήρξε διαρκής και σταθερή η πεποίθησή του ότι τα 36 ανήλικα αγόρια, που υπήρξαν θύματα των ενεργειών του, είχαν συστήσει μια «αδελφότητα», στην οποία ο ίδιος από λάθος συμμετείχε, γεγονός στο οποίο οφείλονται οι άδικες και παράνομες πράξεις για τις οποίες ο ίδιος κρατείται, στις οποίες, ωστόσο, ουδόλως αναφέρθηκε, περιοριζόμενος να χαρακτηρίσει ως «απαράδεκτη» τη «συμπεριφορά» του. Από τα ανωτέρω, αλλά και από όλη τη στάση του κρατουμένου κατά την επικοινωνία του με το Συμβούλιο, στα πλαίσια της αυτοπρόσωπης παράστασής του ενώπιον αυτού, με σαφήνεια και χωρίς καμία αμφιβολία καταδεικνύεται ότι ο τελευταίος, αφενός μεν δεν έχει αντιληφθεί την απαξία των εγκλημάτων τα οποία τέλεσε, αφετέρου δε, ουδόλως προκύπτει ειλικρινής μεταμέλειά του γι’ αυτά. Ως εκ τούτου, δεν παρέχεται προσδοκία εντίμου βίου του στο μέλλον, αλλά αντίθετα καταδεικνύεται ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να επανέλθει ακινδύνως στην κοινωνία, ιδίως μετά τη διαπίστωση του παρόντος Συμβουλίου ότι ο καταδικασθείς έχει ιδεολογικοποιήσει τις άδικες πράξεις για τις οποίες έχει καταδικασθεί, δηλώνοντας ότι τούτες οφείλονται εξαιτίας του χαρακτήρα του, ο οποίος τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν «αντισυμβατικός, προοδευτικός, που λειτουργούσε έξω από όρια». Η δε φερομένη από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης Τρίπολης ως «καλή διαγωγή» του στη φυλακή, είναι φανερό πως είναι προσχηματική και εντάσσεται στα πλαίσια της πειθήνιας προσαρμογής του εν λόγω κρατουμένου στο καθημερινό πρόγραμμα της φυλακής και στους εξισορροπητικούς τρόπους συμπεριφοράς, καθώς επίσης και στη σκοπιμότητά του να κάνει χρήση του ευεργετήματος της υφ` όρον απόλυσης που του παρέχει ο νόμος και δεν έχει καμία σχέση με την ηθική βελτίωση και τον σωφρονισμό του, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, κατά την κρίση του Συμβουλίου, ουδόλως επιτεύχθηκε. Η διαπίστωση αυτή δεν δύναται να αναιρεθεί από το γεγονός ότι ο κατάδικος αυτός δεν άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, κατά της τελεσίδικης και ήδη αμετάκλητης, υπ' αριθμ. 110, 123, 124/2016 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, γεγονός το οποίο ουδόλως αποτελεί κατά την κρίση του Συμβουλίου αυτού ένδειξη μεταμέλειας, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Επίσης, η προσκομισθείσα βεβαιώση συμμετοχής του στις κατηχητικές συναντήσεις κρατουμένων του καταστήματος κράτησης Γρεβενών, που διοργανώνει η Μητρόπολη Γρεβενών, στην οποία σημειώνεται η επιδεικνυόμενη από τον καταδικασθέντα καλή εξωτερική συμπεριφορά και η ανάγκη του για επιστροφή στην προτέρα της καταδίκης του ζωή του, όπως και η βεβαίωση παρακολούθησης συνεδριών με ψυχολόγο τού ως άνω καταστήματος κράτησης και το από 09-12-2020 σημείωμα του ψυχιάτρου Αχιλλέα Οικονόμου, περιοριζόμενα απλώς στη σύσταση παρακολούθησης ψυχοθεραπευτικών συνεδριών, δεν αποτελούν άνευ ετέρου δηλωτικά στοιχεία μεταμέλειας αυτού. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο κρατούμενος πράγματι έχει την πλήρη στήριξη των αδελφών του, ο ένας εκ των οποίων μάλιστα παρέχει σε αυτόν θέση εργασίας στην επιχείρησή του στη Θεσσαλονίκη, προσδοκώντας έτσι ο αιτών εργαζόμενος να πορίζεται εισοδημάτων και να διαβιώνει κατά τον τρόπο αυτό, ωστόσο, η ομαλή ένταξη στο κοινωνικό σύνολο δεν αποσκοπεί μόνο στην εύρεση εργασίας και εσόδων προς αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών, το οποίο αποτελεί ένα στοιχείο, αλλά προέχει να κριθεί θετικά ότι, ο κατάδικος μεταμελήθηκε και παρέχει τα εχέγγυα να επανέλθει ακινδύνως, στον κοινωνικό βίο, στοιχεία που εν προκειμένω δεν συντρέχουν. Ως εκ τούτου, η επιδεικνυόμενη από μέρος του αιτούντος διαγωγή κατά την έκτιση της ποινής του είναι κατ` επίφαση καλή και δεν έχει υπάρξει διαφοροποίηση της προσωπικής του κατάστασης σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργείται βάσιμη προσδοκία ότι, σε περίπτωση αποφυλάκισής του, θα επανενταχθεί ομαλά στην κοινωνία και δεν θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις υπό τις ίδιες ή παρόμοιες περιστάσεις. Γι` αυτό τον λόγο, καθίσταται αναγκαία η συνέχιση της κράτησής του. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της υφ` όρον απόλυσης και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΚΡΙΘΗΚΕ και ΕΓΙΝΕ δεκτό στην Τρίπολη την - -2022 και δημοσιεύτηκε στον ίδιο τόπο την - -2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ