ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η καλή διαγωγή δεν εξαντλείται στην εξωτερικά καλή συμπεριφορά, που συνίσταται μεταξύ άλλων στην έλλειψη σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων κατά τη διάρκεια της κράτησης ή στην τήρηση των όρων τυχόν χορηγηθείσας τακτικής άδειας. Ειδικότερα, ως καλή διαγωγή νοείται η αληθής και πραγματική θετική συμπεριφορά, που πηγάζει από την ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς και η οποία συνιστά το θεμέλιο της διαπιστωμένης καλής διαγωγής, ενώ αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητας και αποδεικνύει την ηθική βελτίωση του κρατούμενου. Και αυτό, διότι η πειθήνια προσαρμογή του κρατούμενου στο καθημερινό πρόγραμμα της φυλακής δεν μπορεί να αποτελέσει αλάνθαστη ένδειξη για την ανυπαρξία μελλοντικής υποτροπής του, καθώς αυτή μπορεί να είναι προσποιητή, χωρίς βούληση μεταβολής του χαρακτήρα, εφόσον κύριος σκοπός είναι η απόλαυση των παρεχομένων προνομίων (όπως και η υφ’ όρον απόλυσή του) ως αντάλλαγμα της φερόμενης καλής διαγωγής, η οποία όμως είναι σκοπούμενη, διαμορφώνεται υπό την απειλή πειθαρχικών κυρώσεων και δεν ενέχει το στοιχείο της πρωτοβουλίας και της εκούσιας αποδοχής. Επίσης, πρέπει να ερευνάται κατά πόσο ο κατάδικος παρέχει προσδοκία εντίμου βίου στο μέλλον και μάλιστα ότι μπορεί να επανέλθει ακινδύνως στην κοινωνία, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της τελευταίας, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής, βελτιώνοντας τον κατάδικο και διευκολύνοντας την κοινωνική του αποκατάσταση (ΟλΑΠ 106/1991, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 634/2019).
ΑΡΙΘΜΟΣ 843/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Μαΐου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Μωραϊτάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως του υπ'αριθμ. 26/2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου. Με κατηγορούμενο τον ……………, κάτοικο ……………., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με ημερομηνία 12 Απριλίου 2023, κρινόμενη έκθεση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, Δέσποινας Χρονοπούλου, έλαβε αριθμό 21/2023 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 363/23.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Μωραϊτάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αδαμαντίας Οικονόμου με αριθμό πρωτ. 84/13.04.2023, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Εισάγω στο Δικαστήριο Σας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 485 παρ. 1 εδ. σ' ΚΠΔ, την υπ’αρ. 21/2023 αναίρεση κατά του υπ’αρ.26/22-3-2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και εκθέτω τα ακόλουθα: Η ανωτέρω αναίρεση ασκήθηκε σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και για τους διαλαμβανόμενους σ'αυτή νόμιμους καιβάσιμους λόγους, στους οποίους και αύθις αναφέρομαι.
Επομένως η ως άνω αναίρεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο αυτό συμβούλιο με άλλη σύνθεση, αφού αυτό είναι δυνατό. Η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αδαμαντία Οικονόμου.»
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 306, 479, 483 παρ. 3 και 484 παρ. 1 ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιουδήποτε βουλεύματος, παραπεμπτικού ή απαλλακτικού, με σχετική δήλωση στον γραμματέα του Αρείου Πάγου μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την έκδοσή του, για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 484 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης (περ. β') και η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (περ. δ’) (ΑΠ177/2022, ΑΠ 570/2021). Η κρινόμενη από 12-4-2023 (αριθμός έκθεσης κατάθεσης: 21/12-4-2023) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή της στη γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου), στρέφεται κατά του υπ’ αριθμ. 26/22-3-2023 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο, αφού έγινε τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή η υπ’ αριθμ. 9/18-3- 2022 ασκηθείσα έφεση εκ μέρους του εκτείοντος ποινή καθείρξεως διακοσίων είκοσι (220) ετών (εκτιτέα τα είκοσι (20) έτη), ……., εξαφανίσθηκε το υπ’ αριθμ. 10/28-2-2022 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρίπολης και διατάχθηκε η υπό τον όρο της ανάκλησης απόλυση του προαναφερθέντος …… από το Σωφρονιστικό Κατάστημα Τρίπολης υπό τους αναφερόμενους σ’ αυτό (βούλευμα) όρους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και ειδικότερα, εντός ενός μηνός από την έκδοση του βουλεύματος (άρθρα 168 παρ. 1, 483 παρ. 3 και 480 ΚΠΔ) και επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, που αφορούν εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης αλλά και έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (άρθρο 484 παρ. 1, περ. β’ και δ' ΚΠΔ).
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι στις 13-4-2023, ο ως άνω καταδικασθείς …… έλαβε γνώση της ασκηθείσας αναίρεσης και της σχετικής εισαγγελικής πρότασης και στις 9-5-2023, κατέθεσε στην γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου το από 9-5-2023 έγγραφο υπόμνημά του, με τα συνημμένα σ’ αυτό έγγραφα (άρθρο 485 παρ. 2 ΚΠΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 4322/2015, όσοι καταδικάστηκαν σε ποινή στερητική της ελευθερίας μπορούν να απολυθούν υπό τον όρο της ανάκλησης και εφόσον έχουν εκτίσει: α) προκειμένου για φυλάκιση, τα δύο πέμπτα της ποινής τους, β) προκειμένου για πρόσκαιρη κάθειρξη, τα τρία πέμπτα της ποινής τους και γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη τουλάχιστον δεκαεννέα (19) έτη. Για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης δεν απαιτείται να έχει καταστεί η καταδίκη αμετάκλητη, ενώ κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 εδ. γ' του Ν. 2408/1996, που αντικατέστησε την παρ. 5 του άρθρου 25 του Ν. 2058/1952 και ισχύει με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3904/2010 τροποποιηθείσα στη συνέχεια με το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 4322/2015, για τη χορήγηση της υπό όρο απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε, θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργετικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί στον κατάδικο η υπό όρο απόλυση, αν αυτός δεν έχει παραμείνει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο (1/3) της ποινής που του επιβλήθηκε και σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαπέντε (15) έτη. Το χρονικό διάστημα του ενός τρίτου ή σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, των δεκαπέντε (15) ετών, προσαυξάνεται κατά τα δύο πέμπτα (2/5) των λοιπών ποινών, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει δεκαεννέα (19) έτη. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 παρ. 1 ΠΚ, μοναδική ουσιαστική προϋπόθεση για τη χορήγηση της απόλυσης υπό όρους, είναι η καλή διαγωγή του κρατουμένου κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του. Κατά συνέπεια, η χορήγηση της απολύσεως είναι υποχρεωτική, εκτός εάν το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο κρίνει, με ειδική προς τούτο αιτιολογία, ότι η διαγωγή του καταδίκου κατά τη διάρκεια της εκτίσεως της ποινής του, συμπεριλαμβανομένης και της προσωρινής κρατήσεώς του, δεν υπήρξε καλή ή υπήρξε κατ’ επίφαση μόνο καλή και ως εκ τούτου υπάρχει κίνδυνος ότι ο απολυόμενος υφ’ όρον θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις και γι’ αυτό καθίσταται απολύτως αναγκαία η συνέχιση της κρατήσεώς του. Για την αξιολόγηση της διαγωγής του καταδίκου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εν γένει συμπεριφορά του, όπως εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του, ενώ για την αξιολόγηση της επικινδυνότητος αυτού προς τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεως, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο χαρακτήρας του, όπως διαγιγνώσκεται με βάση την όλη διαγωγή του κατά τη διάρκεια εκτίσεως της ποινής του. Αντίθετα, δεν λαμβάνονται υπόψη στοιχεία που ανάγονται στον χρόνο πριν από την καταδίκη του και συγκεκριμένα, στην πράξη για την οποία καταδικάσθηκε, στην προηγούμενη ζωή του και στις προγενέστερες ατομικές και κοινωνικές του περιστάσεις, αφού τα στοιχεία αυτά αξιολογήθηκαν κατ’ άρθρο 79 ΠΚ, για την επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε σ’ αυτόν. Η ερμηνεία αυτή συνάδει αφ’ ενός μεν, προς το νομικό χαρακτήρα και το σκοπό του θεσμού της υφ’ όρον απολύσεως, ως σωφρονιστικού μέτρου, που αποσκοπεί στην αποφυγή της υποτροπής δια της ηθικής βελτιώσεως του καταδίκου και στην κοινωνική αποκατάσταση αυτού, αφ’ ετέρου δε, προς την υπεροχή της ειδικής προλήψεως ως σκοπού της ποινής, στο στάδιο αυτό (ΟλΑΠ 4/1998, ΟλΑΠ 4/1997 ΑΠ 983/2020). Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η καλή διαγωγή δεν εξαντλείται στην εξωτερικά καλή συμπεριφορά, που συνίσταται μεταξύ άλλων στην έλλειψη σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων κατά τη διάρκεια της κράτησης ή στην τήρηση των όρων τυχόν χορηγηθείσας τακτικής άδειας. Ειδικότερα, ως καλή διαγωγή νοείται η αληθής και πραγματική θετική συμπεριφορά, που πηγάζει από την ενδόμυχη αποδοχή των κανόνων της προσήκουσας εκδηλωτικής συμπεριφοράς και η οποία συνιστά το θεμέλιο της διαπιστωμένης καλής διαγωγής, ενώ αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο της προσωπικότητας και αποδεικνύει την ηθική βελτίωση του κρατούμενου. Και αυτό, διότι η πειθήνια προσαρμογή του κρατούμενου στο καθημερινό πρόγραμμα της φυλακής δεν μπορεί να αποτελέσει αλάνθαστη ένδειξη για την ανυπαρξία μελλοντικής υποτροπής του, καθώς αυτή μπορεί να είναι προσποιητή, χωρίς βούληση μεταβολής του χαρακτήρα, εφόσον κύριος σκοπός είναι η απόλαυση των παρεχομένων προνομίων (όπως και η υφ’ όρον απόλυσή του) ως αντάλλαγμα της φερόμενης καλής διαγωγής, η οποία όμως είναι σκοπούμενη, διαμορφώνεται υπό την απειλή πειθαρχικών κυρώσεων και δεν ενέχει το στοιχείο της πρωτοβουλίας και της εκούσιας αποδοχής. Επίσης, πρέπει να ερευνάται κατά πόσο ο κατάδικος παρέχει προσδοκία εντίμου βίου στο μέλλον και μάλιστα ότι μπορεί να επανέλθει ακινδύνως στην κοινωνία, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως της τελευταίας, που επιδιώκει την αποτροπή της υποτροπής, βελτιώνοντας τον κατάδικο και διευκολύνοντας την κοινωνική του αποκατάσταση (ΟλΑΠ 106/1991, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 634/2019). Εξάλλου, με δεδομένο ότι η υφ’ όρον απόλυση, ως θεσμός, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της ειδικής πρόληψης, ενώ συνιστά σοβαρό βελτιωτικό μέσο του καταδίκου και συμβάλλει ουσιωδώς στην άσκηση αντεγκληματικής πολιτικής και ενόψει του ότι στο νόμο δεν προσδιορίζεται η έννοια της καλής διαγωγής, το αρμόδιο Συμβούλιο επιβάλλεται να ελέγχει οποιαδήποτε μορφή διαγωγής, η οποία προκύπτει από τη συνολική προσωπικότητα και να μην αρκείται για τον σχηματισμό της κρίσης του στην απλή έκφραση της τυπικής φράσεως περί «καλής διαγωγής», όπως διαπιστώνεται από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης και του κοινωνικού λειτουργού δεν είναι αποκλειστική και δεσμευτική, γιατί διαφορετικά η δικαστική κρίση του Συμβουλίου θα ήταν ελλιπής και θα εστερείτο της κατά νόμο αιτιολογίας. Επί πλέον, σε μια τέτοια περίπτωση το Συμβούλιο θα αποτελούσε ένα απλό ενδιάμεσο όργανο, χωρίς εξουσία, γεγονός ανεπίτρεπτο, αφού ο νόμος αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα της χορήγησης ή μη του ευεργετήματος της υφ' όρον απόλυσης στο Συμβούλιο, χωρίς δέσμευση από κάποιο διοικητικό όργανο. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 184 του Ν. 4855/12-11-2021 προστέθηκε δεύτερη παράγραφος στο άρθρο 465 ΠΚ στην οποία ορίζεται ότι «Για τους μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019, ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019) καταδικασθέντες αμετακλήτως σε πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, για τις οποίες καθορίστηκε, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 94 ΠΚ, συνολική ποινή υπερβαίνουσα τα είκοσι 20 έτη ή δεκαπέντε 15 έτη πρόσκαιρης κάθειρξης, καθώς και τα οκτώ 8 ή πέντε 5 έτη φυλάκισης αντίστοιχα, ως εκτιτέα ποινή για την απόλυση υπό όρο αυτών λογίζονται τα είκοσι 20, δεκαπέντε 15, οκτώ 8 και πέντε 5 έτη, αντίστοιχα», επιλύοντας ο νομοθέτης οριστικά με τη ρύθμιση αυτή την μέχρι τότε ανακύψασα διχογνωμία αναφορικά με τον αριθμό των εκτιτέων ετών στις περιπτώσεις που η συνολική ποινή ξεπερνούσε τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη, για τους καταδικασθέντες πριν την έναρξη ισχύος του νέου Ποινικού Κώδικα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 484 παρ. 1 β' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης του βουλεύματος, αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το Συμβούλιο αποδίδει σε αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το Συμβούλιο δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού του και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου και να στερείται το βούλευμα νόμιμης βάσεως (ΑΠ 227/2022, ΑΠ 983/2019). Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 § 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης του απαλλακτικού βουλεύματος, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζεται από το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974), υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτό, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το Συμβούλιο συνήγαγε την ανυπαρξία σοβαρών (επαρκών) ενδείξεων για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, για το οποίο ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου ποινική δίωξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ή σοβαρές ενδείξεις για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της αξιόποινης πράξης, που προβλέπεται και τιμωρείται από την ουσιαστική ποινική διάταξη, στην οποία αυτά υπήχθησαν. Ενόψει τούτων για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει, α) αν ελλείπει παντελώς αιτιολογία, να προβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η ανυπαρξία αυτή σε σχέση με συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία (κεφάλαια) του βουλεύματος ή της απόφασης, στα οποία αναφέρεται η αιτίαση αυτή και β) αν υπάρχει αιτιολογία αλλά δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, να προσδιορίζεται επιπλέον, σε τι ακριβώς συνίσταται η έλλειψη αυτή σε σχέση με το συγκεκριμένο ή τα συγκεκριμένα πληττόμενα κεφάλαια του βουλεύματος ή της απόφασης.
Εξάλλου, η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι ούτε «αντιφατική» ούτε «επιλεκτική», να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σε αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί η αιτιολογία να κρίνεται ως εμπεριστατωμένη. Έτσι, για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία του βουλεύματος δεν αρκεί η τυπική ρηματική αναφορά κατ’ είδος των αποδεικτικών μέσων, αλλά πρέπει να συνάγεται ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογήν (ΑΠ 177/2022, ΑΠ 570/2021, ΑΠ 88/2020, ΑΠ 133/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με το υπ’ αριθμ. 10/2022 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρίπολης απορρίφθηκε η υπ’ αριθμ. πρωτ. 6465/10-12-2021 αίτηση - έκθεση του διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Τρίπολης, που αφορούσε την υφ΄ όρον απόλυση από τις φυλακές του ……., ο οποίος εκρατείτο στο προαναφερθέν Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης, βάσει των υπ’ αριθμ. 110, 123, 124/2016 αποφάσεων του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, εκτίοντας συνολική ποινή κάθειρξης διακοσίων είκοσι (220) ετών [εκτιτέα τα είκοσι (20) έτη], για τις πράξεις, α) της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, που δεν συμπλήρωσαν τα 14 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση από γυμναστή - εκπαιδευτικό, β) της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, που συμπλήρωσαν τα 14 έτη, από γυμναστή - εκπαιδευτικό, γ) της αποπλάνησης παιδιών που δεν συμπλήρωσαν τα 12 έτη κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, δ) της αποπλάνησης παιδιών που συμπλήρωσαν τα 12 έτη, όχι όμως και τα 14 κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα και ε) της αποπλάνησης παιδιών νεότερων των 15 ετών που συμπλήρωσαν τα 14 έτη κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση σε απόπειρα, τις οποίες τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως το έτος 2011, στην περιοχή Ρεθύμνου. Κατά του παραπάνω βουλεύματος ο ως άνω καταδικασθείς ……. άσκησε την υπ’ αριθμ. 9/18-2-2022 έφεσή του, μετά τη συζήτηση της οποίας εκδόθηκε το υπ’ αριθμ. 26/22-3-2023 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με το οποίο, αφού έγινε τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή η ως άνω ασκηθείσα έφεση, εξαφανίσθηκε το παραπάνω υπ’ αριθμ. 10/28-2-2022 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρίπολης και διατάχθηκε η υπό τον όρο της ανάκλησης, απόλυση του προαναφερθέντος καταδικασθέντος ……. από το Σωφρονιστικό Κατάστημα Τρίπολης υπό τους αναφερόμενους σ’ αυτό (βούλευμα) όρους και συγκεκριμένα: α) Της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, β) της αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του στην Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας του, την 1η και 16η ημέρα εκάστου μηνός, γ) της απαγόρευσης μετάβασης στη νήσο Κρήτη, δ) της υποχρεωτικής διαμονής του σε συγκεκριμένο τόπο, και δη στη ……, οδός ….. αριθμός …, ε) της απαγόρευσης συναναστροφής του με ανηλίκους χωρίς την παρουσία ή τη συναίνεση των προσώπων που έχουν την επιμέλειά τους και στ) της πραγματοποίησης μίας συνεδρίας ανά μήνα με ψυχίατρο ή ψυχολόγο Δημοσίου Νοσοκομείου ή άλλου συναφούς ιδρύματος ΝΠΔΔ και της προσκόμισης σχετικής βεβαιώσεως στην Υπηρεσία Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής Αθηνών, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της δοκιμασίας του, ήτοι για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, εννέα (9) μηνών και δέκα οκτώ (18) ημερών από την αποφυλάκισή του. Το προαναφερθέν Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου για να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του έλαβε υπόψη του, την εισαγγελική πρόταση, στην οποία - μεταξύ των άλλων - διαλαμβάνονται τα εξής: «Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των εγγράφων που βρίσκονται στη δικογραφία προκύπτει ότι ο ……., εφεξής εκκαλών, κρατείται στο Κατάστημα Κράτησης Τρίπολης δυνάμει της με αριθμούς 110, 123, 124/2016 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Πειραιά, εκτίοντας συνολική ποινή κάθειρξης διακοσίων είκοσι (220) ετών, εκ των οποίων εκτιτέα είναι τα είκοσι (20) έτη για τις πράξεις α) της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, που δεν συμπλήρωσαν τα 14 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση από γυμναστή - εκπαιδευτικό, β) της κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια, που συμπλήρωσαν τα 14 έτη, από γυμναστή - εκπαιδευτικό, γ) της αποπλάνησης παιδιών που δεν συμπλήρωσαν τα 12 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση, δ) της αποπλάνησης παιδιών που συμπλήρωσαν τα 12 έτη, όχι όμως και τα 14 κατά συρροή και εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα και ε) της αποπλάνησης παιδιών νεότερων των 15 ετών που συμπλήρωσαν τα 14 έτη κατά συρροή και εξακολούθηση σε απόπειρα, τις οποίες τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2006 έως το έτος 2011, στην περιοχή του Ρέθυμνου. Έχει δε κρατηθεί προς τούτο από 1-12-2011 έως 22-4-2020, ήτοι για οχτώ (8) έτη, τέσσερις (4) μήνες και είκοσι μία (21) ημέρες, οπότε και απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης δυνάμει του με αριθμό 68/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Γρεβενών. Ακολούθως, δυνάμει του με αριθμό 44/2020 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δυτικής Μακεδονίας, διατάχθηκε η εξαφάνιση του ως άνω βουλεύματος, η σύλληψη και φυλάκισή του προς έκτιση της επιβληθείσας ποινής. Αναφυλακίστηκε την 09-07-2020 και έως την 10-12-2021 (ημερομηνία υποβολής της κρινόμενης αίτησης) έχει εκτίσει με συνυπολογισμό της προηγούμενης κράτησής του και της προσωρινής του δεκατέσσερα (14) έτη, δύο (2) μήνες και δώδεκα (12) ημέρες. Ως εκ τούτου έχει ήδη την 21-04-2020 συμπληρώσει το κατά νόμο ελάχιστο όριο των 3/5 της καταγνωσθείσας ποινής και πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις για την υφ’ όρον απόλυσή του δεδομένου και του γεγονότος ότι ήδη από τις 31-07-2018 έχει εκτίσει πραγματικά το 1/3 της ως άνω ποινής του. Ούτως, ενώ συνέτρεξαν οι τυπικές προϋποθέσεις για την υπό όρο απόλυσή του και επιπλέον δεν τιμωρήθηκε πειθαρχικά καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησής του, όπως τούτο αποδεικνύεται από την από 10/12/2021 βεβαίωση του Καταστήματος Κράτησης, περαιτέρω, αξιολογήθηκε αρνητικά από το ως άνω Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Τριπόλεως η, κατά την αυτοπρόσωπη παρουσία του, διαγνωσθείσα έλλειψη μετάνοιας και ενοχής για τις πράξεις τις οποίες τέλεσε, όπως αυτή προκύπτει από την προσπάθειά του να τις δικαιολογήσει κατά τρόπο μη σοβαρό και επιρρίπτοντας ευθύνες στα ανήλικα θύματά του, ενώ περαιτέρω εκτιμήθηκε ως προσχηματική η καλή διαγωγή του και έτσι απορρίφθηκε η ως άνω αίτησή του. Ο ως άνω όμως δικαιολογητικός λόγος απόρριψης καταφανώς κείται εκτός του νομοθετικού πλαισίου που ορίζει το άρθρο 106 παράγραφος 1 ΠΚ, αφού η αποδοχή των πράξεων του καταδίκου και η μετάνοια αφενός έχουν ήδη αξιολογηθεί κατά τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 79 ΠΚ, αφετέρου δεν αποτελούν συνθετικά στοιχεία της έννοιας της διαγωγής... Ειδικότερα δε λόγω του καταναγκαστικού χαρακτήρα των διατάξεων που αφορούν την εκτέλεση των ποινικών αποφάσεων, είναι παντελώς αδιάφορη η αποδοχή τους ή μη, όπως άλλωστε και των αδίκων πράξεων που αφορούν. Συνακόλουθα δε, η αποδοχή τους και η έλλειψη μετάνοιας, με κανενός είδους ερμηνευτική προσέγγιση δεν στοιχειοθετεί διαγωγή που καθιστά απολύτως αναγκαία την συνέχιση της κράτησης του εκκαλούντος προκειμένου αποτραπεί η τέλεση νέων πράξεων, αφού περί αυτού καμία τέτοια διάθεση δεν εκδήλωσε, αλλά ούτε και προκύπτει από κανένα στοιχείο της δικογραφίας, καθότι πέραν των εκδηλούμενων δια πράξεων συμπεριφορών, εχόντων όλων θετικό πρόσημο, για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω, δεν συνάγεται ούτε δια λόγων, ρητή ή σιωπηρή πρόθεση επανάληψης των αδίκων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε. Ειδικότερα τούτος έλαβε από 19/3/2019 έως και 15/4/2022, επτά τακτικές άδειες με ομόφωνη πάντα απόφαση του Συμβουλίου Χορήγησης Αδειών τόσο του ΚΚ Γρεβενών (οι πέντε) όσο και του ΚΚ Τρίπολης (οι δύο) και έκανε καλή χρήση αυτών. Περαιτέρω δε και κατά το χρονικό διάστημα των δυόμισι περίπου μηνών που διαβίωσε σε καθεστώς ελευθερίας και εκτός καταστήματος κράτησης, κατά την περίοδο δηλαδή που είχε απολυθεί με όρους, τήρησε αυτούς και ουδέν χρεώθηκε ικανό να χαρακτηρίσει αρνητικά τη διαγωγή του. Ομοίως δε και στις συνθήκες εγκλεισμού του, ουδέν αρνητικό προέκυψε ώστε να χαρακτηριστεί δυσμενώς η διαγωγή του, αλλά επιπλέον η συμμετοχή του στις κατηχητικές συναντήσεις κρατουμένων του καταστήματος κράτησης Γρεβενών, που διοργάνωσε η Μητρόπολη Γρεβενών και η επιδεικνυόμενη από αυτόν καλή εξωτερική συμπεριφορά, καθώς και η παρακολούθηση συνεδριών με ψυχολόγο του ως άνω καταστήματος κράτησης, για τις οποίες κάνει αναφορά το προσβαλλόμενο βούλευμα, προφανώς δεν είναι άνευ ετέρου δηλωτικά μεταμέλειας, σίγουρα όμως θετικά και μόνο μπορούν να αποτιμηθούν και να πιστωθούν σε αυτόν. Ομοίως δε, θετικά θα πρέπει να αποτιμηθεί το γεγονός της μη διαφοροποίησης της διαγωγής του κατά την τελευταία διετία, ήτοι από του σημείου που το Συμβούλιο Εφετών Δυτικής Μακεδονίας δια του ως άνω αναφερόμενου βουλεύματός του διέταξε την αναφυλάκισή του. Η πάροδος δε τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, καθιστά πλέον επιτρεπτή, αλλά και εύλογη κατά τα ανωτέρω, αντίθετη κρίση, αφού πέραν της ως άνω εξακολουθητικά καλής διαγωγής του υφίστανται και τα εχέγγυα σχετικά με την εκτός καταστήματος κράτησης διαβίωσή του και βιοπορισμό του, που υποστηρίζονται ήδη από τους αδελφούς του. Για τους ως άνω λόγους υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου η υπ’ αριθ. 30/2022 εισαγγελική πρόταση, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή καθότι δεν ελήφθη απόφαση επί της ουσίας, αλλά δια του υπ’ αριθ. 36/2022 παρεμπίπτοντος βουλεύματος, τούτο απείχε να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης, μέχρις ότου υποβληθούν σε αυτό, με μέριμνα του Εισαγγελέα Εφετών Ναυπλίου, α) έκθεση κοινωνικής έρευνας από τον κοινωνικό λειτουργό του Καταστήματος Κράτησης Τρίπολης, αναφορικά με τη διαγωγή του εκκαλούντος, η οποία θα διευκρινίζει τα στοιχεία και τις πτυχές της συμπεριφοράς του και της εν γένει διαγωγής του κατά τη διάρκεια της κράτησής του, καθώς και αν έχει επέλθει μεταβολή σε σχέση με τις διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα αναφορικά με την αδυναμία διαχείρισης των συναισθημάτων του, τα οποία εμπεριέχονται στη χρονικά προγενέστερη έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, η οποία διαβιβάστηκε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Γρεβενών με το με αριθμό πρωτ. 12563/29-12-2020 έγγραφο του Διευθυντή του εν λόγω Καταστήματος, καθώς και β) έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία θα συντάξει η ….., ψυχίατρος στο Γενικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, την οποία διόρισε ως πραγματογνώμονα από τον τηρούμενο στο Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου κατάλογο πραγματογνωμόνων έτους 2022, και η οποία, αφού δώσει το νόμιμο όρκο ενώπιον του Ανακριτή Πλημμελειοδικών Ναυπλίου, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την επίδοση του βουλεύματος, θα εξετάσει τον εκκαλούντα και αφού λάβει γνώση όλων των εγγράφων της δικογραφίας και με έκθεση πραγματογνωμοσύνης που θα συντάξει, θα αποφανθεί αιτιολογημένα για την εν γένει ψυχική υγεία και την ψυχιατρική κατάσταση, στην οποία τελεί κατά τη διάρκεια έκτισης της ποινής του, καθώς και αν έχει ανάγκη να παρακολουθείται από ειδικό επιστήμονα, όπως ψυχίατρο και σε καταφατική περίπτωση, για πόσο χρονικό διάστημα εκτιμάται ότι επιβάλλεται η εν λόγω ψυχιατρική παρακολούθηση. Ούτως έχειν, σε εκτέλεση του διατακτικού του ως άνω βουλεύματος συντάχθηκαν και προσκομίστηκαν: α) η από 20/7/2022 έκθεση κοινωνικής έρευνας από τον κοινωνικό λειτουργό ……….. και β) η υπ’ αριθ. πρωτ. 954/16-1-2023 έκθεση από την ψυχίατρο …………, η οποία διορίστηκε νόμιμα δια του υπ’ αριθ. 49/2022 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου σε αντικατάσταση της αρχικώς ως άνω διορισθείσης. Δια δε της ανωτέρω αναφερόμενης έκθεσης κοινωνικής έρευνας, επιβεβαιώθηκε η συμμόρφωση του εκκαλούντος στους σωφρονιστικούς κανονισμούς, η καλή συμπεριφορά του προς το προσωπικό του καταστήματος και τους συγκρατούμενούς του, η προσαρμογή του στο καθημερινό πρόγραμμα της υπηρεσίας και οι καλές του σχέσεις με τους συγκρατούμενούς του, καθώς επίσης και η καλή χρήση των τακτικών αδειών που έχει λάβει, ενώ τέλος επισημάνθηκε ότι τα σχετικά με την ικανότητα διαχείρισης των συναισθημάτων του εκκαλούντος εμπίπτουν στο αντικείμενο άλλων επιστημονικών κλάδων και δη της ψυχολογίας και ψυχιατρικής. Αντίστοιχα δια της ως άνω έκθεσης της ψυχιάτρου, δεν διαγιγνώσκεται καμία ψυχική νόσος, διαπιστώνεται η επιθυμία του να τεθεί υπό τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση και ομαδική ψυχοθεραπεία, η πραγματοποίηση της οποίας θα βοηθούσε και καταληκτικά επισημαίνεται ότι η υποτροπή της ηβηφιλίας και εφηβοφιλίας του μπορεί να συμβεί. Εν κατακλείδι δε, από τις γνωματεύσεις αυτές συνάγεται η καλή διαγωγή του εκκαλούντος, που συνίσταται στη συμμόρφωσή του στους σωφρονιστικούς κανονισμούς, στην καλή συμπεριφορά προς το προσωπικό του καταστήματος και τους συγκρατούμενούς του και τις αντίστοιχα καλές σχέσεις με αυτούς, στην προσαρμογή στους κανόνες του καταστήματος και στην καλή χρήση των πολλών τακτικών αδειών που έχει λάβει. Επιπλέον επιβεβαιώνεται η απουσία ψυχικής νόσου και η επιθυμία του για συμμετοχή σε ομαδική ψυχοθεραπεία που ενδείκνυται στην περίπτωσή του, ενώ η πιθανότητα υποτροπής της ηβηφιλίας και εφηβοφιλίας του δεν βασίζεται σε συγκεκριμένα περιστατικά, αλλά αποτελεί γενική εκτίμηση μη δυνάμενη θεωρητικά να αποκλειστεί. Μετά ταύτα, η υπό κρίση έφεση θα πρέπει να γίνει δεκτή και να διαταχθεί η απόλυσή του υπό τον όρο της ανάκλησης, με την επιβολή των ακόλουθων όρων μέχρι τη λήξη του χρόνου της δοκιμασίας του, που συνάδουν άλλωστε με τη φύση των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, ήτοι: α) της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, β) της αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του στην Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας του, την 1η και 16η ημέρα εκάστου μηνός, γ) της απαγόρευσης μετάβασης στη νήσο Κρήτη, δ) υποχρεωτικής διαμονής του σε συγκεκριμένο τόπο, ……., οδός …., αριθμός….. ε) της απαγόρευσης συναναστροφής του με ανηλίκους χωρίς την παρουσία ή τη συναίνεση των προσώπων που έχουν την επιμέλειά τους και στ) της πραγματοποίησης μίας συνεδρίας ανά μήνα με ψυχίατρο ή ψυχολόγο Δημοσίου Νοσοκομείου ή άλλου συναφούς ιδρύματος με μορφή ΝΠΔΔ και της προσκόμισης σχετικής βεβαιώσεως στην Υπηρεσία Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής Αθηνών, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της δοκιμασίας του, ήτοι για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, εννέα (9) μηνών και δέκα οκτώ (18) ημερών από την αποφυλάκισή του (άρθρο 109 εδ. α' ισχύοντος ΠΚ). Στην συνέχεια, το ίδιο Συμβούλιο περιέλαβε στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης τα εξής: «ΔΕΧΕΤΑΙ ΤΥΠΙΚΑ και ΚΑΤ’ ΟΥΣΙΑΝ τη με αριθμό 09/18-3-2022 έφεση του καταδίκου ….. , κατοίκου….. και νυν κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Τρίπολης, κατά του με αριθμό 10/28-2-2022 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τρίπολης. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ το εκκαλούμενο βούλευμα. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την υπό τον όρο της ανάκλησης απόλυση του ανωτέρω καταδίκου από το Σωφρονιστικό Κατάστημα Τριπόλεως, υπό τους όρους: α) της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, β) της αυτοπρόσωπης εμφανίσεώς του στην Αστυνομική Αρχή του τόπου κατοικίας του, την 1η και 16η ημέρα εκάστου μηνός, γ) της απαγόρευσης μετάβασης στη νήσο Κρήτη, δ) της υποχρεωτικής διαμονής του σε συγκεκριμένο τόπο, και δη στη ….., οδός ….. αριθμός …, ε) της απαγόρευσης συναναστροφής του με ανηλίκους χωρίς την παρουσία ή τη συναίνεση των προσώπων που έχουν την επιμέλειά τους και στ) της πραγματοποίησης μίας συνεδρίας ανά μήνα με ψυχίατρο ή ψυχολόγο Δημοσίου Νοσοκομείου ή άλλου συναφούς ιδρύματος με μορφή ΝΠΔΔ και της προσκόμισης σχετικής βεβαιώσεως στην Υπηρεσία Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής Αθηνών, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της δοκιμασίας του, ήτοι για χρονικό διάστημα πέντε (5) ετών, εννέα (9) μηνών και δέκα οκτώ (18) ημερών από την αποφυλάκισή του». Με τις προαναφερθείσες όμως παραδοχές του το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου δεν διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ’ αυτό με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία εκείνα από τα οποία να προκύπτει διαφοροποίηση της προσωπικής κατάστασης του εν λόγω καταδικασθέντος κρατουμένου και απεξάρτησή του από την έξη της ηβηφιλίας και εφηβοφιλίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργείται βάσιμη προσδοκία ότι αυτός θα ζήσει έντιμα στο μέλλον και ότι θα ενταχθεί ομαλά στην κοινωνία και δεν θα τελέσει νέες αξιόποινες πράξεις και ειδικότερα, όμοιες με αυτές για τις οποίες καταδικάστηκε. Εξάλλου η προεκτεθείσα αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ως προς την «καλή διαγωγή» του ως άνω κρατουμένου τυγχάνει υποθετική και ενδοιαστική, δεδομένου ότι, ενώ κατέληξε στην κρίση ότι ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια της κράτησής του επέδειξε «εξακολουθητικά καλή διαγωγή» και επιπλέον υφίστανται και τα εχέγγυα σχετικά με την εκτός του καταστήματος κράτησης διαβίωσή του και βιοπορισμό του, εν τούτοις καταλήγει ότι «η πιθανότητα υποτροπής της ηβηφιλίας και εφηβοφιλίας του δεν βασίζεται σε συγκεκριμένα περιστατικά, αλλά αποτελεί γενική εκτίμηση μη δυνάμενη θεωρητικά να αποκλειστεί». Εντεύθεν δημιουργείται ασάφεια που καθιστά την αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος ελλιπή, με λογικά κενά και τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 106 παρ. 1 ΠΚ ανέφικτο. Προσέτι, με τις παραπάνω παραδοχές της εισαγγελικής πρότασης - που υιοθέτησε καθ’ ολοκληρίαν το ως άνω Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου - εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 106 ΠΚ, που παραβίασε εκ πλαγίου, αφού δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την θετική κρίση των προϋποθέσεων για την υφ’ όρο απόλυση του κατάδικου, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ενώ το Συμβούλιο δέχεται ότι ο κατάδικος κατά τη διάρκεια της κράτησής του δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και έχει επιδείξει «εξακολουθητικά καλή διαγωγή», δεν εξηγεί αν τα στοιχεία αυτά της ως άνω συμπεριφοράς του δικαιολογούν θετική κρίση για την υφ’ όρο απόλυσή του, αλλά αρκείται για την αποτροπή της μελλοντικής αρνητικής εγκληματικής συμπεριφοράς του ως προς την ηβηφιλία και εφηβοφιλία στην μετά την αποφυλάκισή του πραγματοποίηση μίας συνεδρίας ανά μήνα με ψυχίατρο ή ψυχολόγο Δημόσιου Νοσοκομείου ή άλλου συναφούς ιδρύματος με μορφή ΝΠΔΔ. Ακόμη, για τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάστηκε το Συμβούλιο δεν αιτιολογεί την θετική ή αρνητική κρίση του ποινικού σωφρονισμού και την ηθική βελτίωσή του γι’ αυτά, την οποία να άντλησε από την αυτοπρόσωπη παράστασή του ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τριπόλεως, αλλά αορίστως δέχτηκε ότι οι σχετικές εξηγήσεις του καταδικασθέντος αφορούν τις διατάξεις του άρθρου 79 ΠΚ, με την παραδοχή ότι «...ο δικαιολογητικός λόγος απόρριψης καταφανώς κείται εκτός του νομοθετικού πλαισίου που ορίζει το άρθρο 106 παρ. 1 ΠΚ, αφού η αποδοχή των πράξεων του κατάδικου και η μετάνοια αφενός έχουν ήδη αξιολογηθεί κατά τη δικαστική επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με το άρθρο 79 ΠΚ, αφετέρου δεν αποτελούν συνθετικά στοιχεία της έννοιας της διαγωγής...». Δεν αναφέρεται όμως στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ούτε εξηγείται από ποιο ακριβώς στοιχείο προκύπτει ότι έχει επέλθει πράγματι μέχρι τώρα ο ποινικός σωφρονισμός και η ηθική βελτίωση του εν λόγω καταδικασθέντος, ότι αυτός έχει αναπτύξει αισθήματα μετάνοιας για τις πράξεις που τέλεσε και ότι δεν προέκυψε κάποιο νέο στοιχείο, από το οποίο να καταφαίνεται μεταβολή της συμπεριφοράς του και η πραγματική και ειλικρινής μετάνοιά του για τα σοβαρά και μεγάλης ηθικής απαξίας προαναφερθέντα εγκλήματα που αυτός διέπραξε. Η παραδοχή ότι η καλή συμπεριφορά που επέδειξε κατά τη διάρκεια της κράτησής του, προς το προσωπικό του καταστήματος και τους συγκρατουμένους του, η συμμόρφωσή του στους σωφρονιστικούς κανονισμούς, η προσαρμογή του στο καθημερινό πρόγραμμα της υπηρεσίας και οι καλές του σχέσεις με τους συγκρατουμένους του, καθώς επίσης και η καλή διαγωγή του κατά την διάρκεια των τακτικών αδειών που έχει λάβει, δεν αποτελεί ασφαλή ένδειξη για την ανυπαρξία κινδύνου μελλοντικής υποτροπής του και δεν περιλαμβάνει διαπιστώσεις ότι αποκλείεται η συμπεριφορά του αυτή να είναι προσποιητή, αλλά υιοθετεί και αποδέχεται την κρίση της πραγματογνώμονα ως άνω ψυχιάτρου ….. που υπηρετεί στο Παναρκαδικό Γενικό Νοσοκομείο Τρίπολης «Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑ» και συγκεκριμένα» ότι «Η ομαδική ψυχοθεραπεία υποδεδειγμένη από τους ψυχοθεραπευτές θα βοηθούσε για όσο χρονικό διάστημα κρίνουν (οι ψυχοθεραπευτές) αλλά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η υποτροπή της ηβηφιλίας και εφηβοφιλίας του μπορεί να συμβεί». Περαιτέρω, δεν ελήφθη καθόλου υπόψη η αυτοπρόσωπη παρουσία αυτού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην κρίση του Συμβουλίου ως προς τον ποινικό σωφρονισμό και την ηθική βελτίωσή του, αλλά απλά συνεκτιμήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, αφού το ανωτέρω Συμβούλιο δεν αιτιολογεί θετική ή αρνητική κρίση ως προς τον ποινικό σωφρονισμό του καταδίκου, την οποία να άντλησε από την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Τριπόλεως, αλλά δέχθηκε μόνο ότι οι εξηγήσεις αφορούσαν το άρθρο 79 ΠΚ. Επομένως, εκτός από την έλλειψη αιτιολογίας και των λογικών κενών, περιέχονται ασάφειες, ενδοιαστική και υποθετική κρίση, με συνέπεια, ενόψει των ασαφειών και των υποθετικών και ενδοιαστικών σκέψεων να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε. Εν όψει των προαναφερθέντων αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 484 παρ.1β'και δ' του ΚΠΔ είναι βάσιμοι και ως εκ τούτου, πρέπει να αναιρεθεί το προαναφερθέν προσβαλλόμενο υπ αριθμ. 26/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ το υπ’ αριθμ. 26/2023 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς εκδίκαση στο αυτό ως άνω Συμβούλιο, του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ