ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ως “πρακτικά”, στα άρ. 140 επ. του ΚΠΔ, νοούνται όχι τα πρόχειρα τοιαύτα που τηρεί ο γραμματέας κατά την διάρκεια της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας, αλλά τα βάσει αυτών συνταχθέντα (επίσημα) πρακτικά, τα οποία έχουν καθαρογραφεί από τον ίδιο και υπογραφεί από αυτόν και τον διευθύνοντα την συζήτηση. – Για την λήψη δικαστικής αποφάσεως λαμβάνονται υπόψιν αποκλειστικώς τα δεύτερα, τα δε πρόχειρα δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τους διαδίκους ούτε για εξωδικανικούς σκοπούς (π.χ. σαν αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη). – Η ανωτέρω διάκριση ανάμεσα σε πρόχειρα και καθαρογραμμένα πρακτικά ακολουθείται και στο πλαίσιο της διατάξεως του άρ. 142Α ΚΠΔ. – Η κατ’ άρ. 147 ΚΠΔ δυνατότητα του διαδίκου αλλά και του έχοντος έννομο συμφέρον γενικά να λάβει αντίγραφα των πρακτικών της συνεδριάσεως καταλαμβάνει μόνο τα επίσημα πρακτικά. – Απορρίπτεται η αίτηση χορηγήσεως αντιγράφων των προχείρων πρακτικών της συνεδρίασης, με σκοπό την περαιτέρω χρησιμοποίησή τους ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη, διότι από τις διατάξεις του ΚΠΔ δεν θεμελιώνεται, βάσει των ανωτέρω, αντίστοιχο δικαίωμα.
Αριθμός διάταξης: 61/2007 ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Κατά τη διάταξη του άρ. 140 ΚΠΔ τα πρακτικά της συνεδρίασης συντάσσονται από το γραμματέα με ευθύνη δική του, καθώς και με ευθύνη του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. Τα πρακτικά μνημονεύουν α) […]· β) […] κ.λπ.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρ. 141 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων κ.λπ. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρ. 142 παρ. 1 και 2 του αυτού κώδικα, μόλις τελειώσει η συνεδρίαση, όποιος τη διευθύνει θεωρεί και μονογράφει σε κάθε φύλλο τα πρόχειρα πρακτικά που συντάχθηκαν από το γραμματέα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Μέσα σε οκτώ ημέρες από τη συνεδρίαση καθαρογράφονται τα πρακτικά από το γραμματέα και υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση ή, αν αυτός μετατέθηκε ή απομακρύνθηκε από τη δημόσια υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, από τον αρχαιότερο μεταξύ των δικαστών που συμμετείχαν στη συζήτηση και, αν το δικαστήριο είναι μονομελές, μόνο από το γραμματέα. Αν ο γραμματέας που συμμετείχε στη συζήτηση απομακρύνθηκε από την υπηρεσία ή πέθανε πριν από την καθαρογράφηση, τα πρακτικά συντάσσει όποιος διευθύνει τη γραμματεία του δικαστηρίου ή ο αναπληρωτής του με βάση τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Tα πρακτικά υπογράφονται από αυτόν και από το διευθύνοντα την συζήτηση σύμφωνα με τα παραπάνω. Η ημερομηνία υπογραφής των καθαρογραμμένων πρακτικών σημειώνεται αυθημερόν σε ειδικό βιβλίο, που τηρείται στην οικεία γραμματεία.
Από το περιεχόμενο και τη διατύπωση των παραπάνω διατάξεων του ΚΠΔ, που αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης των ποινικών δικαστηρίων, γίνεται σαφές ότι ο νόμος όταν αναφέρεται σε πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου εννοεί τα καθαρογραμμένα πρακτικά που συντάσσονται από το γραμματέα της σύνθεσης του δικαστηρίου με βάση τα πρόχειρα πρακτικά που τηρεί ο ίδιος κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης και τα οποία υπογράφονται απ’ αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. Πλέον χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του εδ. β΄ της παρ. 2 του άρ. 142 ΚΠΔ όπου, όπως προαναφέρθηκε, ορίζεται ότι σε περίπτωση απομάκρυνσης ή θανάτου του γραμματέα που τήρησε τα πρόχειρα πρακτικά, τα πρακτικά συντάσσει όποιος διευθύνει τη γραμματεία του δικαστηρίου με βάση τα πρόχειρα πρακτικά και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Είναι σαφές ότι ο νόμος δεν θεωρεί ως πρακτικά επίσημα, αυτά δηλαδή που τίθενται στη δικογραφία και τα οποία λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του, τα πρόχειρα πρακτικά, αφού, όπως ρητά η διάταξη αυτή αναφέρει, τα (επίσημα) πρακτικά, στην περίπτωση αυτή, συντάσσονται όχι μόνο με βάση τα πρόχειρα πρακτικά, αλλά με βάση και τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται στο δικαστικό γραφείο. Σε όλες τις διατάξεις του ΚΠΔ στις οποίες γίνεται αναφορά σε πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου γίνεται διάκριση μεταξύ των “πρόχειρων πρακτικών” και των “πρακτικών” και πάντοτε το Δικαστήριο, για την έκδοση της απόφασης του, λαμβάνει υπόψη τα “πρακτικά” (τα καθαρογραμμένα) και όχι τα πρόχειρα πρακτικά που τηρεί ο γραμματέας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Καμία διάταξη του ΚΠΔ δεν προβλέπει χρήση των πρόχειρων πρακτικών από το Δικαστήριο για την έκδοση της απόφασής του και πολύ περισσότερο χρήση αυτών (πρόχειρων πρακτικών) από τους διαδίκους και μάλιστα για άλλους σκοπούς, πέραν δηλαδή της δίκης για την οποία τηρήθηκαν αυτά, όπως για παράδειγμα ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτική δίκη.
Ακόμη και η σχετικά νέα διάταξη του άρ. 142Α ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρ. 9 Ν. 3346/2005 και προβλέπει την εφαρμογή (στο μέλλον) του συστήματος τήρησης των πρακτικών των συζητήσεων με φωνοληψία, κάνει διάκριση μεταξύ των “πρακτικών” και των “πρόχειρων πρακτικών”, ορίζοντας, συγκεκριμένα, στην μεν παρ. 4 αυτού ότι «η μηχανική εγγραφή (φωνοληψία) κατά τη διαδικασία ενώπιον του ακροατηρίου αποτελεί για τις ανάγκες του άρθρου 142 παρ. 1 τα πρόχειρα πρακτικά», στη δε παρ. 5 αυτού ότι «το απομαγνητοφωνημένο ή με άλλες τεχνικές εκτυπωμένο κείμενο υπογράφεται από το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση και από τον γραμματέα, τίθεται στη δικογραφία και συνιστά το κατά την έννοια του άρθρου 142 παρ. 2 κείμενο των πρακτικών». Είναι δηλαδή φανερό ότι και με τη νέα αυτή διάταξη κείμενο των πρακτικών της συνεδρίασης θεωρείται το καθαρογραμμένο και υπογεγραμμένο από τον δικαστή και τον γραμματέα κείμενο που τίθεται στη δικογραφία (άρ. 142 παρ. 2) και όχι το κείμενο των πρόχειρων πρακτικών (άρ. 142 παρ. 1), το οποίο δεν επιτρέπεται να τεθεί στη σχετική δικογραφία.
Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν είναι απολύτως βέβαιο ότι όταν η διάταξη του άρ. 147 του ΚΠΔ ορίζει ότι μετά το τέλος της ποινικής διαδικασίας δίνονται σε κάθε διάδικο της ποινικής δίκης και σε οποιονδήποτε άλλον που έχει συμφέρον μεταξύ άλλων και αντίγραφα των πρακτικών, εννοεί προφανώς των καθαρογραμμένων (επίσημων) πρακτικών και όχι των ως άνω πρόχειρων πρακτικών, που δεν τίθενται καν στη δικογραφία.
Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι κατά τη δεκαετία του 1960 υποστηρίχθηκε και η μη κρατήσασα άποψη ότι ο διάδικος της ποινικής δίκης μπορούσε να λάβει γνώση (όχι πάντως να λάβει αντίγραφα) των πρόχειρων πρακτικών για να ήταν σε θέση, αν το επιθυμούσε, να υποβάλει εμπρόθεσμα αίτηση διόρθωσης των πρακτικών της συνεδρίασης, δεδομένου ότι τότε η σχετική εικοσαήμερη προθεσμία για την υποβολή τέτοιας αίτησης άρχιζε από τη δημοσίευση της απόφασης, η οποία όμως (απόφαση) συνήθως καθαρογράφονταν μαζί με τα πρακτικά, μετά την εκπνοή της ανωτέρω εικοσαήμερης προθεσμίας και έτσι ο διάδικος θα κινδύνευε τότε να χάσει την εν λόγω προθεσμία αν περίμενε να λάβει γνώση των καθαρογραμμένων πρακτικών. Ο λόγος όμως αυτός δεν ισχύει πλέον, αφού, μετά την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρ. 145 ΚΠΔ με την παρ. 4 του άρ. 3 του Ν. 2145/1993, η ως άνω εικοσαήμερη προθεσμία για την υποβολή αίτησης διόρθωσης των πρακτικών αρχίζει όχι από τη δημοσίευση της απόφασης, αλλά από την καταχώριση της ημερομηνίας υπογραφής των καθαρογραμμένων πρακτικών στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών που τηρείται στην οικεία γραμματεία, οπότε ο διάδικος ή όποιος έχει συμφέρον λαμβάνει γνώση ή και αντίγραφα των καθαρογραμμένων πρακτικών και ζητεί, αν το επιθυμεί, μέσα στην, έκτοτε αρχόμενη, εικοσαήμερη προθεσμία διόρθωση των πρακτικών αυτών (καθαρογραμμένων) και όχι φυσικά των πρόχειρων πρακτικών που παραμένουν στο αρχείο του δικαστηρίου.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω η από 18.5.2007 αίτηση του αιτούντος δικηγόρου Κ.Κ., με την οποία ζητεί να χορηγηθούν σ’ αυτόν, ως έχοντα έννομο συμφέρον, και στην σύζυγό του Α.Κ., ως διάδικο (πολιτικώς ενάγουσα), επικυρωμένα αντίγραφα των πρόχειρων πρακτικών της συνεδρίασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης Β΄ Βαθμού της 26 και 27.4.2007, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 727/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, προκειμένου να χρησιμοποιήσει αυτά (αντίγραφα των προχείρων πρακτικών) ως αποδεικτικό στοιχείο σε πολιτικές δίκες που εκκρεμούν μεταξύ των ίδιων διαδίκων, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, ούτε αυτός, ως τρίτος που έχει συμφέρον, ούτε η σύζυγός του, ως διάδικος, έχουν κατά νόμο τέτοιο δικαίωμα (λήψης αντιγράφων των πρόχειρων πρακτικών).
Κωνσταντίνος Βαμβακίδης
Εφέτης Θεσσαλονίκης
(Προεδρεύων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης
της συνεδρίασης της 26ης και 27ης Απριλίου 2007)