ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλόμενου για την αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 366/2013).Αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η πράξη δεν συνιστά λαθρεμπορία, αλλά τελωνειακή παράβαση επειδή επρόκειτο για αγορά και παραλαβή προερχομένων από κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Βουλγαρία) και όχι από τρίτη εκτός Ε.Ε., χώρα, αλκοολούχων ποτών, για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες Ε.Φ.Κ. και ο Φ.Π.Α. .
Απόφαση 1125 / 2022 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1125/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Κουτσοκώστα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Φραγκάκη - Εισηγήτρια, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη και Δημήτριο Τράγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Μωραϊτάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολάου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 823/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Με υποστηρίζον την κατηγορία το Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο, που δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ'αριθ.πρωτ. 10276/18-12-2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 220/2021.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 18.12.2020 αίτηση, με αριθμό πρωτ. της ΕισΑΠ 10276/2020 του Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό 823/2020 καταδικαστικής απόφασης του, δικάσαντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε αυτός ένοχος με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α' του ΠΚ), για την πράξη της λαθρεμπορίας κατ' εξακολούθηση από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί και φόροι του Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και χρηματική ποινή διακοσίων ενενήντα χιλιάδων διακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και ενός ευρωλεπτού (290.214,01) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (473§§2,3 474§4 ΚΠοινΔ), περιέχει δε παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ (έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της, ερήμην του υποστηρίζοντος την κατηγορία, κατά την ενώπιον του ως δευτεροβαθμίου δίκη, Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όπως προκύπτει από το με ημεροχρονολογία 1-10-2021 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., αν και κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, δεν παραστάθηκε Κατά τις διατάξεις του άρθρου 155 παρ. 1α και β του Ν. 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας) λαθρεμπορία είναι : α) η εντός των συνόρων του κράτους εισαγωγή, ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλον από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο ή χρόνο και β) οιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή τα εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο από εκείνο που ορίζει ο νόμος. Κατά την παράγραφο 2 εδάφιο ζ του ως άνω άρθρου 155 του ιδίου νόμου ως λαθρεμπορία, θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση καθιδρύεται και κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπο εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων, τα οποία υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα και τα οποία έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε για την στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας απαιτείται δόλος, που συνίσταται στην γνώση κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα, που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει τυγχάνει προϊόν λαθρεμπορίας κατά την παραπάνω έννοια καθώς και στη θέληση αυτού (υπερχειλής δόλος) να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις επ` αυτών των προϊόντων και εμπορευμάτων (ΑΠ 751/2020 ) ΑΠ 101/2016). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του ανωτέρω Ν. 2960/2001, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 3336/2005, "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα", κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 54 παρ. 1, 2 του ίδιου Ν. 2960/2001, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 85 παρ. 1 Ν. 3842/23-4-2010, "1. Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται ή εξορύσσονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη-μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. 2. Επί των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων του άρθρου 53 εφαρμόζονται οι διατάξεις της τελωνειακής και συναφούς με τον παρόντα κώδικα νομοθεσίας". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 110 παρ. 1 εδ. τελευταίο, 2, 3 εδ. α του ίδιου νόμου Ν. 2960/2001, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 31 Ν. 3583/2007 και η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 85 παρ. 20 Ν. 3842/23-4-2010, "Η καταβολή του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) γίνεται με δήλωση, που υποβάλλεται από τον υπόχρεο, μαζί με αναλυτική κατάσταση για τις ποσότητες που εξήλθαν από το καθεστώς αναστολής και σημειώματος που εκδίδεται από την αρμόδια Αρχή, μετά από προηγούμενο έλεγχο αυτών. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) ετοίμων προς κατανάλωση αλκοολούχων ποτών και άλλων αλκοολούχων προϊόντων βεβαιώνεται και εισπράττεται το αργότερο μέχρι τις 25 του επόμενου μήνα από το μήνα εξόδου των παραπάνω προϊόντων από το καθεστώς αναστολής, με βάση δήλωση και αναλυτική κατάσταση, που υποβάλλεται από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή και σημείωμα που εκδίδεται από την αρμόδια Αρχή. Ο εγγεγραμμένος παραλήπτης και ο περιστασιακά εγγεγραμμένος παραλήπτης καταβάλλουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης των προϊόντων του άρθρου 79 του παρόντος Κώδικα, την ημέρα παραλαβής των προϊόντων ή το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, με βάση δήλωση, που υποβάλλει ο υπόχρεος στην αρμόδια αρχή και σχετικό σημείωμα που εκδίδει η αρχή αυτή". Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 119Α παρ. 2 του ίδιου Ν. 2960/2001 (αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 118 παρ. 5 εδ. α του ίδιου νόμου πριν την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 85 παρ. 26 Ν. 3842/2010), όπως το άρθρο 119Α προστέθηκε με το άρθρο 85 παρ. 28 Ν. 3842/23-4-2010, "Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος Κώδικα". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 2127/1993 ("Εναρμόνιση προς το Κοινοτικό Δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις"), ορίστηκε ότι "Επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή προϊόντα, στο οινόπνευμα και στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α του ίδιου νόμου "Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 1, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του ανωτέρω άρθρου 155 του ιδίου κώδικα που καθορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι η καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλόμενου για την αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά ειδικού φόρου κατανάλωσης είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, η οποία τιμωρείται ως κακούργημα με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, σύμφωνα με την περ. γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 157 του ανωτέρω Ν. 2960/2001, όπως η περ. γ' προστέθηκε με το άρθρο 77 παρ. 4 Ν. 3842/23-4-2010 (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 366/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. γ Ν. 2859/2000 (Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας), αντικείμενο του φόρου είναι η ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών που πραγματοποιείται από επαχθή αιτία στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο, ο οποίος ενεργεί με αυτή την ιδιότητα ή από μη υποκείμενο στο φόρο νομικό πρόσωπο, όταν ο πωλητής είναι υποκείμενος στο φόρο εγκαταστημένος σε άλλο κράτος μέλος, ενεργεί με αυτή την ιδιότητα και δεν απαλλάσσεται από το φόρο του άρθρου 5. Κατά το άρθρο 11 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ενδοκοινοτική απόκτηση, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, θεωρείται η απόκτηση της εξουσίας να διαθέτει κάποιος ως κύριος ενσώματα κινητά αγαθά, που αποστέλλονται ή μεταφέρονται στον αποκτώντα από τον πωλητή ή τον αποκτώντα ή από πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τους, στο εσωτερικό της χώρας, από άλλο κράτος - μέλος, από το οποίο αναχώρησε η αποστολή ή η μεταφορά του αγαθού, σύμφωνα δε με το άρθρο 12 περ. α του ίδιου νόμου, θεωρείται ως ενδοκοινοτική απόκτηση αγαθών, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 2, η παραλαβή αγαθού στο εσωτερικό της χώρας από υποκείμενο στο φόρο για τις ανάγκες της επιχείρησής του, το οποίο αποστέλλεται ή μεταφέρεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό του, από ένα άλλο κράτος μέλος εντός του οποίου έχει παραχθεί, εξορυχθεί, μεταποιηθεί, αγορασθεί, αποκτηθεί ή έχει εισαχθεί σ' αυτό το κράτος μέλος από τον ίδιο, στα πλαίσια της επιχείρησής του. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 1α του ίδιου νόμου, απαλλάσσονται από το φόρο τα αγαθά που αποστέλλονται ή μεταφέρονται σε άλλο κράτος - μέλος από τον πωλητή ή τον αποκτώντα ή από άλλον που ενεργεί για λογαριασμό τους, προς τον υποκείμενο στο φόρο ή προς μη υποκείμενο νομικό πρόσωπο, που ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή σε άλλο κράτος - μέλος. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι ο ΦΠΑ εφαρμόζεται σε όλες τις πράξεις που πραγματοποιούνται εξ επαχθούς αιτίας (για καταβολή πληρωμής) στην EE από τον υποκείμενο στον φόρο, δηλαδή από κάθε φυσικό πρόσωπο ή οργανισμό που παρέχει φορολογητέα αγαθά και υπηρεσίες στο πλαίσιο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Οι εισαγωγές από οποιοδήποτε τέτοιο πρόσωπο υπόκεινται επίσης σε ΦΠΑ. Οι φορολογητέες πράξεις περιλαμβάνουν παραδόσεις αγαθών ή παροχές υπηρεσιών στο εσωτερικό μίας μόνο χώρας της EE, ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών (αγαθά που παραδίδονται και αποστέλλονται ή μεταφέρονται από επιχείρηση μιας χώρας της EE σε επιχείρηση μιας άλλης χώρας της EE) και εισαγωγές αγαθών στην EE από το εξωτερικό. Όσον αφορά τον τόπο πραγματοποίησης της πράξης ισχύουν διαφορετικοί κανόνες ανάλογα με τη φύση της πράξης, το είδος του παρεχόμενου προϊόντος και εάν πραγματοποιήθηκε ή μη μεταφορά. Έτσι, σε παραδόσεις αγαθών ο τόπος φορολόγησης είναι αυτός όπου παραδίδονται τα αγαθά, ενώ, σε ενδοκοινοτικές αποκτήσεις αγαθών ο τόπος φορολόγησης είναι ο τόπος όπου ο αποκτών αγαθά παραλαμβάνει τα εν λόγω αγαθά, δηλαδή, η χώρα της EE όπου τελικά βρίσκονται τα αγαθά μετά τη μεταφορά από άλλη χώρα της EE (ΑΠ 516/2016). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ` του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη της αιτιολογίας αυτής είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τέλος, κατά το άρθρο 510§ 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει, αποδείχθηκαν κατά λέξη τα εξής: "Στη ... κατά τα χρονικά διαστήματα από 23-7-2010 έως 30-7-2010 και από 22-12-2010 έως 28-12-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατελήφθη να έχει εισαγάγει εμπορεύματα κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία και ιδίως την από 27-4-2012 έκθεση ελέγχου -πορισματική αναφορά και την μαρτυρική κατάθεση προέκυψε ότι: Στις 30-12-2010 η Ε.Λ.Υ.Τ (Ελεγκτική Υπηρεσία Τελωνείων) Αττικής ενημερώθηκε από την Ε.Λ.Υ.Τ Θεσσαλονίκης ότι στις 28-12-2010 κατασχεθήκαν στη Βουλγαρία από τις βουλγαρικές αρχές λαθραία αλκοολούχα ποτά, κατά τη διάρκεια της αποστολής τους στην Ελλάδα από τη βουλγαρική επιχείρηση ... με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο αλκοολούχων ποτών, τα οποία, σύμφωνα με το τιμολόγιο που τα συνόδευε, προοριζόταν για την εδρεύουσα στη ... επί της οδού ..., ατομική επιχείρηση του προσφεύγοντος με την επωνυμία ... με αντικείμενο την εμπορία νωπών κρεάτων και τυροκομικών. Τα κατασχεθέντα είδη είχαν αποσταλεί με Συνοδευτικό Διοικητικό Έγγραφο στην ως άνω βουλγαρική επιχείρηση από την ελληνική φορολογική αποθήκη ... που βρίσκεται στο νομό ... Από τη σχετική έρευνα μέσω του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών για το φόρο προστιθέμενης αξίας, διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε πραγματοποιήσει και άλλες παρόμοιες συναλλαγές με την ως άνω βουλγαρική επιχείρηση τον Ιούλιο 2010. Ακολούθησε έρευνα για να διαπιστωθεί εάν η επιχείρηση του κατηγορουμένου ήταν υπαρκτή και αν αυτός κατείχε τα αλκοολούχα ποτά που είχε παραλάβει, με έλεγχο στα φορολογικά του στοιχεία-αποδεικτικά και τους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες ενδοκοινοτικών παραδόσεων και αποκτήσεων του 2010. Ο έλεγχος έγινε από αρμόδιους υπαλλήλους την 30-12-2010 και 17-1-2011 στην επιχείρηση του κατηγορουμένου. Έτσι διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση ήταν κλειστή και ότι ο τελευταίος διέμενε στη ... Του απηύθυναν έγγραφη πρόσκληση να προσκομίσει τα σχετικά παραστατικά και επίσης κλήθηκε και ο ίδιος για να δώσει μαρτυρική κατάθεση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι τα στοιχεία που του ζητήθηκαν είχαν κλαπεί μετά από διάρρηξη στο αυτοκίνητό του. Όμως από το υποσταλέν αντίγραφο Δελτίου συμβάντων προέκυψε ότι ο ίδιος δεν είχε δηλώσει ότι είχαν αφαιρεθεί και επίδικα βιβλία. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μέσω αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής, διαπιστώθηκε από τις βουλγαρικές αρχές ότι και η επιχείρηση ... είχε πραγματοποιήσει μια ενδοκοινοτική παράδοση στην επιχείρηση του προσφεύγοντος για την οποία υπέβαλε δήλωση σχετική, προς την επιχείρηση του κατηγορουμένου με έκδοση τιμολογίου αξίας 24.860 ευρώ. Από το ποσό αυτό το ποσό των 4500 ευρώ αφορούσε αλκοολούχα ποτά και δη 4.800 φιάλες Martini Bianco η Βουλγάρικη εταιρεία εισέπραξε το ποσό με κίνηση τραπεζικού της λογαριασμού. Τα ,δε, εμπορεύματα μεταφέρθηκε με την βουλγαρική εταιρεία ... με φορτωτική και τιμολόγιο στο σώμα των οποίων είχε τεθεί σφραγίδα της επιχείρησης του κατηγορουμένου. Ακόμη οι βουλγαρικές αρχές διαβίβασαν και επιστολή της ατομικής επιχείρησης του κατηγορουμένου προς την πωλήτρια εταιρεία με την οποία αναγνώρισε ότι παρέλαβε στις 15-9-2010 τα ως άνω ποτά. Επί πλέον οι αρχές οι βουλγαρικές έκαναν έρευνα και στις αποθήκες της ... και διαπίστωσαν ότι αυτή είχε παραλάβει φιάλες αλκοολούχων ποτών διαφόρων σημάτων οι οποίες περιείχαν 5.550,72 λίτρα άνυδρης αιθυλικής αλκοόλης και αυτά τα ποτά στη συνέχεια τα επώλησε στην ατομική επιχείρηση του κατηγορουμένου χωρίς όμως αυτός να τηρήσει τις προβλεπόμενες διατυπώσεις για την εν λόγω ενδοκοινοτική απόκτηση σε οιαδήποτε τελωνειακή αρχή της Ελλάδας. Επίσης, διαπιστώθηκε και άλλη πώληση αλκοολούχων ποτών με τον ίδιο τρόπο προς τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν τήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις και κατέβαλε μέσω τραπεζικού του λογαριασμού στην Eurobank. Οι υπογραφές του τελευταίου στα σχετικά παραστατικά έγγραφα της πρώτης ως άνω αναφερόμενης αγοράς και εισαγωγής αλκοολούχων ποτών (όπως και των υπολοίπων) δεν προσβλήθηκαν ως πλαστές και επί πλέον ο τελευταίος με την πρόφαση της κλοπής των βιβλίων του, την οποία όμως δεν δήλωσε) δεν τα προσκόμισε στην Τελωνειακή αρχή για να διαπιστωθεί η αλήθεια του αρνητικού του ισχυρισμού. Επί πλέον, για την παραδοχή της εκδοχής που παρουσίασε η μάρτυρας υπεράσπισης -σύζυγος του κατηγορουμένου ουδόλως ότι α) η επιχείρηση κρεάτων λειτούργησε κανονικά και ο κατηγορούμενος αγόραζε κρέατα από το εξωτερικό ήτοι Βουλγαρία, Ολλανδία και Γαλλία, β) δεν υπάρχουν τραπεζικού λογαριασμοί, ουδόλως πείθουν το Δικαστήριο. Μάλιστα: 1) η πραγματική λειτουργία μιας επιχείρησης με εισαγωγές κρεάτων που μεταφερόντουσαν με μεταφορικές εταιρείες με έκδοση σχετικών φορτωτικών, μπορούσε ευχερώς να αποδειχθεί από πλήθος παραστατικών τα οποία βέβαια δεν φυλάσσονται σε αυτοκίνητο, 2) η ύπαρξη των τραπεζικών λογαριασμών αποδεικνύεται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα Ενόψει των παραπάνω αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος υπό την κάλυψη επιχείρησης κρεάτων τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας" Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, για την παραπάνω αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας και αφού του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α'του ΠΚ), του επέβαλε ποινή κάθειρξης (5) ετών και χρηματική ποινή διακοσίων ενενήντα χιλιάδων διακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και ενός ευρωλεπτού (290.214,01) με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ... κατά τα χρονικά διαστήματα από 23-7-2010 έως 30-7-2010 και από 22-12-2010 έως 28-12-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κατελήφθη να έχει εισαγάγει εμπορεύματα κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο παρέλαβε μεγάλη ποσότητα λαθραίων αλκοολούχων ποτών με παραλήπτη - αγοραστή τον κατηγορούμενο και ειδικότερα, 4.800 φιάλες αλκοολούχου ποτού MARTINI BIANCO, συνολικής αξίας 24.864 ευρώ, για τις οποίες εκδόθηκε το υπ' αριθμό ... τιμολόγιο της βουλγαρικής εταιρείας ..., 480 τεμάχια AMARETTO DΙ SARONNO 12/70/28%, 240 τεμάχια RUSSIAN STANDART PLATINUM 6/70/40%, 1920 τεμάχια MARTINI BIANCO 12/100/15%, 480 τεμάχια JAGERMAISTER 6/70/35%, 630 τεμάχια PLOMARI 6/70/40%, 2.304 τεμάχια PLOMARI 24/20/40%, 600 τεμάχια ΜΕΤΑΧΑ 3* 12/70/38%, 600 τεμάχια COINTREAU12/70/40%, 4.320 τεμάχια CUTTY SARK 12/70/40%, 720 τεμάχια BALLANTINE'S FINEST naked 12/70/40%, 504 τεμάχια CHIVAS REGAL 12 YO 12/70/40%, 630 τεμάχια FOURROSES 6/70/40%, 1.200 τεμάχια FAMOUS GROUSE scotch 12/70/40%, 3.840 τεμάχια GRANT'S 12/70/40%, 576 τεμάχια FINLANDIA vodka 12/70/40%, συνολικής αξίας 121.902,54 ευρώ, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμό ... τιμολόγιο της βουλγαρικής εταιρείας ...-... 5.184 τεμάχια ΤΖΙΝ GORDONS 0,7, 3.840 τεμάχια ΟΥΙΣΚΥ ΧΕΙΓΚ 0,70, 3.600 τεμάχια VODKA SMIRNOF κόκκινη 0,7 λ., 3.600 τεμάχια ΟΥΙΣΚΥ CUTTY SARK 0,7, 3.600 τεμάχια ΟΥΙΣΚΥ JHONNY 0,70, συνολικής αξίας 143.447,47 ευρώ, για τα οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμό ... τιμολόγιο της βουλγαρικής εταιρείας ...-... χωρίς να καταβληθούν στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης και ΦΠΑ και οι λοιποί φόροι, που αναλογούσαν σ' αυτά, το οποίο ποσό στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ύψους 382.024 ευρώ (12.079,62+164.349,90+ 205.604,98)" Με αυτές τις, κατά συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, παραδοχές, το Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση λαθρεμπορίας αλκοολούχων ποτών από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί και φόροι του Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 150.000 ευρώ, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 14 παρ1, 26, 27παρ1,98 ΠΚ, 119Απαρ.2, 142 παρ1, 155 παρ 1β και 2α,157παρ1γ και 160 του Ν.2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα κατά τις ως άνω αναλυτικά παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης και στους χρόνους που σ'αυτή αναφέρονται, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβη επανειλημμένως στην αγορά και παραλαβή, από κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Βουλγαρία) χωρίς την τήρηση των νομίμων τελωνειακών διατυπώσεων μεγάλων ποσοτήτων φιαλών διαφόρων αλκοολούχων ποτών, όπως αυτά κατ' είδος και ποσότητα αναλυτικώς σ' αυτήν προσδιορίζονται, για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες ειδικός φόρος κατανάλωσης (Ε.Φ.ΚΑ) και ο φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α) των οποίων το συνολικό ποσό κατά τους νόμιμους υπολογισμούς ανήλθε στο ποσόν των 382.034,050 ευρώ, το οποίο αναβίβασε την ως άνω, αποδοθείσα στον κατηγορούμενο πράξη σε κακούργημα. Ακόμη, ο δόλος του αναιρεσείοντος για το άνω έγκλημα της λαθρεμπορίας ενυπάρχει τόσο στη θέληση της παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος όπως περιγράφεται στο αιτιολογικό, όσο και στην πραγμάτωση αυτών, αφού, μετά την αγορά και παραλαβή από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα των ως άνω μεγάλων ποσοτήτων φιαλών αλκοολούχων ποτών, διαπιστώθηκε ότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες τελωνειακές διατυπώσεις, προς τούτο δε αναφέρεται στην προσβαλλομένη α) ότι ανευρέθη επιστολή του προς την πρώτη πωλήτρια βουλγαρική εταιρεία περί παραλαβής των αφορώντων αυτή την συναλλαγή αλκοολούχων ποτών, β) ότι ως παραλήπτρια φέρεται η μη ευρισκόμενη σε λειτουργία ατομική του επιχείρηση κρεάτων και τυροκομικών στη ... και γ) η μη προσκόμιση από μέρους του στις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές των παραστατικών που αφορούσαν τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Ουδεμία, εξάλλου, απαιτείτο ειδική αιτιολόγηση της γνώσης του για τη λαθρεμπορική προέλευση των αναφερομένων ποσοτήτων αλκοολούχων ποτών και ο σκοπός του να αποστερήσει το Δημόσιο από τους αναφερόμενους φόρους, καθώς τούτο προκύπτει πλήρως από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τη διαμόρφωση του πορίσματος της ενοχής και ειδικότερα από την παραδοχή ότι ο κατηγορούμενος παρέλαβε τρεις φορές μεγάλη ποσότητα λαθραίων αλκοολούχων ποτών με παραλήπτη - αγοραστή τον ίδιο, χωρίς την καταβολή των αναλογουσών φορολογικών επιβαρύνσεων. Επισημαίνεται ότι η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η πράξη για την οποία κηρύχτηκε ένοχος δεν συνιστά λαθρεμπορία, αλλά τελωνειακή παράβαση επειδή επρόκειτο για αγορά και παραλαβή προερχομένων από κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Βουλγαρία) και όχι από τρίτη εκτός Ε.Ε., χώρα, αλκοολούχων ποτών, για τα οποία δεν είχαν καταβληθεί οι αναλογούντες Ε.Φ.Κ. και ο Φ.Π.Α. είναι αβάσιμη, καθώς το άρθρο 111 του Ν. 2960/2001 δεν αφορά αλκοολούχα ποτά, αλλά μόνο την εισαγωγή λαθραίων καπνών (ΑΠ 22/2020, ΑΠ 1431/2016). Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι από την αίτηση αναιρεσης για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής και ερμηνείας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων αντίστοιχα είναι αβάσιμοι. Η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Κατά συνέπεια, και η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, μολονότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου είναι ανέλεγκτη, πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ. 2 και 3, 353 και 139 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη. Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής, εφόσον αυτό είναι ορισμένο και παραδεκτό και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα προαναφερόμενα απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της απόφασης για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο με αυτές. Διαφορετικά, αν δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν η απορριπτική απόφαση δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη, στοιχειοθετείται ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, πέραν δε τούτων, η κατά τα ανωτέρω απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη για νόμιμη απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1, 2 και 3 περ. δ' της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που στοιχειοθετεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης. Επιπρόσθετα, εάν το δικαστήριο, μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης χωρίς την παραπάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει και στην από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Θ' ΚΠοινΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 141/2020, ΑΠ 740/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορός που παρεστη στο ακροατηριο και εκπροσώπησε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, μετά τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας (κατά τη συνεδρίαση της 10-2-2020) και κατά την αγόρευσή του, αφού ζήτησε την απαλλαγή του εντολέα του, επικουρικώς ("άλλως") "υπέβαλε αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις, για τη διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την υπογραφή του κατηγορουμένου στα τιμολόγια παραλαβής και στις αποστολές εμπορευμάτων, ενώ επανέλαβε το αίτημα αναβολής σχετικά με τις βεβαιώσεις των τραπεζών, περί λογαριασμών, που υπέβαλε στην προηγούμενη συνεδρίαση και επί του οποίου η Εισαγγελέας είχε προτείνει την απόρριψη" (σελ. 7, 8), στην προηγούμενη δε συνεδρίαση (της 16-1-2020) και δη κατά λέξη "υπέβαλε αίτημα αναβολής, προκειμένου να προσκομισθεί από την Τράπεζα Εργασίας βεβαίωση ότι δεν υπάρχει άλλος λογαριασμός και από την Alpha Bank αν υπήρχε λογαριασμός και να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη για την υπογραφή του κατηγορουμένου στα τιμολόγια παραλαβής" (σελ. 3, 4). Το Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε "τα αιτήματα αναβολής της υπεράσπισης για προσκομιζόμενα έγγραφα και πραγματογνωμοσύνη", διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό της ενοχής που παρέθεσε στην προσβαλλόμενη πλήρεις, για την απόρριψη του αιτήματος της αναβολής, αιτιολογίες, τις οποίες δεν ήταν αναγκαίο να επαναλάβει προκειμένου να παραθέσει αυτοτελές στο σκεπτικό απόρριψης της παρεμπίπτουσας απόφασής του. Συγκεκριμένα αναφέρει κατά λέξη, "...Επίσης, διαπιστώθηκε και άλλη πώληση αλκοολούχων ποτών με τον ίδιο τρόπο προς τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν τήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις και κατέβαλε μέσω τραπεζικού του λογαριασμού στην Eurobank. Οι υπογραφές του τελευταίου στα σχετικά παραστατικά έγγραφα της πρώτης ως άνω αναφερόμενης αγοράς και εισαγωγής αλκοολούχων ποτών (όπως και των υπολοίπων) δεν προσβλήθηκαν ως πλαστές και επί πλέον ο τελευταίος με την πρόφαση της κλοπής των βιβλίων του, την οποία όμως δεν δήλωσε, δεν τα προσκόμισε στην Τελωνειακή αρχή για να διαπιστωθεί η αλήθεια του αρνητικού του ισχυρισμού...η ύπαρξη των τραπεζικών λογαριασμών αποδεικνύεται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα...". Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο το οποίο με τις αμέσως παραπάνω σκέψεις αντέκρουσε με πλήρη σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία την έλλειψη λυσιτέλειας της γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και απέρριψε το σχετικό αίτημα δεν υπέπεσε στην αντίστοιχη από το άρθρο 510 παρ1 στοιχ Δ ΚΠοινΔ αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα αυτή απόφασή του όπως αβασίμως αιτιάται την προσβαλλομένη ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αίτησής του. Κατόπιν τούτων και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 578 § 1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.12.2020, με αριθμό πρωτ. της ΕισΑΠ 10276/2020, αίτηση του Δ. Κ. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμό 823/2020 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων του Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ