ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει τη λαθρεμπορική του προέλευση χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο.
Αριθμός 760/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου Κοντοδήμου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 08 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλείου Παπαδά (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει τις αιτήσεις αναιρέσεως των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων Σ. Π., του Χ., κατοίκου ... και Δ.-Α. Π. του Χ., κατοίκου ... οι οποίοι παραστάθηκαν ο μεν πρώτος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Παπαδάκη, ο δε δεύτερος δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αθανασίου Παπαγεωργίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7506/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25.04.2019 και με αριθμούς 59/2019 και 58/2019, αντίστοιχα, αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 767/2019.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως, καθώς και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των αναιρεσειόντων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι από 25.4.2019 δύο αιτήσεις των Σ. Π. και Δ.-Α. Π., κατοίκων ..., αντιστοίχως, με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 7506/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα δια δηλώσεων ενώπιον της Γραμματέως του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1α και β του ν.2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", που ισχύει από 1.1.2002, λαθρεμπορία είναι α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο και χρόνο,, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Επίσης, κατά την παράγραφο 2 εδαφ. ζ' του ως άνω άρθρου 155 του νόμου 2960/2001, ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπο, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει τη λαθρεμπορική του προέλευση χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του άνω Ν.2960/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.3336/2005 ("Εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την Οδηγία 2003/96/Έκτου Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 2003 περί επιβολής Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και άλλες διατάξεις"), "Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε. Φ. Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα.". Σύμφωνα δε, με το άρθρο 72 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ως ενεργειακά προϊόντα θεωρούνται, μεταξύ των άλλων αναφερόμενων, τα λάδια από πετρέλαιο (β'), η μεθανόλη εφόσον δεν είναι συνθετικής προέλευσης και πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο θέρμανσης ή ως καύσιμο κινητήρων (δ'), χημικά προϊόντα και παρασκευάσματα των χημικών ή συναφών βιομηχανιών .... εφόσον πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα θέρμανσης ή ως καύσιμα κινητήρων (η') , ενώ στην παράγραφο 5 του άρθρου 73 του ίδιου νόμου, το οποίο ορίζει τους Συντελεστές Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, προβλέπεται ότι "Εκτός από τα προϊόντα του άρθρου 72, του παρόντα Κώδικα, (σε Ε.Φ.Κ. υπόκειται) κάθε προϊόν το οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί η διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται ως καύσιμο κινητήρων ή ως πρόσθετο ή αυξητικό του τελικού όγκου του καυσίμου κινητήρων, το οποίο και φορολογείται με το συντελεστή του ισοδυνάμου καυσίμων κινητήρων". Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 155 του Ν.2960/2001, που όπως προαναφέρεται ορίζει την έννοια της λαθρεμπορίας, προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η καθοιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλομένου για τα πετρελαιοειδή προϊόντα ειδικού φόρου καταναλώσεως είναι πράξη ποινικώς κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, η οποία τιμωρείται με τις προβλεπόμενες γι' αυτήν από τον ως άνω νόμο σχετικές ποινές. Κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 157 παρ. 1 στοιχ. β περ. γ' και δ' του ίδιου νόμου, "Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους στις εξής περιπτώσεις: "... εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω ή και αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα." Ως ιδιαίτερο τέχνασμα νοείται κάθε ενέργεια που επινοεί η ανθρώπινη εφευρετικότητα με σκοπό να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο της δυνατότητας να εισπράξει το ανάλογο κατά νόμο εισαγωγικό δασμό, φόρο ή άλλο δικαίωμα για οποιοδήποτε εισαγόμενο από την αλλοδαπή ή εξαγόμενο εμπόρευμα. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 ν.3054/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 320 παρ. 4 του ν.4072/2012, "Όποιος χωρίς νόμιμη άδεια ή κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 6 παράγραφος 5 περίπτωση γ' και του άρθρου 15 παράγραφος 8α του παρόντος νόμου διυλίζει, αποθηκεύει, εμπορεύεται, διακινεί, παραδίδει, προμηθεύει, εφοδιάζει, εμφιαλώνει ή πωλεί αργό πετρέλαιο ή πετρελαιοειδή ή άλλα ενεργειακά προϊόντα υπό την έννοια του παρόντος νόμου και με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) μέχρι πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 187 παρ.5 του ισχύοντος κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης ΠΚ, "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος, αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας.". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συμμορίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν ένωση με άλλον, δηλαδή συμφωνία δύο τουλάχιστον προσώπων, για την διάπραξη, ακαθορίστου αριθμού μεν, ενός τουλάχιστον δε κακουργήματος (περίπτωση εδαφ. α) ή πλημμελήματος τιμωρουμένου με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρ.105 παρ.1 στοιχ.β'Ν.2960/2001 λαθρεμπορία, με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας (περίπτωση εδαφ. β), μη προσδιοριζόμενου, του αυτού ή διαφόρου είδους, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση και την θέληση της συμφωνίας για την τέλεση κακουργήματος ή πλημμελήματος, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Η πράξη της συμμορίας συρρέει αληθινά με τις πράξεις που πράγματι τελέστηκαν. Όμως, αν η διάπραξη του εγκλήματος από περισσότερους ενωμένους αποτελεί επιβαρυντική περίσταση άλλου εγκλήματος που τιμωρείται βαρύτερα, όπως η πράξη της λαθρεμπορίας, όταν έχει διαπραχθεί από τρεις ή περισσότερους μαζί (άρθρ. 157 παρ. 1 στοιχ. β' περ. β ν.2960/2001), το έγκλημα του άρθρου 187 παρ. 5 του ΠΚ ενσωματώνεται απολύτως στην αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας, αποτελεί δε απλό συστατικό στοιχείο αυτής και χάνει την αυτοτέλειά του, οπότε, στην περίπτωση αυτή, μεταξύ των ως άνω δύο διατάξεων υφίσταται σχέση απορροφήσεως και δημιουργείται φαινομένη συρροή ή συρροή νόμων και όχι αληθής συρροή, ώστε να έχουν εφαρμογή οι περί συρροής διατάξεις του άρθρου 94 του ΠΚ.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ. Α.Π. 3/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προμνημονευόμενης προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των κατά το είδος τους μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων [ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο], δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εκκαλών - κατηγορούμενος (Σ. Π.) τα έτη 2016 και 2017 ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ. της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ", στην οποία είχε χορηγηθεί αρμοδίως άδεια λειτουργίας του πρατηρίου υγρών καυσίμων που βρίσκεται επί της οδού ......, συνάμα δε, ήταν μισθωτής αλλά και οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΔΧ βυτιοφόρου οχήματος, το οποίο στάθμευε σε όμορο, του ως άνω πρατηρίου, ακάλυπτο χώρο επί της .... Με το συγκεκριμένο βυτιοφόρο που οδηγούσε, εκτός από τον 1° κατηγορούμενο και ο 2ος κατηγορούμενος, Δ. - Α. Π., που είναι αδελφός του, αμφότεροι τροφοδοτούσαν με υγρά καύσιμα που εφοδιάζονταν από τις εγκαταστάσεις της ... OIL (στο ... της Ε.Ο. Αθηνών - Κορίνθου στον ...), το προαναφερόμενο πρατήριο - συμφερόντων του 1ου αλλά και άλλα τρία πρατήρια μέσω των οποίων, οι ιδιοκτήτες τους πουλούσαν επίσης καύσιμα της ..., και συγκεκριμένα, το επί της οδού ..., ιδιοκτησίας Μ. Π., το επί της οδού ..., ιδιοκτησίας της εταιρείας "..." και το επί της οδού ..., ιδιοκτησίας της εταιρείας "...". Αρχές του 2017 περιήλθε στο Τμήμα Φορολογικής Αστυνόμευσης και Ασφαλιστικής Προστασίας της Δ/νσης Οικονομικής Αστυνομίας καταγγελία ότι το προαναφερόμενο βυτιοφόρο διακινούσε λαθραία καύσιμα που εισάγονταν από τη Βουλγαρία, προς αξιοποίηση της οποίας τα αστυνομικά όργανα το έθεσαν υπό παρακολούθηση. Έτσι διαπιστώθηκε ότι το προαναφερόμενο μισθωμένο βυτιοφόρο οδηγούμενο από τους εκκαλούντες/κατηγορουμένους, ανεφοδιαζόταν με καύσιμα τόσο από τις εγκαταστάσεις της ..., με τα οποία στη συνέχεια τροφοδοτούσε τα προαναφερόμενα τέσσερα πρατήρια, όσο (ανεφοδιαζόταν) και από βυτιοφόρα με βουλγάρικες πινακίδες που εισέρχονταν στην επί της οδού ... α/α στον ... εγκατάσταση - ακάλυπτο χώρο που ήταν περιφραγμένος με υψηλή μεταλλική περίφραξη και συρόμενη μεταλλική θύρα εντός του οποίου υπήρχε και μικρό κτίσμα - αποθήκη. Τα βουλγάρικα βυτιοφόρα, αφού εισέρχονταν στον ως άνω χώρο, προσέγγιζαν το μισθωμένο βυτιοφόρο των κατηγορουμένων και με μάνικες μετάγγιζαν σ' αυτό υγρά καύσιμα, και στη συνέχεια το τελευταίο μετέβαινε και ανεφοδίαζε και με αυτά, τα 4 ίδια προαναφερόμενα πρατήρια. Τα ανωτέρω έγιναν αντιληπτά από τους Αστυνομικούς της ως άνω Δ/νσης κατά την αρχική παρακολούθηση του βυτιοφόρου των κατηγορουμένων κατά το χρονικό διάστημα από 06.03.2017 έως και 17.03.2017. Ενόψει του ότι δημιουργήθηκαν υποψίες διακίνησης λαθραίων καυσίμων, εντατικοποιήθηκε η παρακολούθηση τόσο των αλλοδαπών βυτιοφόρων όσο και του ελληνικού (...), καθώς και η επιτήρηση της εγκατάστασης επί της οδού ... Έτσι διαπιστώθηκε ότι τα βουλγάρικα βυτιοφόρα εισέρχονταν στο ελληνικό έδαφος από το συνοριακό σταθμό ... και αφού κινούνταν, κατά βάση νυχτερινές ώρες, κυρίως μέσω μη κεντρικών οδών κατέληγαν στην πιο πάνω εγκατάσταση (επί της ...), όπου τα ανέμενε το βυτιοφόρο που οδηγούσαν και εκμεταλλεύονταν οι κατηγορούμενοι και αφού μετάγγιζαν σ' αυτό με μάνικες τα καύσιμα που είχαν εισάγει από την Βουλγαρία, το τελευταίο αναχωρούσε και μετέβαινε προς ανεφοδιασμό των 4 πρατηρίων. Πλέον συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι, στις 21.3.2017 και περί ώρα 15:55' το βουλγάρικο με αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγό με το ... επικαθήμενο βυτίο (1° βυτιοφόρο) που οδηγούσε ο Βούλγαρος, M, S, έχοντας εισέλθει έμφορτο στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία, αφού εισήλθε στην ως άνω εγκατάσταση και πλεύρισε το ελληνικό βυτιοφόρο (...) μετάγγισε σ' αυτό, επί μία σχεδόν ώρα, υγρό καύσιμο και στη συνέχεια, κατευθύνθηκε προς Θήβα, στάθμευσε σε χώρο του πρατηρίου υγρών καυσίμων της… επί της Ε.Ο. ..., και την επόμενη ημέρα αναχώρησε για Βουλγαρία, μέσω Προμαχώνα Σερρών, όπου ελεχθέν από τους αστυνομικούς, που συνεχώς το επιτηρούσαν, διαπιστώθηκε ότι εξέρχονταν της χώρας μας, κενό περιεχομένου. Την ίδια ημέρα (21.3.2017) και περί ώρα 17:20 εισήλθαν επίσης στην Ελληνική επικράτεια από τα σύνορα με τη Βουλγαρία δύο άλλα βυτιοφόρα με βουλγάρικες πινακίδες κυκλοφορίας, ήτοι, το με αριθμό ... φορτηγό με το με αριθμό ... επικαθήμενο βυτίο (2°) και ο με αριθμό κυκλοφορίας ... τράκτορας με επικαθήμενο βυτίο ... (3°), που οδηγούνταν, αντίστοιχα, από τους Βούλγαρους υπήκοους M. E. και V.Ε., τα οποία την επόμενη ημέρα (22.3.2017) έφτασαν, περί ώρα 17:00 στην ίδια ως άνω περίκλειστη εγκατάσταση - αποθήκη στο .... Το πρώτο εξ αυτών (το ... φορτηγό με το ... επικαθήμενο βυτίο) προσέγγισε το ήδη εκεί αναμένον βυτιοφόρο των κατηγορουμένων και αφού μετάγγισε σ' αυτό υγρά καύσιμα, εξήλθε από την εγκατάσταση και στάθμευσε επί της λεωφόρου Αθηνών - Κορίνθου, όπου και ελέγχθηκε από τα αστυνομικά όργανα και βρέθηκε κενό περιεχομένου, ενώ το δεύτερο (ο ... τράκτορας με επικαθήμενο βυτίο ...) παρέμεινε εντός του ακάλυπτου χώρου της ως άνω εγκατάστασης. Αμέσως μετά, την ίδια ημέρα (στις 22.3.2017) στην εν λόγω εγκατάσταση διενεργήθηκε από την Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας συντονισμένη "επιχείρηση" με τη συνδρομή και της Δ/νσης Μετρολογίας της Γεν. Γραμ/τείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπ. Οικονομικών, καθώς και Κλιμακίων Ελέγχου Διακίνησης & Αποθήκευσης Καυσίμων (ΚΕΔΑΚ) του Υπ. Περιβάλλοντος και Ενέργειας, παρουσία του δεύτερου κατηγορουμένου (Δ. - Α. Π., που εκείνη την ημέρα οδηγούσε το ... βυτιοφόρο) αλλά και του μισθωτή της εγκατάστασης Κ. Φ. και διαπιστώθηκαν, ότι: α) το βουλγάρικο με αριθμό τράκτορα ... με επικαθήμενο βυτίο ... ήταν έμφορτο με 24.380 λίτρα υγρό καύσιμο, ποσότητα που δεν είχε προλάβει ακόμα να μεταγγίσει, ενώ το ελληνικό βυτιοφόρο ήταν έμφορτο με 23.800 λίτρα υγρού καυσίμου, που προ ολίγου είχε μεταγγισθεί σ' αυτό από το εξελθόν της εγκατάστασης ... βουλγάρικο βυτιοφόρο. Οι προαναφερθέντες αλλοδαποί οδηγοί επέδειξαν παραστατικά που αφορούσαν - συνόδευαν το εισαγόμενο στην Ελλάδα προϊόν, (που είχαν επιδείξει και στο τελωνείο του ως άνω συνοριακού σταθμού <...>), στα οποία αναγράφονταν ότι μετέφεραν από τη Βουλγαρία εντός της Ελληνικής επικράτειας σύνθετο οργανικό διαλύτη ... TEST A' για να χρησιμοποιηθεί στην Ελλάδα ως χημικό προϊόν για τη βιομηχανία (για την διάβρωση χρωμάτων, διάλυση βερνικιών, επεξεργασία ασφάλτου, στόκων κλπ) από την δήθεν παραλήπτρια - αγοράστρια επιχείρηση του "D.I.Z." που εφέρετο σ' αυτά ότι εδρεύει ... Αττικής. Όμως, όπως διαπιστώθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας των ως αρμοδίων αστυνομικών οργάνων, δεν υφίστατο τέτοια επιχείρηση, ούτε ποτέ τα βουλγάρικα βυτιοφόρα είχαν μεταβεί στο ... προς παράδοση του εισαχθέντος εμπορεύματος, το οποίο παρέδιδαν, κατά τα προαναφερόμενα, στους δύο κατηγορούμενους στην ως άνω εγκατάσταση στον ..., τμήμα της οποίας ο προαναφερόμενος μισθωτής (Κ.Φ.) είχε παραχωρήσει προς χρήση στους κατηγορούμενους. Σημειώνεται ότι το ως άνω προϊόν ("... TEST A'") κατά την εισαγωγή του στην Ελλάδα δεν επιβαρύνεται με δασμούς και λοιπούς φόρους υπό την προϋπόθεση ότι προορίζεται για να χρησιμοποιηθεί από τον παραλήπτη του στην βιομηχανία για την αναφερόμενη ως άνω χρήση, όπως αναληθώς εν προκειμένω αναγράφονταν στα συνοδεύοντα αυτό παραστατικά, ότι δηλαδή, παραλήπτης του ήταν τάχα η προαναφερόμενη - ανύπαρκτη στην Ελλάδα επιχείρηση ("D. I. Z."), γεγονός ψευδές, που παραπλάνησε τους τελωνειακούς υπαλλήλους του Ο. και γι' αυτό δεν επιβλήθηκαν - δεν καταβλήθηκαν δασμοί - φόροι. Την επόμενη ημέρα (23.3.2017), τα ίδια ως άνω κλιμάκια παρουσία αμφοτέρων των εκκαλούντων - κατηγορουμένων, καθώς και του μισθωτή της εγκατάστασης (Κ. Φ. - πρωτόδικα αθωωθέντος 7ου κατηγορουμένου), ο οποίος, όπως προαναφέρεται, είχε παραχωρήσει μερικά τη χρήση της στους κατηγορούμενους, ανακάλυψαν υπόγεια δεξαμενή εντός και κάτωθι της αποθήκης - μικρού κτίσματος - που υπήρχε στον ακάλυπτο χώρο της επίμαχης εγκατάστασης, η οποία (δεξαμενή) περιείχε 5.000 λίτρα υγρού καυσίμου. Σύμφωνα με τις αρμοδίως συνταχθείσες εκθέσεις ποσοτικής καταμέτρησης, η συνολική ποσότητα υγρού καυσίμου που ανευρέθη στις 22 & 23.3.2017 εντός της επίμαχης εγκατάστασης και κατασχέθηκε ανέρχεται σε 53.180 λίτρα καυσίμου (24.380 + 23.800 + 5.000), η οποία, σύμφωνα με αναλύσεις που διενεργήθηκαν, κατόπιν δειγματοληψιών, το υγρό αυτό που ήταν το ίδιο και στους τρεις χώρους (2 βυτιοφόρα + υπόγεια αποθήκη) πρόκειται για μείγμα διαλυτών αναμεμειγμένο με ενεργειακά προϊόντα (λάδια πετρελαίου με αιθανόλη), β) Στην ίδια ως άνω εγκατάσταση ανευρέθηκαν και κατασχέθηκαν 11 φιάλες πλήρεις υγραερίου διαφόρων χωρητικοτήτων και δύο έμφορτα με υγραέριο βυτιοφόρα (το ...) των οποίων (ποσοτήτων υγραερίου) κάτοχοι, δεν ήταν οι νυν εκκαλούντες - κατηγορούμενοι, αλλά ο προαναφερθείς μισθωτής της εγκατάστασης (Κ. Φ.), ο οποίος εμπορεύονταν υγραέριο και επέδειξε τα αιτηθέντα παραστατικά. Ανεξάρτητα δε, του εάν αυτός δικαιολόγησε επαρκώς ή μη, την από μέρους του κατοχή του συνόλου της ως άνω ποσότητας υγραερίου, η ύπαρξη και κατοχή της δεν βαρύνει τους δυο πρώτους κατηγορούμενους, ήδη εκκαλούντες, σύμφωνα και με την ενώπιον του ακροατηρίου κατάθεση της πρώτης μάρτυρος, και συνεπώς αυτοί πρέπει να κηρυχθούν αθώοι της επιμέρους πράξης του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος της λαθρεμπορίας που αφορά στην ποσότητα υγραερίου κίνησης 6.095 κιλών που βρέθηκε και κατασχέθηκε εντός της ίδιας υπαίθριας εγκατάστασης στον ... και συγκεκριμένα εντός των με αριθμ... βυτιοφόρων οχημάτων, σε υπέργεια επικαθήμενη δεξαμενή, καθώς και σε 11 φιάλες. Και γ) Καθ' όλο το χρονικό διάστημα της επιτήρησης του ελληνικού βυτιοφόρου (...) αυτό, μετά την σ' αυτό μετάγγιση υγρού καυσίμου από τα βουλγάρικα βυτιοφόρα αποχωρούσε από την επίμαχη εγκατάσταση και απαντλούσε αυτό στα προναφερθέντα πρατήρια υγρών καυσίμων. Σε έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις 22 & 23.3.2017 σε δύο εκ των 4 πρατηρίων και συγκεκριμένα στο επί των οδών ... και στο επί της ... ..., κατόπιν επιτόπιας ανάλυσης των υγρών καυσίμων που διέθεταν προς τους καταναλωτές και σύμφωνα με τα αποτελέσματα του διενεργηθέντα φυσικοχημικού ελέγχου της Χημικής Υπηρεσίας Πειραιά του Γενικού Χημείου του Κράτους από τα ληφθέντα δείγματα υγρών καυσίμων που περιείχαν οι δεξαμενές τους και διέθεταν ως αμόλυβδη βενζίνη, διαπιστώθηκε ότι ήταν νοθευμένα με το ίδιο μείγμα (ελαφρών λαδιών πετρελαίου υψηλού θείου που περιείχε αιθανόλη), που είχαν εφοδιαστεί από το ελληνικό βυτιοφόρο και αυτό, προηγούμενα, από τα βουλγάρικα. Συγκεκριμένα, το μεν πρώτο πρατήριο διέθετε καύσιμο κινητήρων ως αμόλυβδη βενζίνη που ήταν νοθευμένη, κατά τα ανωτέρω, σε ποσοστό 81 % (το 1° δείγμα 1ης δεξαμενής) και σε ποσοστό 83% (το 2° δείγμα, δεύτερης δεξαμενής), το δε δεύτερο πρατήριο ( επί της ... 21- 23 της εταιρείας, που ήταν Πρόεδρος ο κατηγορούμενος) η αμόλυβδη βενζίνη που περιείχετο στις δεξαμενές του και διέθετε για την κίνηση αυτοκινήτων, ήταν νοθευμένη σε ποσοστό 61%. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι οι κατηγορούμενοι είχαν εφοδιάσει τα ως άνω πρατήρια (και) με το εισαχθέν με τα βουλγάρικα βυτιοφόρα προϊόν (μείγμα διαλυτών - λάδια πετρελαίου & αιθανόλη), το οποίο ανέμειξαν με τη νόμιμα διακινηθείσα βενζίνη, που σε άλλο χρόνο, είχαν εφοδιάσει τις δεξαμενές τους, και έτσι τα τελευταία διέθεταν στο κοινό "ως αμόλυβδη" βενζίνη, νοθευμένο καύσιμο. Δηλαδή, οι κατηγορούμενοι, αφενός εφοδιάσαν τα δύο ως άνω πρατήρια με ποσότητες "καθαρού" καυσίμου που αυτοί είχαν προμηθευτεί από τις εγκαταστάασεις της ... OIL, αφετέρου, εν γνώσει τους τα εφοδίασαν - πούλησαν ως "καθαρό" καύσιμο το λαθραία εισαχθέν ως άνω μείγμα λαδιών πετρελαίου και αιθανόλης που είχαν αυτοί εφοδιαστεί από τα βουλγάρικα βυτιοφόρα και του οποίου η διακίνηση, διάθεση και μείξη με "καθαρό" καύσιμο δεν επιτρέπεται στην Ελληνική αγορά ως καύσιμο κινητήρων. Αμφότεροι οι. κατηγορούμενοι αφενός γνώριζαν ότι το εισαχθέν από τη Βουλγαρία μείγμα διαλυτών και ειδικότερα για τη συνολική ποσότητα των 53.180 (24.380 + 23.800 + 5.000) λίτρων που, κατά τα ανωτέρω, κατασχέθηκαν, υπόκειται σε δασμούς και φόρους, αφού θα το χρησιμοποιούσαν ως καύσιμο κινητήρων και όχι για βιομηχανική χρήση και συνεπώς (γνώριζαν) ότι αποτελούσε, κατά τα αναφερόμενα πιο πάνω στη νομική σκέψη, αντικείμενο λαθρεμπορίας. Είναι βέβαιο ότι ολόκληρη η ως άνω ποσότητα εισήχθη, προκειμένου να τη διαθέσουν - εμπορευτούν οι ίδιοι οι εκκαλούντες ως καύσιμο και όχι για βιομηχανική χρήση, όπως παραπλανητικά αναγράφονταν στα συνοδεύοντα παραστατικά που χρησιμοποιήθηκαν προκειμένου να αποφευχθεί η πληρωμή των δασμών. Με τον τρόπο - τέχνασμα - αυτό σε συνδυασμό και με το σχέδιο που είχαν επινοήσει οι κατηγορούμενοι, δηλαδή να κινούνται τα βουλγάρικα βυτιοφόρα κατά τις νυχτερινές κυρίως ώρες σε μη κεντρικούς οδούς, τη χρήση της περίκλειστης εγκατάστασης και υπόγειας - αθέατης δεξαμενής για να μεταγγίζουν το λαθραία εισαχθέν καύσιμο είτε στο βυτιοφόρο που εκμεταλλεύονταν οι ίδιοι, είτε να αποθηκεύουν μέρος αυτού στην υπόγεια δεξαμενή και στη συνέχεια να το διακινούν και εμπορεύονται ως καύσιμο κινητήρων οχημάτων, όπου είναι βέβαιον ότι θα κατέληγε και η συγκεκριμένη εισαχθείσα ποσότητα, όπως αποδεδειγμένα κατέληξε, κατά τα ανωτέρω και οι προηγούμενα, επίσης λαθραία εισαχθείσες κατά τον ίδιο τρόπο και διατεθείσες στα ως άνω πρατήρια ποσότητες ίδιου εισαχθέντος από τη Βουλγαρία διαλύτη, πέτυχαν το σκοπό στον οποίο αυτοί απέβλεπαν, δηλαδή, την αγορά, αποθήκευση και διακίνηση λαθραίου υγρού καυσίμου, αφού για την εισαγωγή του προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως καύσιμο αποφεύχθηκε τεχνηέντως η πληρωμή των, κατά νόμο, αναλογούντων δασμών και φόρων που αντιστοιχούν στο συντελεστή του ισοδυνάμου του συγκεκριμένου καυσίμου κινητήρα (με βάση τους ισχύοντες τότε φορολογικούς συντελεστές για την αμόλυβδη βενζίνη 95 RΟΝ), οι οποίοι κατά το επίμαχο χρονικό σημείο υπερέβαιναν τις 30.000 ευρώ, καθόσον αποδείχθηκε, ότι ανέρχονταν στο ποσό των 51.945,94 ευρώ. Οι πρωτόδικα κατηγορούμενοι Βούλγαροι οδηγοί των τριών ως άνω αναφερόμενων αλλοδαπών βυτιοφόρων, καθώς και ο μισθωτής της επίμαχης εγκατάστασης Κ. Φ., αθωώθηκαν τελεσίδικα με την εκκαλούμενη απόφαση ελλείψει του υποκειμενικού στοιχείου των αποδιδόμενων σε βάρος τους εγκλημάτων. Οι εκκαλούντες δεν αρνούνται ότι προμηθεύτηκαν, κατείχαν και επρόκειτο να τροφοδοτήσουν τα πρατήρια με το εισαχθέν από τη Βουλγαρία κατασχεθέν εμπόρευμα-προϊόν, ούτε ότι αποθήκευσαν στην υπόγεια δεξαμενή του ... μέρος (5.000 λίτρα) από τις μεταγγισθείσες από τα βουλγάρικα βυτιοφόρα ως άνω ποσότητες, ούτε αμφισβητούν την διαγνωσθείσα χημικά ιδιότητά τους (μείγμα λαδιών πετρελαίου με αιθανόλη), πλην όμως ισχυρίζονται ότι δεν στοιχειοθετούνται αντικειμενικά σε βάρος τους οι αποδιδόμενες πράξεις, εκ του λόγου ότι, το ως άνω εμπόρευμα (μείγμα ελαφρών λαδιών και αιθανόλης) εισαχθέν στην Ελλάδα, ανήκει στη δασμολογική κλάση 38140090 που χαρακτηρίζεται στην Ε.Ε. ως διαλυτικό και εξαιρείται δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Ο ισχυρισμός τους αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το προϊόν αυτό που είναι ενεργειακό, δεν προορίζονταν, ούτε βέβαια παραδόθηκε στην αναληθώς αναγραφόμενη στα παραστατικά παραλήπτρια (ανύπαρκτη) επιχείρηση για να χρησιμοποιηθεί ως διαλυτικό σε βιομηχανία χρωμάτων, αλλά στους κατηγορούμενους που είναι διακινητές - έμποροι καυσίμων κινητήρων, οι οποίοι το κατείχαν χωρίς νόμιμη άδεια (κατά παράβαση του Ν.3054/2002), προς διακίνηση - εφοδιασμό πρατηρίων ως καύσιμο κινητήρων και κατά νομική αναγκαιότητα (κατ' άρθρο 73 παρ. 5 Ν.2960/2001) υπόκειται στις ως άνω δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις (ύψους 51.945,94 ευρώ), τις οποίες σκόπιμα και με τεχνάσματα απέφυγαν) στερώντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο από το ως άνω ποσό, γεγονός που αυτοί γνώριζαν, ότι δηλαδή, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, αφού παραλάμβαναν αδασμολόγητα εισαχθέν υγρό καύσιμο, του οποίου τα παραστατικά δεν ανέφεραν τους ίδιους ως παραλήπτες, αλλά ανύπαρκτη βιομηχανική επιχείρηση. Επίσης αβάσιμος ελέγχεται και ο δεύτερος ισχυρισμός τους, ότι δηλαδή, στην προκείμενη περίπτωση η πράξη της λαθρεμπορίας με την επιβαρυντική μορφή της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 157 του Ν.2960/2001 απορροφά την αποδιδόμενη πράξη της συμμορίας (του άρθρου 187 παρ. 5 του ΠΚ), καθόσον υφίσταται μεταξύ τους φαινομένη συρροή, και ως εκ τούτου, πρέπει, κατά τον ισχυρισμό τους, να απαλλαγούν της πράξης της συμμορίας. Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι απορριπτέος. Τούτο διότι, το κρινόμενο αδίκημα της λαθρεμπορίας αποδείχθηκε ότι τέλεσαν, χρησιμοποιώντας τα ως άνω ιδιαίτερα τεχνάσματα, οι ως άνω δύο εκκαλούντες-κατηγορούμενοι κατά συναυτουργία, με κοινό δόλο και συναπόφαση, κατ' εξακολούθηση, αποβλέποντας στο συνολικό οικονομικό όφελος, που συνίσταται στην αποφυγή καταβολής των δασμών και φόρων ύψους 51.945,94 ευρώ, και όχι ενωμένοι και με άλλους. Συναυτουργοί δηλαδή είναι μόνον οι δύο εκκαλούντες και όχι περισσότεροι, όπως απαιτεί η ως άνω διάταξη (β' της παραγράφου 1 του άρθρου 157 του Ν.2960/2001) προκειμένου να απορροφηθεί (απ' αυτήν) το αδίκημα της συμμορίας, το οποίο, σύμφωνα με τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, ομοίως τέλεσαν οι εκκαλούντες - κατηγορούμενοι και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι." Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, αφού κήρυξε αθώους του κατηγορουμένους - νυν αναιρεσείοντες για την επί μέρους πράξη της κατ' εξακολούθηση πράξης της λαθρεμπορίας που αφορά στην αγορά κι κατοχή των συνολικά 60.095 κιλών υγραερίου κίνησης που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στις 23.3.2017, ακολούθως κήρυξε αυτούς ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις α) της λαθρεμπορίας τετελεσμένης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με δασμούς που στερήθηκε το δημόσιο άνω των 30.000 ευρώ, β) της κατ'εξακολούθηση παράβασης του άρθρου 16 του ν.3054/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 320 παρ. 4 του ν.4072/2012 και γ) της συμμορίας (άρθρ. 187 παρ. 5 του προϊσχύσαντος ΠΚ) και επέβαλε, στον καθένα, ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών για την πρώτη πράξη, ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για την δεύτερη πράξη και ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για την τρίτη πράξη, συνολική δε ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και οκτώ (8) μηνών, μετατραπείσα σε χρηματική προς πέντε (5) ευρώ/ημερησίως, με το ακόλουθο διατακτικό:
"Β) ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους κατηγορούμενους ενόχους, του ότι: Στη ... και στον ... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2016 έως την 23.3.2017: Β1) Με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού, ύστερα από συναπόφαση και με κοινό δόλο κατελήφθησαν να έχουν προβεί στην αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, έχοντας προς τούτο εισαγάγει εντός του τελωνειακού εδάφους εμπορεύματα υποκείμενα σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται από τα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο και χρόνο. Για τη διενέργεια της προαναφερόμενης πράξης μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα, οι δε δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των (30.000) ευρώ και άνω. Συγκεκριμένα, σε εγκατάσταση - αποθήκη κείμενη στον ... Αττικής και επί της οδού ... α/α, κατελήφθησαν να έχουν αγοράσει και να κατέχουν, εντός υπόγειας δεξαμενής (5.000) λίτρα υγρού καυσίμου, μείγμα διαλυτών αναμεμειγμένο με ενεργειακά προϊόντα, καθώς και εντός δύο βυτιοφόρων οχημάτων, ήτοι, εντός του με αριθμό κυκλοφορίας ... τράκτορα μετά του με αρ. ... επικαθήμενου και εντός του με αριθμό ... βυτιοφόρου οχήματος 48.180 λίτρα καυσίμου και συνολικά (53.180) λίτρα καυσίμου που αντιστοιχούν (σε κατ' εκτίμηση) δασμούς ύψους 51.945,94 ευρώ, τις οποίες (ποσότητες καυσίμων) οι βούλγαροι M. E.,V. Ε.και M. S. προμηθεύτηκαν από τη ... και με βυτιοφόρα οχήματα που οδηγούσαν οι ίδιοι, τα εισήγαγαν στην Ελληνική Επικράτεια ως διαλύτες για βιομηχανική χρήση, χωρίς να καταβάλουν τους αναλογούντες δασμούς και φόρους και ακολούθως, αφού τα μετέφεραν στην προαναφερθείσα αποθήκη, τα μετάγγιζαν σε έτερο βυτιοφόρο (το ...) και στην εκεί ευρισκόμενη υπόγεια δεξαμενή, τα οποία στη συνέχεια οι 1ος και 2ος κατηγορούμενοι Π.Σ. και Π.Δ.-Α. μετέφεραν και διένειμαν - πωλούσαν ως καύσιμο κινητήρων σε προκαθορισμένα πρατήρια υγρών καυσίμων (ιδιοκτησίας τους ή άλλων γνωστών τους προσώπων) και δη: α) στο επί της ... πρατήριο με το σήμα "...", ιδιοκτησίας της Π. Μ., β) στο επί της οδού Λ. ......) πρατήριο με το σήμα "...", ιδιοκτησίας της εταιρείας "... ΑΕ", γ) στο επί της ...) πρατήριο με το σήμα "...", ιδιοκτησιακής εταιρείας "..." και δ) στο επί της οδού ... πρατήριο με το σήμα "...", ιδιοκτησίας της εταιρείας "..."" χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με τα απαιτούμενα φορολογικά στοιχεία (παραστατικά και τιμολόγια), από τα οποία να προκύπτει η νόμιμη προέλευση και κατοχή της ανωτέρω ποσότητας ενεργειακού προϊόντος - προς χρήση ως καύσιμο κινητήρων και συνεπώς χωρίς να έχουν καταβληθεί στις αρμόδιες Τελωνειακές Αρχές οι εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν στην εν λόγω ποσότητα καυσίμων, που υπερβαίνουν το ποσό των (30.000) ευρώ, αφού ανέρχονται σε 51.945,94 €, τους οποίους, κατ' αυτόν τον τρόπο στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Οι υπαίτιοι δύο κατηγορούμενοι μεταχειρίστηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα για την διάπραξη της πράξης, καθόσον αφενός επινόησαν την εισαγωγή του ως άνω εμπορεύματος ως διαλύτη με προορισμό τη χρήση του από ανύπαρκτη βιομηχανική επιχείρηση, αφετέρου είχαν δημιουργήσει ειδική εγκατάσταση όπου η πρόσβαση ήταν ελεγχόμενη είτε λόγω της φυσικής της θέσης είτε των αυστηρών μέτρων προφύλαξης και αντιπαρακολούθησης που ελάμβαναν οι ίδιοι (εντολή για κίνηση με απρόβλεπτη οδική συμπεριφορά και δη αυξομείωση ταχύτητας των οχημάτων τους, αποφυγή κεντρικών οδών, προσέγγιση με προσοχή των εγκαταστάσεων, οδήγηση των βυτιοφόρων οχημάτων κυρίως κατά τις βραδινές ώρες) με σκοπό να μην αποκαλυφθεί η παράνομη δραστηριότητά τους και να αποφύγουν τον έλεγχο των διωκτικών Αρχών. Β2) Με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, χωρίς νόμιμη άδεια, προέβησαν στην αποθήκευση, κατοχή, διακίνηση πετρελαιοειδών ή άλλων ενεργειακών προϊόντων κατά την έννοια του Ν.3054/2002, και με την επιφύλαξη των περί λαθρεμπορίας διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, αν και τούτο απαγορεύεται. Συγκεκριμένα, με τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας ιδιότητες (αμφότεροι ως οδηγοί και επιπλέον ο πρώτος και ως έμπορος υγρών καυσίμων), κατείχαν και αποθήκευαν στην επί της οδού ... α|α εγκατάσταση πετρελαιοειδή προϊόντα τα οποία είχαν εισαγάγει από το εξωτερικό και στη συνέχεια διένειμαν-πωλούσαν στα προκαθορισμένα και ως άνω αναφερόμενα πρατήρια υγρών καυσίμων, χωρίς να κατέχουν την απαιτούμενη προς τούτο άδεια της αρμόδιας αρχής.
Β3) Ενώθηκαν μεταξύ τους για να διαπράξουν πλημμέλημα, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό όφελος. Συγκεκριμένα, οι δύο εκκαλούντες κατηγορούμενοι ενώθηκαν, για να διαπράξουν το πλημμέλημα της λαθρεμπορίας, όπως η συγκεκριμένη πράξη αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω στο στοιχείο [Β1] της παρούσας, δηλαδή, επιδιώκοντας την αποφυγή καταβολής νόμιμου φόρου, τέλους, δασμού ή άλλης επιβαρύνσεως κατά την αγορά, πώληση, εμπορία, κατοχή, αποθήκευση εμπορεύματος και δη υγρών καυσίμων, προέβησαν στην αγορά από το εξωτερικό (...) της ανωτέρω συνολικής ποσότητας λαθραίων καυσίμων, τις οποίες κατείχαν και ακολούθως διακίνησαν πώλησαν σε πρατήρια υγρών καυσίμων, επιδιώκοντας οικονομικό όφελος, καθόσον τα καύσιμα αυτά είχαν εισαχθεί στην Ελληνική επικράτεια και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να έχουν καταβληθεί στις αρμόδιες Τελωνειακός Αρχές οι εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν σ' αυτά, τους οποίους, κατ' αυτόν τον τρόπο, στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο." Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις σχετικές νομικές σκέψεις της παρούσας, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων α) της λαθρεμπορίας τετελεσμένης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με δασμούς που στερήθηκε το δημόσιο άνω των 30.000 ευρώ, β) της παράβασης του άρθρου 16 του ν.3054/2002, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 320 παρ. 4 του ν.4072/2012 και γ) της συμμορίας (άρθρ. 187 παρ. 5 του προϊσχύσαντος ΠΚ), για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, Σ. Π. και Δ. - Α. Π., οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 51, 53, 94 παρ. 1, 98, 187 παρ. 5 του ΠΚ, καθώς και των άρθρων 155 παρ. 1 α', και 2 περ. ζ' και 157 παρ. 1 β' ν. 2960/2001, 160 παρ.1, 164 του ν.2960/2001 και άρθρο 16 παρ.1 του ν.3054/2002, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 320 παρ.4 του ν.4072/2012, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταφατική περί της ενοχής των κατηγορουμένων δικαιοδοτική του κρίση. Ακόμη, Α) για το αδίκημα της λαθρεμπορίας: α) αναφέρεται το είδος και οι ποσότητες του εμπορεύματος, το οποίο οι αναιρεσείοντες, κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο, είχαν αγοράσει και κατείχαν σε εγκατάσταση - αποθήκη, κείμενη στον ... Αττικής και επί της οδού ..., [εντός υπόγειας δεξαμενής (5.000) λίτρα υγρού καυσίμου, μείγμα διαλυτών αναμεμειγμένο με ενεργειακά προϊόντα, καθώς και εντός δύο βυτιοφόρων οχημάτων, (48.180) λίτρα καυσίμου και συνολικά (53.180) λίτρα καυσίμου], β) εξειδικεύεται ο τρόπος τελέσεως της λαθρεμπορίας [είσοδος στο ελληνικό έδαφος από το συνοριακό σταθμό ... βυτιοφόρων με βουλγάρικες πινακίδες και εφοδιασμένων των οδηγών αυτών με παραστατικά που συνόδευαν το εισαγόμενο στην Ελλάδα προϊόν, στα οποία (παραστατικά) αναγράφονταν παραπλανητικά ότι μετέφεραν από τη Βουλγαρία εντός της Ελληνικής επικράτειας σύνθετο οργανικό διαλύτη ... TEST A', για να χρησιμοποιηθεί στην Ελλάδα ως χημικό προϊόν για τη βιομηχανία, από την δήθεν (ανύπαρκτη) παραλήπτρια - αγοράστρια επιχείρηση του "D.I. Z." που εφέρετο σ' αυτά ότι εδρεύει ... Αττικής, κίνηση αυτών (βυτιοφόρων) νυχτερινές ώρες σε μη κεντρικές οδούς, άφιξη στον ... Αττικής σε εγκατάσταση - ακάλυπτο χώρο, που ήταν περιφραγμένος με υψηλή μεταλλική περίφραξη και συρόμενη μεταλλική πόρτα, εντός της οποίας υπήρχε και μικρό κτίσμα - αποθήκη και κάτωθεν αυτής υπόγεια - αθέατη δεξαμενή, μετάγγιση με μάνικες του φορτίου τους σε βυτιοφόρο που οδηγούσαν και εκμεταλλεύονταν οι κατηγορούμενοι ή στην υπόγεια δεξαμενή και εν συνεχεία ανεφοδιασμός με το βυτιοφόρο των κατηγορουμένων των τεσσάρων (4) πρατηρίων], γ) εκτίθεται ότι οι κατηγορούμενοι για τη τέλεση της πράξεως μεταχειρίσθηκαν τα αναφερόμενα ιδιαίτερα τεχνάσματα, διαλαμβάνεται δε δ) το ύψος των δασμών (51.945,94 Ευρώ), που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και ε) ο δόλος αυτών ως προς την τέλεση του εγκλήματος αυτού, ήτοι η γνώση των αναιρεσειόντων ότι το εμπόρευμα που αγόρασαν και κατείχαν σε χώρο (δεξαμενή αθέατη), που μόνο αυτοί από κοινού επόπτευαν και είχαν πρόσβαση, είναι προϊόν λαθρεμπορίας και η θέληση αυτών για περαιτέρω διακίνηση του εμπορεύματος που κατείχαν, το οποίο και πράγματι μετέφεραν και διένειμαν - πώλησαν, χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο.
Β) για το αδίκημα του άρθρ. 16 Ν. 3054/2002, αναφέρεται ότι είχαν αποθηκεύσει πετρελαιοειδή (μείγμα διαλυτών - λάδια πετρελαίου και αιθανόλη) χωρίς να έχουν νόμιμη άδεια, την ποσότητα αυτών, το είδος τους και τρόπο αποθηκεύσεώς τους τον χώρο στον οποίο τα αποθήκευσαν. Έτερα στοιχεία δεν απαιτούντο προκειμένου η απόφαση να περιέχει την απαιτούμενη κατά τα προεκτεθέντα αιτιολογία. Και Γ) για το αδίκημα της σύστασης-συμμορίας το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του, με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, διέλαβε επαρκή αιτιολογία με την παραδοχή, ότι "αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι, με γνώση και θέληση ενώθηκαν με σκοπό τη διάπραξη του ανωτέρω πλημμελήματος της λαθρεμπορίας, βάσει σχεδίου, όπως αυτό περιγράφεται στην τέλεση της πράξεως της λαθρεμπορίας, που είχαν συμφωνήσει από κοινού, επιδιώκοντας οικονομικό όφελος, καθόσον τα εν λόγω καύσιμα είχαν εισαχθεί στην ελληνική επικράτεια και τεθεί στην κατανάλωση χωρίς να έχουν καταβληθεί δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν σ' αυτά." Εν όψει των ανωτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον τρίτο λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως αιτιάσεις, περί του ότι έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά στην προσβαλλόμενη απόφαση και ως εκ τούτου στερείται αιτιολογίας, είναι αβάσιμες.
Περαιτέρω, με βάση τα προεκτεθέντα, η διαλαμβανόμενη στον πρώτο λόγο των αιτήσεων αναιρέσεως αμφοτέρων των αναιρεσειόντων αιτίαση, περί εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερθεισών (άρθρ. 53 του ν.2960/2001, όπως αντικ. με το άρθρ. 1 παρ.1 του ν.3336/2005, άρθρ. 72 παρ.1 και 73 παρ.5 του ν.2960/2001 σε συνδ. με άρθρ. 16 ν.3054/2002) ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον επιχειρείται ανεπιτρέπτως η αντίκρουση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το αποτελέσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση αντικείμενο λαθρεμπορίας προϊόν, είναι ενεργειακό προϊόν, με τις ανέλεγκτες αναιρετικώς σκέψεις, ότι "...δεν προορίζονταν, ούτε βέβαια παραδόθηκε στην αναληθώς αναγραφόμενη στα παραστατικά παραλήπτρια (ανύπαρκτη) επιχείρηση για να χρησιμοποιηθεί ως διαλυτικό σε βιομηχανία χρωμάτων, αλλά στους κατηγορούμενους που είναι διακινητές - έμποροι καυσίμων κινητήρων, οι οποίοι το κατείχαν χωρίς νόμιμη άδεια (κατά παράβαση του Ν.3054/2002), προς διακίνηση - εφοδιασμό πρατηρίων ως καύσιμο κινητήρων και κατά νομική αναγκαιότητα (κατ' άρθρο 73 παρ. 5 Ν.2960/2001) υπόκειται στις ως άνω δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις, τις οποίες σκόπιμα και με τεχνάσματα απέφυγαν, στερώντας έτσι το Ελληνικό Δημόσιο από το ως άνω ποσό, γεγονός που αυτοί γνώριζαν, ότι δηλαδή, είναι προϊόν λαθρεμπορίας, αφού παραλάμβαναν αδασμολόγητα εισαχθέν υγρό καύσιμο, του οποίου τα παραστατικά δεν ανέφεραν τους ίδιους ως παραλήπτες, αλλά ανύπαρκτη βιομηχανική επιχείρηση...". Επομένως, με την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω διατάξεων πλήττεται απαραδέκτως η περί τα πράγματα εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας και, ως εκ τούτου, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι απορριπτέος. Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι εσφαλμένως το Δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε το άρθρο 94 του ΠΚ, επιβάλλοντας ποινή για δύο αδικήματα, ήτοι για το αδίκημα της λαθεμπορίας υπό την επιβαρυντική μορφή του άρθρου 157 παρ. 1 στοιχ. β' περ. β' του Ν.2960/2001 και για το αδίκημα του άρθρου 187 παρ. 5 (ήδη 3) του ΠΚ. Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προέκυψε ότι το κρινόμενο αδίκημα της λαθρεμπορίας, το οποίο απεφάνθη το άνω Δικαστήριο ότι τέλεσαν οι κατηγορούμενοι είναι το προβλεπόμενο από το άρθρο 157 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' του Ν.2960/2001, ήτοι οι επιβαρυντικές περιπτώσεις, ότι οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) Ευρώ και άνω (περίπτωση γ') και ότι οι υπαίτιοι μεταχειρίσθηκαν ιδιαίτερα τεχνάσματα (περίπτωση δ'), και όχι η περίπτωση β', ότι δηλαδή διαπράχθηκε υπό αυτών (κατηγορουμένων) ενωμένων και με άλλους, ως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Το Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή, δέχθηκε, ότι συναυτουργοί είναι μόνον οι δύο αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι και όχι τρεις ή περισσότεροι, όπως απαιτεί η ως άνω διάταξη (157 παρ.1 στοιχ. β' περιπτ. β' του ν.2960/2001), που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες προκειμένου να απορροφηθεί απ' αυτήν το αδίκημα της συμμορίας.
Συνεπώς, ο σχετικός, από την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της προαναφερθείσης (94 ΠΚ) ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ουδεμία υπέρβαση εξουσίας [άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' (ήδη Θ') Κ.Ποιν.Δ], λόγω παραβίασης της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης των κατηγορουμένων, που συνάπτεται άμεσα και με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (94 ΠΚ), διαπιστώθηκε από την αναγνώριση εκ μέρους της προσβαλλόμενης απόφασης της απόψεως περί αληθούς συρροής της λαθρεμπορίας που τελέστηκε υπό των δύο κατηγουμένων, υπό τις επιβαρυντικές περιπτώσεις της τελέσεως αυτής με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με συνέπεια οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση να ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) Ευρώ [άρθρο 157 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' του Ν.2960/2001], με το αδίκημα της συμμορίας [άρθρ. 187 παρ.5 (ήδη 3) του ΠΚ], σε σχέση με την εκδοθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απόφαση (39628/2017 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών), η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου τους, αφενός απέρριψε σιγή την προβληθείσα ένσταση περί φαινομένης συρροής και αφετέρου επίσης, ως και η προσβαλλομένη, καταδίκασε τους κατηγορουμένους με τις επιβαρυντικές περιπτώσεις του άρθρου 157 παρ. 1 στοιχ. β' περ. γ' και δ' του Ν.2960/2001 και όχι με εκείνη του άρθρου 157 παρ. 1 στοιχ. β' περ. β' του Ν.2960/2001, ως ανακριβώς διατείνονται οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως. Επομένως, ο υποστηρίζων τα ανωτέρω (υπέρβαση εξουσίας, λόγω του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέστησε χείρονα τη θέση των αναιρεσειόντων σε σχέση με την κρίση της πρωτοβάθμιας απόφασης) τέταρτος λόγος των υπό κρίση αιτήσεων είναι αβάσιμος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από την 1η.7.2019 (άρθρο δεύτερο του Ν.4619/2019) νέου Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή επιεικέστερος είναι ο νόμος, που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, εάν από τη σύγκριση των περισσότερων διατάξεων προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, επί πλημμελημάτων ή κακουργημάτων, λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης ή κάθειρξης, αντιστοίχως, που θεωρούνται βαρύτερες της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης ή κάθειρξης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή. Προδήλως είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, όταν καθιστά την πράξη ανέγκλητη. Αν έχει καταργηθεί το αξιόποινο της πράξης με μεταγενέστερο νόμο, όμως αυτή τιμωρείται με άλλη διάταξη του ίδιου νόμου, η πράξη δεν καθίσταται ανέγκλητη. Ακόμη, επιεικέστερος είναι ο νόμος, ο οποίος δεν περιλαμβάνει την επιβαρυντική περίπτωση, υπό την οποία έλαβε χώρα η καταδίκη. Κατά δε το άρθρο 511 του κυρωθέντος με το Ν.4620/2019 και ισχύοντος από την 18η.11.2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος......αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της (προσβαλλόμενης απόφασης)". Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδ. τελ. και 514 εδ. τελ. Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας.
Εν προκειμένω, όσον αφορά στην πράξη της λαθρεμπορίας τετελεσμένης κατ' εξακολούθηση και κατά συναυτουργία με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με δασμούς που στερήθηκε το δημόσιο άνω των 30.000 ευρώ (άρθρ. 157 παρ. 1 στοιχ. β περ. γ' και δ' ν.2960/2001), για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι, αυτή τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Ήδη δε από 1.7.2019, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος Ποινικός Κώδικας (Ν.4619/2019), στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 463 παρ. 2 αυτού ορίζεται ότι, "όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα". Η νέα αυτή διάταξη εισάγει ευμενέστερη ποινική μεταχείριση για τους αναιρεσείοντες, αφού στην προβλεπόμενη για το αδίκημα, για το οποίο αυτοί καταδικάσθηκαν, στερητική της ελευθερίας ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους προστίθεται διαζευκτικά και η χρηματική ποινή, η οποία είναι ηπιότερη της φυλάκισης.
Επίσης δε, με το άρθρο 187 παρ. 3 του ήδη ισχύοντος νέου ΠΚ, "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της πρώτης παραγράφου, οργανώνεται με άλλον ή άλλους για να διαπράξουν κακούργημα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Με φυλάκιση έως τρία έτη τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή η προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της ανηλικότητας.". Η νέα διάταξη του άρθρου 187 παρ. 3 ΠΚ, σε σχέση με αυτήν (του άρθρου 187 παρ.5 Π.Κ.), που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης (τέλη του μηνός Σεπτεμβρίου 2016 έως 23.3.2017), δεν διαφέρει ουσιωδώς ως προς τα απαιτούμενα για τη συγκρότηση του αδικήματος στοιχεία, είναι όμως ευμενέστερη ως προς την απειλούμενη ποινή φυλάκισης για την περίπτωση του εδαφ. β, αφού προβλέπει, αφενός μικρότερο κατώτατο όριο [δέκα (10) ημέρες αντί των τριών (3) μηνών] αλλά και χαμηλότερο ανώτατο όριο [τρία (3) έτη αντί των πέντε (5) ετών]. Κατά συνέπεια, εφόσον οι αιτήσεις αναιρέσεως είναι παραδεκτές, πρέπει να εφαρμοστούν αυτεπαγγέλτως οι ανωτέρω ευμενέστερες διατάξεις, κατ' άρθρο 2 του ΠΚ και 511 εδ. τελευταίο του Κ.Ποιν.Δ., όσο αφορά στην επιβολή ποινής και να αναιρεθεί εν μέρει η προμνημονευθείσα προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις περί ποινών για τις πράξεις α)της λαθρεμπορίας από κοινού από δράστες που ενεργούσαν με ιδιαίτερα τεχνάσματα και οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και β) της συμμορίας, αναγκαίως δε και ως προς τη συνολική ποινή, να παραπεμφθεί δε, κατά το αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για νέα κατά τούτο συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο, εφόσον τούτο είναι δυνατό, από τους ίδιους Δικαστές, αφού η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς το σκέλος της ποινής (άρθρα 522, 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κ.Ποιν.Δ.), ενώ κατά τα λοιπά οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 7506/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και δη μόνο κατά τις διατάξεις της περί επιβολής στους αναιρεσείοντες ποινών για τις πράξεις α)της λαθρεμπορίας από κοινού από δράστες που ενεργούσαν με ιδιαίτερα τεχνάσματα και οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και β)της συμμορίας, καθώς και ως προς την συνολική ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, εφ' όσον τούτο είναι εφικτό.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 25.04.2019 και με αριθμ. 59/2019 και 58/2019, αντιστοίχως, αιτήσεις των Σ.Π. του Χ., κατοίκου ... και Δ.-Α.Π.του Χ., κατοίκου ... για αναίρεση της άνω υπ' αριθμόν 7506/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ