ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ - ΠΟΛΛΑΠΛΟ ΤΕΛΟΣ ΔΕΝ ΣΥΝΙΣΤΑ ΠΟΙΝΗ - ΑΠ 1365-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας  δεν συνιστά ποινή. Ne bis in idem: η αρχή αυτή, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, δεν εμποδίζει την εκ μέρους του κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια παράβαση, διαδοχικώς μίας φορολογικής και μίας ποινικής κύρωσης, στο βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα. Το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας, δεν συνιστά ποινή stricto sensu, έχει χαρακτήρα διοικητικής κύρωσης και εξυπηρετεί διαφορετικό (από την ποινή) σκοπό, που είναι η διασφάλιση της είσπραξης κοινοτικών και εθνικών πόρων , καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας. Κατ΄ ακολουθία ούτε η έναρξη ούτε η εξέλιξη  της διαδικασίας επιβολής του πολλαπλού τέλους και της τυχόν ανοιγείσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δίκης κωλύεται, σε περίπτωση που για την ίδια παράβαση έχει ολοκληρωθεί η ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων διαδικασία με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη. Η διαδικασία διοικητικής βεβαίωσης της τελωνειακής παράβασης που κατατείνει στην επιβολή του  πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία (ΑΠ  938/2016).

Απόφαση 1365 / 2022   (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1365/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παρασκευή Τσούμαρη Πρεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Παναγιώτη Βενιζελέα και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλέα Ζήση και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηγιάννη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 768/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 5.5.2022 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 623/2022.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 5.5.2022 δήλωση αναίρεσης του κατηγορουμένου Κ. Γ. του Ι., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6.6.2022 με αρ.πρωτ.5017/6.6.2022, για αναίρεση της υπ` αριθμ. 768/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της λαθρεμπορίας, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ.1, 2, 3 και 474 παρ.1,2 του Κ.Π.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει, να εξετασθεί στην ουσία.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ` αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση των κατά το είδος τους μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων [ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο], δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα εν προκειμένω πρακτικά αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Απογευματινές ώρες της 18ης Σεπτεμβρίου 2014 το Τμήμα Προστασίας Περιουσιακών Δικαιωμάτων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Θεσσαλονίκης έλαβε πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες από την Αστυνομική Διεύθυνση Σερρών, περί του ότι δύο, συγκεκριμένου τύπου, χαρακτηριστικών και αριθμού κυκλοφορίας, οχήματα και δη ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο και ένα φορτηγό, που εκινούντο, με προπορευόμενο, σε ρόλο προπομπού, το ΙΧΕ αυτοκίνητο, στη Νέα Εθνική Οδό Σερρών - Θεσσαλονίκης με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη, εμπλέκονται σε διακίνηση λαθραίων αλκοολούχων ποτών. Αμέσως δόθηκε εντολή στους άνδρες της Ομάδας Ελέγχων - Πρόληψης Τροχαίων Ατυχημάτων της Διεύθυνσης Τροχαίας Θεσσαλονίκης να μεριμνήσουν για την ακινητοποίηση και τον έλεγχο του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, μάρκας Hyundai Atos, το οποίο εκινείτο επί της άνω οδού ως προπομπός ενός φορτηγού μάρκας IVECO, που έφερε βουλγαρικές πινακίδες κυκλοφορίας με αριθμό ... και μετέφερε το λαθρεμπόρευμα. Αστυνομικοί της άνω υπηρεσίας μετέβησαν πάραυτα στη Νέα Εθνική Οδό Σερρών - Θεσσαλονίκης και στάθμευσαν στο ύψος της εξόδου για Κιλκίς (περιοχή Δερβένι), αναμένοντας τη διέλευση των εν λόγω οχημάτων. Πράγματι, περί ώρα 21:25 έφθασε στο σημείο, κινούμενο με μεγάλη ταχύτητα, το ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο αφέθηκε να περάσει, αφού την ακινητοποίησή του θα ενεργούσε, όπως και πραγματοποίησε, επόμενο, κατά την πορεία του, συνεργείο της Ελληνικής Αστυνομίας. Ακολούθως, μετά δεκάλεπτο και δη περί ώρα 21:35 έφθασε στο σημείο και το άνω φορτηγό, το οποίο και ακινητοποιήθηκε στο προαναφερόμενο σημείο. Ακολούθησε έλεγχος των οχημάτων, ο οποίος κατέδειξε τα εξής: Στο ΙΧΕ αυτοκίνητο επέβαινε μόνος ο και ιδιοκτήτης του κατηγορούμενος, ενώ στο φορτηγό επέβαιναν οι υπήκοοι Βουλγαρίας Ρ. P. , ως οδηγός, και ο Κ. A., ως συνοδηγός. Από τους τελευταίους ζητήθηκε να ανοίξουν την πόρτα του χώρου φορτώσεως του οχήματος και επακολούθησε έρευνα που κατέδειξε ότι μπροστά στην πόρτα υπήρχαν, για κάλυψη, χάρτινα σακιά γεμάτα κάρβουνο τοποθετημένα σε παλέτες, ενώ ο υπόλοιπος αποθηκευτικός χώρος ήταν γεμάτος με οινοπνευματώδη ποτά, τα οποία ως λαθρεμπόρευμα, κατασχέθηκαν. Ειδικότερα, επρόκειτο για έξι χιλιάδες εκατόν είκοσι έξι (6.126) φιάλες οινοπνευματωδών ποτών, όπως αυτές καταγράφονται αναλυτικά κατ' είδος και φερόμενο εμπορικό οίκο παραγωγής στο διατακτικό, μία εκτυπωμένη προφόρμα και δελτίο αποστολής - παραστατικό αγοράς ποσότητας κάρβουνου με στοιχεία αγοράστριας εκείνα της Κ. Γ., μητέρας του κατηγορουμένου και διεύθυνση την οδό ... στη ... Αττικής. Αντίστοιχα, μετά την έρευνα που έλαβε χώρα στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, τρεις χιλιάδες εννιακόσιες δεκατέσσερις (3.914) πλαστές ετικέτες με ελληνική επιγραφή, που έφεραν τα λογότυπα γνωστών εμπορικών οίκων παραγωγής και εμφιάλωσης οινοπνευματωδών ποτών (Absolut Vodka, Bacardi Superior Rum, Cutty Shark). Ακολούθως, στα πλαίσια συνεργασίας των αστυνομικών υπηρεσιών, το Τ.Α. Νέας Μάκρης διενήργησε νομότυπη έρευνα, κατ' αρχάς, στην, ως άνω, φερόμενη επ' ονόματι της μητέρας του κατηγορουμένου επιχείρηση στην οδό ... στη ... Αττικής, όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν εκατόν είκοσι πέντε 125 φιάλες με διάφορα λαθραία αλκοολούχα ποτά, όπως αναλυτικά καταγράφονται στο διατακτικό. Ακολούθησε, από άνδρες του άνω Τ.Α., έρευνα στην κατοικία του κατηγορουμένου στην οδό ... στη ..., όπου, πέραν των ηλεκτρονικών υπολογιστών, εκτυπωτών, εγγράφων κ.λπ., εντοπίσθηκαν και κατασχέθηκαν έξι χιλιάδες εκατό (6.100) πλαστές ετικέτες με ελληνική επιγραφή, που έφεραν τα λογότυπα γνωστών εμπορικών οίκων παραγωγής και εμφιάλωσης οινοπνευματωδών ποτών (Bacardi Superior Rum, The Famous grouse), καθώς και εκατοντάδες φιάλες λαθραίων οινοπνευματωδών ποτών, όπως αυτές καταγράφονται αναλυτικά κατ' είδος και φερόμενο εμπορικό οίκο παραγωγής στο διατακτικό. Από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος, επί ικανό, προ της άνω συλλήψεώς του, διάστημα είχε επιδοθεί στη συστηματική εισαγωγή λαθραίων, δηλονότι χωρίς καταβολή των αναλογούντων δασμών, οινοπνευματωδών ποτών από τη Βουλγαρία, τα οποία, ακολούθως, διέθετε, κερδοσκοπώντας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, κατ' αρχάς μέσω της προαναφερθείσης επιχειρήσεως της μητέρας του στη ... και, κυρίως, με μη εντοπισθέντα τρόπο στην κατανάλωση. Προς τούτο χρησιμοποιούσε ιδιαίτερα τεχνάσματα και, συγκεκριμένα: Κατ' αρχάς το λαθρεμπόρευμα, το οποίο προμηθεύετο από κύκλωμα λαθρεμπόρων στη Βουλγαρία, στην πορεία του από τη Βουλγαρία στην Ελλάδα τοποθετείτο επιμελώς στο κέντρο του χώρου φόρτωσης του μεταφέροντος αυτό φορτηγού αυτοκινήτου και περιμετρικά, προς απόκρυψή του και παραπλάνηση τυχόν ελέγχου, τοποθετείτο άσχετο εμπόρευμα (όπως στην ανωτέρω περίπτωση συσκευασίες κάρβουνου), το οποίο (άσχετο εμπόρευμα) και αναφέρετο στα εικονικά παραστατικά στοιχεία που το συνόδευαν. Αφού, με τον τρόπο αυτό, πετύχαινε να παραπλανήσει τις αρμόδιες αστυνομικές και τελωνειακές αρχές και να εισάγει εκατοντάδες, εκάστοτε, φιάλες λαθραίων, δηλονότι χωρίς καταβολή των αναλογούντων δασμών, ποτών στην Ελλάδα, ακολούθως επικολλούσε σε αυτές ετικέτες με ελληνικούς χαρακτήρες, από τις χιλιάδες που βρέθηκαν στην κατοχή του και κατασχέθηκαν, προκειμένου να μη είναι εμφανές ότι τα ποτά αυτά είχαν εισαχθεί λάθρα στη Χώρα μας. Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι, επειδή στο σύνολό τους τα ανωτέρω κατασχεθέντα εμπορεύματα - οινοπνευματώδη ποτά ήταν λαθρεμπορικά, ως λάθρα εισαχθέντα στη Χώρα, με εικονικά παραστατικά στοιχεία αγοράς και μεταφοράς τους και χωρίς να έχουν καταβληθεί οι προβλεπόμενοι από την Τελωνειακή Νομοθεσία δασμοί, ο Αναπληρωτής Προϊστάμενος του Τελωνείου ΕΦΚ Θεσσαλονίκης προσδιόρισε τους δασμούς και τους φόρους που αντιστοιχούν στα μεταφερόμενα με το προαναφερόμενο φορτηγό λαθρεμπορικά ποτά, αρχικά στο χρηματικό ποσό των 61.629,94 ευρώ και, μετά διορθωτική παρέμβασή του, στο τελικό ποσόν των πενήντα εννέα χιλιάδων τριάντα τεσσάρων ευρώ και δύο λεπτών (59.034,02 ευρώ). Περαιτέρω, ο Προϊστάμενος του Τελωνείου Λαυρίου προσδιόρισε τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις για τα λαθρεμπορικά ποτά που βρέθηκαν στο άνω κατάστημα και την κατοικία του κατηγορουμένου στη ... Αττικής, στο ποσόν των είκοσι έξι χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και ογδόντα πέντε λεπτών (26.476,85 ευρώ). Επομένως, το συνολικό ποσό δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που στερήθηκε εν προκειμένω το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχεται στο ύψος των ογδόντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων δέκα ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (85.510,87 ευρώ), όπως ορθά δέχθηκε, με ειδική σκέψη, στο σκεπτικό της και η εκκαλουμένη απόφαση, μη ποσώς μεταβαλλομένων των πραγμάτων εκ του γεγονότος ότι στο διατακτικό της αναβιβάζει το ποσόν αυτό στο ύψος των 81.106,79 ευρώ, αφού πρόκειται για προφανή παραδρομή, παραδρομή η οποία όμως και πάλι δεν επηρεάζει και δεν μεταβάλλει ποσώς την κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο. Υπό τα δεδομένα αυτά η παρά του κατηγορουμένου τέλεση, λόγω της από μέρους του κατοχής των άνω λαθρεμπορευμάτων, του αποδιδομένου σε αυτόν αδικήματος της λαθρεμπορίας, που αφορά φόρους και δασμούς ποσού μεγαλύτερου των τριάντα χιλιάδων ευρώ και τελέσθηκε με ιδιαίτερα τεχνάσματα είναι δεδομένη. Και ναι μεν η λαθρεμπορία δεν τελείται όταν το αντικείμενο που εκφεύγει δασμών προέρχεται από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι και η Βουλγαρία, πλην όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εν λόγω αδίκημα δεν τελέσθηκε μόνο μέσω της διάβασης των συνόρων, αλλά αφενός μεν, για τα μεταφερόμενα ποτά, εξακολούθησε ως κατοχή λαθρεμπορευμάτων, ενώ, για τα κατεχόμενα στη ... Αττικής, προϋπήρχε. Άλλωστε, η μεθόδευση των πλαστών ετικετών αποσκοπούσε να εμφανίζονται τα ποτά στις συναλλαγές ως "νόμιμα", ως εμπορεύματα δηλαδή για τα οποία είχαν καταβληθεί πλήρως οι προβλεπόμενοι από την τελωνειακή νομοθεσία δασμοί. Υπό άλλη θεώρηση των πραγμάτων, ακόμη και αν τα εν λόγω ποτά είχαν παραχθεί ή αγορασθεί στην Ελλάδα, και πάλι θα ήταν αναγκαία η καταβολή τελών και δασμών που θα αθροιζόταν στη τιμή τους. Αντίστοιχα, τα μεταφερόμενα ποτά ήταν επιμελώς κρυμμένα στο φορτηγό αυτοκίνητο, διότι μη "συνοδευόμενα" από τα νόμιμα παραστατικά, είχαν την ιδιότητα του λαθρεμπορεύματος. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε δόλο τελέσεως του εν προκειμένω αδικήματος, αφού δεν είχε καμία γνώση του μεγέθους του, μη, κατά τους ισχυρισμούς του προοριζομένου ολοκλήρου για τον ίδιο, φορτίου, που μεταφέρετο με το άνω φορτηγό και υπήρξε θύμα των δύο Βουλγάρων, οδηγού και συνοδηγού του άνω φορτηγού αυτοκινήτου, οι οποίοι τον παρεπλάνησαν ότι μπορούν να του προμηθεύσουν, για τις ανάγκες της μικρής επιχείρησης παντοπωλείου - ψιλικών ειδών, που διατηρεί η μητέρα του στη ... Αττικής και την οποία, στον ελεύθερο χρόνο του, συνδράμει ο ίδιος στη λειτουργία του, μερικές μόνο φιάλες ποτών σε ελκυστική τιμή, που νόμιμα θα εισάγοντο από τη Βουλγαρία, είναι απορριπτέος ως προφανώς προσχηματικός ιδία αν ληφθεί υπ' όψιν ότι ο κατηγορούμενος, ισχυριζόμενος τα ανωτέρω, δεν απαντά σε κρίσιμα ερωτήματα και δη: α) Αν απέβλεψε σε ορισμένες μόνο φιάλες ποτών, για ποιο λόγο κατελήφθη να ενεργεί ως προπομπός του μεταφέροντος το λαθρεμπόρευμα αυτοκινήτου, β) Για ποιο λόγο φέρεται να παρήγγειλε μερικές μόνο φιάλες ποτών για τις ανάγκες της μικρής επιχείρησης της μητέρας του, τη στιγμή που στην οικία του υπήρχαν ήδη εκατοντάδες φιάλες, την κατοχή των οποίων επίσης δεν εξηγεί και γ) αν έτσι είχαν τα πράγματα, ποιος ο λόγος κατοχής χιλιάδων ετικετών, πρόσφορων για επικόλληση σε φιάλες ποτών. Απορριπτέος, επίσης, τυγχάνει ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για κατάργηση της εν προκειμένω σε βάρος του δίκης κατ' εφαρμογή του άρθρου 158 παρ. 1 του Τελωνειακού Κώδικα, για το λόγο ότι έχει ήδη καταβάλει το σύνολο του πολλαπλού τέλους, που καθορίζει η ιδία διάταξη. Και τούτο γιατί, κατά ρητή πρόβλεψη, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που "οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ" και εν προκειμένω, όπως προαναφέρθηκε, το σύνολο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχεται στο ύψος των ογδόντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων δέκα ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (85.510,87 ευρώ). Τέλος, ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι με αμετάκλητες καταλογιστικές πράξεις των αρμοδίων τελωνειακών αρχών του έχουν επιβληθεί, για τη φερομένη να τέλεσε λαθρεμπορική πράξη, διοικητικές κυρώσεις και δη πολλαπλά τέλη κατά τους όρους του άρθρου 150 του Τελωνειακού Κώδικα, τα οποία, μάλιστα, και έχει καταβάλει. Ισχυριζόμενος, μετά ταύτα, ότι οι διοικητικές αυτές κυρώσεις έχουν καθαρά ποινικό χαρακτήρα, ζητά, προκειμένου τηρηθεί στην περίπτωσή του ο κανόνας "non bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά υποβάλλεται σε δικαστική κρίση, ως υπαίτιος της αυτής πράξεως, να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, άλλως εκκρεμοδικίας, η εν προκειμένω εναντίον του ποινική δίωξη, αφού η αξίωση της Πολιτείας προς ποινική δίωξή του έχει εξαντληθεί. Σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό του κατηγορουμένου, σημειωτέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 150 του Τελωνειακού Κώδικα "Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στο αντικείμενο αυτής, συνολικά για όλους τους συνυπαίτιους. Για το σκοπό αυτόν, οι δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις υπολογίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και τις συναφείς εθνικές διατάξεις περί γένεσης της τελωνειακής οφειλής". Το πολλαπλό, δε αυτό τέλος, που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας, δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή stricto sensu), που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή", δηλαδή την γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλά έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στις οικείες διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα - υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων - και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας (πρβλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 14-9-2004, επί του παραδεκ. κατά Γαλλίας, 11/1994/458/539, σκ. 14, κατά Γαλλίας, σκ. 48, της 24-10-1986, κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 9118/80, σκ. 63 - 67), καθιστώντας την παράβαση οικονομικά ασύμφορη. Δηλαδή, το εν λόγω πολλαπλούν τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία, αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Επιβάλλεται, ειδικότερα, για την αντιστάθμιση των συνεπειών συμπεριφορών, που συνιστούν παραβίαση διοικητικής φύσεως υποχρεώσεων κάθε συναλλασσόμενου, της καταβολής, δηλαδή, προς το Δημόσιο οφειλομένων φορολογικών επιβαρύνσεων, που έχουν, μάλιστα, ταυτοχρόνως, και τον χαρακτήρα πόρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η αντιστάθμιση συνίσταται στην αναπλήρωση των ποσών, την καταβολή των οποίων αποφεύγει με την παράνομη συμπεριφορά του ο υπόχρεος, με ανάλογη προς τα άνω αναπροσαρμογή τους, για την κάλυψη όλων των εντεύθεν δαπανών, στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των συμπεριφορών αυτών, που, από τη φύση τους, είναι δυσχερώς εντοπίσιμες αλλά που επιτρέπουν την προσπόριση σημαντικών οικονομικών ωφελημάτων σε εκείνον που τις επιχειρεί επιτυχώς. Άλλωστε, οι προβλεπόμενες στον Τελωνειακό Κώδικα ποινές για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας συνίστανται, κατά κανόνα, σε στέρηση της ελευθερίας του δράστη (φυλάκιση ή κάθειρξη) και ουδόλως δύνανται να συγκριθούν με τις χρηματικές κυρώσεις του αντιστοίχου διοικητικού αδικήματος (βλ. άρθρο 157 του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα - Ν. 2960/2001).

Συνεπώς, εφ' όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (Α.Π. 938/2016 Ποιν.Χρ. 2018, 37 και ΝΟΜΟΣ) και ο εν προκειμένω ισχυρισμός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος. Απορριπτομένων, μετά ταύτα, των κατά τα άνω ισχυρισμών του κατηγορουμένου, πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος της αξιοποίνου πράξεως που του αποδίδεται, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα. Υπέρ του κατηγορουμένου, πάντως, πρέπει ν' αναγνωρισθεί συντρέχουσα η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ. 2 δ' Π.Κ.), που και πρωτοδίκως αναγνωρίσθηκε στο πρόσωπό του (άρθρο 470 ΚΠΔ).

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας, για την αξιόποινη της λαθρεμπορίας με την ειδικότερη μορφή της κατοχής των προσδιοριζόμενων ειδικά στο διατακτικό της φιαλών αλκοολούχων ποτών, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με δασμούς που στερήθηκε το δημόσιο άνω των 30.000 ευρώ και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία (3) έτη, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι, στη Ν.Ε.Ο. Σερρών - Θεσσαλονίκης και στη ... Αττικής, στις 18-9-2014, με πρόθεση προέβη σε ενέργεια που αποσκοπούσε να στερήσει από το Ελληνικό Δημόσιο τους εισπρακτέους δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, συνολικού ποσού ανώτερου των τριάντα χιλιάδων ευρώ (€ 30.000), για να το επιτύχει δε αυτό μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. Συγκεκριμένα, κατείχε τα ακόλουθα λαθρεμπορεύματα: Α) (1968) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "JOHNNIE MALKER red" των 700 ml έκαστη, (60) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "BACARDI" των 700 ml έκαστη, (108) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "BACARDI" των 1000 ml έκαστη, (24) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "ΙΟΗΝΝΙΕ WALKER BLACK LEBEL" των 700 ml έκαστη, (60) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "VODKA ΜΑRΥ ]ΑΝΕ" , των 1000 ml έκαστη, (576) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "TANGUERY", των 700 ml έκαστη, (240) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "RUSSIAN STANDARD", των 700 ml έκαστη, (204) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "5ΤΟLΙ5ΝΑΥΑ", των 700 ml έκαστη, (48) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "ΜΕΤΑΧΑ***", των 700 ml έκαστη, (540) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "ΗΑΙ6" των 700 ml έκαστη, (912) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "DEWARS WHITE LABEL" των 700 ml έκαστη, (108) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "CUTTY SΑRΚ" των 700 ml έκαστη, (624) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "SΜΙRΝΟFF" των 700 ml έκαστη, (36) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "JΟSΕ CUERVO ΚΙΤΡΙΝΗ" των 700 ml έκαστη, (48) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "JΟSΕ CUERVO ΛΕΥΚΗ" των 700 ml έκαστη, (360) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "ABSOLUT VODKA" των 700 mlΙ έκαστη, (60) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "GRΑΝΤS" των 700 ml έκαστη, (60) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "FΑΜΟUS GROUSE" των 700 ml έκαστη, (40) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "WYMEHCKE BEER" των 2200 ml έκαστη και (50) φιάλες αλκ. ποτού μάρκας "ΚΑΜΕΝΙΤSΑ" των 2000 γml έκαστη, τα οποία ανευρέθηκαν στο με αριθ. κυκλ. ... φορτηγό αυτοκίνητο που συνόδευε ο κατηγορούμενος, κινούμενος ως προπομπός. Β) 1. είκοσι τρία (23) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών, των 70 ml με την επιγραφή "ΗΑΙ6", 2. δεκαέξι (16) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών, των 1000 ml με επιγραφή "ΒLΑCΚ RΑΜ", 3. Δώδεκα (12) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών, των 70 ml με την επιγραφή "J & Β" καθώς και δέκα (10) φιάλες ιδίας περιεκτικότητας και με την ίδια ως άνω; περιγραφή, 4. είκοσι οχτώ (28) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών, των 700 ml με την επιγραφή "ΙΑΜΕ5ΟΝ", καθώς και πέντε (5) φιάλες ιδίας περιεκτικότητας και με την ίδια ως άνω περιγραφή, 5. δώδεκα (12) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών, των 700 ml με τη ή επιγραφή "CUTTΥ 5ΗΑRΚ", 6. δεκαπέντε (15) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών, του ενός (1) λίτρου με την επιγραφή "6ΟRDOΝ'5", καθώς και επτά (7) φιάλες ιδίας περιεκτικότητας και με την ίδια ως άνω περιγραφή, 7. έξι (6) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών, των 70 ml με την επιγραφή "FΑΜΟUS GROUSE", 8. δύο (2) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών, καθώς και ένα (1 κιβώτιο περιέχων δεκατέσσερις (14) φιάλες αλκοολούχων ποτών με την επιγραφή "JACK DΑΝΙΕL5", 9. έντεκα (11) φιάλες των 700 mlΙ με την επιγραφή "SAVOU ΤΕQUILΑ", 10. τριάντα (30) φιάλες των 700 mlΙ με την επιγραφή "JΟ5Ε QUERVO", 11. είκοσι ένα (21) φιάλες των 700 mlΙ με την επιγραφή "ΒLΑCΚ LΑΒΕL", 12. δώδεκα (12) φιάλες των 700 ml με την επιγραφή "ΑΒSOLUTE", 13. δεκαοχτώ (18) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε σαράντα οχτώ (48) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 50 mlΙ (τσίπουρο), 14. τέσσερα (4) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 100 ml με την επιγραφή "ΜΑRΤΙΝΙ ΒIΑΝCΟ", 15. δύο (2) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 0,75 ml με την επιγραφή "ΜΑRΤΙΝΙ ΑSΤΙ", 16 ένα (1) κιβώτιο, που περιείχε δώδεκα φιάλες αλκοολούχων ποτών με την επιγραφή "BALLANTINES", καθώς και δέκα (10) φιάλες με την ίδια ως άνω περιγραφή, 17 έξι (6) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 0,7 λίτρων με την επιγραφή "CΑΜΡΑRΙ", 18. είκοσι (20) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών του ενός (1) λίτρου με την επιγραφή "SILVER VODKA", 19. πέντε (5) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών του ενός (1) λίτρου με την επιγραφή "ΜΑRΥ JΑΝΕ", 20. δεκαεννέα (19) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών του ενός (1) λίτρου με την επιγραφή "SAVOY WΗΙSΚΥ", 21. δεκαεννέα (19) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 700 ml με την επιγραφή "GRΑΝD'S", 22. δύο (2) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε δώδεκα (12) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 70 ml με την επιγραφή "VΑΤ 69", καθώς και έξι (6) φιάλες με την ίδια ως άνω επιγραφή, 23. τριάντα (30) φιάλες των 70 ml με την επιγραφή "ΒΕΕFΕΑΤΕR", 24. έντεκα (11) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 1000 mlΙ με την επιγραφή "FLERT VΟDΚΑ", 25. οχτώ (8) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 700 mlΙ με την επιγραφή "FLERT VΟDΚΑ", 26. δώδεκα (12) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών του ενός (1) λίτρου με την επιγραφή "SAVOY DRY GIN", καθώς και τρεις (3) φιάλες με την ίδια ως άνω περιγραφή, 27. τρία (3) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 1000 ml, καθώς και δύο (2) κιβώτια, έκαστο των οποίων περιείχε έξι (6) φιάλες αλκοολούχων ποτών των 700 ml με την επιγραφή "VΟDΚΑ FLIRT GRΕΕΝ ΑΡΡLΕ", 28. δώδεκα (12) φιάλες των 0,7 λίτρων με την επιγραφή "5ΤΟLΙCHΝΑΥΑ", 29. έντεκα (11) φιάλες των 700 ml με την επιγραφή "ΚΑΗLUΑ", 30. δεκαοχτώ (18) φιάλες των 70ml με την επιγραφή "ΜΕΤΑΧΑ 7*", 31. εικοσιτέσσερις (24) φιάλες με την επιγραφή "ΒΑCΑRDΙ RUM",32, είκοσι (20) φιάλες με την επιγραφή "ΗΑΙG", 33. δεκαέξι (16) φιάλες με την επιγραφή "GRΑΝΤ'S", 34. εικοσιπέντε (25) φιάλες με την επιγραφή "VΟDΚΑ FLΙRΤ", 35. έξι (6) φιάλες με την επιγραφή "ΑΒSΟLUΤΕ", 36. οχτώ (8) φιάλες με την επιγραφή "FAΜΟUS GROUSΕ", 37. τέσσερις (4) φιάλες με την επιγραφή "SΑVOY", 38. έξι (6) φιάλες με την επιγραφή "ΒΑCΑRDΙ", και 39. εννέα (9) φιάλες με την επιγραφή "CUΤTΎ SΑRΚ", τα οποία ανευρέθηκαν στην κατοικία του Κ. Γ. στη ... Αττικής. Γ) 1. εννέα (9) φιάλες των (100) εκατό ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΜΑRΤΙΝΙ ΒΙΑΝCΟ", 15% βαθμών αλκοόλης, 2. έξι (6) φιάλες των (700) επτακοσίων mlΙ με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "JΑΜΕSΟΝ", 40% βαθμών αλκοόλης, 3. δύο (2) φιάλες των (70) εβδομήντα ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "FΑΜΟUS GRΟUSΕ", 40% βαθμών αλκοόλης, 4. πέντε (5) φιάλες των (70) εβδομήντα ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "JΟSΕ CUERVO", 38% βαθμών αλκοόλης, 5. δύο (2) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΜΑCHΤKΑ", 47% βαθμών αλκοόλης, 6. μία (1) φιάλη των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "DRΑΜΒUIΕ", 40% βαθμών αλκοόλης, 7. τρεις (3) φιάλες των (1000) χιλίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΜARΥ JΑΝΕ" (VΟDΚΑ), 37,5% βαθμών αλκοόλης, 8. δύο (2) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΒLΑCΚ LΑΒΕL", με σαράντα τοις εκατό (40%) βαθμό αλκοόλης, 9. τρεις (3) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΑΜΑRΕΤΤΟ CORΕΤΤΟ", με είκοσι οκτώ τοις εκατό (28 %) βαθμό αλκοόλης, 10. οκτώ (8) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΜΕΤΑΧΑ (3)", με τριάντα έξι τοις εκατό (36 %) βαθμό αλκοόλης, 11. πέντε (5) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΜΕΤΑΧΑ (5)", με τριάντα έξι τοις εκατό (36 %) βαθμό αλκοόλης, 12. τρεις (3) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "LΑΖΖΑRΟΝΙ SΑΜΒUCΑ", με σαράντα δύο τοις εκατό (42 %) βαθμό αλκοόλης, 13. τρεις (3) φιάλες των (700) επτακοσίων mlΙ με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "GRΑΡΡΑ ΒΙΑΝCΑ", με τριάντα οκτώ τοις εκατό (38 %) βαθμό αλκοόλης, 14. δύο (2) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΒLΑCΚ RΑΜ" με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 15. πέντε (5) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΒΕΕFΕΑΤΕR" με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 16. οκτώ (8) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΜΕΤΑΧΑ (3)" με τριάντα έξι τοις εκατό (36 %) βαθμό αλκοόλης, 17. μία (1) φιάλη των (1000) χιλίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας. "GΟRDΟΝ'S", με σαράντα (36 %) βαθμό αλκοόλης, 18. μία (1) φιάλη των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "URSUS" με είκοσι ένα τοις εκατό (21 %) βαθμό αλκοόλης, 19. δύο (2) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "LΑΖΖΑRΟΝΙ ΑΜΑRΕΤΤΟ", με είκοσι οκτώ τοις εκατό (28 %) βαθμό αλκοόλης, 20. δύο (2) φιάλες των (1000) χιλίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "DQ", με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 21. δύο (2) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "DISARONNO", με είκοσι οκτώ τοις εκατό (28 %) βαθμό αλκοόλης, 22. οκτώ (8) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "CHIVAS REGAL", με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 23. μία (1) φιάλη των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "SAVOY TEQUILA", με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 24. μία (1) φιάλη των (1000) χιλίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "SAVOY SILVER VODKA", με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 25. τρεις (3) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "BALLANTINES", με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 26. δύο (2) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "DEWARS", με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 27. δύο (2) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "GRANTS" με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 28. τρεις (3) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "VODKA RUSSIAN STANDARD", με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 29. μια (1) φιάλη των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΥΕΝΙ RΑΚΙ" με σαράντα πέντε τοις εκατό (45% ) βαθμό αλκοόλης, 30. εννέα (9) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "JAGERMEISTER" με τριάντα πέντε τοις εκατό (35 %) βαθμό αλκοόλης, 31. έξι (6) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΜΕΤΑΧΑ (7)" με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 32. τέσσερις (4) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "ΒΑΟΑRDΙ SUPERIOR" με τριάντα επτά κόμμα πέντε τοις εκατό (37,5 %) βαθμό αλκοόλης, 33. μία (1) φιάλη των (1000) χιλίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "BACARDI SUPERIOR" με τριάντα επτά κόμμα πέντε τοις εκατό (37,5 %) βαθμό αλκοόλης, 34 έξι (6) φιάλες των (1000) χιλίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας χαρακτήρων στη ρωσική γλώσσα, χρώματος πράσινου με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 35 τέσσερις (4) φιάλες των (1000) χιλίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας χαρακτήρων στη ρωσική γλώσσα, με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης, 36. έξι (6) φιάλες των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "JUSTERIN AND BROOKS)" με σαράντα τοις εκατό (40 %) βαθμό αλκοόλης και 37. μία (1) φιάλη των (700) επτακοσίων ml με αναγραφόμενη ένδειξη μάρκας "FRANGELICO" με είκοσι τοις εκατό ( 20 %) βαθμό αλκοόλης, που ανευρέθηκαν στο κατάστημα του Κ. Γ. στην οδό ... στη ... Αττικής και σε όλα τα οποία [υπό στοιχεία (Α), (Β) και (Γ)] αντιστοιχούσαν δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις ογδόντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων δέκα ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (85.510,87 ευρώ), τα δε τεχνάσματα τα οποία μεταχειρίσθηκε ο κατηγορούμενος συνίσταντο στο ότι αγόραζε ποτά από τη Βουλγαρία, τα οποία, χωρίς καταβολή των αναλογούντων δασμών, εισήγαγε λάθρα στη χώρα, επιμελώς κρυμμένα στο χώρο φορτώσεως φορτηγών αυτοκινήτων και περιβαλλόμενα, προς παραπλάνηση των αρμοδίων αστυνομικών και τελωνειακών αρχών, από άσχετα εμπορεύματα και έθετε σε κυκλοφορία χωρίς να καταβάλει τους απαιτούμενους από το νόμο δασμούς, αφού προηγουμένως είχε καταρτίσει και επικολλούσε σε αυτά ετικέτες με ελληνικούς χαρακτήρες, προκειμένου να μην είναι εμφανές ότι τα ποτά είχαν εισαχθεί κατά τον τρόπο που περιγράφηκε. ΔΕΧΕΤΑΙ ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις σχετικές νομικές σκέψεις της παρούσας, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος της λαθρεμπορίας, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με δασμούς που στερήθηκε το δημόσιο άνω των 30.000 ευρώ, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, Κ. Γ. του Ι., οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 83 και 84 παρ.2 εδ. α' και δ' του ΠΚ, καθώς και των άρθρων 155 παρ. 1 περ. β`, 2 περ. ζ` και 157 παρ. 1 β` περ. βγ' και βδ' του ν.2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην καταφατική περί της ενοχής του κατηγορουμένου δικαιοδοτική του κρίση και δη: α) αναφέρεται το είδος και οι ποσότητες των λεπτομερώς αναφερόμενων εμπορευμάτων (φιάλες αλκοολούχων ποτών), που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρία άδεια της τελωνειακής αρχής από την Βουλγαρία και τα οποία ο αναιρεσείων, κατείχε και τα οποία βρέθηκαν τόσο στο με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο, όσο και στην κατοικία του αναιρεσείοντος, ... στη ... Αττικής και στο κατάστημα της μητέρας του αναιρεσείοντος στην οδό ... στη ... Αττικής, β) εξειδικεύεται ο τρόπος τέλεσης της λαθρεμπορίας [κατοχή των λαθραίων, χωρίς, δηλαδή, καταβολή των αναλογούντων δασμών, οινοπνευματωδών ποτών, τόσο στο με βουλγαρικές πινακίδες φορτηγό, στο οποίο επιμελώς τοποθετούνταν στο κέντρο του χώρου φόρτωσής του οι λαθραίες φιάλες οινοπνευματωδών ποτών και περιμετρικά προς απόκρυψη και παραπλάνηση τυχόν ελέγχου, τοποθετούταν άσχετο εμπόρευμα και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση, συσκευασίες κάρβουνου για τις οποίες ο οδηγός του φορτηγού ήταν εφοδιασμένος με τα σχετικά παραστατικά, όσο και στην οικία του και στην επιχείρηση που λειτουργούσε στο όνομα της μητέρας του, επικόλληση στις φιάλες αυτές ετικέτες με ελληνικούς χαρακτήρες που είχε στην κατοχή του και που κατασχέθηκαν και που διέθετε στην αγορά, κερδοσκοπώντας σε βάρος του Δημοσίου], γ) εκτίθεται ότι ο κατηγορούμενος για την τέλεση της πράξης μεταχειρίσθηκε τα αναφερόμενα ιδιαίτερα τεχνάσματα, δ) διαλαμβάνεται το ύψος των δασμών και ειδικά 59.034,02 ευρώ για δασμούς και φόρους που προσδιόρισε ο αναπληρωτής προϊστάμενος του Τελωνείου ΕΦΚ Θεσσαλονίκης, που αντιστοιχούν στα ευρισκόμενα στο ανωτέρω φορτηγό λαθρεμπορικά ποτά και 26.476,87 ευρώ για δασμολογικές επιβαρύνσεις που προσδιόρισε ο προϊστάμενος του Τελωνείου Λαυρίου, για τα λαθρεμπορικά ποτά που βρέθηκαν στην κατοικία του αναιρεσείοντος και στο κατάστημα της μητέρας του, και συνολικά 85.510,87 ευρώ, που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και ε) ο δόλος αυτού ως προς την τέλεση του εγκλήματος αυτού, ήτοι η γνώση του αναιρεσείοντος ότι τα λαθρεμπορικά ποτά που αυτός προμηθευόταν από κύκλωμα λαθρεμπόρων στην Βουλγαρία και κατείχε σε χώρο που μόνο αυτός επόπτευε και είχε πρόσβαση, είναι προϊόν λαθρεμπορίας και η θέληση αυτού για περαιτέρω διακίνηση των λαθραίων ποτών που κατείχε, τα οποία και πράγματι διέθετε - πωλούσε, χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι, δασμοί και λοιπές επιβαρύνσεις προς το Ελληνικό Δημόσιο, διαλαμβάνοντας περιστατικά που συντείνουν στην κατάφαση του υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και ειδικά ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε προμηθευτεί τα ανωτέρω λαθρεμπορικά ποτά χωρίς νόμιμα φορολογικά στοιχεία, χωρίς, δηλαδή, να κατέχει νόμιμα παραστατικά αγοράς, κατοχής και καταβολής των αναλογούντων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 510 παρ.1 εδ. Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία παράλληλα θεμελιώνει και παράβαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και της αρχής της δίκαιης δίκης, που επιβάλλει η αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, καθώς και ο πρώτος, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγος με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1Ε του ΚΠΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 155 του ν.2960/2001, ως προς το στοιχείο του δόλου, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, περί αυθαίρετων συναγωγικών υποθετικών εκτιμήσεων ως προς την ύπαρξη του δόλου και έλλειψης αιτιολογίας ως προς τον ισχυρισμό του περί μη ύπαρξης δόλου, είναι απαράδεκτες, καθόσον με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 158 παρ. 1 του ν. 2960/ 2001 "όταν οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ, δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξαμένη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση, καταργείται, εφόσον οι υπόχρεοι, παραιτούμενοι των, κατά το άρθρο 152 του παρόντα κώδικα, καθοριζομένων ενδίκων μέσων καταβάλλουν άμεσα το καταλογιζόμενο σε αυτούς κατά τις διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντα κώδικα πολλαπλούν τέλος, το οποίο καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων ....Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται εάν η λαθρεμπορία διεπράχθη από δημόσιους υπαλλήλους ή ασκούντες στο Τελωνείο εκτελωνιστικό ή κομιστικό επάγγελμα ή άλλο συναφές προς την Τελωνειακή Υπηρεσία έργο ή αν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας ελήφθη στην κατοχή το διαπράξαντος τη λαθρεμπορία δια κλοπής ή άλλου αδικήματος,,,,". Προϋποθέσεις για την κατάργηση της ποινικής δίωξης κατά τα ανωτέρω είναι το ποσό των δασμών να μην υπερβαίνει τις 70.000 ευρώ, η παραίτηση από τα ένδικα μέσα του άρθρου 152, η καταβολή των πολλαπλών τελών κατ' άρθρο 150, μη έκδοση οριστικής απόφασης και να μη συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης (ΑΠ 103/2013). Κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε` ΚΠΔ εσφαλμένη ερμηνεία ποινικής διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου για το λόγο ότι έχει εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται σε στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. (ΑΠ 1097/2019). Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα δεν υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 158 παρ.1 του ν.2960/2001, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον με την .../27.8.2018 Καταλογιστική Πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου ΕΦΚ της Θεσσαλονίκης προσδιορίστηκαν οι φορολογικές επιβαρύνσεις που αναλογούσαν στα μεταφερόμενα λαθρεμπορικά ποτά στο ποσό των 59.034,02 ευρώ, ήτοι σε ποσό μικρότερο των 70.000 ευρώ, καθώς, επίσης, εσφαλμένα πρόσθεσε στο ανωτέρω ποσό και τα πολλαπλά τέλη άλλης καταλογιστικής πράξης και δη αυτής του Προϊσταμένου του Τελωνείου Λαυρίου, ο οποίος με την με αριθμό ...2015 καταλογιστική πράξη προσδιόρισε τις δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις για τα λαθρεμπορικά ποτά που βρέθηκαν στην κατοικία του και στην επιχείρηση της μητέρας του, στο ποσό των 26.476,85 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον νομίμως κατά το άνω άρθρο 158 παρ. 1 ελήφθη υπόψη το συνολικό ποσό των διαφυγόντων δασμών που ανέρχεται, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, σε 85.510,87 ευρώ, αφού κατά την άνω διάταξη για την κατάργηση της δίκης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων που γεννήθηκαν υπέρ του δημοσίου καθ` όλο το χρονικό διάστημα τέλεσης της λαθρεμπορίας με τη μορφή της κατοχής, και έτσι η διάταξη αυτή δεν τύγχανε εφαρμογής, δεδομένου ότι οι διαφυγόντες φόροι υπερβαίνουν τις 70.000 ευρώ και συνεπώς το Δικαστήριο με το να προβεί στην έρευνα της ουσίας, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπερέβη την εξουσία του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1α και β του ν. 2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας", που ισχύει από 1.1.2002, λαθρεμπορία είναι α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ` αυτής τόπο και χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ` αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Επίσης, κατά την παράγραφο 2 εδαφ. ζ` του ως άνω άρθρου 155 του νόμου 2960/2001, ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ιδρύεται αυτοτελής νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά, πώληση ή κατοχή από πρόσωπο, εκτός του εισαγωγέα, εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής. Υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση, κατά τον κρίσιμο χρόνο, του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας, κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις. Επομένως, έγκλημα λαθρεμπορίας υφίσταται και μόνο επί κατοχής ορισμένου λαθρεμπορεύματος, εφόσον ο κάτοχος γνωρίζει τη λαθρεμπορική του προέλευση χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο. (ΟλΑΠ 1/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του άνω Ν 2960/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3336/2005, επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα.", ενώ κατ' άρθρο 54 στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53 κατά α) την παραγωγή τους στο εσωτερικό της χώρας β) την εισαγωγή τους ή την παράτυπη είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας, γ) την παραλαβή τους από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, στο εσωτερικό της χώρας, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 119Α του ίδιου ανωτέρω νόμου "1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου, η μη τήρηση των διατυπώσεων του τρίτου μέρους του παρόντα Κώδικα χαρακτηρίζεται ως απλή τελωνειακή παράβαση κατά τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα και επισύρει πρόστιμο από πεντακόσια (500) μέχρι δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ για κάθε παράβαση, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητά της.... 2. Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντος κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντος κώδικα. Το πολλαπλό τέλος επιβάλλεται και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. Από τις παραπάνω διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το έγκλημα της λαθρεμπορίας πραγματώνεται δια της χρησιμοποιήσεως οποιωνδήποτε τεχνασμάτων ή μεθόδων, στις οποίες περιλαμβάνονται και όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις που γίνονται με τον σκοπό να στερηθεί το Δημόσιο από τους αναλογούντες δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα, στα οποία υπόκεινται τα εμπορεύματα, χωρίς να απαιτείται και οριστική αποστέρηση του Δημοσίου. Από δε την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων του ν.2960/2001, συνάγεται ότι, η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του διατηρουμένου και για τα πιο πάνω προϊόντα, μεταξύ των οποίων και για τα αλκοολούχα ποτά, ειδικού φόρου καταναλώσεως, στον οποίο, κατ' άρθρο 54 του ν.2960/2001, υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53 κατά α) την παραγωγή τους στο εσωτερικό της χώρας β) την εισαγωγή τους ή την παράτυπη είσοδό τους στο εσωτερικό της χώρας, γ) την παραλαβή τους από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ, στο εσωτερικό της χώρας, κατά νομοθετική επιταγή χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως λαθρεμπορία που προβλέπεται και τιμωρείται από τον Τελωνειακού Κώδικα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.(ΑΠ 769/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 155 και 157 παρ.1β του ν. 2960/2001 και ειδικά εσφαλμένα κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε για λαθρεμπορία, αν και από την ίδια την απόφαση προκύπτει ότι η προέλευση των φερόμενων ως λαθρεμπορευμάτων είναι η Βουλγαρία, δηλαδή χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιβολής δασμών και ειδικού φόρου κατανάλωσης, επιπλέον δε το Ελληνικό Δημόσιο δεν απώλεσε δασμούς πλέον των 30.000 ευρώ, δεδομένου ότι το τελευταίο παρακρατεί μόνο ποσοστό 10% επί των επιβληθέντων φόρων. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος για λαθρεμπορία υπό την ειδικότερη μορφή της κατοχής εμπορευμάτων που υπόκειται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, που συνιστά αυτοτελή νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας και το οποίο (έγκλημα λαθρεμπορίας) τελείται, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, όχι μόνο όταν το αντικείμενο που εκφεύγει δασμών έχει εισαχθεί από τρίτες χώρες μη μέλη της Ε.Ε, αλλά και όταν προέρχεται από χώρα της Ε.Ε, όπως στην προκειμένη περίπτωση η Βουλγαρία, επιπλέον δε δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 2 παρ.1β και 3 της απόφασης του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 24.6.1998, που εγκρίθηκε με την 76742/1937/23.8.1988 απόφαση των Υπουργών Αναπληρωτή Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και κυρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1828/1989, περί ιδίων πόρων που εγγράφονται στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων ως έσοδα από δασμούς του κοινού δασμολογίου και λοιπούς φόρους, που θεσπίζονται ή θα θεσπισθούν, από τους δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα και από τους οποίους τα κράτη- μέλη παρακρατούν ως έξοδα παράστασης το 10% των ποσών, που πρέπει να καταβάλλονται, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για δασμούς που επιβλήθηκαν ή που αποφεύχθηκε να επιβληθούν επί συναλλαγών με χώρες μη μέλη της Ε.Ε, που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, αλλά πρόκειται για εμπορεύματα που προέρχονται από χώρα μέλος της Ε.Ε και ειδικά την Βουλγαρία. Σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ.1 του κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την Ποινική Δικονομία του Κράτους αυτού. Η ανωτέρω διάταξη εκφράζει την αρχή ne bis in idem, αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιβεβαιώνεται στο άρθ. 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (2000/C 364/01), έχοντας και την τυπική ισχύ θεμελιώδους δικαιώματος της Ένωσης, κατά ο οποίο "Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τον Νόμο". Ειδικότερα, όσον αφορά την αρχή ne bis in idem ,το αμέσως ανωτέρω άρθρο δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως των υποχρεώσεων που αφορούν την υποβολή δηλώσεων στον τομέα του ΦΠΑ, ενός συνδυασμού φορολογικών και ποινικών κυρώσεων. Συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζουν την είσπραξη του συνόλου των εσόδων από ΦΠΑ και, κατ` επέκταση, την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα κράτη μέλη διαθέτουν ελευθερία επιλογής των κυρώσεων που επιβάλλουν. Οι κυρώσεις αυτές μπορούν συνεπώς να λαμβάνουν τη μορφή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων ή ενός συνδυασμού των δύο. Μόνον όταν η φορολογική κύρωση έχει ποινικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθ. 50 του Χάρτη, και έχει καταστεί απρόσβλητη, η εν λόγω διάταξη εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη κατά του ίδιου προσώπου. Η εκτίμηση της ποινικής φύσεως των φορολογικών κυρώσεων στηρίζεται σε τρία κριτήρια. Το πρώτο είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, το δεύτερο η ίδια η φύση της παραβάσεως και το τρίτο η φύση και η σοβαρότητα της κυρώσεως που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση. Εναπόκειται στο (Εθνικό) Δικαστήριο να εκτιμήσει, με γνώμονα τα κριτήρια αυτά, αν πρέπει να προβεί σε εξέταση της προβλεπόμενης από την Εθνική Νομοθεσία σωρεύσεως φορολογικών και ποινικών κυρώσεων σε σχέση με τα εθνικά πρότυπα, πράγμα που θα μπορούσε να το οδηγήσει, ενδεχομένως, να κρίνει ότι η σώρευση αυτή είναι αντίθετη προς τα εν λόγω πρότυπα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εναπομένουσες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές. Έτσι, η αρχή ne bis in idem, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη, δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως, διαδοχικώς μιας φορολογικής και μιας ποινικής κυρώσεως, στον βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει. Εξάλλου, το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και διά παραπομπής σ` αυτόν ο Ν.2127/1993 δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή stricto sensu), που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή", δηλαδή την γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλ` έχει χαρακτήρα διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα- υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων- και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας, καθιστώντας την παράβαση οικονομικά ασύμφορη. Δηλαδή, το εν λόγω πολλαπλούν τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Επιβάλλεται, ειδικότερα, για την αντιστάθμιση των συνεπειών συμπεριφορών, που συνιστούν παραβίαση διοικητικής φύσεως υποχρεώσεων κάθε συναλλασσόμενου, της καταβολής, δηλαδή, προς το Δημόσιο οφειλόμενων φορολογικών επιβαρύνσεων, που έχουν, μάλιστα, ταυτοχρόνως, και τον χαρακτήρα πόρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η αντιστάθμιση συνίσταται στην αναπλήρωση των ποσών, την καταβολή των οποίων αποφεύγει με την παράνομη συμπεριφορά του ο υπόχρεος, με ανάλογη προς τα άνω αναπροσαρμογή τους, για την κάλυψη όλων των εντεύθεν δαπανών, στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των συμπεριφορών αυτών, που, από τη φύση τους, είναι δυσχερώς εντοπίσιμες αλλά που επιτρέπουν την προσπόριση σημαντικών οικονομικών ωφελημάτων σε εκείνον που τις επιχειρεί επιτυχώς. Άλλωστε, οι προβλεπόμενες στον Τελωνειακό Κώδικα ποινές για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας συνίστανται, κατά κανόνα, σε στέρηση της ελευθερίας του δράστη (φυλάκιση ή κάθειρξη) και ουδόλως δύνανται να συγκριθούν με τις χρηματικές κυρώσεις του αντιστοίχου διοικητικού αδικήματος (βλ. άρθ. 157 του Τελωνειακού Κωδικός, Ν. 2960/2001).

Συνεπώς, εφ` όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθ. 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Κατ` ακολουθίαν, ούτε η έναρξη ούτε η εξέλιξη της διαδικασίας επιβολής του πολλαπλού τέλους και της τυχόν ανοιγείσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δίκης κωλύεται σε περίπτωση που για την ίδια παράβαση έχει ολοκληρωθεί η ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων διαδικασία με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη (ΑΠ 938/2016). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου και με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης εκθέτει ότι με αμετάκλητες καταλογιστικές πράξεις των αρμοδίων τελωνειακών αρχών του έχουν επιβληθεί, για τη φερόμενη να τέλεσε λαθρεμπορική πράξη, διοικητικές κυρώσεις και δη πολλαπλά τέλη κατά τους όρους του άρθρου 150 του τελωνειακού κώδικα, που έχουν καθαρά ποινικό χαρακτήρα και συνακόλουθα, κατ' εφαρμογή του κανόνα "ne bis in idem", σύμφωνα με τον οποίο ο καθένας μόνο μία φορά υποβάλλεται σε δικαστική κρίση ως υπαίτιος της αυτής πράξης, έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, άλλως εκκρεμοδικίας, η εν προκειμένω εναντίον του ποινική δίωξη, αφού η αξίωση της Πολιτείας προς ποινική δίωξή του έχει εξαντληθεί. Ότι πάρα ταύτα το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον προταθέντα σχετικό ισχυρισμό του με τις ******* και προχώρησε στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' και Η' του ΚΠοινΔ. Η κατά τα άνω όμως αιτιολογία του Δικαστηρίου της ουσίας για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος είναι ορθή, καθόσον από τις παραπάνω στην νομική σκέψη διατάξεις, καθώς και από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθ. 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προκύπτει ότι η διαδικασία διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Άλλωστε το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και διά παραπομπής σ` αυτόν ο Ν.2127/1993 δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή stricto sensu) που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας, με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή" δηλ. τη γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλ` έχει χαρακτήρα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινωνικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων τελωνειακής διαδικασίας. Δηλαδή, το εν λόγω πολλαπλούν τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην Ελληνική νομοθεσία, αλλά και κατά τη φύση και τον χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως.

Συνεπώς, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης περί υπερβάσεως εξουσίας του Δικαστηρίου και παραβίασης του δεδικασμένου και της εκκρεμοδικίας είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος εταίρου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.

Απορρίπτει την από 5.5.2022 και με αριθμό πρωτ. 5017/6.6.2022 αίτηση του Κ. Γ. του Ι., ... Αττικής για αναίρεση της 768/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ          Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login