ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ - ΚΑΠΝΙΚΩΝ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ - Α.Π. 958-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ :  Και υπό την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλόμενου ειδικού φόρου κατανάλωσης για τα είδη βιομηχανοποιημένων καπνών που παράγονται στην Ελλάδα, είναι πράξη ποινικά κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, η οποία τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο α΄ της παρ. 1 του άρθρου 157 του ανωτέρω νόμου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εκτός αν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, οπότε το ελάχιστο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο (Ολ.Α.Π. 1/2019).

Απόφαση 958 / 2022   (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 958/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βασδέκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ζαμπέτα Στράτα, Μαρία Λεπενιώτη, Σοφία Οικονόμου και Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σκιαδαρέση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Σ. Ε. του Ε., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Βαμβακά, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 249/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8-10-2021 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1004/2021.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 8.10.2021 αίτηση του Σ. Ε. του Ε., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 249/30.6.2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου, που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 28.9.2021, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 Κ.Ποιν.Δ.), είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 155 παρ. 1α και β του Ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), όπως ισχύει και μετά την τροποποίησή του από τον Ν. 3336/2005, λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα τελωνεία, χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής ή σε άλλον οπό τον ορισμένο παρ' αυτής τόπο και χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των παρ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων οπό τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. ζ' του ως άνω άρθρου 155 του ίδιου νόμου, ως λαθρεμπορία θεωρείται και η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ιδρύεται, κατά τις διατάξεις του ισχύοντος Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, ιδιαίτερη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση συνίσταται στην αγορά πώληση ή κατοχή από πρόσωπο εκτός του εισαγωγέα εμπορευμάτων, που υπόκεινται σε εισαγωγικό δασμό, τέλος, φόρο ή δικαίωμα και που έχουν εισαχθεί εντός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, χωρίς άδεια της τελωνειακής αρχής, υποκειμενικώς δε, για τη στοιχειοθέτηση στην περίπτωση αυτή του εγκλήματος της λαθρεμπορίας, απαιτείται δόλος, που συνίσταται στη γνώση κατά τον κρίσιμο χρόνο του υπαιτίου ότι το εμπόρευμα που αγόρασε, πώλησε ή κατέχει είναι προϊόν λαθρεμπορίας κατά την παραπάνω έννοια, καθώς και στη θέληση αυτού να αποστερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από τον οφειλόμενο δασμό, τέλος ή δικαίωμα και λοιπές επιβαρύνσεις επ' αυτών των προϊόντων και εμπορευμάτων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 του παραπάνω Ν.2960/2001, η ισχύς του οποίου άρχισε από 1-1-2002 κατά το άρθρο 185 αυτού, επιβάλλεται ειδικός φόρος κατανάλωσης στα πετρελαιοειδή, στην αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά και τα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 54 παρ. 1 του ίδιου νόμου: "Στον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπόκεινται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται ή εξορύσσονται, ανάλογα με την περίπτωση, στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη - μέλη εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας". Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 του ίδιου νόμου "Βιομηχανοποιημένα καπνά, στα οποία επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του παρόντος Κώδικα, θωρούνται: α) τα τσιγάρα, β) τα πούρα και τα πουράκια, γ) ο λεπτοκομμένος καπνός που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων (στριφτών) τσιγάρων, δ) τα άλλα καπνά για κάπνισμά". Κατά τη διάταξη του άρθρου 118 παρ. 5 του ίδιου νόμου ή με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του ως άνω Τελωνειακού Κώδικα με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται και τιμωρούνται διοικητικώς και ποινικώς ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα αυτού του Κώδικα και επισύρουν την επιβολή κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην παράβαση των διατυπώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 142, 152 και 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα προστίμων και τελών. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι και υπό την ισχύ του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα η καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής του οφειλόμενου ειδικού φόρου κατανάλωσης για τα είδη βιομηχανοποιημένων καπνών που παράγονται στην Ελλάδα, είναι πράξη ποινικά κολάσιμη και χαρακτηρίζεται ως λαθρεμπορία, η οποία τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο α' της παρ. 1 του άρθρου 157 του ανωτέρω νόμου με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών, εκτός αν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαιτίου, οπότε το ελάχιστο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο (Ολ.Α.Π. 1/2019).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά, μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία.

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ. και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Όμως, δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα εξής:

"Ο κατηγορούμενος στο …. την 1-3-2014 διαπιστώθηκε ότι κατείχε εμπορεύματα που εισήχθησαν από χώρες τρίτες εκτός Ευρωπαϊκής ένωσης κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ήτοι εμπορεύματα υποκείμενα σε εισαγωγικούς δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, και συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι κατείχε τα ακόλουθα: 22 κιλά χύμα λεπτοκομμένου καπνού (για κάπνισμα), επάνω σε ένα τραπέζι και συσκευασμένο σε πλαστικές σακούλες του μισού και ενός κιλού, μη τηρηθεισών των νομίμων διαδικασιών καταβολής Ε.Φ.Κ. και λοιπών επιβαρύνσεων. Στην ευρεθείσα ποσότητα καπνού δεν ανευρέθησαν επικολλημένες ένσημες ταινίες φορολογίας, ο Φόρος καπνού, καθώς και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, συνολικού ποσού 4.250,51 ευρώ.

Συνεπώς, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνώριζε για την προέλευση του ως άνω καπνού, καθώς δεν υπήρχαν επικολλημένες ένσημες ταινίες φορολογίας, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, όπως κατηγορείται, ενώ καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί ο ισχυρισμός του για προσωπική χρήση του ως άνω καπνού, καθώς η ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή του, 22 κιλά, δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την προσωπική χρήση".

Στην συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας με το ακόλουθο διατακτικό:

"Στο ….. την 1-3-2014 διαπιστώθηκε ότι κατείχε εμπορεύματα που εισήχθησαν κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ήτοι εμπορεύματα υποκείμενα σε εισαγωγικούς δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία χωρίς γραπτή άδεια της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, και συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι κατείχε τα ακόλουθα:22 κιλά χύμα λεπτοκομμένου καπνού (για κάπνισμα), επάνω σε ένα τραπέζι και συσκευασμένο σε πλαστικές σακούλες του μισού και ενός κιλού, μη τηρηθεισών των νομίμων διαδικασιών καταβολής Ε.Φ.Κ. και λοιπών επιβαρύνσεων. Στην ευρεθείσα ποσότητα καπνού δεν ανευρέθησαν επικολλημένες ένσημες ταινίες φορολογίας, ο Φόρος καπνού, καθώς και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας, συνολικού ποσού 4.250,51 ευρώ".

Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 142, 155, 157, 158 ν. 2960/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος 1) ότι ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων κατείχε 22 κιλά χύμα λεπτοκομμένου καπνού (για κάπνισμα), που είχαν εισαχθεί από τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής 'Ενωσης, συσκευασμένο σε πλαστικές σακούλες του μισού και του ενός κιλού. 2) Ότι στην εν λόγω ποσότητα καπνού δεν ανευρέθηκαν επικολλημένες ένσημες ταινίες φορολογίας, ο φόρος καπνού και ο φόρος προστιθέμενης αξίας συνολικού ποσού 4.250,51 ευρώ. 3) Η γνώση του κατηγορουμένου. 4) Ότι η ποσότητα αυτή του καπνού ήταν μεγάλη και δεν προοριζόταν για δική του χρήση.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, οι λόγοι της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των εφαρμοσθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με παράθεση συλλογισμών, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και σκέψεων περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και τ της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. 'Αλλωστε ακόμη και αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας είχε δεχθεί ότι ο ανωτέρω καπνός που κατείχε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ήταν δικής του παραγωγής και πάλι αυτός θα είχε τελέσει το αδίκημα της λαθρεμπορίας, αφού στο βιομηχανοποιημένο καπνό στον οποίον υπάγεται και ο λεπτοκομμένος καπνός που κατείχε ο εν λόγω αναιρεσείων επιβάλλεται σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) και λοιπές επιβαρύνσεις και η καθ' οιονδήποτε τρόπο διαφυγή της καταβολής αυτών χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ποινικά ως λαθρεμπορία. Σύμφωνα με όλα αυτά και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.10.2021 αίτηση του Σ. Ε. του Ε., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 249/30.6.2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ             Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login