ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ - ΥΠΟΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗ - ΑΠ 151-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. θ’ του ιδίου άρθρου του ν. 2960/2001 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 60 του ν. 3583/2007, ΦΕΚ A .../28.6.2007), θεωρείται, πλην άλλων, και η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον συνεπάγεται απώλεια δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Για την άνω πράξη της λαθρεμπορίας δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, βάσει ποιων στοιχείων καθορίστηκε η αναφερόμενη, «διαμορφωθείσα αξία» μεγαλύτερη της δηλωθείσας αξίας ώστε να δικαιολογείται η υποτιμολόγηση και περαιτέρω ο σκοπός της αναιρεσείουσας να στερήσει το δημόσιο των εισπρακτέων δασμολογικών και φορολογικών επιβαρύνσεων. Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο  προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας  ως προς τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της λαθρεμπορίας είναι βάσιμος.

Αριθμός 151/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου και Άννα Φωτοπούλου - Ιωάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 10 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αδαμαντίας Οικονόμου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης …………., κατοίκου Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστομένη Τζανετή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. AT 110/2021 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Απριλίου 2021 αίτησή της, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23 Απριλίου 2021 και έλαβε αριθμό πρωτ. 3441/2021, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 524/2021

Αφού άκουσε

Την Εισαγγελέα στην οποία δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο, που πρότεινε να απορριφθεί και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 22.4.2021 αίτηση της …………., με δήλωσή της που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 23.4.2021, για αναίρεση της υπ’ αριθμό AT 110/2021 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Κατά το άρθρο 155 παρ. 1 περ. β και 157 παρ. β του ν.2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας), που ισχύει από 1.1.2002, λαθρεμπορία είναι (εκτός των άλλων ειδικά προσδιοριζόμενων περιπτώσεων στην περίπτωση α' της ίδιας παραγράφου 1 και στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου) και "οποιαδήποτέ ενέργεια πού αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ' αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα και αν ακόμα αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος." Επίσης, ως λαθρεμπορία, κατά την παρ. 2 περ. θ’ του ιδίου άρθρου του ν. 2960/2001 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 60 του ν. 3583/2007, ΦΕΚ A .../28.6.2007), θεωρείται, πλην άλλων, και η υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση εισαγόμενων ή εξαγόμενων εμπορευμάτων, εφόσον συνεπάγεται απώλεια δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους στις εξής περιπτώσεις: "... εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω ή και αν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα’. Με την ως άνω διάταξη, με την οποία αποδίδεται η έννοια της ποινικής υπόστασης της λαθρεμπορίας με τη μορφή της περίπτωσης β της παραγράφου 1 του άρθρου 155 του ανωτέρω νόμου, διαπλάθεται ένα έγκλημα σκοπού, με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, η οποία περιγράφεται και προσδιορίζεται αναλυτικά, του οποίου όμως η αντικειμενική υπόσταση είναι "οπόιαδήποτε ενέργεια". Δηλαδή, ειδικά στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης που να περιγράφει ρητά ο νόμος δεν υπάρχουν και συνεπώς για την πλήρωσή της αρκεί η οποιαδήποτε ανθρώπινη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, χωρίς κανέναν άλλο προσδιορισμό από το νόμο, χωρίς εξ αυτού του λόγου η ποινική αυτή διάταξη να προσκρούει ευθέως στην συνταγματική επιταγή του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α του Συντάγματος. Η υποκειμενική υπόσταση δε του παραπάνω εγκλήματος συνίσταται στο σκοπό του δράστη "να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων, δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα"( ΑΠ 101/2016). Ως ιδιαίτερο τέχνασμα νοείται κάθε ενέργεια που επινοεί η ανθρώπινη εφευρετικότητα με σκοπό να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο της δυνατότητας να εισπράξει τον ανάλογο κατά νόμο εισαγωγικό δασμό, φόρο ή άλλο δικαίωμα για οποιοδήποτε εισαγόμενο από την αλλοδαπή ή εξαγόμενο εμπόρευμα (ΑΠ 766/2017). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έχουν υπαχθεί τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος, όπως στην περίπτωση της λαθρεμπορίας (ΑΠ 1225/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό και αποτελούν αμφότερα ενιαίο σύνολο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: “η κατηγορουμένη, ……….., στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από την 01.04.2014 έως τις 11.11.2016, με περισσότερες πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση τέλεση του αυτού εγκλήματος, τέλεσε το αδίκημα της λαθρεμπορίας λαμβάνοντας στην κατοχή της εμπορεύματα, τα οποία είχαν εισαχθεί και τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ήτοι χωρίς να έχουν καταβληθεί οι φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις, οι οποίοι αναλογούσαν σ’ αυτά, τους οποίους, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε την ιδιότητα της διαχειρίστριας της ετερορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία ……………, με έδρα στη Θεσσαλονίκη (επί της δημοτικής οδού ….) και αντικείμενο το χονδρικό και λιανικό εμπόριο ενδυμάτων και υποδημάτων, έλαβε εκ προθέσεως στην κατοχή της από την ατομική επιχείρηση του ,…….., με έδρα στη Θεσσαλονίκη (επί της δημοτικής οδού ………..) και με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο - μετά από εισαγωγή - ετοίμων ενδυμάτων, εμπορεύματα (ενδύματα), τα οποία είχε η ίδια παραγγείλει στην Τουρκία και είχαν εισαχθεί από την Τουρκία από την ατομική επιχείρηση του ….. (κατ' ουσίαν από τον πρώην εργοδότη αυτού, ……, ο οποίος χρησιμοποιούσε την ατομική επιχείρηση του ………….. ως εμφανή συναλλασσόμενο, ενώ υποκρύπτετο ο ίδιος), τα οποία ήταν υποτιμολογημένα, καθώς στις κατατεθείσες στο Α' Τελωνείο Θεσσαλονίκης διασαφήσεις εισαγωγής, είχαν επισυναφθεί ανακριβή τιμολόγια, καθώς οι φερόμενες ως συμφωνηθείσες αξίες κτήσεως ήσαν κατά πολύ κατώτερες (υποπολλαπλάσιες) των πράγματι καταβληθεισών, με αποτέλεσμα να αποστερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους φόρους (Φ.Π.Α.) και λοιπές επιβαρύνσεις επί της διαφοράς μεταξύ της δηλωθείσης ως τιμής εισαγωγής (4.054,43 €) και της πραγματικής αγοραίας αξίας αυτών (24.534,06 €), όπως αυτή υπολογίσθηκε από την ΕΛ.Υ.Τ., οι οποίοι (φόροι μετά επιβαρύνσεων) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.785,11 Ευρώ. Οι δε σχετικές διασαφήσεις, εμπορεύματα και η αξία τους (δηλωθείσα και υπολογισθείσα διαμορφωθείσα) και οι διαφυγόντες φόροι αναφέρονται αναλυτικά στη διαλαμβανόμενη στο διατακτικό της παρούσης κατάσταση. Πέραν δε του γεγονότος ότι η ίδια η κατηγορουμένη αποδέχεται ότι έλαβαν χώρα τέσσερις (4) συναλλαγές με τον ………, με αντικείμενο την απόκτηση εμπορευμάτων, η τέλεση της αξιόποινης πράξης υπ' αυτής δια της πραγματοποιήσεως εννέα (9) εισαγωγών καταφάσκεται ανενδοίαστα από την καταχώρηση των στοιχείων της ετερορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία……. (Διεύθυνση επικοινωνίας, Α.Φ.Μ. Δ.Ο.Υ και τηλέφωνο επικοινωνίας) και του κωδικού πελάτη (106, 969), ο οποίος αντιστοιχεί στην εκπροσωπούμενη από την ίδια εταιρία, στα κατασχεθέντα έγγραφα (ατζέντα) της υπαλλήλου του …… , σε συνδυασμό με τα εκδοθέντα από τον …… τιμολόγια και τα αρχεία  λογαριασμού HESAP (καταστάσεις παραληπτών φορτίων). Το γεγονός δε ότι τα ως άνω εμπορεύματα ήσαν προϊον  λαθρεμπορίας, καταφάσκεται ανενδοίαστα από το γεγονός ότι η φερόμενη ως αξία αγοράς αυτών της τιμής - κατώφλι (threshold 50% (ημίσεος) της εύλογης εμπορεύματος κατ' εφαρμογή εισαγόμενα από την Τουρκία ήταν υποπολλαπλάσια ακόμη και value), η οποία αντιστοιχεί στο τιμής (fair price) ανά κιλό του Καν. 951/2013 για τα στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο προϊόντα, το οποίο δεν δύναται να αποδοθεί ούτε στην ισοτιμία Ευρώ έναντι Τουρκικής Λίρας, ούτε στην καταβολή αυτών στην αλλοδαπή σε συνάλλαγμα και αντί του εγχωρίου νομίσματος, ούτε στο γεγονός ότι πρόκειται για αγορές χονδρικής. Σαφής δε περαιτέρω ένδειξη προς τούτο αποτελεί το γεγονός ότι σε ορισμένες εκ των ως άνω συναλλαγών το κόστος μεταφοράς των εν λόγω λαθροεμπορευμάτων (1,00 Ευρώ ανά κιλό ετοίμου εμπορεύματος και 0,5 Ευρώ ανά κιλό υφάσματος) ήταν μεγαλύτερο από την τιμή κτήσης αυτών από την εταιρία της κατηγορουμένης. Πρέπει, συνεπώς, μετά ταύτα, να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη της πράξεως, η οποία τής αποδίδεται" . Ακολούθως, κήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη του ότι: " στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από την 1-4-2014 έως την 11-11-2016, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, τέλεσε το αδίκημα της λαθρεμπορίας λαμβάνοντας στην κατοχή Της εμπορεύματα που είχαν εισαχθεί κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας, αποστερώντας το Ελληνικό Δημόσιο των από αυτό εισπρακτέων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε την ιδιότητα της διαχειρίστριας της εταιρίας με την επωνυμία …………….., με έδρα στη Θεσσαλονίκη (επί της οδού ……..) και με αντικείμενο το χονδρικό καί λιανικό εμπόριο ενδυμάτων και υποδημάτων, έλαβε στην κατοχή της από την ατομική επιχείρηση του …… (Α.Φ.Μ.:103574815), με έδρα στη Θεσσαλονίκη (επί της οδού …….) και με αντικείμενο το χονδρικό εμπόριο - μετά από εισαγωγή - ετοίμων ενδυμάτων, εμπορεύματα (ενδύματα), τα οποία είχε η ίδια παραγγείλει στην Τουρκία και είχαν εισαχθεί από την Τουρκία από την ατομική επιχείρηση του ……. με την μέθοδο της υποτιμολόγησης, ήτοι με την κατάθεση στο Α' Τελωνείο Θεσσαλονίκης διασαφήσεων εισαγωγής, στις οποίες είχαν επισυναφθεί ανακριβή τιμολόγια, με αξίες πολύ κατώτερες των πράγματι καταβληθεισών, αποστερώντας το Ελληνικό Δημόσιο από φόρους (Φ.Π.Α.) και λοιπές επιβαρύνσεις, οι οποίοι ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 4.785,11 ευρώ, όπως οι σχετικές διασαφήσεις, τα εμπορεύματα και η αξία τους (δηλωθείσα-διαμορφωθείσα) και οι διαφυγόντες φόροι αναφέρονται αναλυτικά στη συνημμένη κατάσταση». Ακολουθούν δε εννέα αναλυτικοί πίνακες διαφυγόντων φόρων της ως άνω επιχείρησης, ανά διασάφηση, δέμα και είδος.

Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που καταδίκασε την αναιρεσείουσα για λαθρεμπορία με τη μορφή της υποτιμολόγησης των εισαγομένων από τρίτη χώρα εμπορευμάτων, ήτοι με την κατάθεση στο Α' Τελωνείο Θεσσαλονίκης διασαφήσεων εισαγωγής, στις οποίες είχαν επισυναφθεί ανακριβή τιμολόγια, με αξίες πολύ κατώτερες των πράγματι καταβληθεισών, προς αποφυγή των αναλογούντων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στη προκειμένη περίπτωση είναι ασαφής και ελλιπής. Ειδικότερα, για την άνω πράξη της λαθρεμπορίας δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, βάσει ποίων στοιχείων καθορίστηκε η αναφερόμενη, «διαμορφωθείσα αξία» μεγαλύτερη της δηλωθείσας αξίας ώστε να δικαιολογείται η υποτιμολόγηση και περαιτέρω ο σκοπός της αναιρεσείουσας να στερήσει το δημόσιο των εισπρακτέων δασμολογικών και φορολογικών επιβαρύνσεων. Και τούτο ήταν αναγκαίο  ενόψει του ότι οι επίδικες αγορές εκτείνονται σε χρονικό διάστημα πέραν της διετίας (από 1.4.2014 έως 11.11.2016). Επιπλέον, η αιτιολογία της απόφασης πως «..το γεγονός δε ότι τα προαναφερόμενα εμπορεύματα ήταν προϊόν λαθρεμπορίας καταφάσκεται ανενδοίαστα από το γεγονός ότι η φερόμενη αξία αγοράς αυτών ήταν υποπολλαπλάσια ακόμη και της τιμής-κατώφλι (threshold value ), η οποία αντιστοιχεί στο 50% (ημίσεος) της εύλογης τιμής ( fair price) ανά κιλό εμπορεύματος κατ’. εφαρμογή του Καν.951/2013 για τα εισαγόμενα από την Τουρκία στον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο προϊόντα » είναι επίσης αόριστη, αφού δεν αναφέρεται ποια ήταν η τιμή-κατώφλι εκάστου εμπορεύματος, ποια η εύλογη τιμή, κατά πόσο οι τιμές αυτές υπερβαίνουν την αξία αγοράς εκάστου διαφορετικού είδους ένδυσης, ποιος είναι ο τρόπος προσδιορισμού των τιμών αυτών. Πρέπει να σημειωθεί- ότι ο προαναφερόμενος Κανονισμός, από  τον οποίο φέρεται να προκύπτει η ως άνω μέθοδος υπολογισμού  είναι άσχετος με την υπό κρίση υπόθεση, αφού αφορά τον καθορισμό των κατ’ αποκοπή τιμών εισαγωγής για τον προσδιορισμό της τιμής εισόδου  ορισμένων οπωροκηπευτικών  . Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο  προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας  ως προς τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της λαθρεμπορίας είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού παρέλκει  η έρευνα των λοιπών λόγων, ως αλυσιτελής, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. AT 110/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί με άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ ,  αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2021 ·

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2022

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ           Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login