ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Tο αδίκημα της ψευδούς αναφοράς στην αρχή ( αρ. 225 παρ. 2 α πΠΚ) αποτελεί πλέον ανέγκλητη πράξη και δεν ενσωματώθηκε στις διατάξεις του αρ. 224 νΠΚ.
Αριθμός 165/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Μαρία Βασδέκη-Εισηγήτρια, Νικόλαο Βεργιτσάκη και Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Παπαγεωργίου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Θ... του Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. 93/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 22.10.2020 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1180/2020.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να κηρυχθεί η αναιρεσείουσα αθώα της κατ' εξακολούθηση πράξη της ψευδούς αναφοράς στην αρχή, που φέρεται ότι τελέστηκε στη .. στις 29.5.2013, 9.4.2014 και 3.4.2015, στην Αθήνα στις 30.1.2015 και στη Θεσσαλονίκη στις 31.3.2015 και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 93/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης έντεκα (11) μηνών για τις αξιόποινες πράξεις α) της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης με τη μορφή της ψευδούς αναφοράς στην αρχή κατ' εξακολούθηση και β) της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΙ ΙΛ ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Α) Κατά το άρθρο 224 του ισχύοντος ΠΚ "όποιος ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή (παρ. 1). Όποιος εμφανίζεται ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση και αρνείται να δώσει τη μαρτυρία του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή (παρ.2). Αν ο υπαίτιος τέλεσε τις πράξεις των προηγουμένων παραγράφων για να αποφύγει ποινική ευθύνη είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του, χωρίς να ενοχοποιήσει ψευδώς άλλον, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή (παρ.3)". Στη νέα αυτή διάταξη τυποποιείται το έγκλημα της ψευδούς κατάθεσης, στο οποίο έχουν ενωθεί η ψευδορκία και η ψευδής ανώμοτη κατάθεση που προβλεπόταν από τα άρθρα 224 και 225 του προϊσχύσαντος ΠΚ, με εξαίρεση την ειδικότερη μορφή της ψευδούς έκθεσης-αναφοράς σε αρχή του καταργηθέντος άρθρου 225 παρ. 2, εδ. α κατά την οποία "Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος, σε κάθε άλλη περίπτωση, όταν εξετάζεται από κάποια αρχή ή από εξουσιοδοτημένο όργανό της ή όταν αναφέρεται σε αυτήν, εκθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια" που δεν περιλαμβάνεται στο νέο άρθρο 224 ΠΚ, όπως προκύπτει από τη γραμματική του διατύπωση και η περίπτωση αυτή αποτελεί πλέον πράξη ανέγκλητη ( ΑΠ 317/2020 ).
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη για το αδίκημα της ψευδούς αναφοράς προς την αρχή κατ' εξακολούθηση, κρίνοντας ότι η περίπτωση αυτή υπάγεται στη νέα διάταξη του άρθρου 224 ΠΚ και ειδικότερα του ότι "Α) Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ εξετάσθηκε από κάποια αρχή ή αναφέρθηκε σ' αυτήν, εν γνώσει της εξέθεσε ψέματα και απέκρυψε την αλήθεια. Ειδικότερα:
1) Στη ... - Ν. .., την 29 Μαΐου 2013, την 9 Απριλίου 2014 και την 3 Απριλίου 2015, κατά την τακτική - ετήσια κατ" άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 2830/2000 επιθεώρηση που έγινε στο γραφείο της στη .., από τους κατά τόπον αρμόδιους εισαγγελικούς λειτουργούς της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Φλώρινας, ενώ όφειλε να εκθέσει σ' αυτούς το αληθές γεγονός ότι, τουλάχιστον από το έτος 2009 δεν ασκεί τα συμβολαιογραφικά της καθήκοντα, απέχοντας αδικαιολόγητα από αυτά και επιπλέον, κατά τις διενεργηθείσες την 9-4- 2014 και 3-4-2015 επιθεωρήσεις όφειλε να εκθέσει ότι, από τον Αύγουστο του έτους 2013, δυνάμει του υπ1 αρίθμ. 814/Γ/1-8-2013 Φ.Ε.Κ. διορίστηκε σε κενή οργανική θέση δόκιμης υπαλλήλου, κατηγορίας ΠΕ, του κλάδου Εφοριακών, με βαθμό ΣΤ και ανέλαβε υπηρεσία την 23-9-2013 στη ΦΑ.Ε Αθηνών, όπου τοποθετήθηκε δυνάμει της υπ' αρίθμ. πρωτ. Δ2Α 1125007/13 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, στην οποία και υπηρετεί έκτοτε, εντούτοις, εν γνώσει της απέκρυψε τα προαναφερθέντα αληθινά γεγονότα προκειμένου να αποφύγει την άσκηση πειθαρχικής αγωγής σε βάρος της, για παράβαση των άρθρων 37 παρ. 1, 42 παρ. 1, 43 παρ. 1 και 45 περ. ε' του Ν. 2830/2000, η οποία με βεβαιότητα θα ασκούνταν από τους προαναφερθέντες εισαγγελικούς λειτουργούς εάν οι τελευταίοι γνώριζαν την αλήθεια.
2) Στην ..., την 30 Ιανουαρίου 2015, υπέβαλε προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Τμήμα Συμβολαιογραφείων -Α14), την υπ' αρίθμ. πρωτ. 7707/30-1-2015 αίτηση περί μετάθεσής της στο Ειρηνοδικείο Θεσ/νίκης, στο περιεχόμενο της οποίας ανέφερε, επί λέξει ότι, "Από τον Απρίλιο του 2006 και μέχρι σήμερα ασκώ τα καθήκοντα της Συμβολαιογράφου στην Ειρηνοδικειακή περιφέρεια του Νομού Φλώρινας. Με την παρούσα αίτηση μου προς το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο ζητώ τη μετάθεση μου στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 2 του Ν. 2830/2000 περί Κώδικα Συμβολαιογράφων. Προς υποστήριξη του αιτήματος μου προσκομίζω συνημμένα επικυρωμένα αντίγραφα των δύο μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών που μου απονεμήθηκαν από το Τμήμα Νομικής και το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης αντίστοιχα, ενώ επιφυλάσσομαι να σας προσκομίσω εγκαίρως τις απαραίτητες ιατρικές βεβαιώσεις προς απόδειξη των σοβαρών λόγων υγείας τους οποίους επίσης επικαλούμαι για τη θεμελίωση του αιτήματος μου.", εκθέτοντας κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, εν γνώσει της, ψευδώς, ότι ασκεί ανελλιπώς από τον Απρίλιο του έτους 2006 τα καθήκοντα της Συμβολαιογράφου Φλώρινας και ότι επιθυμεί για σοβαρούς λόγους υγείας να μετατεθεί σε κενή θέση συμβολαιογράφου στο Ειρηνοδικείο Θεσ/νίκης, όπου και προτίθεται να εξακολουθήσει να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι, τουλάχιστον από το έτος 2009 και εντεύθεν απείχε από τα συμβολαιογραφικά καθήκοντα και επιπλέον, από 23-9-2013 έως και το χρόνο υποβολής της προαναφερθείσας αιτήσεως μετάθεσης (30-1-2015) διέμενε στην Αθήνα, όπου και εργαζόταν (και επιθυμούσε να εξακολουθεί να εργάζεται) ως υπάλληλος στη ΦΑΕ Αθηνών, ότι η διαμονή της στην Αθήνα εξυπηρετούσε την ανάγκη αντιμετώπισης οποιουδήποτε προβλήματος υγείας τυχόν είχε και δεν υφίστατο ανάγκη μετάβασης της σε άλλο αστικό κέντρο για το λόγο αυτό, καθώς και ότι, δεν δικαιούνταν όχι μόνο να αιτείται την μετάθεση της σε άλλη Ειρηνοδικειακή Περιφέρεια, αλλά ούτε καν να διατηρεί την συμβολαιογραφική ιδιότητα, καθόσον η τελευταία είναι ασυμβίβαστη με την προαναφερθείσα εργασία στο δημόσιο την οποία είχε επιλέξει να κάνει.
3) Στη Θεσσαλονίκη, την 31 Μαρτίου 2015, εμφανίσθηκε ενώπιον των μελών του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Θεσ/νίκης, το οποίο είχε συγκληθεί κατόπιν του υπ1 αρίθμ. πρωτ. 9464/27-2-2015 ερωτήματος και του - σε συνέχεια αυτού - με αριθμό πρωτ. 9474/9-3-2015 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκειμένου να αποφασίσει για τις αιτήσεις μετάθεσης συμβολαιογράφων στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, μεταξύ των οποίων και για την προαναφερθείσα, υπ1 αρίθμ. πρωτ. 7707/30-1-2015 αίτηση μετάθεσης της κατηγορουμένης και εξέθεσε εν γνώσει της ψέματα, ισχυριζόμενη επί λέξει, ότι, "Είμαι συμβολαιογράφος .. από το 2006. Για τη μετάθεσή μου στη Θεσσαλονίκη επικαλούμαι σοβαρούς λόγους υγείας. Πάσχω από φλεβική ανεπάρκεια και με παρακολουθεί ιατρός στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Κατά τα ταξίδια παθαίνω θρομβώσεις στα κάτω άκρα. Έχω ιατρική βεβαίωση από ιατρό των Αθηνών. Είμαι ελεύθερη και ο κύκλος γνωριμιών μου βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Είμαι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών και γνωρίζω τρεις ξένες γλώσσες. Το πρόβλημα υγείας μου το αντιμετωπίζω με ενέσεις και μερικές φορές παίρνω αντιπηκτικά φάρμακα. Βρίσκομαι σε τακτική ιατρική παρακολούθηση και φορώ ειδικές κάλτσες", ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι, τουλάχιστον από το έτος 2009 και στη συνέχεια απείχε από τα συμβολαιογραφικά καθήκοντα και επιπλέον, από 23-9-2013 και εντεύθεν διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, όπου και εργαζόταν (και επιθυμούσε να εξακολουθεί να εργάζεται) ως υπάλληλος στη ΦΑΕ. Αθηνών, ότι ο λόγος που επιθυμούσε τη μετάθεσή της στη Θεσσαλονίκη δεν οφειλόταν στην καλύτερη αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας που τυχόν είχε, καθόσον αυτά, σε κάθε περίπτωση, θα μπορούσαν ευχερώς να αντιμετωπισθούν και στην Αθήνα, καθώς και ότι, δεν δικαιούταν όχι μόνο να αιτείται τη μετάθεσή της σε άλλη Ειρηνοδικειακή Περιφέρεια, αλλά ούτε καν να διατηρεί την συμβολαιογραφική ιδιότητα, καθόσον η τελευταία είναι ασυμβίβαστη με την προαναφερθείσα εργασία στο δημόσιο την οποία είχε επιλέξει να κάνει".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 224 ΠΚ, στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δεν περιλαμβάνεται η ψευδής αναφορά σε αρχή ως ειδικότερη μορφή της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης που προβλεπόταν στο καταργηθέν άρθρο 225 παρ. 2 εδ. α' του προϊσχύσαντος ΠΚ, η οποία δεν είναι πλέον αξιόποινη πράξη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, με την ειδικότερη αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 224 ΠΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο τούτο. Ακολούθως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΓΙΔ, να κηρυχθεί αθώα η αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη για την πράξη της ψευδούς αναφοράς στην αρχή κατ' εξακολούθηση και να απαλειφθεί η διάταξη περί επιβολής ποινής για την πράξη αυτή καθώς και η διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής.
Β) Κατά το άρθρο 220 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία". Από τη διάταξη αυτή, που προστατεύει την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων και συγκεκριμένα την εσωτερική τους ορθότητα, δηλαδή την αλήθεια της βεβαίωσης και όχι την τυπική εγκυρότητα αυτών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης απαιτείται α) δημόσιο έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 ΚΠολΔ, αφού το ποινικό δίκαιο δεν περιέχει σχετικό ορισμό, δηλαδή έγγραφο το οποίο εκδίδεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και το οποίο προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία και όχι για εσωτερική υπηρεσία και παρέχει πλήρη απόδειξη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται με αυτό β) βεβαίωση με αναληθές περιεχόμενο σε δημόσιο έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον ίδιο τον υπαίτιο ή για τρίτους, δηλαδή να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης γ) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο (εμφάνιση πλαστού εγγράφου κλπ.), με το οποίο παρασύρθηκε ο υπάλληλος, έστω από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαίωσης και δ) δόλος του υπαιτίου (αρκεί και ενδεχόμενος), ο οποίος περιλαμβάνει αφενός τη γνώση ότι το περιστατικό που βεβαιώνεται στο δημόσιο έγγραφο είναι αναληθές και μπορεί να έχει έννομες συνέπειες για τον ίδιο ή για άλλο πρόσωπο και ότι η βεβαίωση αυτού γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, αφετέρου τη θέληση ή αποδοχή του υπαιτίου να παραπλανήσει με οποιονδήποτε τρόπο τον υπάλληλο, ώστε αυτός να βεβαιώσει το αναληθές περιστατικό στο δημόσιο έγγραφο ή να χρησιμοποιήσει την ψευδή βεβαίωση με σκοπό να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το γεγονός που βεβαιώνεται αναληθώς σ' αυτό ( ΑΠ 798/2019).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), οπότε η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη τέλεσε τις αποδιδόμενες σ' αυτήν πράξεις όπως αυτές περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης. ʼλλωστε, η κατηγορουμένη, ουδόλως αρνείται την τέλεση των πράξεων αυτών κατά τα πραγματικά τους περιστατικά, παρά μόνο ισχυρίζεται ότι η πρώτη των πράξεων αυτών είναι μη αξιόποινη, ισχυρισμός που κρίνεται απορριπτέος, καθόσον η αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης κατ' εξακολούθηση στοιχειοθετείται ως τέτοια σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη και εκ του ότι όπως αποδείχθηκε η κατηγορουμένη στην κατά την κατ' άρθρον 41 παρ. 1 του Ν. 2830/2000 επιθεώρηση των συμβολαιογράφων από Εισαγγελέα που συνιστά την αρχή που διενεργεί τον έλεγχο αυτών, απέκρυψε κατά τις διενεργηθείσες επιθεωρήσεις στις 29 Μαΐου 2013, 9 Απριλίου 2014 και 3 Απριλίου 2015, να εκθέσει στους εισαγγελικούς λειτουργούς ότι από το έτος 2009 δεν ασκούσε τα συμβολαιογραφικά της καθήκοντα, απέχοντας αδικαιολόγητα από αυτά, καθόσον η μοναδική συμβολαιογραφική πράξη στην οποία προέβη ήταν μια αποδοχή κληρονομιάς που συνέταξε την 14-11-2008 σύμφωνα με τα αντίγραφα των εκθέσεων επιθεώρησής της για τα έτη 2011 και 2012 και κατά τις επιθεωρήσεις στις 9 Απριλίου 2014 και 3 Απριλίου 2015, ότι από τον Αύγουστο του 2013 είχε διοριστεί, παρά το γεγονός ότι τα έργα του συμβολαιογράφου είναι ασυμβίβαστα με την ανάληψη υπηρεσίας στο Δημόσιο και με την άσκηση κάθε άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας ή υπηρεσίας (άρθρο 37 παρ. 1 Ν 2830/2000), δυνάμει του υπ'αριθμ. 814/Γ/01 -8-2013 ΦΕΚ σε κενή οργανική θέση δόκιμης υπαλλήλου, κατηγορίας ΠΕ του κλάδου Εφοριακών, με βαθμό ΣΤ' στη Φ.Α.Ε. Αθηνών, στην οποία τοποθετήθηκε δυνάμει της υπ'αριθμ. πρωτ. Δ 2Α 1125007/13 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και ανέλαβε υπηρεσία την 23- 9-2013. Ακολούθως δε, και ενώ εργαζόταν στη Φ.Α.Ε. Αθηνών, στις 30-1-2015 υπέβαλε προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Τμήμα Συμβολαιογράφων) την αναφερόμενη στο διατακτικό της παρούσας αίτηση προς το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο, όπου, αναφέροντας ότι από τον Απρίλιο του 2006 ασκούσε τα καθήκοντα της Συμβολαιογράφου στην Ειρηνοδικειακή Περιφέρεια του Νομού Φλώρινας, ζητούσε την μετάθεσή της στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, την 31-3-2015 δε, εμφανίστηκε ενώπιον του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπου κρινόταν η ανωτέρω αίτηση μετάθεσής της και εκεί κατέθεσε ότι είναι συμβολαιογράφος .. από το 2006 και επικαλούμενη για τη μετάθεσή της στη Θεσσαλονίκη σοβαρούς λόγους υγείας, ήτοι ότι πάσχει από φλεβική ανεπάρκεια κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας και αποκρύπτοντας ότι από το έτος 2009 απείχε από τα συμβολαιογραφικά της καθήκοντα και ότι ήδη από 23-9- 2013 και εντεύθεν διέμενε μόνιμα στην Αθήνα όπου και εργαζόταν ως υπάλληλος της Φ.Α.Ε. Αθηνών, πέτυχε με τον τρόπο αυτό κατά την 31η -3-2015 να εκδοθεί από το ανωτέρω υπηρεσιακό συμβούλιο η υπ' αριθμ. 29/2015 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση μετάθεσής της στη Θεσσαλονίκη. Ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι τέλεσε τις ανωτέρω πράξεις ωθούμενη από αβεβαιότητα και ανασφάλεια που την διακατείχαν καθ'όλο το χρονικό διάστημα, από 01-8-2013 έως 01-8-2015, της δόκιμης υπηρεσίας της στη ΦΑΕ Αθηνών ως προς την πραγματοποίηση της μονιμοποίησης της, η οποία (μονιμοποίησή της), σε περίπτωση που δεν ελάμβανε χώρα, θα σήμαινε την απώλεια αμφοτέρων των επαγγελματικών θέσεών της, ήτοι και αυτή τη εφοριακής υπαλλήλου και αυτή της Συμβολαιογράφου, παράγοντες που την οδήγησαν στο να μην υποβάλλει άμεσα την παραίτησή της από τη θέση της Συμβολαιογράφου, αλλά αντιθέτως να υποβάλλει αίτηση μετάθεσης, κρίνεται μη πειστικός, καθόσον, εκ της θέσεώς της και της νομικής κατάρτισής της ως Συμβολαιογράφου, η κατηγορουμένη γνώριζε εκ των ων ουκ άνευ ότι δεν επιτρεπόταν να αναλάβει, παράλληλα με την εν ισχύ συμβολαιογραφική της ιδιότητα, οιαδήποτε υπηρεσία στο Δημόσιο, όπως έπραξε με το διορισμό της σε κενή οργανική θέση δόκιμης υπαλλήλου, κατηγορίας ΠΕ, του κλάδου Εφοριακών, με βαθμό ΣΤ, στη Φ.Α.Ε Αθηνών και ακολούθως, κατέχοντας αυτή τη θέση, να αιτείται και τη μετάθεσή της σε κενή θέση συμβολαιογράφου της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Και ναι μεν η μετάθεση της κατηγορουμένης στη Θεσ/νίκη ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς η ίδια δεν προσήλθε, παρότι προσκλήθηκε από το Συμβολαιογραφικό Σύλλογο του Εφετείου Θεσ/νίκης, να δηλώσει ποιο αρχείο προτίθεται να αναλάβει, ωστόσο όμως το γεγονός αυτό, ενόψει και του ότι κατά το ίδιο, σχεδόν, διάστημα επακολούθησε η μονιμοποίησή της στη θέση της εφοριακής υπαλλήλου, δεν μπορεί να αναιρέσει την κρίση του Δικαστηρίου περί της τέλεσης κατά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασή τους από μέρους της αμφοτέρων των αποδιδόμενων σ'αυτή πράξεων. Ο ισχυρισμός επίσης της κατηγορουμένης ότι στις ανωτέρω πράξεις δεν προέβη από δόλια προαίρεση και ούτε προσέβλεπε στη εξασφάλιση δύο θέσεων, παρά μόνο προέβη σ'αυτές από την ανάγκη να βρίσκεται σε μεγάλο αστικό κέντρο για τη συστηματική παρακολούθησή της από αγγειοχειρουργό και ψυχίατρο προς αντιμετώπιση της φλεβικής ανεπάρκειας από την οποία πάσχει, καθώς και της ψυχικής διαταραχής (καταθλιπτική διαταραχή) από την οποία επίσης πάσχει, αλλά και ότι σκοπός της ήταν να κάνει χρήση της μετάθεσής της στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, υπό την ιδιότητά της ως Συμβολαιογράφου, στην περίπτωση που θα υπήρχαν δυσμενείς εξελίξει αναφορικά με την τύχη όλων των δοκίμων υπαλλήλων, όπως ήταν και η ίδια μέχρι την 01-8-2015, κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν είναι πιστευτός και βάσιμος και τούτο γιατί η κατηγορουμένη ήδη κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης μετάθεσής της (30-01-2015), όσο και κατά το χρόνο συνεδρίασης του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Θεσσαλονίκης (31-3-2015), διέμενε στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της χώρας, ήτοι στην Αθήνα (λόγω της εργασίας της ως δόκιμης, τότε, εφοριακού υπαλλήλου ΦΑΕ Αθηνών), όπου μπορούσε να τύχει οποιασδήποτε ιατρικής φροντίδας όσον αφορά τα θέματα υγείας της, ενώ στην Αθήνα επιθυμούσε να εξακολουθεί να διαμένει και μετά την 31-3-2015 συνεδρίαση του προαναφερθέντος Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου, ενόψει της συμπλήρωσης την 01-8-2015 της διετούς δοκιμαστικής υπηρεσίας της στη ΦΑΕ Αθηνών, όπως και έγινε, με την αυτοδίκαιη μονιμοποίησή της στην ως άνω υπηρεσία, ενώ και η ανασφάλειά της περί μονιμοποίησής της στην ανωτέρω θέση δεν δικαιολογεί την τέλεση των από αυτή ανωτέρω πράξεων, καθόσον εκ της θέσεώς της και της νομικής κατάρτισής της ως Συμβολαιογράφου γνώριζε ότι οι πράξεις αυτές ήταν παράνομες. Τέλος, ο ισχυρισμός αυτής ότι η προκείμενη ποινική δίωξη πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, επειδή με την υπ'αριθμ. 4511/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Β' Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων), που κατέστη αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώα των πράξεων της Ψευδούς αναφοράς στην Αρχή κατ'εξακολούθηση και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, που φέρεται ότι τέλεσε στις 5 Φεβρουαρίου 2014 στην Αθήνα και στις 27 Μαρτίου 2014 στη Θεσσαλονίκη, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι πράξεις αυτές αφορούν άλλο χρόνο από τον ένδικο της προκείμενης υπόθεσης. Κατόπιν αυτών πρέπει η κατηγορουμένη να κηρυχθεί ένοχη των αποδιδόμενων πράξεων όπως αυτές ειδικότερα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της παρούσας.".
Ακολούθως, το παραπάνω δικαστήριο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη για την αξιόποινη πράξη της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης με το εξής διατακτικό.
"Στη ..., την 31 Μαρτίου 2015, πέτυχε με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθούς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, αφού υπέβαλλε στις 30-1-2015 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Τμήμα Συμβολαιογραφείων-Α14), την υπ' αρίθμ. πρωτ. 7707/30-1-2015 αίτησή της, με την οποία ζητούσε τη μετάθεσή της σε κενή θέση συμβολαιογράφου στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, στο περιεχόμενο της οποίας δήλωνε, εν γνώσει της, ψευδώς, ότι, από τον Απρίλιο του 2006 και έως το χρόνο υποβολής της αιτήσεως ασκεί τα καθήκοντα της συμβολαιογράφου στην Ειρηνοδικειακή Περιφέρεια του Νομού Φλώρινας και ότι επιθυμεί τη μετάθεσή της στη Θεσ/νίκη για σοβαρούς λόγους υγείας, την 31-3-2015 παρέστη στη συνεδρίαση του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Θεσ/νίκης, το οποίο είχε συγκληθεί κατόπιν του υπ' αρίθμ. πρωτ. 9464/27-2-2015 ερωτήματος και του - σε συνέχεια αυτού - με αριθμό πρωτ. 9474/9-3-2015 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για να αποφασίσει για τις αιτήσεις μετάθεσης στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, μεταξύ των οποίων και για την προαναφερθείσα αίτηση μετάθεσης της κατηγορουμένης και με σχετικές δηλώσεις της προς τα μέλη του ως άνω συμβουλίου, παρέστησε εν γνώσει της, ψευδώς, ότι, είναι συμβολαιογράφος ... από το έτος 2006 και ότι ζητάει την μετάθεσή της στη Θεσσαλονίκη για σοβαρούς λόγους υγείας, προσκομίζοντας - μεταξύ άλλων δικαιολογητικών - και σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά στα οποία βεβαιώνονταν ότι πάσχει από "θρομβοφλεβίτιδα δεξιού κάτω άκρου επί εδάφους φλεβικής ανεπάρκειας και κιρσών" και ότι ως εκ τούτου συντρέχουν στο πρόσωπο της οι προϋποθέσεις για να γίνει δεκτή η σχετική αίτησή της και με τον τρόπο αυτό έπεισε τα μέλη του παραπάνω Υπηρεσιακού Συμβουλίου ότι, πράγματι ασκεί τα συμβολαιογραφικά καθήκοντα από 19-4-2006, ότι προτίθεται να συνεχίσει να τα ασκεί στη Θεσσαλονίκη και ότι υπερτερεί έναντι των συνυποψήφιων της (μεταξύ των οποίων και της συμβολαιογράφου ..., Ε. Π., της οποίας η σχετική αίτηση μετάθεσης απορρίφθηκε), ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι, τουλάχιστον από το έτος 2009 και στη συνέχεια απείχε εντελώς από τα συμβολαιογραφικά της καθήκοντα και επιπλέον ότι, από 23-9-2013 και εντεύθεν διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, όπου και εργαζόταν (και επιθυμούσε να εξακολουθεί να εργάζεται) ως υπάλληλος στη Φ.Α. Ε. Αθηνών και ως εκ τούτου δεν δικαιούταν όχι μόνο να αιτείται την μετάθεση της σε άλλη Ειρηνοδικειακή Περιφέρεια, αλλά ούτε καν να έχει την συμβολαιογραφική ιδιότητα και να ασκεί το επάγγελμα της συμβολαιογράφου, καθόσον το τελευταίο είναι ασυμβίβαστο με την προαναφερθείσα εργασία στο δημόσιο που είχε επιλέξει να κάνει και με τον τρόπο αυτό κατάφερε να υφαρπάξει από το προαναφερθέν Υπηρεσιακό Συμβούλιο την υπ' αρίθμ. 29/2015 απόφασή του, η οποία εκδόθηκε την 31-3-2015 και δημοσιεύτηκε την 2-6-2015, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση περί μετάθεσής της στη Θεσσαλονίκη, ενώ εάν το προαναφερθέν συμβούλιο γνώριζε την αληθινή κατάσταση είναι βέβαιο ότι θα απέρριπτε τη σχετική αίτησή της. " Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες προκύπτουν από την αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΓΙΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, αφού αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 εδ. α', 27 παρ. 1, 220 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω αδικήματος διαλαμβάνεται η με εξαπάτηση υφαρπαγή από το Πενταμελές Υπηρεσιακό Συμβούλιο της υπ' αριθ. 29/ 2015 απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση μετάθεσης της αναιρεσείουσας σε κενή θέση συμβολαιογράφου στη Θεσσαλονίκη, όπου αναληθώς βεβαιώθηκε ότι ασκεί τα καθήκοντα της συμβολαιογράφου από το 2006 στην περιφέρεια του νομού Φλώρινας και ότι η απόφαση αυτή, η οποία αποτελεί δημόσιο έγγραφο, ελήφθη κατόπιν απατηλής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η οποία με την από 30/1/2015 αίτησή της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και την παράστασή της ενώπιον των μελών του άνω Υπηρεσιακού Συμβουλίου δήλωσε εν γνώσει της ψευδώς ότι από το έτος 2006 έως και το χρόνο υποβολής της αίτησης ασκεί τα καθήκοντα της συμβολαιογράφου στο νομό Φλώρινας και ότι αιτείται τη μετάθεσή της στη Θεσσαλονίκη για σοβαρούς λόγους υγείας, ενώ η αλήθεια την οποία απέκρυψε ήταν ότι τουλάχιστον από το έτος 2009 απείχε από τα συμβολαιογραφικά της καθήκοντα και επιπλέον ότι από 23/9/2013 διέμενε μόνιμα στην Αθήνα και εργαζόταν ως υπάλληλος στη Φ.Α.Ε Αθηνών και ακόμη αναφέρεται ότι η με εξαπάτηση ληφθείσα απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου είχε ως έννομη συνέπεια να γίνει δεκτή η αίτηση μετάθεσης της αναιρεσείουσας στη Θεσσαλονίκη, την οποία δεν εδικαιούτο. Αναφορικά με τις επιμέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, καθόσον α) ουδόλως παραβιάσθηκε η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης, η οποία δεν συνδέεται με την αθέμιτη παράσταση ψευδών γεγονότων και β) το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει τη διαφορετική καταδικαστική του κρίση σε σχέση με την απαλλακτική κρίση της υπ' αριθ. 4511/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία αφορούσε παρόμοια αδικήματα τελεσθέντα σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, όπως θα αναφερθεί παρακάτω.
Επομένως, ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από τις διατάξεις του άρθρου 510 στοιχ. Δ και Ε του Κ.Π.Δ. με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 220 παρ. 1 ΠΚ και έλλειψη αιτιολογίας είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
Γ) Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 και 2 εδ. β' ΚΠΔ, αν κάποιος έχει αμετάκλητα καταδικαστεί ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να αυτή διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' ΚΠΔ, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη ή την κηρύσσει απαράδεκτη (τυπικό δεδικασμένο), β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης, ως προς το πραγματικό σκέλος της στο σύνολο του (τρόπο, χρόνο, τόπο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τέλεσης της) και ανεξάρτητα από τον νομικό χαρακτηρισμό της, που περιλαμβάνει τόσο την πράξη του δράστη (ενέργεια ή παράλειψη) όσο και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή, αμέσως με την τέλεσή της ή σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 742/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας που παραδεκτώς επισκοπούνται, προκύπτει ότι με την υπ' αριθ. 451 1/2919 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε αθώα για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς αναφοράς στην αρχή και της απόπειρας υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, οι οποίες φέρονται τελεσθείσες στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη στις 5/2/2014 και στις 27/3/2014. Από την απόφαση αυτή δεν δημιουργείται δεδικασμένο για τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον δεν υπάρχει ταυτότητα πράξεων υπό την προαναφερθείσα έννοια, δηλαδή της ταυτότητας τόπου, χρόνου και ιδιαίτερων περιστάσεων, αφού τουλάχιστον για την υφαρπαγή της ψευδούς βεβαίωσης, που εδώ ενδιαφέρει, με την παραπάνω αθωωτική απόφαση κρίθηκε άλλη πράξη απόπειρας υφαρπαγής, η οποία φέρεται τελεσθείσα σε διαφορετικό χρόνο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ'ΚΠΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου που προκύπτει από την υπ' αριθ. 4511/2019 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 93/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας και δη ως προς τη διάταξή της περί ενοχής της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης με τη μορφή της ψευδούς αναφοράς στην αρχή κατ' εξακολούθηση.
Κηρύσσει αθώα την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη του ότι: "Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες από μία πράξεις της που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ εξετάσθηκε από κάποια αρχή ή αναφέρθηκε σ' αυτήν, εν γνώσει της εξέθεσε ψέματα και απέκρυψε την αλήθεια. Ειδικότερα: 1) Στη ... - Ν. .., την 29 Μαΐου 2013, την 9 Απριλίου 2014 και την 3 Απριλίου 2015, κατά την τακτική - ετήσια κατ' άρθρο 41 παρ. 1 του Ν. 2830/2000 επιθεώρηση που έγινε στο γραφείο της στη .., από τους κατά τόπο αρμόδιους εισαγγελικούς λειτουργούς της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Φλώρινας, ενώ όφειλε να εκθέσει σ' αυτούς το αληθές γεγονός ότι, τουλάχιστον από το έτος 2009 δεν ασκεί τα συμβολαιογραφικά της καθήκοντα, απέχοντας αδικαιολόγητα από αυτά και επιπλέον, κατά τις διενεργηθείσες την 9-4-2014 και 3- 4-2015 επιθεωρήσεις όφειλε να εκθέσει ότι, από τον Αύγουστο του έτους 2013, δυνάμει του υπ' αριθμ. 814/171-8-2013 Φ.Ε.Κ. διορίστηκε σε κενή οργανική θέση δόκιμης υπαλλήλου, κατηγορίας ΠΕ, του κλάδου Εφοριακών, με βαθμό ΣΤ και ανέλαβε υπηρεσία την 23-9-2013 στη Φ.Α.Ε Αθηνών, όπου τοποθετήθηκε δυνάμει της υπ' αρίθμ. πρωτ. Δ2Α 1125007/13 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, στην οποία και υπηρετεί έκτοτε, εντούτοις, εν γνώσει της απέκρυψε τα προαναφερθέντα αληθινά γεγονότα προκειμένου να αποφύγει την άσκηση πειθαρχικής αγωγής σε βάρος της, για παράβαση των άρθρων 37 παρ. 1, 42 παρ. 1, 43 παρ. 1 και 45 περ. ε' του Ν. 2830/2000, η οποία με βεβαιότητα θα ασκούνταν από τους προαναφερθέντες εισαγγελικούς λειτουργούς εάν οι τελευταίοι γνώριζαν την αλήθεια. 2) Στην Αθήνα, την 30 Ιανουάριου 2015, υπέβαλε προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Τμήμα Συμβολαιογραφείων-Α 14), την υπ' αρίθμ. πρωτ. 7707/30-1-2015 αίτηση περί μετάθεσής της στο Ειρηνοδικείο Θεσ/νίκης, στο περιεχόμενο της οποίας ανέφερε, επί λέξει ότι, "Από τον Απρίλιο του 2006 και μέχρι σήμερα ασκώ τα καθήκοντα της Συμβολαιογράφου στην Ειρηνοδικειακή περιφέρεια του Νομού Φλώρινας. Με την παρούσα αίτηση μου προς το αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο ζητώ τη μετάθεση μου στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 2 του Ν. 2830/2000 περί Κώδικα Συμβολαιογράφων. Προς υποστήριξη του αιτήματος μου προσκομίζω συνημμένα επικυρωμένα αντίγραφα των δύο μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών που μου απονεμήθηκαν από το Τμήμα Νομικής και το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης αντίστοιχα, ενώ επιφυλάσσομαι να σας προσκομίσω εγκαίρως τις απαραίτητες ιατρικές βεβαιώσεις προς απόδειξη των σοβαρών λόγων υγείας τους οποίους επίσης επικαλούμαι για τη θεμελίωση του αιτήματος μου.", εκθέτοντας κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, εν γνώσει της, ψευδώς, ότι ασκεί ανελλιπώς από τον Απρίλιο του έτους 2006 τα καθήκοντα της Συμβολαιογράφου Φλώρινας και ότι επιθυμεί για σοβαρούς λόγους υγείας να μετατεθεί σε κενή θέση συμβολαιογράφου στο Ειρηνοδικείο Θεσ/νίκης, όπου και προτίθεται να εξακολουθήσει να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι, τουλάχιστον από το έτος 2009 και εντεύθεν απείχε από τα συμβολαιογραφικά καθήκοντα και επιπλέον, από 23-9-2013 έως και το χρόνο υποβολής της προαναφερθείσας αιτήσεως μετάθεσης (30-1-2015) διέμενε στην Αθήνα, όπου και εργαζόταν (και επιθυμούσε να εξακολουθεί να εργάζεται) ως υπάλληλος στη ΦΑΕ. Αθηνών, ότι η διαμονή της στην Αθήνα εξυπηρετούσε την ανάγκη αντιμετώπισης οποιουδήποτε προβλήματος υγείας τυχόν είχε και δεν υφίστατο ανάγκη μετάβασης της σε άλλο αστικό κέντρο για το λόγο αυτό, καθώς και ότι, δεν δικαιούνταν όχι μόνο να αιτείται την μετάθεση της σε άλλη Ειρηνοδικειακή Περιφέρεια, αλλά ούτε καν να διατηρεί την συμβολαιογραφική ιδιότητα, καθόσον η τελευταία είναι ασυμβίβαστη με την προαναφερθείσα εργασία στο δημόσιο την οποία είχε επιλέξει να κάνει. 3) Στη Θεσσαλονίκη, την 31 Μαρτίου 2015, εμφανίσθηκε ενώπιον των μελών του Πενταμελούς Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Εφετείου Θεσ/νίκης, το οποίο είχε συγκληθεί κατόπιν του υπ' αρίθμ. πρωτ. 9464/27-2-2015 ερωτήματος και του - σε συνέχεια αυτού - με αριθμό πρωτ. 9474/9-3-2015 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, προκειμένου να αποφασίσει για τις αιτήσεις μετάθεσης συμβολαιογράφων στην περιφέρεια του Ειρηνοδικείου Θεσ/νίκης, μεταξύ των οποίων και για την προαναφερθείσα, απ' αρίθμ. πρωτ. 7707/30-1-2015 αίτηση μετάθεσης της κατηγορουμένης και εξέθεσε εν γνώσει της ψέματα, ισχυριζόμενη επί λέξει, ότι, "Είμαι συμβολαιογράφος ... από το 2006. Για τη μετάθεσή μου στη Θεσσαλονίκη επικαλούμαι σοβαρούς λόγους υγείας. Πάσχω από φλεβική ανεπάρκεια και με παρακολουθεί ιατρός στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Κατά τα ταξίδια παθαίνω θρομβώσεις στα κάτω άκρα. Έχω ιατρική βεβαίωση από ιατρό των Αθηνών. Είμαι ελεύθερη και ο κύκλος γνωριμιών μου βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Είμαι κάτοχος δύο μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών και γνωρίζω τρεις ξένες γλώσσες. Το πρόβλημα υγείας μου το αντιμετωπίζω με ενέσεις και μερικές φορές παίρνω αντιπηκτικά φάρμακα. Βρίσκομαι σε τακτική ιατρική παρακολούθηση και φορώ ειδικές κάλτσες", ενώ η αλήθεια την οποία γνώριζε ήταν ότι, τουλάχιστον από το έτος 2009 και στη συνέχεια απείχε από τα συμβολαιογραφικά καθήκοντα και επιπλέον, από 23-9-2013 και εντεύθεν διέμενε μόνιμα στην Αθήνα, όπου και εργαζόταν (και επιθυμούσε να εξακολουθεί να εργάζεται) ως υπάλληλος στη ΦΑΕ. Αθηνών, ότι ο λόγος που επιθυμούσε τη μετάθεσή της στη Θεσσαλονίκη δεν οφειλόταν στην καλύτερη αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας που τυχόν είχε, καθόσον αυτά, σε κάθε περίπτωση, 0α μπορούσαν ευχερώς να αντιμετωπισθούν και στην Αθήνα, καθώς και ότι, δεν δικαιούταν όχι μόνο να αιτείται τη μετάθεσή της σε άλλη Ειρηνοδικειακή Περιφέρεια, αλλά ούτε καν να διατηρεί την συμβολαιογραφική ιδιότητα, καθόσον η τελευταία είναι ασυμβίβαστη με την προαναφερθείσα εργασία στο δημόσιο την οποία είχε επιλέξει να κάνει".
Απαλείφει τη διάταξη περί επιβολής ποινής για την ανωτέρω πράξη καθώς και τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 22/10/2020 αίτηση αναίρεσης της Ε. Θ. του Β. κατοίκου ... (οδός ... αρ. .. ...) κατά της υπ' αριθ. 93/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Δυτικής Μακεδονίας.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2021.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ