ΚΑΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ - ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ - Α.Π 1084-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Η διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ, η οποία επιτάσσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, δεν σημαίνει απλώς την παρουσία ενός όποιου εκπροσώπου της εισαγγελικής αρχής, αλλά επιβάλλει την παρουσία του ίδιου εισαγγελέα σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης για μία συγκεκριμένη υπόθεση, έτσι ώστε η αντικατάστασή του κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την υπόθεση αυτή να δημιουργεί λόγο απόλυτης ακυρότητας και να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1455/2019, 555/2005).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στην πρώτη συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την 5-4-2021, παρέστη ως Εισαγγελέας ο κληρωθείς Εισαγγελέας Εφετών Γ Τ, ενώ, στη μετά διακοπή, συνεδρίαση της 27ης-4-2021, οπότε, όπως προαναφέρθηκε άρχισε η εκδίκαση της κρινόμενης υπόθεσης, παρέστη και παρέμεινε καθ΄ όλη τη διάρκεια της δίκης, ως αναπληρωτής Εισαγγελέας, λόγω κωλύματος (ασθένειας) του ως άνω Εισαγγελέα Γ Τ, ο Εισαγγελέας Εφετών Ν Δ. Κατ΄ ακολουθίαν, εφόσον ο αναπληρωτής Εισαγγελέας Ν Δ παρέστη από την έναρξη της συζήτησης της συγκεκριμένης υπόθεσης και μέχρι πέρατος της δίκης αυτής και όχι κατά την εξέλιξη της συζήτησής της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η παράστασή του ήταν καθόλα νόμιμη και σύμφωνη με την αρχή του αδιαίρετου της Εισαγγελικής αρχής και συνεπώς, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του Κ.Π.Δ., πλημμέλεια της απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη νόμιμης παράστασης του ως άνω αναπληρωτή Εισαγγελέα κατά τις συνεδριάσεις της 27ης-4-2021 και 6ης-5-2021 είναι αβάσιμος.

Απόφαση 1084 / 2022   (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1084/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Φραγκάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 42/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Ελένη Κατσούλη, Δημήτριο Τράγκα και Αγάπη Τζουλιαδάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2022, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Λάμπρου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Αναστασίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 405, 406/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθ. πρωτ. 6692/26-7-2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 868/2021.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 23-7-2021, με αριθμό 6692/26-7-2021, αίτηση του Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 405, 406/2021 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης κλοπής και του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως (6) ετών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Γ' και Δ' του Κ.Π.Δ. (απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παράβαση διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) και, συνεπώς είναι παραδεκτή.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12, 30 παρ. 2 και 138 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι στις συνεδριάσεις των ποινικών δικαστηρίων παρίσταται υποχρεωτικά ο εισαγγελέας και ότι καμία απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν έχει κύρος, αν δεν ακουστεί προηγουμένως ο Εισαγγελέας. Εάν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης ποινικού δικαστηρίου παρέστη εισαγγελέας και το όνομα αυτού, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. β'του ΚΠΔ, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά τις δημόσιες συνεδριάσεις του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών της 27ης-4-2021, οπότε άρχισε η εκδίκαση της κρινόμενης υπόθεσης με την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων, καθώς και της μετά διακοπή, ορισθείσης της 6ης-5-2021, παρέστη ο Εισαγγελέας Εφετών Νικόλαος Δεγαίτης, στον οποίο δινόταν ο λόγος για να ακουστεί και προτείνει πριν από κάθε απόφαση του ως άνω ποινικού Δικαστηρίου, ενώ ουδόλως προκύπτει έναρξη της προκείμενης δίκης κατά τις προγενέστερες συνεδριάσεις του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της 5ης-4-2021 και 21ης-4-2021. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της απολύτου ακυρότητος της διαδικασίας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγω μη συμμετοχής εισαγγελικού λειτουργού κατά τις συνεδριάσεις της 5ης-4-2021 και 21η-4-2021, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α' του Κ.Π.Δ. απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, υπάρχει αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν "τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών και του παρόντος κώδικα για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του". Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά τη δημόσια συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών της 27ης-4-2021, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, άρχισε η εκδίκαση της κρινόμενης υπόθεσης και μέχρι πέρατος αυτής στις 6-5-2021, στη σύνθεση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συμμετείχαν, οι κληρωθέντες, κατ' άρθρο 17Β του Ν. 1756/1988, για τη συγκρότησή του, δικαστικοί λειτουργοί, ήτοι η Σοφία Μιχαλοπούλου, Πρόεδρος Εφετών, ως προεδρεύουσα, και οι Αργυρούλα Νικολακούδη, Χριστίνα Ρωμέση, Φωτεινή Παπαντωνοπούλου και Χριστίνα Πουρνάρα, Εφέτες, ως μέλη αυτού. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., λόγω μη αναγραφής στα πρακτικά της σύνθεσης του Δικαστηρίου κατά τις συνεδριάσεις της 5ης και 21ης-4-2021, είναι αβάσιμος, ως εδραζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης. Με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών (ν. 1756/1988) καθιερώνεται αρχή του ενιαίου και αδιαίρετου της εισαγγελίας, που σημαίνει ότι κάθε μέλος της εισαγγελίας ενεργεί ως εκπρόσωπος της, χωρίς να ενδιαφέρει το συγκεκριμένο πρόσωπο που εμφανίζεται σε κάθε ενέργεια η και κατά τη διάρκεια της ίδιας ενέργειας. Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 27, 43, 30, 344, 333-367, 502 παρ.1, 515 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, η λειτουργική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα στα πλαίσια της ποινικής δίκης δεν εξαντλείται στην κίνηση της ποινικής δίωξης, στο γεγονός δηλαδή ότι αυτός προκαλεί την έναρξη της σχετικής ποινικής δίκης, αλλά υποχρεούται να εκπροσωπήσει την κατηγορία σε όλη τη διάρκεια της μέχρι την οριστική κρίση, και δη να παρίσταται υποχρεωτικά στη διαδικασία στο ακροατήριο σε όλα τα ποινικά δικαστήρια, έχοντας την υποχρέωση να συμβάλλει στην αναζήτηση και ανεύρεση της αλήθειας, να ενεργεί στην ποινική δίκη όχι μόνο κατά αλλά και υπέρ του κατηγορουμένου, να αναζητεί τα στοιχεία της ενοχής, όσο και εκείνα που θεμελιώνουν την αθωότητά του. Ενόψει αυτής της αποστολής του εισαγγελέα και του ρόλου του στην απονομή της δικαιοσύνης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αρχή του ενιαίου και αδιαίρετου της εισαγγελικής αρχής κάμπτεται και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αναπλήρωσης κατά τη διάρκεια και εφόσον εξελίσσεται η διαδικασία στο ακροατήριο για συγκεκριμένη υπόθεση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί κατά τη διάρκεια της συζήτησης της ίδιας υπόθεσης να αναπληρωθεί ο εισαγγελέας της έδρας που συμμετείχε ήδη στην ακροαματική διαδικασία με άλλον εισαγγελέα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εκτεθέντων, η διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. β' ΚΠΔ, η οποία επιτάσσει, με ποινή απόλυτης ακυρότητας, την υποχρεωτική συμμετοχή του εισαγγελέα στη διαδικασία στο ακροατήριο, δεν σημαίνει απλώς την παρουσία ενός όποιου εκπροσώπου της εισαγγελικής αρχής, αλλά επιβάλλει την παρουσία του ίδιου εισαγγελέα σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης για μία συγκεκριμένη υπόθεση, έτσι ώστε η αντικατάστασή του κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την υπόθεση αυτή να δημιουργεί λόγο απόλυτης ακυρότητας και να ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1455/2019, 555/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, στην πρώτη συνεδρίαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, την 5-4-2021, παρέστη ως Εισαγγελέας ο κληρωθείς Εισαγγελέας Εφετών Γεώργιος Τσιρώνης, ενώ, στη μετά διακοπή, συνεδρίαση της 27ης-4-2021, οπότε, όπως προαναφέρθηκε άρχισε η εκδίκαση της κρινόμενης υπόθεσης, παρέστη και παρέμεινε καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης, ως αναπληρωτής Εισαγγελέας, λόγω κωλύματος (ασθένειας) του ως άνω Εισαγγελέα Γεωργίου Τσιρώνη, ο Εισαγγελέας Εφετών Νικόλαος Δεγαίτης. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον ο αναπληρωτής Εισαγγελέας Νικόλαος Δεγαίτης παρέστη από την έναρξη της συζήτησης της συγκεκριμένης υπόθεσης και μέχρι πέρατος της δίκης αυτής και όχι κατά την εξέλιξη της συζήτησής της ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, η παράστασή του ήταν καθόλα νόμιμη και σύμφωνη με την αρχή του αδιαίρετου της Εισαγγελικής αρχής και συνεπώς, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., πλημμέλεια της απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω μη νόμιμης παράστασης του ως άνω αναπληρωτή Εισαγγελέα κατά τις συνεδριάσεις της 27ης-4-2021 και 6ης-5-2021, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 171 παρ. 2 του Κ.Π.Δ., απόλυτη ακυρότητα, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, υπάρχει στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ζήτησε ν' ασκήσει δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο του το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για την σχετική αίτηση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., τα πρακτικά της συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία, εκτός των άλλων τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρίζονται σ' αυτά μεταξύ των οποίων και τις προτάσεις, δηλώσεις και αιτήσεις των διαδίκων. Επομένως, αιτήσεις ή δηλώσεις του κατηγορουμένου που δεν καταχωρίστηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν (ΑΠ 1414/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης ο αναιρεσείων υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, υπέβαλε προφορικώς και εγγράφως, μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αίτημα για την προσκόμιση των φορολογικών στοιχείων του παθόντος Α. Τ., ώστε να αποδειχθεί η αξία των κλοπιμαίων, πλην όμως το αίτημα αυτό δεν περιελήφθη στα πρακτικά της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., είναι αβάσιμος, διότι, εφόσον δεν περιελήφθη στα πρακτικά της δίκης τέτοιο αίτημα του αναιρεσείοντος και δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος αιτήθηκε την, κατά τούτο, συμπλήρωσή τους, ούτε προσβάλλει τα πρακτικά για πλαστότητα, θεωρείται ότι το αίτημα αυτό δεν υποβλήθηκε. Περαιτέρω, η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση του αναιρεσείοντος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του Κ.Π.Δ., ότι δηλαδή παραβιάστηκαν οι διατάξεις για τη δημοσιότητα λόγω μη δημοσίευσης της απόφασης περί διακοπής της δίκης κατά την αρχική δικάσιμο της 5-4-2021 καθώς και κατά τη δικάσιμο της 21-4-2021, με αποτέλεσμα να μη μνημονεύονται στα πρακτικά όσα ορίζονται στο άρθρο 140 του Κ.Π.Δ., κατά τις δύο αυτές συνεδριάσεις, είναι αβάσιμη ως στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η διαδικασία εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης έλαβε χώρα το πρώτον στις 27-4-2021, οπότε και διεκόπη για την 6-5-2021, και όχι στις 5-4-2021, ώστε να διακοπεί για τις 21-4-2021.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο. Περίπτωση όμως τέτοιας ακυρότητας δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1122/2020, 473/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την εκτίμηση της αξίας των αντικειμένων της κλοπής, την οποία (αξία) προσδιόρισε στο ποσό των 200.000 ευρώ, έλαβε υπόψη του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό του, τον από 1-11-2013 σχετικό κατάλογο του παθόντος Α. Τ., έγγραφο το οποίο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Το περιεχόμενο όμως του εγγράφου αυτού, ως προς την αξία των αντικειμένων της κλοπής, προκύπτει και από την κατάθεση του ως άνω παθόντος - ιδιοκτήτη των κλοπιμαίων στο ακροατήριο ο οποίος προσδιόρισε αυτή στο ίδιο ως άνω ποσό (200.000€) και την οποία (κατάθεση) επίσης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το Δικαστήριο της ουσίας όπως προκύπτει από τον κατ' είδος προσδιορισμό των αποδεικτικών μέσων στο προοίμιο του σκεπτικού του. Επομένως, εφόσον το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, το οποίο έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας χωρίς να έχει αναγνωσθεί, προκύπτει από άλλο αποδεικτικό μέσο, δεν συντρέχει, εξ' αυτού του λόγου, περίπτωση απολύτου ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται τα αντίθετα, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της απολύτου ακυρότητος, είναι αβάσιμος.

Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 3 του ίδιου κώδικα, ήτοι για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παράνομης παράστασης πολιτικής αγωγής, υποστηρίζοντας ότι ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δηλώθηκε και εναντίον του, παράσταση πολιτικής αγωγής από την εταιρεία "...", για τα εγκλήματα της ληστείας και της εγκληματικής οργάνωσης, αν και για το τελευταίο δεν νομιμοποιείται προς τούτο ως εμμέσως ζημιωθείσα, επιπλέον δε, αν και η ως άνω εταιρεία εισήγαγε στο ακροατήριο εννέα (9) αυτοτελείς αιτήσεις παράστασης πολιτικής αγωγής, εν τούτοις προσκόμισε μόλις ένα παράβολο. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον ο αναιρεσείων έχει αθωωθεί πρωτοδίκως για αμφότερες τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες δηλώθηκε παράσταση πολιτικής αγωγής από την προαναφερόμενη εταιρεία και κηρύχθηκε ένοχος, τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση μόνο για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης κλοπής σε βάρος του Α. Τ., ο οποίος δεν δήλωσε παράσταση πολιτικής αγωγής. Από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 344 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, με την οποία καλείται αυτός στο ακροατήριο, αδιαφόρως εάν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωσή του στη συζήτηση της υπόθεσης. Αν όμως η επίδοση της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής κατά το όρθρο 113 ΠΚ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 170, 174 παρ. 2 και 175 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επίδοσής του, η οποία είναι σχετική και αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο που κατ' ανάγκην επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί (176 παρ.2 ΚΠΔ), αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδο της, μπορεί, εφόσον η σχετική ένστασή του απορρίφθηκε, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1027/2016), το οποίο έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του προβαλλόμενου αυτού συγκεκριμένου λόγου (ΑΠ 97/2017). Αυτό όμως προϋποθέτει ότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά και κατά τρόπο ορισμένο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, διότι σε αντίθετη περίπτωση τούτο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, για τον ίδιο λόγο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και το εφετείο στον σχετικό ειδικό λόγο της έφεσης, διότι αυτός ο ισχυρισμός, ως εκ του περιεχομένου του, τυγχάνει απαράδεκτος (ΑΠ 66/2016). Αν ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται γι' αυτό αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1027/2016, ΑΠ 1296/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας απόφασης, υπ' αρ. 4093, 4429/2018, 906, 1936 και 3108/2019 του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, προέβαλε, δια του συνηγόρου του, τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, ο οποίος απορρίφθηκε ως απαράδεκτος. Ακολούθως, ο αναιρεσείων, επανέφερε τον ισχυρισμό αυτό με ειδικό λόγο στην υπ' αρ. ΕΜ 797/18-7-2019, ασκηθείσα κατά της ανωτέρω απόφασης, έφεσή του, επικαλούμενος επί λέξει τα ακόλουθα: "Επαναφέρω νόμιμα τον πρωτοδίκως προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος. Συγκεκριμένα ουδέποτε κλητεύθηκα νόμιμα στο πρωτόδικο Δικαστήριο και η υπόθεση εισήχθη προς εκδίκαση κατόπιν δικού μου αιτήματος, χωρίς να κλητευτώ νόμιμα. Παραδεκτά προέβαλλα πριν την έναρξη της διαδικασίας τον ισχυρισμό, πλην όμως απερρίφθη ...". Ο ισχυρισμός όμως αυτός, όπως επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών είναι παντελώς αόριστος, διότι δεν εκτίθεται πώς έγινε η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και για ποιο λόγο η διενεργηθείσα επίδοση δεν είναι νόμιμη, ούτε αν ο αναιρεσείων είχε άλλον τόπο κατοικίας από αυτόν της επίδοσης και ποιος είναι αυτός.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό. Παρά ταύτα, τον ερεύνησε και τον απέρριψε με το σκεπτικό ότι η ως άνω σχετική ακυρότητα καλύφθηκε. Κατόπιν αυτών, ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' έβδομος λόγος της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί ακυρότητος της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ, υπό την ισχύ του από 1-7-2019, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 374 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ όπως ίσχυε διαχρονικά ως προς τη διακεκριμένη μορφή της, από το χρόνο τέλεσης της κρινόμενης πράξης μέχρι σήμερα, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ. Από τις διατάξεις αυτές, δια των οποίων προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η υπό του δράστη, με θετική ενέργεια, αφαίρεση από τη φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ' αυτόν, αυτογνωμόνως και χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα ιδιοκτήμονος επ' αυτού, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας επ' αυτού κατοχής υπό του δράστη ή τρίτου προς τον σκοπό της παρανόμου ιδιοποιήσεώς του (ΑΠ 23/2020). Η αξία του αντικειμένου της κλοπής αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της, εφόσον χαρακτηρίστηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ή διακεκριμένη κλοπή αντικειμένων αξίας άνω των 120.000 ευρώ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 45 ΠΚ, με την οποία ορίζεται ότι "αν δύο ή περισσότεροι πραγμάτωσαν από κοινού, εν όλω ή εν μέρει, τα στοιχεία της περιγραφόμενης στον νόμο αξιόποινης πράξης καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός", συνάγεται ότι με τον όρο "από κοινού" τέλεση μιάς αξιόποινης πράξης νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης και υποκειμενικώς κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε συμμέτοχος να θέλει ή να αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που διαπράττεται, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι ενεργού με δόλο τέλεσης του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξης μπορεί να συνίσταται ή στο ότι ο καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (Ολ. ΑΠ 1/2020). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 47 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 ΠΚ, "όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Η διάταξη αυτή είναι ευμενέστερη, έναντι της αντίστοιχης για την άμεση συνέργεια του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, καθόσον η συνέργεια, χωρίς διάκριση πλέον σε απλή ή άμεση (κατά τις διακρίσεις του προϊσχύσαντος ΠΚ), αντιμετωπίζεται ενιαία και τιμωρείται με ποινή μειωμένη, κατά το άρθρο 83 του ΠΚ. Κατ' εξαίρεση μόνο το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της άμεσης, κατά το εδάφιο β', συνέργειας ("...άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού"), στην έννοια της οποίας εμπίπτουν πλέον, με βάση τη διατύπωση της εν λόγω διάταξης (εδαφίου β), τέτοιες πράξεις συνδρομής που προσεγγίζουν εγγύτατα την αυτουργική τέλεση του εγκλήματος. Δηλαδή, με τη διάταξη του άρθρου 47 του νέου Π Κ, αφενός μεν προβλέπεται μειωμένη ποινή και για την περίπτωση της άμεσης συνέργειας, αφετέρου δε ορίζεται ότι η επιβολή από το δικαστήριο της ποινής του αυτουργού, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις του εδαφίου β', είναι δυνητική, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν άρθρο 46 παρ.1 περ. β' του ΠΚ, που προέβλεπε υποχρεωτικά και όχι δυνητικά μόνο την ποινή του αυτουργού (ΑΠ 568/2020, ΑΠ 126/2020). Για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται, τόσο υπό τον παλαιό, όσο και υπό τον νέο ΠΚ: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς το αντικειμενικό σκέλος της) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει, όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που διαπράχθηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να διαπράξει αυτή και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη (ΑΠ 441/2021).

Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ'αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο όλο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ'αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή άμεσος δόλος, η ύπαρξη αυτού πρέπει να αιτιολογείται ειδικά, με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν, ότι υπήρχε το στοιχείο της γνώσης, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά (ΑΠ 564/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του 405, 406/2021, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (καταθέσεις μαρτύρων, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 20-7-2013 και περί ώρα 02.10' αστυνομικοί του Α' Α/Τ Αχαρνών Αττικής εντόπισαν σε αποθήκη στις ... και επί της οδού ..., τους κατηγορουμένους Σ. Μ. και Π. Γ. (ο οποίος-τελευταίος) ήδη έχει αθωωθεί με την εκκαλουμένη απόφαση, στην κατοχή των οποίων βρέθηκε το με αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES SLK, ιδιοκτησίας του Α. Μ., ο οποίος είχε δηλώσει κλοπή του εν λόγω αυτοκινήτου από την περιοχή ... στις 18-7-2013 και για την οποία κλοπή κατόπιν δηλώσεώς του πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη ως προς τον Σ. Μ. (3ος κατηγορούμενος). Λίγες ώρες μετά τη σύλληψη αυτών και συγκεκριμένα περί ώρα 10:44:40 (20-7-2013) ο 1ος κατηγορούμενος, Χ. Γ., ο οποίος σημειωτέον είναι κάτοχος μεταξύ άλλων και της με αριθμ. ... τηλεφωνικής σύνδεσης, πραγματοποιεί τηλεφωνική συνομιλία με τον κατηγορούμενο Β. Χ. που τον ενημερώνει για την σύλληψη των ανωτέρω συγκατηγορουμένων του, δηλώνοντας ότι στο σημείο εκείνο βρισκόταν και ο ίδιος, πλην όμως κατάφερε να διαφύγει. Επιπλέον ενημερώνει τον ίδιο κατηγορούμενο (Β. Χ.) ότι κατά την διάρκεια της επιχείρησης οι αστυνομικοί βρήκαν το Δελτίο ΑΤ του ξαδέρφου του που χρησιμοποιεί ο ίδιος (κατηγορούμενος) έχοντας αντικαταστήσει την αρχική φωτογραφία με δική του ζητώντας από τον κατηγορούμενο Β. Χ. να επικοινωνήσει με αστυνομικό με το όνομα "Γ." που υπηρετεί σε Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής, προκειμένου ο τελευταίος να εξαφανίσει αυτό το στοιχείο, ενώ σε τηλεφωνική επικοινωνία τους, την ίδια ημέρα και ώρα 12:54:38 τον ενημερώνει ότι κατά τη διάρκεια της προσαγωγής των ανωτέρω συγκατηγορουμένων τους, κάποιος αστυνομικός αφαίρεσε και κράτησε για λογαριασμό του ένα κινητό τηλέφωνο, το οποίο παρέδωσε σε άτομο με ειδικές γνώσεις επί κινητών, σε κατάστημα στην περιοχή …, προκειμένου να απαλείψει από αυτό κωδικούς και δεδομένα. Το γεγονός αυτό (αφαίρεση κινητού) επιβεβαιώνεται και σε άλλη συνομιλία που έλαβε χώρα την ίδια ημέρα (20-7-2013) και ώρα 15:37:42, μεταξύ του κατηγορουμένου Β. Χ. και του αδερφού του κατηγορουμένου Σ. Μ., επίσης κατηγορουμένου Ν. Μ., κατά την οποία ο τελευταίος τον ενημερώνει για την αφαίρεση του κινητού και την εμπλοκή σ' αυτή αστυνομικού με το όνομα "Ν.". 'Όπως αποδείχθηκε ο αστυνομικός αυτός είναι ο 8ος κατηγορούμενος Ν. Ν., ο οποίος πράγματι κράτησε το κινητό αυτό τηλέφωνο για λογαριασμό του και όχι προς ανεύρεση της αλήθειας όπως αναληθώς ισχυρίζεται, εξάλλου το εν λόγω γεγονός ο ίδιος ομολόγησε κατά την απολογία του. Πρέπει να αναφερθεί ότι η κατοχή και χρησιμοποίηση της με αριθμ. ... τηλεφωνικής συσκευής από τον 1ο κατηγορούμενο, Χ. Γ., αποδεικνύεται από το γεγονός ότι σε τηλεφωνική του επικοινωνία στις 12-8-2013 που πραγματοποίησε με άγνωστη γυναίκα, ανέφερε ευθέως το ονοματεπώνυμό του. Από τα παραπάνω προκύπτει σαφέστατα ότι οι ως άνω κατηγορούμενοι γνωρίζονταν μεταξύ τους και μάλιστα ο καθένας γνώριζε την παράνομη δραστηριότητα του άλλου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 18-6-2013 και περί ώρα 02.30 στην αερογέφυρα της ... δύο άτομα με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του με κουκούλες, κινούμενοι με ΙΧΕ επιβατικό, ανέκοψαν την πορεία του με αριθμ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκινήτου, μάρκας MERCEDES, της εταιρίας μεταφορών "... ΟΕ", το οποίο είχε αναχωρήσει περί ώρα 2.15 από τις αποθήκες της εταιρίας (αποθηκών - διανομών) με την επωνυμία "... ΑΕ" που βρίσκεται στον ..., φορτωμένο με τσιγάρα της εταιρίας "...", αξίας 630.000 ευρώ, που προορίζοντο για Λάρισα και με την απειλή υποπολυβόλου Kalasnikov αποβίβασαν τον οδηγό Z. G. και τον συνοδηγό Δ. Μ., τους επιβίβασαν βίαια στο όχημά τους, κατακρατώντας αυτούς παράνομα. Ταυτόχρονα συνεργοί τους που ακολουθούσαν με άλλο επιβατικό αυτοκίνητο, έθεσαν σε κίνηση το φορτηγό και το οδήγησαν σε αποθήκη στις ... και επί της ..., όπου άρχισαν να προβαίνουν στην εκφόρτωσή του. Οι περίοικοι όμως τους αντιλήφθηκαν και ειδοποίησαν τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, πλην όμως οι δράστες κατάφεραν να διαφύγουν. Συγχρόνως οι συνεργοί τους εγκατέλειψαν τον οδηγό και τον συνοδηγό του φορτηγού (...) στην περιοχή της ..., αφού προηγουμένως τους αφαίρεσαν τα κινητά τους τηλέφωνα για να αποκλείσουν την επικοινωνία τους. Σε έρευνα που έλαβε χώρα στο εσωτερικό της αποθήκης βρέθηκαν εκτός από τα ανωτέρω κλοπιμαία (τσιγάρα), δύο φορητές συσκευές παρεμβολών για απενεργοποίηση κινητών τηλεφώνων και δορυφορικών συστημάτων τηλεματικής (G.P.S.) και κυρίως ένα πλαστικό μπουκάλι νερού, το οποίο έφερε τα δακτυλικά αποτυπώματα του 5ου κατηγορουμένου, Γ. Σ.. Η εν λόγω αποθήκη φέρεται να έχει μισθωθεί από άτομο με στοιχεία Β. Κ., πλην όμως ο τελευταίος έχει αποβιώσει ήδη από 9-10-2007. Στην ίδια παραπάνω αποθήκη βρέθηκε και ένας φούρνος μικροκυμάτων μάρκας SIEMENS, ο οποίος είναι προϊόν κλοπής που έλαβε χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 23-3-2013 έως 26-3-2013, κατόπιν παραβίασης δύο αποθηκών εναπόθεσης προϊόντων της εν πτωχεύσει εταιρίας "... ΑΕ" στις ... Αττικής και επί των οδών ... και ..., κατά την οποία αφαιρέθηκαν εμπορεύματα (ηλεκτρικές συσκευές) αξίας 52.000 ευρώ. Στην ίδια αποθήκη βρέθηκε ένα μηχάνημα - σκούπα παρκετέζα μάρκας KARCHER και δέκα μπιτόνια με απορρυπαντικό, ιδιοκτησίας της εταιρίας "...", τα οποία αποτελούν μέρος των αντικειμένων που αφαιρέθηκαν σε ληστεία που έλαβε χώρα στις 18-4-2013 και περί ώρα 21.00 στο χώρο στάθμευσης του "..." που βρίσκεται στο ..., περιοχή .... Ειδικότερα την παραπάνω ημεροχρονολογία, άτομα με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους με κουκούλες, αφού ακινητοποίησαν τον οδηγό του με αρ. κυκλ. ... ΔΧΦ αυτοκινήτου, Γ. Π., το οποίο (φορτηγό) μετέφερε ηλεκτρικό εξοπλισμό και ποτά της εταιρείας "..." με τελικό προορισμό τη Θεσσαλονίκη και είχε σταθμεύσει προσωρινά στο ανωτέρω σημείο (...), με την απειλή πιστολιού τον επιβίβασαν στο όχημά τους, ενώ άλλοι συνεργοί τους αφαίρεσαν το φορτηγό και αφού κινήθηκαν προς την περιοχή ..., μεταφόρτωσαν τα κλοπιμαία σε άλλο όχημα, εγκαταλείποντας το φορτηγό, ενώ τον οδηγό αυτού Γ. Π. μετέφεραν και εγκατέλειψαν στην περιοχή της .... Στο σημείο δε που έλαβε χώρα η παραπάνω ληστεία βρέθηκε αποτσίγαρο, το οποίο φέρει γενετικό υλικό του κατηγορουμένου Β. Χ.. Από τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται με βεβαιότητα ότι δράστης των ως άνω ληστειών και κλοπής είναι οι κατηγορούμενοι Β. Χ. (ο οποίος δεν είναι στην παρούσα δίκη στο δεύτερο βαθμό εκκαλών ως μη ασκήσας έφεση) και ο 5ος Γ. Σ., οι οποίοι έδρασαν από κοινού με άλλα άτομα, η ταυτότητα των οποίων δεν εξακριβώθηκε. Η κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι κατά την απολογία τους (και ο 5ος κατά την παρούσα διαδικασία στο δεύτερο βαθμό), δεν δικαιολόγησαν με πειστικά στοιχεία την ύπαρξη αποτυπωμάτων και γενετικού υλικού αυτών στους ανωτέρω χώρους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τις νυχτερινές ώρες της 5/6-8-2013 και περί ώρα 15.00 έως 09.00 έλαβε χώρα κλοπή με τη μέθοδο "ριφιφί" στις ... και στο επί της οδού ..., κοσμηματοπωλείο του Α. Τ., στο οποίο οι δράστες εισήλθαν ανοίγοντας τρύπα σε μεσοτοιχία με όμορο κατάστημα που νοικιάστηκε πρόσφατα και αφού διέρρηξαν με οξυγόνο και τροχούς το χρηματοκιβώτιο αφαίρεσαν κοσμήματα αξίας 200.000 ευρώ και το χρηματικό ποσό των 2000 ευρώ (βλ. τον από 1-11-2013 σχετικό κατάλογο του Α. Τ.). Δράστες της κλοπής αυτής είναι οι κατηγορούμενοι Χ. Γ., Β. Χ., Ι. Σ. και Θ. Κ.. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στα εξής στοιχεία: ο κατηγορούμενος Θ. Κ. είναι κάτοχος της με αριθμ. ... τηλεφωνικής σύνδεσης. Τούτο προέκυψε από συνομιλία που πραγματοποίησε με άτομο - κάτοχο κινητού με αριθμό ..., τον αποκάλεσε "πατέρα", η συγκεκριμένη δε τηλεφωνική σύνδεση Vodafone είναι καταχωρημένη στο όνομα του πατέρα του, Γ. Κ.. Από την εν λόγω τηλεφωνική σύνδεση επικοινωνεί με άγνωστο άτομο, κάτοχο κινητού με αριθμό κλήσης ..., το οποίο είναι ενεργοποιημένο με ανύπαρκτο αλλοδαπό, ο οποίος και αναλαμβάνει με πλαστή ταυτότητα τη μίσθωση ισογείου καταστήματος, όμορου με το παραπάνω κοσμηματοπωλείο, ενώ σε τηλεφωνική του επικοινωνία (Κ.) με τον Β. Χ. στις 2-8-2013 και ώρα 14:45:30 ο τελευταίος τον διαβεβαιώνει ότι όλα είναι έτοιμα (λέγοντας χαρακτηριστικά "αυτό τελειώνουμε ήδη, αφού ήδη τελειώσαμε όλα μέσα εκεί", εννοώντας σαφέστατα τις εργασίες εντός του μισθωμένου όμορου καταστήματος και εντός του Σαββατοκύριακου θα τελειώσουν τη "δουλειά". Επιπλέον σε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των κατηγορουμένων Χ. Γ. και Β. Χ. που έλαβε χώρα στις 3-8-2013 (ημέρα Σάββατο) ώρα 13:26:07, αναφέρουν ότι μπορούν να ξεκινήσουν τη διαδικασία για την παραπάνω διάρρηξη μετά την 15.00 ώρα που κλείνει το κατάστημα, για να έχουν αρκετό χρόνο μπροστά τους ενόψει του Σαββατοκύριακου, ενώ συγχρόνως τον ενημερώνει ότι έχει εξασφαλίσει και την βοήθεια αστυνομικού που υπηρετεί στο ΑΤ της περιοχής, ο οποίος γνωρίζει για την παραπάνω διάρρηξη και θα τους ενημερώνει για τυχόν αστυνομική παρουσία ή κινητοποίηση στην περιοχή. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω διάρρηξης, η οποία ολοκληρώθηκε τα μεσάνυχτα της 5ης προς 6η-8-2013 (η διαδικασία της διάνοιξης τρύπας στη μεσοτοιχία ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, καθόσον ο τοίχος, ήταν ενισχυμένος και προστατευόταν από ισχυρό μεταλλικό δίχτυ, για το οποίο οι κατηγορούμενοι δεν είχαν κατάλληλα εργαλεία και αναγκάστηκαν να τα προμηθευτούν, ενώ ήδη είχαν ξεκινήσει τη διάρρηξη), ο κατηγορούμενος Β. Χ. βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία τηλεφωνική με τον κατηγορούμενο Ι. Σ., οι οποίοι επιτηρούν εξωτερικά την περιοχή από διαφορετικά σημεία και ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την κίνηση γύρω από το χώρο του κοσμηματοπωλείου (συνομιλίες 3-8-2013 ώρα 18:01:39, 4-8-2013 ώρα 00:01:42, 5-8-2013 ώρα 03:21:35, 04:16:46, 04:36:59, 04:49:41, 04:57:22, 05:46:31, 05:53:12). Μάλιστα στην τηλεφωνική τους επικοινωνία στις 4-8-2013 ώρα 00:01:42, ο κατηγορούμενος Ι. Σ. αναφέρει χαρακτηριστικά ότι έρχεται φέρνοντας και τα "πράγματα" εννοώντας προφανώς τα διαρρηκτικά εργαλεία. Εξάλλου από τις τηλεφωνικές συνομιλίες που έλαβαν χώρα στις 4-8-2013 ώρα 08:36:03 και 09:09:21 μεταξύ του κατηγορουμένου Γ. Σ. και της μητέρας του, δεν προκύπτει με βεβαιότητα το γεγονός ότι καθόλη τη διάρκεια της ανωτέρω διάρρηξης ο ως άνω κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί με τον κατηγορούμενο Β. Χ., ούτε υπάρχει κάποιο άλλο στοιχείο που να επιβεβαιώνει το εν λόγω γεγονός, συνεπώς υπάρχουν αμφιβολίες για την ενοχή του (Γ. Σ.) για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής στο κοσμηματοπωλείο και πρέπει να κηρυχθεί αθώος για την εν λόγω κατηγορία. Μετά τη διάρρηξη ο κατηγορούμενος Β. Χ. επικοινωνεί με τον ως άνω άγνωστο συνεργό-ενοικιαστή του όμορου καταστήματος στις 6-8-2013 και ώρα 06:5:47 και του δίνει εντολή να πετάξει το κινητό και την κάρτα SIM και ότι για την αμοιβή του θα επικοινωνήσει μαζί του μέσω του κατηγορουμένου Θ. Κ., τον οποίο αποκαλεί "Τ." (έτσι ο ίδιος αποκαλείται - βλ. συνομιλία μεταξύ αυτού και του Χ. Γ. στις 6-8-2013 και ώρα 23:59:47, συνομιλία μεταξύ αυτού και Β. Χ. στις 16-7-2013 και ώρα 23:34:26, συνομιλία μεταξύ αυτού και του Χ. Γ. στις 15-8-2013 και ώρα 21:31:09), ενώ και ο κατηγορούμενος Χ. Γ. συνομιλεί με τον ανωτέρω άγνωστο συνεργό στις 6-8-2013 και ώρα 17:20:21, στον οποίο υπενθυμίζει ότι πρέπει να πετάξει το παραπάνω κινητό (...) και την πλαστή ταυτότητα, ενώ ο τελευταίος ζητάει να μάθει από τον κατηγορούμενο Χ. Γ. αν έβαλαν φωτιά στο μισθωμένο κατάστημα προκειμένου να εξαφανίσουν δακτυλικά αποτυπώματα και άλλα στοιχεία. Τέλος ο κατηγορούμενος Β. Χ. σε τηλεφωνική του επικοινωνία με άγνωστο άνδρα με το όνομα "Γ." και τηλέφωνο ..., στις 6-8-2013 και ώρα 08:50:25 ζητάει να πληροφορηθεί την τιμή του χρυσού στην Τουρκία, γιατί "κάτι έχουμε, θέλω να το δώσω, αλλά δεν θέλω να το δώσω φτηνά" (αναφορικά με την ανωτέρω πράξη, βλ. την από 30-8-2013 έκθεση από μαγνητοφώνησης ψηφιακών δίσκων με διερμηνέα παρουσία του Αστυνόμου Β' Γ. Δ. της Υποδ/νσης Ασφαλείας Β/Α Αττικής και του Υπαστυνόμου Β' Α. Τ. της ίδιας Υπηρεσίας). Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι σε αστυνομικό έλεγχο που έγινε στις 13-8-2013 στην οικία του κατηγορουμένου Χ. Γ., στο ... και επί της οδού ..., ο τελευταίος καταλήφθηκε να κατέχει εντός αυτής, μέσα στο χώρο της αποθήκης, καθώς και στον προαύλιο χώρο αυτής 1600 πακέτα τσιγάρων, τα οποία έφεραν ταινία που ανέγραψε "μόνο για εξαγωγή" ("for export only"), καθώς και 2000 πακέτα τσιγάρων, που δεν έφεραν σχετική ταινία ήτοι χωρίς να έχουν καταβληθεί, στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές κατά την εισαγωγή τους, οι εισπρακτέοι δασμοί και λοιποί φόροι που αναλογούσαν σ' αυτά και οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των 13.296,90 ευρώ. Επίσης στον ίδιο χώρο καταλήφθηκε να κατέχει ένα πολεμικό τυφέκιο Kalashnikov με αριθμό σειράς ... με τρείς (3) γεμιστήρες, ένα οπλοπολυβόλο Scorpion άνευ αριθμού σειράς με τέσσερις (4) γεμιστήρες, ένα πολυβόλο όπλο πιστόλι μάρκας CZ839mm Makarov με αριθμό σειράς ... με δύο γεμιστήρες, ένα πυροβόλο όπλο πιστόλι μάρκας Star, με αριθμό σειράς ... και μια γεμιστήρα, δύο (2) γεμιστήρες πιστολιού 0,45 εκατόν ογδόντα έξι (186) φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 7,62 ογδόντα τέσσερα (84) φυσίγγια πυροβόλου όπλου 9mm Makarov, εκατόν τριάντα δύο (132) φυσίγγια διαμετρήματος 7,65 για πιστόλι, έξι (6) φυσίγγια πυροβόλου όπλου magnum 0,357, δώδεκα (12) φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 0,45, τρία (3) φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 0,38 special, εκατόν τριάντα (130) φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 9Χ19, δεκατέσσερα (14) φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 5,56 mm, έξι (6) φυσίγγια πυροβόλου όπλου Τokarev, είκοσι πέντε (25) φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 6,35 mm, δύο (2) φυσίγγια πυροβόλου όπλου διαμετρήματος 0,22, δύο (2) χειροβομβίδες αμυντικού τύπου με πυροκροτητές και εκατόν εβδομήντα έξι (176) κυνηγετικά φυσίγγια τρεις (3) ηλεκτρικούς εκκενωτές (teaser) και μία (1) πτυσσόμενη αστυνομική ράβδο αν και αυτή απαγορεύεται από το νόμο, ενώ καταλείφθηκε στον παραπάνω τόπο και χρόνο να έχει απαλείψει μη μηχανικό τρόπο τον αριθμό σειράς του αυτόματου υποπολυβόλου Scorpion που ήταν αποτυπωμένος στην αριστερή πλευρά του κορμού του. Τέλος αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι Σ. Μ. και Ν. Μ., οι οποίοι είναι, όπως προαναφέρθηκε, αδέρφια, αφαίρεσαν στις 30-8-2013 από την κατοχή του Θ. Μ. το υπ' αριθμ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν σταθμευμένο στις ... και επί της οδού ..., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, το εν λόγω γεγονός οι 3ος και 4ος κατηγορούμενοι δεν αμφισβητούν. Βάσει των προαναφερθέντων και αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις παρακάτω πράξεις: 1ος Γ. Χ.: α) για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής σε βάρος του Α. Τ. (4-6/8/2013), στην οποία η αξία των κλοπιμαίων υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, β) για την πράξη της λαθρεμπορίας, γ) για την πράξη της κατοχής πολεμικών όπλων, δ) για την πράξη της παράνομης οπλοκατοχής και ε) για την πράξη της απάληψης αριθμού υποπολυβόλου. 3ος Σ. Μ.: α) για την πράξη της κλοπής φορτηγού του Μ. (30-8-2013). 4ος Ν. Μ.: α) για την πράξη της κλοπής φορτηγού του Μ. (30-8-2013). 5ος Γ. Σ.: α) για την πράξη της ληστείας που έλαβε χώρα στις 18-4-2013 στο ... της Ε.Ο. στο χώρο στάθμευσης ... β) για την πράξη της αρπαγής σε βάρος του Γ. Π., γ) για την πράξη της ληστείας που έλαβε χώρα στη ... στις 18-6-2013, δ) για την πράξη της αρπαγής σε βάρος των Δ.. Μ. και Z. G., ε) για την πράξη της διακεκριμένης οπλοκατοχής κατ' εξακολούθηση (18-4-2013 και 18-6-2013), στ) για την πράξη της κλοπής σε βάρος της εν πτωχεύσει εταιρίας ... στις 23-3-2013, στην οποία η αξία των κλοπιαίων ανέρχεται σε 52.100 ευρώ και ζ) για την πράξη της παράνομης οπλοκατοχής (31-8-2013). 6ος. Ι. Σ.: α) ως απλός συνεργός και ήδη ως συνεργός κατ' άρθρο 47 εδ. α' του νέου ΠΚ για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής σε βάρος του Α. Τ., στην οποία η αξία των κλοπιμαίων υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ (4-6/8/2013). 7ος Θ. Κ.: α) για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής σε βάρος του Α. Τ., στην οποία η αξία των κλοπιμαίων υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ (4-6/8-2013). 8ος Ν. Ν.: α) για την πράξη της κλοπής με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84§2α' ΠΚ. Για την πράξη της κλοπής φορτηγού με αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. μάρκας MERCEDES SLK στις 18-7-2013, ιδιοκτησίας του Α. Μ. του Χ., κατόπιν της από 2-4-2021 δηλώσεως του τελευταίου (παθόντος) ότι δεν επιθυμεί κατ' άρθρο 381 παρ. 1 εδ. β', γ' την ποινική δίωξη του 1ου, 2ου, 3ου των κατηγορουμένων - δραστών, προς το Β' Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών (παρόν δικαστήριο) μετά την άσκηση σε βάρος τους της ποινικής δίωξης πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για τον 1ο (Χ. Γ.), 2ο (Γ. Π.) και 3ο (Σ. Μ.) κατηγορουμένους. Επίσης να κηρυχθεί αθώος, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων, ο 5ος (Γ. Σ.) κατηγορούμενος για την πράξη της διακεκριμένης κλοπής σε βάρος του Α. Τ. (ριφιφί). Επιπλέον πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός του 7ου κατηγορουμένου (Θ. Κ.) περί μεταβολής της κατηγορίας από αυτουργός σε συνεργό, της κακουργηματικής, μορφής πράξης της διακεκριμένης κλοπής που η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, καθόσον η εν λόγω πράξη του, όπως αποδείχθηκε, είναι άδικη και πληροί τα αντικειμενικά κριτήρια του εγκλήματος που προβλέπεται από το άρθρο 374 παρ. 1 περ. γ' του νέου ΠΚ, όπως η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 4637/2019". Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για την αξιόποινη πράξη της διακεκριμένης κλοπής, για την οποία του επέβαλε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, με το ακόλουθο διατακτικό: "

Κηρύσσει τους κατηγορουμένους ενόχους του ότι: Ο Θ.. Κ.. του Γ. στις ... Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 4-8-2013 έως 6-8-2013, ενεργώντας από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του Χ. Γ., Β. Χ. Γ. Σ. και Ι. Σ., μετέβη στην οδό ..., όπου ευρίσκεται το κατάστημα (κοσμηματοπωλείο) ιδιοκτησίας του Α.. Τ.. του Β., αφού προηγουμένως, συγκατηγορούμενός τους, τα στοιχεία του οποίου δεν έχουν μέχρι σήμερα εξακριβωθεί, είχε μισθώσει το παραπλεύρως του κοσμηματοπωλείου ευρισκόμενο κατάστημα και μέσω της μεθόδου "ριφιφί" διάνοιξε τρύπα στον ενδιάμεσο τοίχο των δύο καταστημάτων, ακολούθως δε, διάρρηξε το χρηματοκιβώτιο του ως άνω κοσμηματοπωλείου, από την πίσω πλευρά αυτού και αφαίρεσε διάφορα κοσμήματα (δακτυλίδια, σκουλαρίκια, αλυσίδες λαιμού - χειρός, βραχιόλια, σετ, σε χρυσό και σε λευκόχρυσο και μονόπετρα), συνολικής αξίας, περίπου, 250.000 ευρώ, καθώς και χρηματικό ποσό ύψους 2.000 ευρώ, με σκοπό από κοινού (κατηγορούμενος και συγκατηγορούμενοί του) παρανόμου ιδιοποιήσεως. Η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της διακεκριμένης κλοπής αντικειμένων αξίας άνω των 120.000 €, κατά συναυτουργία, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1, 14 παρ. 1, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 372 παρ. 1, 374 παρ. 1 γ' ΠΚ. Ειδικότερα και σε σχέση με τις επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού: α) η με κοινό δόλο και κατόπιν συναποφάσεως με τους συγκατηγορουμένους του Χ. Γ., Β. Χ., Γ. Σ. και Ι. Σ., και με κοινές ενέργειες όλων πραγμάτωση από τον αναιρεσείοντα της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της κλοπής, ήτοι της αφαίρεσης από το χρηματοκιβώτιο του κοσμηματοπωλείου, ιδιοκτησίας Α. Τ., των αναφερομένων στο διατακτικό της απόφασης κοσμημάτων και χρηματικού ποσού, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν χωρίς δικαίωμα. Β) ο τόπος, χρόνος, τρόπος και λοιπές περιστάσεις διάπραξης του ανωτέρω εγκλήματος (μίσθωση ομόρου καταστήματος, διάνοιξη τρύπας με τη μέθοδο του "ριφιφί" στον ενδιάμεσο τοίχο των δύο καταστημάτων και διάρρηξη οπίσθιας πλευράς χρηματοκιβωτίου, εντός του οποίου υπήρχαν τα αφαιρεθέντα κινητά, τηλεφωνικές επικοινωνίες μεταξύ των κατηγορουμένων για τον τρόπο δράσης και καθορισμό αμοιβής) και γ) η αξία των αφαιρεθέντων κοσμημάτων (250.000) ε) και χρηματικού ποσού (2000€). Τ' ανωτέρω δε, δεχθέντα ανελέγκτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πραγματικά περιστατικά, θεμελιώνουν, κατά νόμον, ως μορφή συμμετοχής του αναιρεσείοντος στη διάπραξη της ανωτέρω διακεκριμένης κλοπής, αυτήν του συναυτουργού και όχι του συνεργού, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης η συμμετοχική δράση του αναιρεσείοντος συνίσταται στην από κοινού με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του πραγμάτωση - εκτέλεση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος και όχι η παροχή συνδρομής σε άλλον ή άλλους πριν ή κατά την υπ' αυτών τέλεση της κλοπής. Εξάλλου στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης παρατίθενται αναλυτικά και με λογική αλληλουχία τα αποδειχθέντα περιστατικά, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας διαμόρφωσε πλήρη και ασφαλή για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος δικανική πεποίθηση, ώστε ουδεμία να καταλείπεται αμφιβολία για την περί του αντιθέτου, κατ' εφαρμογή της αρχής "in dubio pro reo" κρίση. Επιπλέον, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, με την ειδική και πλήρη αιτιολογία, την οποία διέλαβε στην απόφασή του, ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, ουδόλως παραβίασε το τεκμήριο αθωώτητος αυτού. Κατόπιν αυτών οι όγδοος και ένατος λόγοι της υπό κρίση αίτησης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την ενοχή του αναιρεσείοντος, και για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, είναι αβάσιμος.

Η απαιτούμενη από ης διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς, που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό η στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ακόμη δε περισσότερο να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά τα άρθρα 83 και 85 του ίδιου κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένο να προβεί οίκοθεν στην αιτιολόγηση της μη συνδρομής τέτοιας περίστασης. Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ (Ν. 4619/2019) μεταξύ άλλων, η υπό στοιχ. ε' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτηση του". Για να συντρέξει δε η ελαφρυντική αυτή περίσταση, η συμπεριφορά του υπαιτίου πρέπει να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη. Η αναγνώριση, δηλαδή, της ελαφρυντικής αυτής περίστασης προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, δηλωτικών θετικής και επωφελούς ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαίτιου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτηση του. Ενόψει του εγκλήματος προληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαίτιου μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για την στοιχειοθέτηση του συγκεκριμένου ελαφρυντικού η καλή και συνήθης χωρίς παραβατικότητα συμπεριφορά και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δε νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή η μόνον ως απουσία παραβατικότητας, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσης του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνο ελλείψεως παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση, αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβάσεως των νόμων και ιδιαίτερα του ποινικού κώδικα (ΑΠ 20/2020, 983/2020, 61/2017, 469/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, υπέβαλε σε γραπτό κείμενο και ανέπτυξε προφορικά, μεταξύ άλλων, και τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, με το εξής περιεχόμενο: "Εν προκειμένω από την ημέρα τέλεσης της πράξης, παρήλθαν οκτώ (8) έτη χωρίς να έχω τελέσει άλλη άδικη πράξη και χωρίς να έχω καταδικαστεί. Ζω με τα δύο (2) παιδιά μου και τους υπερήλικες γονείς μου, τους οποίους συντηρώ ουσιαστικά εγώ. Να τονίσω δε πως η μητέρα των παιδιών μου, μας εγκατέλειψε πριν από πολλά χρόνια και μεγάλωσα τα παιδιά μόνος μου με την υποστήριξη των γονιών μου. Η κόρη μου σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο ... και ο γιός μου ολοκλήρωσε το Λύκειο. Από την 01.12.2018 εργάζομαι σταθερά για την επιχείρηση "... ΙΚΕ", προωθώντας τα προϊόντα της επιχείρησης, σε καταστήματα στην νότια Ελλάδα, όπως προκύπτει και από την από 05.05.2021 βεβαίωση της επιχείρησης. Από τα παραπάνω προκύπτει πως έχω αφοσιωθεί πλήρως στην οικογένειά μου, στηρίζοντας οικονομικά και ηθικά τα παιδιά μου.

Συνεπώς συντρέχουν στο πρόσωπό μου όλα τα στοιχεία για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης". Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: "... είναι απορριπτέα, καθόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά συγκεκριμένα, από τα οποία να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του χαρακτήρα των 1ου, 3ου, 4ου, 6ου και 7ου κατηγορουμένων προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η δράση τους να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους τους και της κοινωνικής προδιάθεσής τους". Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την προσήκουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, αφού το δικαστήριο εκτιμώντας όλα τα επικληθέντα προς θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά έκρινε ανελέγκτως ότι δεν προέκυψαν συγκεκριμένα θετικά περιστατικά που να δηλώνουν σαφή μεταστροφή του χαρακτήρα του αναιρεσείοντος ή διακριτή αλλαγή του τρόπου ζωής του. Επομένως, ο δέκατος λόγος της υπό κρίση αίτησης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί η τελευταία στο σύνολό της, ως αβάσιμη και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατ' άρ. 578 παρ. 1 Κ.Π.Δ., όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-7-2021, με αριθμό 6692/26-7-2021, αίτηση του Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της απόφασης 405, 406/2021 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Αυγούστου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login