ΣΧΕΔΙΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ- ΜΕΚΘΕΣ.235-2020 , 626-2023

ΜονΕφΚακΘεσ 235/2020

 

«...Στο άρθρο 303 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει μετά την 1.7.2019 μετά το [ν.4620/2019 και 4637/2019], ορίζεται ότι: παρ. «1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, εξαιρουμένων των κακουργημάτων: α) που απειλούνται και με ποινή ισόβιας κάθειρξης και β) που προβλέπονται στο άρθρο 187Α ΠΚ και στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ΠΚ, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή διά του συνηγόρου του, την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή. 2. Μετά την υποβολή του ανωτέρω αιτήματος η δικογραφία διαβιβάζεται επί μεν των πλημμελημάτων στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών επί δε των κακουργημάτων στον εισαγγελέα εφετών, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν αν η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, κατάλληλη προς διαπραγμάτευση. Προς τον σκοπό αυτό ο εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου και, αν το κρίνει αναγκαίο, τον παθόντα μετά ή δια συνηγόρου. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο ο εισαγγελέας του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Στα εγκλήματα της παρ. 1 του άρθρου 301 ο εισαγγελέας δικαιούται κατά την κρίση του να εξαρτήσει την έναρξη της διαπραγμάτευσης, από την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας ή από τη σοβαρή προσπάθεια του υπαιτίου να αποκαταστήσει τη ζημία. 3. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά. Η γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά της δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία. 4. Αν ο κατηγορούμενος, αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, συμφωνήσει με τον εισαγγελέα την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, που υπογράφεται από τον εισαγγελέα και από τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Το πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται, την συμφωνηθείσα ποινή καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, τον βαθμό της υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου και δεν 55 μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη φυλάκισης στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, τα επτά έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη άνω των δέκα ετών, και τα δύο έτη στα πλημμελήματα, ούτε μπορεί να είναι κατώτερη των δύο ετών στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Για την αναστολή ή μετατροπή της προτεινόμενης ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 99, 100, 104Α και 105Α ΠΚ. Στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ορίζεται υποχρεωτικά πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του κατηγορουμένου, στον οποίο παρέχεται η εντολή να τον εκπροσωπήσει στο ακροατήριο. 5. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν, εκτός αν ο εισαγγελέας θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, οπότε ο ανακριτής λαμβάνει απολογία του κατηγορουμένου, μετά την οποία ο ανακριτής μπορεί να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη για την επιβολή περιοριστικών όρων κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 283. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, ο εισαγγελέας μπορεί με διάταξή του να άρει ή να αντικαταστήσει τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που τυχόν έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται και η δικογραφία χωρίζεται με πράξη του ανακριτή ως προς τους κατηγορουμένους, για τους οποίους δεν έχει συνταχθεί πρακτικό διαπραγμάτευσης και ως προς τα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα της παρ. 1. 6. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο επί κακουργημάτων και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων. Στον απόντα κατηγορούμενο ορίζεται υποχρεωτικά ως συνήγορος ο αναφερόμενος στο πρακτικό διαπραγμάτευσης και αν αυτός κωλύεται άλλος συνήγορος από τον πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλλει σε αυτόν, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορούμενου. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό διαπραγμάτευσης, τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β' και γ' και δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. 7. Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση που καταχωρείται στο ειδικό πρακτικό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 141 παρ. 4. Στην περίπτωση αυτή η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα της έδρας. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, το δικαστήριο του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η υποβολή του αιτήματος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί υποχρεωτικό λόγο αναβολής της δίκης. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 3 του παρόντος. 8. Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η διαπραγμάτευση μπορεί να αφορά ένα ή περισσότερα από αυτά. 9. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου χωρεί μόνο αναίρεση.»

Στη περίπτωση που πρόκειται, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία, πάντων εκτιμωμένων κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), καθώς και από όλη τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:

Κατόπιν αιτήσεως του πρώτου κατηγορουμένου R. R., για ποινική διαπραγμάτευση, η οποία αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ' ύλην αρμόδιο προς εκδίκασή της, καθόσον οι προς εκδίκαση πράξεις φέρουν κακουργηματικό χαρακτήρα, και έχοντας κριθεί από την Αντεισαγγελέα Εφετών Σύρμω Κακάλη ότι η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι κατάλληλη προς διαπραγμάτευση, συντάχθηκε νομότυπα το από 12.2.2020 και με αριθμό Π.Δ.Τ. 1, πρακτικό διαπραγμάτευσης, με το οποίο η Αντεισαγγελέας Εφετών Σύρμω Κακάλη και ο ως άνω κατηγορούμενος, R. R. συμφώνησαν:

Ι. Να επιβληθεί στον κατηγορούμενο α) ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής, αποθήκευσης και διανομής από κοινού από δράστη υπότροπο και β) φυλάκισης ενός (1) έτους για την πράξη της σύστασης συμμορίας,

ΙΙ. Να καθορισθεί συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών, αποτελούμενη από την ποινή κάθειρξης των επτά (7) ετών που επιβλήθηκε για την πρώτη πράξη, ως ποινή βάσης, προσαυξανόμενη κατά έξι (6) μήνες από την ποινή φυλάκισης ενός έτους που επιβλήθηκε για την δεύτερη πράξη κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σχετικό πρακτικό.

ΙΙΙ. Η παραπάνω ποινή κάθειρξης των επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών να εκτιθεί με εγκλεισμό του κατηγορουμένου σε κατάστημα κράτησης.

Επομένως σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεων, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο έ ν ο χ ο του ότι: Α. Στη Θεσσαλονίκη, στους ειδικότερα κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, διακίνησε παράνομα, με τη μορφή της κατοχής, αποθήκευσης και διανομής από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του: α) Α5., β) Σ. Σ. και γ) R. L., ναρκωτικά, κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν.4139/2013), ήτοι ουσίες με διαφορετική χημική δομή και δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής, και ποικίλου βαθμού, οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Β και Β' περ. 3 του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν.3459/2006. Συγκεκριμένα:

1) Σε οικία τους που κείται, επί της οδού Α. τον τελευταίο μήνα προ της συλλήψεως του, που έλαβε χώρα την 9.4.2019, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τους ως άνω συγκατηγορούμενούς του, έχοντας τη φυσική εξουσίαση, ώστε καθένας από αυτούς, ενεργώντας για λογαριασμό και του άλλου, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά την βούληση τους να διαθέτει πραγματικά, κατείχε:

  1. i) συνολική ποσότητα δέκα (10) κιλών ακατέργαστης κάνναβης και
  2. ii) συνολική ποσότητα κοκαΐνης, βάρους (50) γραμμαρίων, εκ των οποίων ανευρέθηκαν, κατόπιν νομότυπης κατ' οίκον έρευνας, που διενήργησαν, στις 9.4.2019, οι αστυνομικοί του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών Δυτικής Θεσσαλονίκης:

α) οκτώ (8) δέματα που περιείχαν ακατέργαστη κάνναβη μικτού βάρους (1.022), (1.044), (1.026), (1.018), (1.026), (1.030), (1.022) και (1.032) γραμμαρίων, αντίστοιχα,......

2) Στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο και δη στο ανωτέρω διαμέρισμα της ως άνω πολυκατοικίας, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, αποθήκευσε τις αναφερόμενες, στην υπό στοιχ. Α1 πράξη του κατηγορητηρίου, ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης και κοκαΐνης, τις οποίες φύλασσε με όρους ασφαλείας, καθιστώντας κατ' αυτό τον τρόπο την πρόσβαση σε τρίτους εξαιρετικά δύσκολη. Τις προαναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους (10) κιλών και κοκαΐνης συνολικού μικτού βάρους (50) γραμμαρίων, κατείχε και αποθήκευσε με σκοπό την περαιτέρω καθ' οιονδήποτε τρόπο διακίνηση τους.

3) Σε άγνωστο ακριβή τόπο και χρόνο, πάντως έως τη σύλληψη του, που έλαβε χώρα την 9.4.2019, ενεργώντας με πρόθεση και από κοινού και κατόπιν συναπόφασης με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του διένειμε σε άγνωστα πρόσωπα, μέρος των αναφερομένων στην υπό στοιχ. Α1 πράξη του κατηγορητηρίου, ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης συνολικού βάρους (387,8) γραμμαρίων και ποσότητα κοκαΐνης βάρους (36,5) γραμμαρίων. Το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της κατοχής, αποθήκευσης και διανομής από κοινού, τέλεσε καθ' υποτροπή, καθόσον εντός της προηγούμενης δεκαετίας μέχρι την τέλεση της ως άνω πράξης καταδικάσθηκες αμετάκλητα για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών σε βαθμό κακουργήματος, χωρίς να έχει κριθεί ως εξαρτημένος και συγκεκριμένα δυνάμει της υπ' αριθμ____/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών κατ' επάγγελμα σε ποινή καθείρξεως δέκα έξι (16) ετών και έξι (6) μηνών και σε αποστέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για πέντε (5) έτη.

Β. Στη Θεσσαλονίκη και σε άγνωστο ακριβή χρόνο, πάντως έως τη σύλληψη του, που έλαβε χώρα την 9.4.2019, ενώθηκε με άλλους, με σκοπό την σύσταση συμμορίας, έχουσας προσωποπαγή χαρακτήρα, η οποία θα προέβαινε στην περιστασιακή διάπραξη κακουργημάτων. Συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο ενώθηκε με τους ως άνω συγκατηγορουμένους του, με πρόθεση να προβούν περιστασιακά, στην τέλεση περισσοτέρων πράξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, κατά την έννοια του νόμου, με τη μορφή της κατοχής, αποθήκευσης και διανομής.

Στη συνέχεια η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να επιβληθεί στον κηρυχθέντα ένοχο πρώτο κατηγορούμενο, R. R., ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής, αποθήκευσης και διανομής από κοινού από δράστη υπότροπο και ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την πράξη της σύστασης συμμορίας.

Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, στον οποίο δόθηκε τέλος ο λόγος, συντάχθηκε με την εισαγγελική πρόταση.

Μετά τα προαναφερόμενα, ο Πρόεδρος με την παρουσία και της Γραμματέα κατάρτισε και δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, την ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία έχει ως εξής:

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1 α, 45, 51, 52, 53, 57, 60, 76, 79, 80, 94 παρ. 1, 98, 187 παρ. 3 του Π.Κ. και αρ. 20 παρ. 1, 2, 3, 22 παρ. 1 και 2 περ. γ', 40, 41 και 99 του Ν.4139/2013, σε συνδ. με άρ. 1 παρ. 1, 2 Πιν. Β και Β περ. 3 (όπως ισχύει με την ΚΥΑ Γ5οικ 49690/28.6.2017-ΦΕΚ τ. 2° Νο 2238/29.6./2017) του Ν.3459/2006. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του ισχύοντος από 1.7.2019 ΠΚ ορίζονται τα εξής: «1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του. 2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή του. 3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πρά- ξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του. 4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος. 5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών. 6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της. 7. Η επιμέτρηση της ποινής πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. Η απλή μνεία ότι έχουν εκτιμηθεί τα κριτήρια των προηγούμενων παραγράφων δεν συνιστά αιτιολογία.» Στη περίπτωση που πρόκειται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ποινικού Κώδικα, το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα εφαρμόσει σύμφωνα με το διατακτικό, μέσα στα όρια που διαγράφονται με τα παραπάνω άρθρα, αξιολογεί: α] τη βαρύτητα της πράξης και ειδικότερα τη βλάβη που προξένησε η πράξη του καθώς και τον κίνδυνο που προκάλεσε, τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης και όλες τις περιστάσεις του χρόνου, του τόπου των μέσων και του τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή και την εκτέλεσή του και β] το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου γι' αυτή και ειδικότερα τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση της πράξης και το σκοπό που επιδίωξε, την ένταση του δόλου, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, όπως όλα αυτά προκύπτουν από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και εκτίθενται ειδικότερα στην προηγούμενη, περί της ενοχής του κατηγορουμένου, απόφαση, κρίνει ότι πρέπει να του επιβληθεί η ποινή που αναφέρεται στο διατακτικό. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι αυτός δεν τέλεσε την πράξη σε συναισθηματική φόρτιση, ούτε ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος, ούτε έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών, διαδραμάτισε δε ιθύνοντα ρόλο στη πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών [ΑΠ 1229/2019 Δημ. ΝΟΜΟΣ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον κατηγορούμενο R. R., που κηρύχθηκε ένοχος: α) σε ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής, αποθήκευσης και διανομής από κοινού από δράστη υπότροπο β) σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την πράξη της σύστασης συμμορίας. [¦¦¦]

Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να επιβληθεί στον κηρυχθέντα ένοχο κατηγορούμενο R. R., μία συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών, αποτελούμενη από την ποινή της κάθειρξης των επτά (7) ετών που του επιβλήθηκε για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής, αποθήκευσης και διανομής από κοινού από δράστη υπότροπο, ως ποινή βάσης, επαυξημένη κατά έξι (6) μήνες από τη ποινή της φυλάκισης του ενός (1) έτους, που του επιβλήθηκε για την πράξη της σύστασης συμμορίας. Ο συνήγορος υπεράσπισης του ως άνω κατηγορουμένου, στον οποίο δόθηκε, στη συνέχεια, ο λόγος, δήλωσε ότι συντάσσεται με την πρόταση της Εισαγγελέα. Μετά τα προαναφερόμενα, η Πρόεδρος με την παρουσία και της Γραμματέα κατάρτισε και δημοσίευσε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, την ταυτάριθμη με την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου, απόφαση, η οποία έχει ως εξής:

ΑΦΟΥ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του ΠΚ, όπως ισχύει σήμερα, μετά το Ν. 4619/2019 (με ισχύ από 1.7.2019) και του Ν. 4637/2019 (με ισχύ από 18.11.2019), κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων, που τελέσθηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επι-μέτρησή τους, μία συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ιδίου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μια από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα οκτώ έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση. Αν τα εγκλήματα, που συρρέουν, πραγματώθηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, ο άνω κατηγορούμενος καταδικάσθηκε στις προαναφερόμενες ποινές κάθειρξης και φυλάκισης για εγκλήματα που τέλεσε με αντίστοιχες πράξεις του. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, να του επιβληθεί μια συνολική ποινή κάθειρξης, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη των εν λόγω ποινών, ως ποινή βάσης, επαυξημένη από τις υπόλοιπες συντρέχουσες ποινές, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ σε βάρος του κατηγορουμένου, μία συνολική ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών και έξι (6) μηνών, η οποία αποτελείται από την ποινή της κάθειρξης των επτά (7) ετών που του επιβλήθηκε για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών υπό τη μορφή της κατοχής, αποθήκευσης και διανομής από κοινού από δράστη υπότροπο, ως ποινή βάσης, επαυξημένη κατά έξι (6) μήνες από τη ποινή της φυλάκισης του ενός(1) έτους, που του επιβλήθηκε για την πράξη της σύστασης συμμορίας». 

 

ΤριμΕφΚακΘεσ 232/2020

Η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγον από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι εισάγεται κατ' άρθρο 303 παρ. 6 και 7 ΚΠΔ, η εις βάρος του πρώτου κατηγορουμένου L.E., ποινική υπόθεση, για την οποίαν συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 9/22.1.2020 πρακτικό διαπραγμάτευσης, στο οποίο μεταξύ των άλλων αναφέρονται επί λέξει και τα εξής: 1) Να επιβληθεί στον πρώτον κατηγορούμενον L.E., ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της κατοχής και της μεταφοράς κατ' εξακολούθηση από δράστη υπότροπο, II) η παραπάνω ποινή κάθειρξης των επτά (7) ετών θα εκτιθεί με φυλάκισή του σε Κατάστημα Κράτησης.

Ύστερα η Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγον από τον Πρόεδρο, ανέπτυξε την κατηγορία που αποδίδεται στον εν λόγω πρώτον κατηγορούμενον. Στην συνέχεια ο Πρόεδρος κάλεσε σε απολογία τον πρώτον κατηγορούμενον E.L., και αυτός απολογούμενος κατέθεσε τα εξής: «Συμφωνώ με το πρακτικό διαπραγμάτευσης».

Σύμφωνα με το άρθρο 303 § 7 ΚΠΔ «Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση που καταχωρείται στο ειδικό πρακτικό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 141 παρ. 4. Στην περίπτωση αυτή η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα της έδρας. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, το δικαστήριο του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η υποβολή του αιτήματος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί υποχρεωτικό λόγο αναβολής της δίκης. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 3 του παρόντος».

Στην κρινομένη υπόθεση από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερθέντων εγγράφων, σε συνδυασμό με την απολογία του ως άνω πρώτου κατηγορουμένου, αποδείχθηκε ότι κατόπιν σχετικής προς τούτο υποβληθείσης αιτήσεως του πρώτου κατηγορουμένου για ποινική διαπραγμάτευση και έχοντας κριθεί από την Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης ότι η συγκεκριμένη ποινική υπόθεσηείναι κατάλληλη προς διαπραγμάτευση, συντάχθηκε νομότυπα το υπ'αριθμ. 9/22.1.2020 πρακτικό διαπραγμάτευσης, με το οποίο η Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης και ο εν λόγω πρώτος κατηγορούμενος συμφώνησαν: α) να επιβληθεί στον πρώτον κατηγορούμενο L, ποινή κάθειρξης επτά (7) ετών για την πράξη της διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με την μορφή της κατοχής και της μεταφοράς κατ' εξακολούθηση από δράστη υπότροπο και β) η παραπάνω ποινή κάθειρξης των επτά (7) ετών να εκτιθεί με φυλάκισή του σε Κατάστημα Κράτησης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντα τον πρώτον κατηγορούμενον (ον) Ε. (επ) L.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτον κατηγορούμενον ένοχον του ότι κατά τους παρακάτω αναφερομένους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση, διακίνησε παράνομα ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα, κατά τους παρακάτω αναφερομένους τόπους και χρόνους, ενεργώντας με πρόθεση και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις, με σκοπό περαιτέρω διάθεσης, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση των ιδίων εγκλημάτων, διακίνησε παράνομα ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, με τις ειδικότερες μορφές της μεταφοράς και κατοχής και ειδικότερα, μετέφερε στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας και κατείχε έχοντας την φυσική εξουσίαση, ώστε ενεργώντας, να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξη και κατά την βούλησή του να διαθέτει πραγματικά, ποσότητες ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του Ν. 4139/2013, δηλαδή ουσιών με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα την μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού, καθώς και την ανακούφιση των χρονίως πασχόντων από τα συμπτώματα συγκεκριμένης νόσου, για την οποία αυτές κρίνονται ιατρικά επιβεβλημένες, που περιλαμβάνονται στους πίνακες Α' αριθμ. 6 και Β' αριθμ. 3 της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006 και ειδικότερα, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση των ιδίων εγκλημάτων, ενεργώντας κατ' εντολή του Ι-.Ν., αγνώστων λοιπών στοιχείων, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφ. .. ΙΧΕ αυτοκίνητο, στην Θεσσαλονίκη: 1) Σε μη επακριβώς εξακριβωθέντες χρόνους αλλά πάντως κατά το τελευταίο τρίμηνο και μέχρι την σύλληψή του (στις 15.2.2019), μετέφερε στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας και κατείχε, απροσδιόριστες φορές, μη επακριβώς προσδιορισθείσες ποσότητες ακατέργαστης κάνναβης και κοκαΐνης, τις οποίες παραλάμβανε είτε από μία κολώνα στο εμπορικό κέντρο «¦..» κοντά σε ένα εργοστάσιο με την επωνυμία «¦..», τις οποίες άφηναν στο σημείο άγνωστα τρίτα άτομα, είτε από τον (δεύτερον κατηγορούμενον) 1L., με τον οποίον συναντιόταν στην οδό .. στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης, στην οποίαν βρισκόταν η αποθήκη του τελευταίου, στα Μετέωρα Θεσσαλονίκης στον Περιφερειακό κοντά και στο ρολόι στην Νεάπολη Θεσσαλονίκης και τις οποίες στην συνέχεια άφηνε σε κάδους απορριμμάτων πίσω από το σούπερ μάρκετ «¦..» στα Μετέωρα Θεσσαλονίκης στην Λεωφόρο [¦..], στον [¦..] στην Νεάπολη Θεσσαλονίκης και στην οδό Α. στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης, 2) στις 14.2.2019, μετέφερε στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας και κατείχε από την οδό [¦..] στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης, στην οποίαν βρισκόταν η αποθήκη του T.L. και μέχρι την συμβολή των οδών [¦..] και [¦..] στην Πολίχνη Θεσσαλονίκης μία νάϋλον σακούλα, περιέχουσα ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, μικτού βάρους (1.050) γραμμαρίων και μία νάϋλον συσκευασία περιέχουσα ποσότητα κοκαΐνης, μικτού βάρους (52) γραμμαρίων, την οποίαν παρέλαβε την ίδια ημέρα από τον Τ.Ι. και άφησε στην ανωτέρω συμβολή δίπλα σε κάδο απορριμμάτων. Τις ανωτέρω πράξεις τέλεσε ενώ ήταν υπότροπος, καθώς, χωρίς να έχει κριθεί εξαρτημένος, έχει ήδη καταδικασθεί αμετάκλητα για κακούργημα διακίνησης ναρκωτικών μέσα στην προηγούμενη δεκαετία και συγκεκριμένα, έχει καταδικασθεί με την υπ' αριθμ. 534/17.03.2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης (Β' Βαθμού), που έχει καταστεί αμετάκλητη, για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις μορφές της κατοχής και πώλησης, από κοινού, σε ποινή φυλάκισης (4) ετών, κατόπιν αναγνώρισης στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως.

Η προαναφερθείσα πράξη, για την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος (ον) E. (επ) L., προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 20, 22 παρ. 1 και 2 περ. γ', 40, 41 του Ν. 4139/2013,1 παρ. 1, 2 Πιν. Α' αριθμ. 6, Πιν. Β' αριθμ. 3 του Ν. 3459/2006, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 § 1, 5 § 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 51, 52 και 79 ΠΚ. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ' όψη, αφ' ενός μεν, την βαρύτητα του ως άνω τελεσθέντος εγκλήματος, εκτιμώντας το μέγεθος της βλάβης και του κινδύνου του εννόμου αγαθού εναντίον του οποίου στράφηκε το έγκλημα, την φύση, το είδος και το αντικείμενο του εγκλήματος και επί πλέον, τις περιστάσεις του χρόνου, του τόπου, των μέσων και του τρόπου της τέλεσης του παραπάνω εγκλήματος, αφ' ετέρου δε, την προσωπικότητα του ως άνω καταδικασθέντος πρώτου κατηγορουμένου, εκτιμώντας τον βαθμό του δόλου του εν λόγω πρώτου κατηγορουμένου, τα αίτια που τον οδήγησαν στο έγκλημα, τον χαρακτήρα και τον βαθμό της αναπτύξεώς του, τις ατομικές, τις κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του, στην κατά και μετά την πράξη του διαγωγή αυτού, την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του προαναφερθέντος πρώτου κατηγορουμένου (άρθρο 7 § 3 του Ν. 4239/2014), κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί σ' αυτόν η ποινή που αμέσως παρακάτω στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως ειδικότερα αναφέρεται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον πρώτον κατηγορούμενον (ον) E. (επ) L., ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών.

 

ΜΕΚΘεσ 626/2023

Στο άρθρο 303 του ΚΠοινΔ, όπως ισχύει σήμερα, ορίζεται ότι: «1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκόμενων εγκλημάτων, εξαιρούμενων των κακουργημάτων: α) που απειλούνται και με ποινή ισόβιας κάθειρξης και β) που προβλέπονται στο άρθρο 187Α ΠΚ και στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ΠΚ, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή διά του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή. 2. Μετά την υποβολή του ανωτέρω αιτήματος η δικογραφία διαβιβάζεται επί μεν των πλημμελημάτων στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών επί δε των κακουργημάτων στον εισαγγελέα εφετών, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν αν η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, κατάλληλη προς διαπραγμάτευση. Προς τον σκοπό αυτό ο εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου και, αν το κρίνει αναγκαίο, τον παθόντα μετά ή δια συνηγόρου. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, ο εισαγγελέας του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Στα εγκλήματα της παρ. 1 του άρθρου 301 ο εισαγγελέας δικαιούται κατά την κρίση του να εξαρτήσει την έναρξη της διαπραγμάτευσης, από την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας ή από τη σοβαρή προσπάθειατου υπαιτίου να αποκαταστήσει τη ζημία. 3. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά. Η γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά της δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία. 4. Αν ο κατηγορούμενος, αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, συμφωνήσει με τον εισαγγελέα την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, που υπογράφεται από τον εισαγγελέα και από τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Το πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται, την συμφωνηθείσα ποινή καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, τον βαθμό της υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη φυλάκισης στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, τα επτά έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη άνω των δέκα ετών, και τα δύο έτη στα πλημμελήματα, ούτε μπορεί να είναι κατώτερη των δύο ετών στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Για την αναστολή ή μετατροπή της προτεινόμενης ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 99, 100, 104Α και 105Α ΠΚ. Στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ορίζεται υποχρεωτικά πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του κατηγορουμένου, στον οποίο παρέχεται η εντολή να τον εκπροσωπήσει στο ακροατήριο. 5. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν, εκτός αν ο εισαγγελέας θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, οπότε ο ανακριτής λαμβάνει απολογία του κατηγορουμένου, μετά την οποία ο ανακριτής μπορεί να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη για την επιβολή περιοριστικών όρων κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 283. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, ο εισαγγελέας μπορεί με διάταξή του να άρει ή να αντικαταστήσει τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που τυχόν έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται και η δικογραφία χωρίζεται με πράξη του ανακριτή ως προς τους κατηγορουμένους για τους οποίους δεν έχει συνταχθεί πρακτικό διαπραγμάτευσης και ως προς τα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα της παρ. 1.6. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο επί κακουργημάτων και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων. Στον απόντα κατηγορούμενο ορίζεται υποχρεωτικά ως συνήγορος ο αναφερόμενος στο πρακτικό διαπραγμάτευσης και αν αυτός κωλύεται άλλος συνήγορος από τον πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλλει σε αυτόν, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορούμενου. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό διαπραγμάτευσης τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β’ και γ’ και δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου. 7. Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση που καταχωρείται στο ειδικό πρακτικό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 141 παρ. 4. Στην περίπτωση αυτή η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα της έδρας. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, τo δικαστήριο του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η υποβολή του αιτήματος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί υποχρεωτικό λόγο αναβολής της δίκης. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 3 του παρόντος. 8. Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η διαπραγμάτευση μπορεί να αφορά ένα ή περισσότερα από αυτά. 9. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου χωρεί μόνο αναίρεση.»

Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανάγνωση όλων ανεξαιρέτως των προαναφερομένων εγγράφων που βρίσκονται στην παρούσα δικογραφία και από την απολογία του κατηγορουμένου, πάντων εκτιμωμένων κατά την αρχή της ηθικής απόδειξης (άρθρο 177 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), καθώς και από όλη εν γένει τη διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: Κατόπιν αιτήσεως του κατηγορουμένου, Δ.Κ., για ποινική διαπραγμάτευση, η οποία αίτηση παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο προς εκδίκασή της, καθόσον οι προς εκδίκαση υπό στοιχ. (1) πράξεις φέρουν κακουργηματικό χαρακτήρα, και έχοντας κριθεί από τον Αντεισαγγελέα Εφετών Π.Π., ότι η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι κατάλληλη προς διαπραγμάτευση, συντάχθηκε νομότυπα το από 15 Μαρτίου 2023 και με αρ. πρωτ. … πρακτικό διαπραγμάτευσης, με το οποίο ο Αντεισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης, Π.Π., και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του κατηγορουμένου, Κ.Κ., συμφώνησαν, κατόπιν ομολογίας του κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν αξιόποινες πράξεις: Α) Να επιβληθεί στον κατηγορούμενο Δ.Κ., 1) Ποινή φυλάκισης τριάντα (30) μηνών για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με την μορφή της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης και της κατοχής κάνναβης, 2) Ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών για την πράξη της βίας κατά υπαλλήλου Β) Να καθοριστεί σε βάρος του κατηγορουμένου συνολική ποινή φυλάκισης τριάντα τριών (33) μηνών, η οποία αποτελείται από την ποινή φυλάκισης των τριάντα (30) μηνών, που του επιβλήθηκε για την πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη μορφή της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης και της κατοχής, ως ποινή βάσης, επαυξημένη κατά τρεις (3) μήνες από την συντρέχουσα ποινή φυλάκισης των έξι (6) μηνών που του επιβλήθηκε για την πράξη της βίας κατά υπαλλήλου [Σ.Π.Φ. = 30 μήνες + 3 μήνες = 33 μήνες] και Γ) Η παραπάνω συνολική ποινή φυλάκισης των τριάντα τριών (33) μηνών να ανασταλεί. Επομένως, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει να επικυρωθεί το από 15 Μαρτίου 2023 και με αρ. πρωτ. … πρακτικό διαπραγμάτευσης, που συντάχθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεων, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με ΠΑΡΟΝΤΑ τον κατηγορούμενο Δ.Κ., που γεννήθηκε … και κατοικεί στην …, κάτοχος του με … και Α.Φ.Μ.: …, που παραστάθηκε με τον δικηγόρο Θεσσαλονίκης ΕΠΙΚΥΡΩΝΕΙ το από 15 Μαρτίου 2023 και με αρ. πρωτ. … πρακτικό διαπραγμάτευσης, που συντάχθηκε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, ενεργώνταςμε πρόθεση, με περισσότερες πράξεις, τέλεσε περισσότερα εγκλήματα που προβλέπονται από το νόμο και τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα: 1) Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνους, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, διακίνησε παράνομα ναρκωτικά, υπό την ειδικότερη μορφή της καλλιέργειας φυτών του γένους της κάνναβης και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, από τα οποία παράγονται ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 4139/2013), ήτοι ουσίες με διαφορετική χημική δομή και διαφορετική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα και με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τη μεταβολή της θυμικής κατάστασης του χρήστη και την πρόκληση εξάρτησης διαφορετικής φύσης, ψυχικής ή και σωματικής και ποικίλου βαθμού και οι οποίες περιλαμβάνονται στον Πίνακα Α’ περ. 6 (ήδη Πίνακα Β’) της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3459/2006. Ειδικότερα: Ι. Στην οικία του στην … κατά το χρονικό διάστημα από 1-1/5.2.2018, αφού φύτευσε συνολικά είκοσι οκτώ (28) δενδρύλλια φυτών κάνναβης υδροπονικής-εσωτερικής καλλιέργειας εντός ενός τροποποιημένου καταψύκτη εκτός λειτουργίας, τα καλλιέργησε και δη τα πότιζε, λίπαινε και περιποιόταν για την καλύτερη και ταχύτερη δυνατή βλάστησή τους, τα οποία με την επιμέλεια και φροντίδα του αναπτύχθηκαν και απέκτησαν ύψος από 3 έως 30 εκατοστά το καθένα. Τα ανωτέρω δενδρύλλια καλλιέργησε, προκειμένου να συγκομίσει κάνναβη, όχι για δική του αποκλειστικά χρήση, αλλά για την εντεύθεν παράνομη εμπορία και καθ’ οιονδήποτε τρόπο διακίνηση ναρκωτικών. ΙΙ. Στην οικία του στην …, την 5.2.2018 κατείχε μία νάιλον συσκευασία που περιείχε ακατέργαστη κάνναβη μικτού βάρους 9,3 γραμμαρίων. Ενόψει του γεγονότος ότι συγχρόνως κατελήφθη να καλλιεργεί τα 28 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης (που υπό στοιχείο 1Ι’ αναφέρθηκαν), τα οποία με βεβαιότητα θα παρήγαγαν νέες ποσότητες κάνναβης και σε συνδυασμό με το ότι εντός της οικίας του ανευρέθησαν εννέα κενά νάιλον αεροστεγή σακουλάκια, προφανές καθίσταται ότι η ως άνω κατεχόμενη ποσότητα ακατέργαστης ινδικής κάνναβης προοριζόταν για εντεύθεν παράνομη εμπορία και διάθεση. 2) Στον κάτωθι αναφερόμενο τόπο και χρόνο, μεταχειρίστηκε βία προκειμένου να εξαναγκάσει τις αρμόδιες αρχές να παραλείψουν νόμιμη ενέργεια τους και συγκεκριμένα στην …, στις 5.2.2018, όταν τον εντόπισαν οι αστυνομικοί της Ομάδας Δίωξης Ναρκωτικών του Τ.Α. … έξωθεν της οικίας του και τον ενημέρωσαν ότι επίκειται νομότυπη έρευνα στην οικία του για την τυχόν ανεύρεση ναρκωτικών ουσιών, αυτός προσπαθώντας να διαφύγει, απώθησε βιαίως τον αστυνομικό Σ.Ι., ρίχνοντάς τον στο έδαφος και στη συνέχεια τον κλώτσησε στον γοφό του, ώστε να αποφύγει την κατ’ οίκον έρευνα και την ακόλουθη σύλληψή του.

 

Login