ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ - ΦΑΙΝΟΜΕΝΙΚΗ ΣΥΡΡΟΗ ΜΕ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗ- ΑΠ 244-2020

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Από 17.10.2015 και εφεξής η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, έχει γίνει υπό όρο ανέγκλητη. Δηλαδή η σχετική πράξη, όταν ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει, δεν είναι πλέον αυτοτελώς κολάσιμη, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική πράξη, η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση περί τούτου σχετική παραδοχή, μετά από εκτίμηση των πραγμάτων. Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω παραδοχή, πολύ δε περισσότερο ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή ότι έχει καταδικαστεί για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, διότι ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία του τα επίδικα εικονικά τιμολόγια για τα οποία καταδικάστηκε με τη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αιτίασή του ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, για το οποίο καταδικάστηκε με την αναιρεσειβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα ότι πρέπει, κατ' εφαρμογή της ως άνω επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. γ' του Ν. 4174/2013, να αναιρεθεί η απόφαση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Απόφαση 244 / 2020  (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 244/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Η. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γερασιμούλα Σιμωνετάτου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1981/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5.4.2019 αίτηση του αναιρέσεως (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 9.4.2019), η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 846/19.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές, εφόσον η συγκρότησή του είναι δυνατή και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5.4.2019 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 9.4.2019) του Α. Η. του Ι., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1981/29.3.2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της λήψης εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' του Π.Κ., σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, με τριετή αναστολή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε και παραδεκτούς λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Π.Δ. (έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κλπ) και, συνεπώς είναι παραδεκτή. Με την αίτηση αναίρεσης συνεκδικάζονται και οι επ' αυτής, με το από 26.8.2019 αυτοτελές δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 εδ. α' του Κ.Π.Δ.).
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 4 του Νόμου 2523/1997 "Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 40 παρ. 1 του Νόμου 3220/2004 και 2 παρ. 2 του Νόμου 3943/2011, "1. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.... 4. Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπο διαφορετικό από αυτά που αναγράφονται στα στοιχεία...". Με τις διατάξεις των άρθρων 17, 18 και 19 παρ. 1 εδ. α' του νόμου αυτού τυποποιούντο τα αδικήματα της φοροδιαφυγής α) για την παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος(άρθρο 17), β) για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ (άρθρο 18) και γ) για πλαστά, εικονικά ... στοιχεία (άρθρο 19), ανεξάρτητα και αυτοτελώς κολάσιμα για την διαφύλαξη του ιδίου εννόμου αγαθού, τα οποία τελούσαν σε αληθινή συρροή μεταξύ τους και επέσυραν τις προβλεπόμενες αυτοτελείς ποινές. Ήδη με το άρθρο 71 παρ. 1 του Ν. 4174/2013 "Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας και άλλες διατάξεις", το οποίο προστέθηκε με το υπό τον τίτλο "Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές Κυρώσεις" άρθρο 8 Ν. 4337/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 17.10.2015, καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 17, 18, 19, 20 και 21 του ν. 2523/1997 και με το άρθρο 66 παρ. 5, ειδικά για τις περιπτώσεις έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, προβλέπεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Με τις ως άνω, δηλαδή, διατάξεις, που καταλαμβάνουν την παρούσα υπόθεση, ως εκ του χρόνου τέλεσης της επίδικης πράξης (23.10.2016), α) προβλέπεται, για τις περιπτώσεις έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και υπολείπεται του ποσού των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ και για την κάλυψη των ορίων αυτών δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος, καθιερουμένης, με τη νέα ως άνω ρύθμιση, φαινομένης κατ' ιδέαν συρροής μεταξύ των δύο αυτών αδικημάτων. Έτσι από 17.10.2015 και εφεξής η πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, έχει γίνει υπό όρο ανέγκλητη. Δηλαδή η σχετική πράξη, όταν ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης φορολογικής εγκληματικής πράξης του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει, δεν είναι πλέον αυτοτελώς κολάσιμη, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική πράξη, η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση περί τούτου σχετική παραδοχή, μετά από εκτίμηση των πραγμάτων. Επίσης, από την έναρξη της ισχύος ως άνω, του προστεθέντος στο ν. 4174/2013, άρθρου 66 παρ. 5 δεν στοιχειοθετείται κατά την αντικειμενική του υπόσταση το έγκλημα της αποδοχής από τον λήπτη εικονικού φορολογικού στοιχείου, το οποίο εκδίδεται από πρόσωπο διαφορετικό, από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο, αν το φορολογικό αυτό στοιχείο αφορά πραγματική συναλλαγή, ενώ αντιθέτως, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 και 4 του ν. 2523/1997, στοιχειοθετείτο το έγκλημα αυτό εφόσον η συναλλαγή είχε πραγματοποιηθεί από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο φορολογικό στοιχείο και μάλιστα ανεξάρτητα αν ήταν πραγματική ή μη η συναλλαγή, αφού τέτοια προϋπόθεση δεν ετίθετο από το νόμο. Για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, που συνιστά μία από τις προβλεπόμενες στο νόμο περιπτώσεις φοροδιαφυγής, απαιτείται, αντικειμενικώς, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η νόθευση γνησίων φορολογικών στοιχείων. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή της εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και, επί αποδοχής, της εικονικότητας αυτών και περαιτέρω θέληση ή αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση ή αποδοχή των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή στη νόθευση γνησίων στοιχείων. Σκοπός του δράστη για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης δεν απαιτείται, ως πρόσθετο στοιχείο, για την θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος, εκτός αν τα φορολογητέα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης, όπως προαναφέρθηκε, τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος απορροφωμένης, συνεπώς, από εκείνη (φοροδιαφυγή) της πράξης της έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την, επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της φοροδιαφυγής με τη μορφή της έκδοσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, για την στοιχειοθέτηση του οποίου ο νόμος αρκείται σε απλό δόλο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορο του. Η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ' λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας. Η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ., και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Α' του ίδιου κώδικα. Λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Εσφαλμένη δε εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο εκκαλών - κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ανέπτυξε προφορικά και κατέθεσε εγγράφως τους ακόλουθους, κατά πιστή μεταφορά, ισχυρισμούς: "Φέρομαι κατηγορούμενος ότι, διέπραξα υποτίθεται το αδίκημα της φοροδιαφυγής. Συγκεκριμένα, κατηγορούμαι ότι, διέπραξα το αδίκημα της φοροδιαφυγής αποδεχόμενος δήθεν εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους ή για μέρος αυτών, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ. Αρνούμαι την αποδιδόμενη εις εμέ κατηγορία και επάγομαι τα κάτωθι: Α. Μη πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του υπό κρίση εγκλήματος: Τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια δραστηριοποιούμαι στο χώρο της διαφήμισης, στα πλαίσια δε αυτής της δραστηριότητας προσελήφθην σα διαχειριστής και δημιουργικός διευθυντής στην εταιρία με την επωνυμία "... ΕΠΕ". Στα πλαίσια αυτά της επαγγελματικής μου δραστηριότητας την 5/10/2006, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, σύνηψα σύμβαση συνεργασίας με την ανώνυμη εταιρεία Α.Τ.Ε.ΒΙ.Δ.Ε ΑΒΕΕ, η οποία δράστηριοποιείτο επίσης στον χώρο της διαφήμισης και η οποία φερόταν προς τα έξω ότι ήταν μία αξιόπιστη εταιρεία στον χώρο. Η ανωτέρω σύμβαση αφορούσε στην παραγωγή διαφημιστικών εντύπων από την Α.Τ.Ε.ΒΙ.Δ.Ε ΑΒΕΕ με σκοπό την κάλυψη αναγκών του πελάτη της εταιρείας ... ΕΠΕ ... που είχε αναλάβει με σύμβαση την εκτέλεση του έργου "Σύστημα Οργανωμένης Στάθμευσης του Δήμου της Αθήνας".
Η ανωτέρω σύμβαση συνεργασίας εκτελέστηκε κανονικά και στο ακέραιο από την Α.Ε.Τ.Ε.ΒΙ.Δ.Ε (σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την εύλογη πεποίθηση μου), αφού αυτή πραγματοποίησε (τουλάχιστον έτσι εφέρετο) όλες τις πράξεις που υποχρεούτο να εκτελέσει σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση και εξέδωσε όλα τα απαραίτητα παραστατικά για τις προαναφερόμενες πράξεις, παρέδωσε δε κατ' εντολή μας όλο το διαφημιστικό υλικό στον συμφωνηθέντα τόπο προορισμού και συγκεκριμένα στην Δημοτική Αστυνομία επί της οδού ... στην Αθήνα. Όλα τα ανωτέρω πιστοποιούνται από τα νομίμως εκδοθέντα παραστατικά, αντίγραφα των οποίων προσκομίζω και επικαλούμαι. Κατόπιν τούτων η εταιρεία της οποίας ήμουν νόμιμος εκπρόσωπος εξόφλησε στο ακέραιο όλες τις οφειλές προς την β' συμβαλλόμενη που αφορούσαν τις ανωτέρω πράξεις.
Ειδικότερα η Α.Ε.Τ.Ε.ΒΙ.Δ.Ε, εξέδωσε προς την ... για τις προαναφερθείσες πράξεις που εκτέλεσε στα πλαίσια της μεταξύ μας σύμβασης συνεργασίας, τα υπ' αριθμ. ...-11-2005, ...-10-2006, ...-10-2006, ...-10-2006, ...-10-2006, ...-11-2006, ...-11-2006, ...-11- 2006, ...-11-2006; ...-11-2006 τιμολόγια συνολικής αξίας 92.890,096. Επίσης η Α.Ε.Τ.Ε.ΒΙ.Δ.Ε εξέδωσε τα υπ' αριθμ. ...-11-2005, ...-10-2006, ...-10-2006, ...-10-2006, ...-10-2006 δελτία αποστολής προς την εταιρεία μας τα οποία αφορούσαν τα εμπορεύματα που περιγραφόταν στα ανωτέρω τιμολόγια, τα οποία παρεδόθησαν κατευθείαν στον πελάτη.
Προς εξόφληση αυτών των τιμολογίων η εταιρία ... παρέδωσε αρχικά προς την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ για την εξόφληση του υπ' αριθμ ...-11-2005 τιμολογίου τις υπ' αριθμ. .../30-1-06, .../31-3-06, .../30-12-05, .../ 31-1-06, .../ 31-1-06 επιταγές συνολικής αξίας 6.759,09€, καθώς και το ποσό των 1.225,81 σε μετρητά. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από το υπ' αριθμ. ...-11-05 πινάκιο παράδοσης αξιόγραφων, καθώς και από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα επιταγών αλλά και από την υπ' αριθμ. 21/28-11-05 απόδειξη πληρωμής.
Ακολούθως προς εξόφληση των λοιπών τιμολογίων η εταιρεία ... παρέδωσε προς την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ τις υπ. αριθμ. ...20-2- 07, ...30-11-06, .../30-4-07, ...30/4/07, ...31-1-07, .../26-12-06, .../31-12-06, .../20-1-07, .../31-1-07, .../31-3-07 επιταγές συνολικής αξίας 84.906,84€. Οι καταβολές αυτές επιβεβαιώνονται και από τα υπ' αριθμ. .../24-11-06 και ...13-12-06 πινάκια παράδοσης αξιόγραφων αλλά από τα ίδια τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των εν λόγω επιταγών.
Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι η πιστοποίηση της βασιμότητας των ισχυρισμών μου και της πραγματικής υλοποίησης των επιδίκων συναλλαγών προκύπτει από το γεγονός ότι οι επίδικες συναλλαγές εξοφλήθηκαν όχι με επιταγές ατομικές εκδόσεως της εταιρείας ... αλλά με επιταγές εκδόσεως πελατών της εταιρείας, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των επιταγών και τα σχετικά πινάκια παράδοσης των εν λόγω επιταγών (Σχετικό 1). Από το σύνολο των επιταγών που παρεδόθησαν στην ΑΤΕΒΙΔΕ ΑΒΕΕ για την εξόφληση των επιδίκων υπηρεσιών μία μόνο επιταγή είναι εκδόσεως της εταιρίας μας που φέρει ημερομηνία 26-12- 2006, αριθμό επιταγής ... και είναι ποσού 586,98 ευρώ (Σχετικό 2).
Οι ανωτέρω συναλλαγές καίτοι ήταν πραγματικές και πιστοποιούνται πλήρως από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, η έκθεση έλεγχου της Δ.Ο.Υ Χολαργού κατέληξε στο αντίθετο και αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ήταν δήθεν εικονικές ως προς την συναλλαγή και εξ αυτού του λόγου υπέβαλε εις βάρος μου την υπό κρίση με ΑΒΜ ...2016 μηνυτήρια αναφορά και στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση με μοναδικό γνώμονα φορολογικής φύσης ατασθαλίες της εκδότριας εταιρείας.
Ειδικότερα η Δ.Ο.Υ στην έκθεση ελέγχου υποστηρίζει αυθαιρέτως και αναποδείκτως ότι τα ανωτέρω τιμολόγια είναι εικονικά στο σύνολο τους ως προς την συναλλαγή, διότι ισχυρίζεται ότι η εκδότρια εταιρεία δεν είχε εν τοις πράγμασι ουσιαστική λειτουργία, καθώς κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης των τιμολογίων είχε διακόψει την λειτουργία της, (ημερομηνία διακοπής στην Δ.ΟΎ σύμφωνα με την έκθεση έλεγχου φέρεται η 15/4/2005) που όμως κατά την έκθεση ελέγχου (Σελ. 3) δηλώθηκε εκπρόθεσμα στην Δ.ΟΎ. ΦΑΕ Αθηνών στις 9-9-2009, είχε λυθεί και είχε τεθεί σε εκκαθάριση και επιπλέον δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο η εξόφληση των υπό κρίση φορολογικών στοιχείων.
Εκ των ανωτέρω όμως καθίσταται σαφές ότι αφενός οι ανωτέρω συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν στο σύνολο τους, αφού γι' αυτές εκδόθηκαν όλα τα απαραίτητα παραστατικά και αφετέρου ότι εξοφλήθηκαν ολοσχερώς και με τρόπο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ήτοι δια επιταγών πελατείας, όπως προκύπτει άλλωστε από τις αποδείξεις που εκδόθηκαν, από τα πινάκια παράδοσης αξιόγραφων και από τα ίδια τα προσκομιζόμενα αντίγραφα των επιταγών εκδόσεως τρίτων πελατών μας τα οποία αποτέλεσαν και το μέσο πληρωμής των ανωτέρω τιμολογίων.
Συνεπώς είναι προφανές ότι η έκθεση έλεγχου της Δ.ΟΎ. Χολαργού στην οποία βασίστηκε και η υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς εις βάρος μου, είναι παντελώς αβάσιμη και αυθαίρετη, διότι δεν ευσταθεί σε καμία περίπτωση ο ισχυρισμός ότι τα ανωτέρω τιμολόγια είναι εικονικά ως προς την συναλλαγή με το αβάσιμο επιχείρημα ότι ο τρόπος εξόφλησης των ανωτέρω τιμολογίων δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, αφού ισχύει το άκρως αντίθετο καθώς, ο τρόπος εξόφλησης των επιδίκων τιμολογίων αποδεικνύεται στο έπακρο από τα προαναφερθέντα παραστατικά και τα αντίγραφα των επιταγών τα οποία προσκομίζω και επικαλούμαι.
Το υποστατό των ανωτέρω συναλλαγών αποδεικνύεται εξάλλου και από το γεγονός ότι, πολλές φορές η Α.Τ.Ε.ΒΙ.Δ.Ε παρέδιδε η ίδια τα εμπορεύματα, κατ' εντολήν μας και για λογαριασμό μας, κατευθείαν στην ..., η οποία είχε αναλάβει με σύμβαση την εκτέλεση του έργου "Σύστημα Οργανωμένης Στάθμευσης του Δήμου της Αθήνας" (Δημοτική Αστυνομία, ...) εκδίδοντας παράλληλα δελτίο αποστολής κατευθείαν από αυτήν προς τον Δήμο Αθηναίων, που ήταν ο τόπος προορισμού των εμπορευμάτων. Προσκομίζω και επικαλούμαι αντίγραφο από το σχετικό έργο ... στον Δήμο Αθηναίων.
Έτσι περαιτέρω το υπαρκτό των ανωτέρω συναλλαγών αποδεικνύεται από το γεγονός ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η εταιρεία ..., στην οποία προσελήφθην σαν διαχειριστής και δημιουργικός διευθυντής, είχε συνάψει πέραν της σύμβασης με την ..., η οποία είχε αναλάβει με σύμβαση την εκτέλεση του ανωτέρω έργου και πλείονα άλλα ιδιωτικά συμφωνητικά - συμβάσεις για την ανάληψη διαφόρων έργων που αφορούν την διαφήμιση υπαρκτών εταιρειών με διακεκριμένη παρουσία στον σχετικό χώρο και για τα οποία έχουν εκδοθεί τα χαρακτηρισθέντα από τη Δ.ΟΎ. Χολαργού αυθαιρέτως και αναποδείκτως ως εικονικά παραστατικά. Ενδεικτικά αναφέρω το ιδιωτικό συμφωνητικό της 5/5/2006 που συνήψα με την Μ.C.H…, το ιδιωτικό συμφωνητικό της 1/5/2006 που συνήψα με την ..., το ιδιωτικό συμφωνητικό της 5/5/2006 που συνήψα με τον ... Α.Ε, το ιδιωτικό συμφωνητικό της 5/5/2006 που συνήψα με τα ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ... Α.Ε. Όλες οι ανωτέρω συμβάσεις - ιδιωτικά συμφωνητικά ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 37.350 ευρώ και εκτελέστηκαν στο ακέραιο από την εταιρεία ..., όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα δελτία αποστολής από την ως άνω εταιρεία προς τους ως άνω αντισυμβαλλομένους, των οποίων την εγκυρότητα δεν έχουν αμφισβητήσει μέχρι και σήμερα οι αρμόδιες φορολογικές αρχές. Δέον όπως επισημανθεί ότι όλες οι ανωτέρω συμβάσεις εκτελέστηκαν εξολοκλήρου με τα εμπορεύματα που λαμβάναμε από την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ και για τα οποία υπάρχουν όλα τα νόμιμα παραστατικά, τα οποία κατά την κατηγορία που μου αποδίδεται φέρονται ως εικονικά. Σημειωτέον δε, ότι υπάρχει πλήρης αντιστοιχία των εμπορευμάτων που περιγράφονται στα φερόμενα ως εικονικά τιμολόγια της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ προς εμάς και στα δελτία αποστολής από εμάς προς τους ανωτέρω αναφερόμενους πελάτες μας σε συνδυασμό με τα τιμολόγια που εκδώσαμε προς τους πελάτες και τις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί με τους πελάτες. Εννοείται ότι όλα τα ανοπέρω συμφωνητικά έχουν καταχωρηθεί νομίμως στα βιβλία μας και έχουν υποβληθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.. όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σχετικό παραστατικό, τιτλοφορούμενο ως "ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΩΝ παραγράφου 16 άρθρου 8 ν. 1882/90".
Το εάν η εκδότρια εταιρεία Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ είχε διακόψει φορολογικά την λειτουργία της κατά τον χρόνο της συνεργασίας μας και κατά συνέπεια δεν εδικαιούτο να εκδώσει τα επίδικα τιμολόγια δεν ήμουν φυσικά εγώ σε θέση να το γνωρίζω ούτε φυσικά μπορούσα να υποψιαστώ ότι μία εταιρεία η οποία φέρεται να τηρεί στο ακέραιο τις κατά νόμο υποχρεώσεις της, έχει διακόψει φορολογικά την λειτουργία της και το Δημόσιο με τον ελεγκτικό του μηχανισμό την έχει "αφήσει" να συνεχίζει να εκδίδει τιμολόγια, ενώ θα έπρεπε να έχει μεριμνήσει στοιχειωδώς ώστε με την διακοπή της δραστηριότητας της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ στη Δ.ΟΎ ταυτοχρόνως να είχε η τελευταία παραδώσει στην Δ.ΟΎ το σύνολο των βιβλίων και στοιχείων που είχε στην κατοχή της παρεκτός του γεγονότος ότι η ίδια δήλωσε εκπροθέσμως την 9-9-2009. Επιπλέον όταν η επιχείρηση δηλώνει διακοπή στην Δ.ΟΎ. καταθέτει τα βιβλία και στοιχεία και ελέγχεται ενδελεχώς ότι έχουν υποβληθεί οι δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος - ΦΠΑ κλπ, διαφορετικά η δήλωση διακοπής δεν γίνεται αποδεκτή. Εξάλλου ούτε η ίδια Πολιτεία η οποία έχει στην ευχέρεια της ολόκληρους φοροελεγκτικούς μηχανισμούς δεν είχε αντιληφθεί αυτή την φαινομενική διακοπή της λειτουργίας Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ με αποτέλεσμα μέχρι και το έτος 2016, όπου πραγματοποιήθηκε ο εν λόγω έλεγχος, η Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ να λειτουργεί σαν μία κανονική νομότυπη εταιρεία. Και μάλιστα κατά τον έλεγχο (Σελ. 4 Έκθεσης Ελέγχου) η Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ κατά το διάστημα από 2-6-2009 έως 31-7-2009 έχει πραγματοποιήσει εισαγωγές συνολικής αξίας 181.746 ευρώ, δηλαδή προκύπτει και κατά τον έλεγχο ότι μέχρι και το καλοκαίρι του 2009 η εταιρία λειτουργούσε.
Συνεπώς, αφού ούτε η ίδια η Πολιτεία δεν μπόρεσε να διαγνώσει την παράνομη λειτουργία μίας εταιρείας για τόσα χρόνια δεν μπορεί να έχει την αξίωση να την διαγνώσει ο Π., ούτε μπορεί φυσικά ο Π. να πάρει τον ρόλο του εφοριακού ή του αστυνομικού και να ερευνά πάντα, προτού προβεί σε οποιαδήποτε συναλλαγή, το σύννομο και τις προθέσεις του αντισυμβαλλομένου του, καθώς μία τέτοια απαίτηση θα οδηγούσε σε μία αφόρητη διεύρυνση του αξιοποίνου και ανυπόφορη διαταραχή των σχέσεων εμπιστοσύνης στην κοινωνική ζωή, με επιβολή διαρκούς καχυποψίας στις διανθρώπινες σχέσεις και υποχρέωση διεύρυνσης της νομιμότητας των προθέσεων του άλλου σε κάθε συναλλαγή και κοινωνική επαφή, πράγμα που καταλήγει στο να επιφορτίζονται οι πολίτες με αστυνομικά καθήκοντα. Σε κάθε δε περίπτωση πρωτίστως ισχύει το φορολογικό απόρρητο που δεν μου επιτρέπει ούτως ή άλλως οιοδήποτε σχετικό έλεγχο.
Αυτό τον κίνδυνο της ανυπόφορης διαταραχής των σχέσεων εμπιστοσύνης στην κοινωνική ζωή που ελλοχεύει σε αυτές τις περιπτώσεις τον αντιλήφτηκε ο νομοθέτης και γι αυτό προκειμένου να περιορίσει την αλόγιστη διεύρυνση του αξιοποίνου και με σκοπό να προσδώσει περισσότερη ασφάλεια και εμπιστοσύνη στις συναλλαγές όρισε μεταξύ άλλων με το αρ. 66 παρ. 5 τελευταίο εδάφιο του ν. 4174/2013, το οποίο προστέθηκε με το αρ. 8 του ν. 4337/2015 (ΦΕΚ Α 129/17.10.2015), ότι: δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο.
Συνεπώς σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη καταργήθηκε το αξιόποινο για τον λήπτη του φορολογικού στοιχείου, όπως αυτό προβλεπόταν στο άρθρο 19 παρ 4, το οποίο αφορά σε πραγματική συναλλαγή και του οποίου "εικονικότητα" συνίσταται ως προς πρόσωπο του πραγματικού εκδότη, αφού πλέον ένα τέτοιου είδους φορολογικό στοιχείο δεν θεωρείται εικονικό για τον λήπτη.
Σημειωτέον, ότι η ανωτέρω τροποποίηση ισχύει και για πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 17-10-2015, αφού κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Π Κ που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκαση της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις επόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές. Περαιτέρω με το άρθρο 8 "Εγκλήματα φοροδιαφυγής - Ποινικές κυρώσεις" του νέου νόμου 4337/2015 (ΦΕΚ Α' 129/17/10/2015) "Μέτρα για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" η ισχύς του οποίου κατά το άρθρο 23 άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως "Τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α' του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο καταργώντας παράλληλα τα άρθρα 7, 18, 19, 20 και 21 του ν. 2523/1997, όπως ίσχυαν. Όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στις ρυθμίσεις του ν. 2523/1997 (άρθρα 17 έως 21), εννοούνται στο εξής οι αντίστοιχες ρυθμίσεις των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου (άρθρα 66-70). Με τις ανωτέρω διατάξεις καλύπτεται όλο το φάσμα των σοβαρών περιπτώσεων της φοροδιαφυγής και εξορθολογίζεται το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο με το επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης των εγκλημάτων. Από τις διατάξεις του άρθρου 66 προκύπτει, όπως ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω, ότι δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο.
Συνεπώς η νέα διάταξη είναι επιεικέστερη από την προηγούμενη και επομένως ενόψει της διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠΚ, εφαρμόζονται και στις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την 17-10- 2015, όταν άρχισε η ισχύς του ανωτέρω νόμου (βλ. ΑΠ220/2016).
Επομένως στην προκείμενη περίπτωση όπου αποδεικνύεται περίτρανα ότι οι συναλλαγές ήσαν πραγματικές και η οποιαδήποτε εικονικότητα αφορά (ενδεχομένως) μόνο το πρόσωπο του εκδότη, ήτοι της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μου καταλογιστεί το άδικο κάποιας ποινικά κολάσιμης πράξης, καθώς εγώ ενήργησα απολύτως σύννομα και όπως θα ενεργούσε ο οποιοσδήποτε ανυποψίαστος τρίτος ήταν στην θέση μου. Εξάλλου δεν συνηθίζεται ή μάλλον είναι σχεδόν απίθανο στην πρακτική των συναλλαγών να ζητάει ο ένας αντισυμβαλλόμενος από τον άλλον αντισυμβαλλόμενο τα φορολογικά του βιβλία πριν προβεί σε κάποια συναλλαγή, ειδικά αν σκεφτεί κάποιος ότι αναφερόμαστε στα έτη 2005-2006 όπου η οικονομία ήταν σε ανάπτυξη και δεν υπήρχε η οποιαδήποτε καχυποψία που ενδέχεται να υπάρχει σήμερα.
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι, εν προκειμένω έχουν πραγματοποιηθεί όλες οι συναλλαγές στο ακέραιο, αφού υπάρχουν όλα τα απαραίτητα παραστατικά γι' αυτές, ήτοι τιμολόγια, δελτία αποστολής, αποδείξεις, πινάκια καταβολών αξιόγραφων, επιταγές με τις οποίες εξοφλήθηκαν τα επίδικα τιμολόγια. Το γεγονός ότι η Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ δεν λειτουργούσε νομότυπα φορολογικά κατά το χρόνο έκδοσης των φερόμενων τιμολογίων δεν σημαίνει ότι ήταν εικονική η συναλλαγή, αλλά η εικονικότητα των τιμολογίων αφορά (ενδεχομένως) μόνο ως προς το πρόσωπο του εκδότη, η οποία έχει έννομες συνέπειες μόνο ως προς αυτόν και όχι προς τον λήπτη, ήτοι την εταιρεία ... και εμένα, καθώς σύμφωνα με το αρ. 66 παρ. 5 τελευταίο εδάφιο του ν. 4174/2013 δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το Φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο. Έτσι από τα παραπάνω προκύπτει ότι για τα φερόμενα ως εικονικά τιμολόγια έχουν εκτελεστεί όλες οι συναλλαγές και έχει παρασχεθεί το έργο που ενσωματώνεται σε αυτά, αν τελικά το έργο δεν το παρέσχε η Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. ΑΕ αλλά κάποιος τρίτος, πρωτίστως αυτό δεν θα μπορούσε να είναι σε γνώση μου, η καλή μου πίστη είναι δεδομένη, αλλά ανεξάρτητα από όλα αυτά με δεδομένου ότι οι συναλλαγές έλαβαν χώρα η φερόμενη εικονικότητα ως προς το πρόσωπο του εκδότη έχει αποποινικοποιηθεί πλήρως σε ο, τι αφορά τον λήπτη με βάση της ανωτέρω προαναφερθείσες διατάξεις.
Β. ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΗ! ΕΙΚΟΝΙΚΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΠΟ ΕΤΕΡΑ ΠΡΑΞΗ (αρ. 8 του ν. 4337/2015):
Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Π Κ που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή, με βάση τις επόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά απ' αυτές.
Έτι περαιτέρω, υπό το καθεστώς του Ν. 2523/1997 το αδίκημα του άρθρου 19 παρ. 1 του οικείου νόμου χαρακτηριζόταν, με την ρητή ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 19, ως αυτοτελές και ανεξάρτητο έναντι των αδικημάτων των άρθρων 17 και 18. Με τον τρόπο αυτό σε συνδυασμό και με την ρύθμιση του άρθρου 21 παρ. 7 Ν. 2523/1997- ο νομοθέτης καθόριζε, ουσιαστικά, ex lege ως αληθινή τη συρροή που προέκυπτε από την πραγμάτωση του αδικήματος του άρθρου 19 και των αδικημάτων των άρθρων 17 και 18 Ν. 2523/1997. Η συρροή αυτή, όταν τα παραπάνω αδικήματα συνέχονταν με το αυτό βιοτικό συμβάν και αφορούσαν τις ίδιες φορολογικές αξιώσεις του Δημοσίου, τις οποίες προσέβαλλαν με προοδευτικό τρόπο, αρχικά δηλαδή σε επίπεδο διακινδύνευσης και στη συνέχεια σε επίπεδο βλάβης (π.χ αποδοχή ενός εικονικού φορολογικού στοιχείου, το οποίο χρησιμοποιείτο στη συνέχεια, από τον ίδιο φορολογούμενο, ως μέσο συγκάλυψης αδικημάτων φοροδιαφυγής στο εισόδημα και στον ΦΠΑ), θα αξιολογείτο διαφορετικά, αν έλειπε δηλαδή η παραπάνω ρητή νομοθετική επιταγή, (κατά κανόνα) ως φαινομενική, με βάση την αρχή της σιωπηρής επικουρικότητας ή αυτή της απορρόφησης. Ως εκ τούτου, η νομοθετική επιβολή της αληθινής συρροής, προφανώς για λόγους αυστηρότερης αντιμετώπισης των συζητούμενων συμπεριφορών, κατέλυε βασικούς κανόνες της ποινικής δογματικής και -ορθά- κατακρινόταν από τη θεωρία.
Με τον Ν. 4337/2015 ο νομοθέτης ανταποκρίθηκε στην ασκούμενη κριτική, κατάργησε τον κανόνα της ex lege αληθινής συρροής και προέβλεψε, αντί αυτού, μια ρήτρα ρητής απόλυτης ειδικής επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία η διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 ΚΦΔ απωθείται πάντα, όταν ο δράστης έχει τελέσει το οικείο αδίκημα έκδοσης ή αποδοχής εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων για να προπαρασκευάσει ή να υποστηρίξει την τέλεση κάποιου ουσιαστικού αδικήματος φοροδιαφυγής των παρ. 1 έως 4 του άρθρου 66 ΚΦΔ, για το οποίο και τιμωρείται ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Η θέσπιση μιας ρήτρας επικουρικότητας, παρότι η επίλυση του εξεταζόμενου ζητήματος συρροής, μετά την κατάργηση του κανόνα της ex lege αληθινής συρροής, θα μπορούσε να αφεθεί στα χέρια της νομολογίας και της επιστήμης, με βάση τους γενικούς κανόνες επιλέχθηκε, προφανώς, προκειμένου να εκφραστεί ευκρινέστερα η νομοθετική βούληση και να αναδειχθεί καλύτερα το πλαίσιο του γενικότερου αναπροσανατολισμού στην ποινική μεταχείριση των λογιστικών παραβάσεων ο συμπληρωματικός χαρακτήρας του τυπικού αδικήματος του άρθρου 66 παρ. 5 ΚΦΔ έναντι των βασικών, ουσιαστικών αδικημάτων φοροδιαφυγής.
Συνεπώς με βάση τα προαναφερθέντα ο δράστης που χρησιμοποίησε εικονικά τιμολόγια προκειμένου να υποστηρίξει την τέλεση κάποιου ουσιαστικού αδικήματος φοροδιαφυγής των παρ. 1 έως 4 του άρθρου 66 ΚΦΔ τιμωρείται μόνο για το τελευταίο.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί ότι σε καθαρά δογματικό επίπεδο η ενεργοποίηση της ρήτρας δεν εξαρτάται από την άσκηση δίωξης για αδίκημα του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 ΚΦΔ, αλλά από την συνδρομή των προϋποθέσεων της ρήτρας και μόνο (ΑΠ 37/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση (οράτε σελ. 28-29) το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι: "διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής (...) με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης". Επομένως στην προκειμένη περίπτωση τα εν λόγω τιμολόγια (εάν κριθεί ότι ήταν εικονικά) χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο για την τέλεση έτερης φορολογικής εγκληματικής πράξης και επομένως σύμφωνα με όσα εκτέθησαν στην αμέσως ανωτέρω σκέψη, η πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών τιμολογίων απορροφάται και επομένως πρέπει να κηρυχθώ αθώος της σχετικής κατηγορίας.".
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Η εταιρία "... ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝ. ΥΠΗΡ. ΕΠΕ", με αντικείμενο εργασιών: ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ, που εδρεύει στο ... Αττικής, επί της οδού ..., έκανε έναρξη εργασιών το 1996 με αντικείμενο τις διαφημιστικές υπηρεσίες, τα μέλη της όλα είναι ανώνυμες εταιρίες και ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ορίστηκε ο κατηγορούμενος. Κατά τις διαχειριστικές περιόδους από 1-1-2005 έως 31-12-2005 και από 1-1-2006 έως 31-12-2006, ο κατηγορούμενος, με την ως άνω ιδιότητά του, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποδέχθηκε τα κατωτέρω αναφερόμενα εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες, στο σύνολο τους, συναλλαγές, όπως κατωτέρω εκτίθεται, συνολικής καθαρής αξίας 71.350,00€, εκδόσεως της επιχείρησης "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ". Σύμφωνα με την έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ η φερόμενη ως εκδότρια των τιμολογίων εταιρία "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ" έκανε έναρξη εργασιών στις 14.12.2000 με έδρα την οδό ... στα ..., με ποικιλόμορφη δραστηριότητα, ήτοι κατασκευαστικές εργασίες, χονδρικό εμπόριο ηλεκτρικών οικιακών συσκευών, μηχανών και εξοπλισμού γραφείου, τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό, οικιακών επίπλων, ξυλείας και άλλων οικοδομικών υλικών, εργαλειομηχανών, λιανικό εμπόριο επίπλων, φωτιστικών, ειδών νοικοκυριού και διαφημιστικών υπηρεσιών. Στις 9.12.2004 αποφασίστηκε η λύση και η εκκαθάρισή της εταιρίας, έκανε, όμως, διακοπή των εργασιών στις 15.4.2003. Πρόεδρος και Δ\νων Σύμβουλος από την έναρξη έως τις 9.5.2003 ορίστηκε ο Π. Α. και από 9.5.2003 έως 15.4.2005 ο Γ. Ν., ενώ στις 9.12.2004, που αποφασίστηκε η λύση και εκκαθάριση της εταιρίας, εκκαθαριστές ορίστηκαν ο Γ. Ν. και η Γ. Μ.. Οι τελευταίοι αναζητήθηκαν, αλλά δεν βρέθηκαν στις τελευταίες γνωστές διευθύνσεις τους, αλλά ούτε και σε παλαιότερες. Ο Γ. Ν. δεν υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις για τις χρήσεις 2003 έως και σήμερα (το χρόνο σύνταξης της έκθεσης), το ίδιο και η Γ. Μ. για τις χρήσεις 2002 έως σήμερα, ενώ είχε πτωχεύσει το 2006. Αναζητήθηκε ο σύνδικος της πτώχευσης Θ. Χ., ο οποίος δήλωσε ότι δεν την συνάντησε ποτέ και ότι δεν υπήρχε πτωχευτική περιουσία. Ο Π. Α. πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος από την έναρξη της εταιρίας έως το 2003 κατέθεσε στην φορολογική αρχή ότι την περίοδο αυτή η εταιρία δεν πραγματοποίησε εργασίες, παρότι εμφανίζονται συναλλαγές μεγάλου ύψους την περίοδο αυτή. Ο λογιστής που υπογράφει τους ισολογισμούς χρήσης 14.12.2000 έως 31.12.2001 και χρήσης 2002 Μ. Κ. του Π. δεν ανευρέθηκε στο σύστημα της υπηρεσίας. Η ΑΤΕΒΙΔΕ δεν είχε υποβάλει προσωρινές ή οριστικές δηλώσεις φόρου μισθωτών υπηρεσιών, ο Γ. Ν. σε υπεύθυνη δήλωση προς τη ΦΑΕ Αθηνών το 2003 και το 2004 δήλωσε ότι δεν απασχολεί προσωπικό ούτε απασχολεί μισθωτούς μηχανικούς και ουδέποτε έχει απογραφεί στο ΙΚΑ. Το 2001 η ΑΤΕΒΙΔΕ πραγματοποίησε εισαγωγές 686,72 ευρώ, τα έτη 2002, 2003, 2005, 2006,2007, 2010 και 2011 δεν εμφάνισε αγορές εμπορευμάτων ούτε λήψη υπηρεσιών. Το 2004 εμφάνισε αγορές συνολικής αξίας 44.372,16 ευρώ που, στην πλειονότητά τους, αφορούν λευκά είδη, το 2008 εμφάνισε αγορές ύψους 1.133 ευρώ από εταιρία εμπορίας πλακιδίων και το 2009 αγορές 3.000 ευρώ. Το 2009 εμφανίστηκε στη ΦΑΕ Αθηνών ο Ζ., Α., κατόπιν εξουσιοδότησης από τον Γ. Ν., για να προβεί σε διακοπή εργασιών της ΑΤΕΒΙΔΕ εκπρόθεσμα. Από ελέγχους της φορολογικής αρχής διαπιστώθηκε ότι ο Ζ. Α. εμφανίζεται ως εκπρόσωπος σε πλήθος εταιριών με συναλλαγές πολλών εκατομμυρίων, και ο οποίος δήλωσε ότι υπέγραφε τις δηλώσεις όλων των φορολογικών αντικειμένων των εταιριών, χωρίς να έχει επισκεφθεί καμία από αυτές στην έδρα τους και ότι δεν υπήρχε δραστηριότητα σε αυτές τις επιχειρήσεις. Περαιτέρω αναφέρεται στην έκθεση ελέγχου ότι η εταιρία αυτή δεν άσκησε πραγματική εμπορική δραστηριότητα, οι λήπτες των φορολογικών στοιχείων αυτής δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν την πραγματοποίηση συναλλαγών με την ΑΤΕΒΙΔΕ ούτε ήταν σε θέση να γνωστοποιήσουν τα πλήρη στοιχεία του προσώπου με το οποίο πραγματοποίησαν συναλλαγές μεγάλου ύψους. Δεν έδειξαν να γνωρίζουν κάποιο άτομο ή κάποιο τηλέφωνο επικοινωνίας, έτσι ώστε με διασταυρωτικούς ελέγχους να επαληθευτεί η πραγματοποίηση ή μη των συναλλαγών. Ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε στοιχεία σι η ΔΟΥ. Από όλα τα παραπάνω στοιχεία προέκυψε, χωρίς αμφιβολία, η εικονικότητα των τιμολογίων, διότι η ΑΤΕΒΙΔΕ δεν είχε πραγματική δραστηριότητα, ούτε είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις κατωτέρω αναφερόμενες συναλλαγές, αφού δεν είχε προσωπικό, δεν είχε προβεί σε αγορές εμπορευμάτων ή λήψη τέτοιων υπηρεσιών που θα της επέτρεπαν να πραγματοποιήσει πωλήσεις ή να παρέχει υπηρεσίες αντίστοιχες με αυτές των επίδικων τιμολογίων. Οι εισαγωγές που αναφέρονται στην έκθεση το 2004 δεν έχουν σχέση με τα επίδικα τιμολόγια, πέραν του ότι είναι προφανώς εικονικά, αφού ο σκοπός της ΑΤΕΒΙΔΕ δεν ήταν η άσκηση πραγματικής εμπορικής δραστηριότητας, αλλά η έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι οι συναλλαγές ήταν πραγματικές και η οποιαδήποτε τυχόν εικονικότητα αφορά μόνο το πρόσωπο του εκδότη, ήτοι την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ, και δεν μπορεί να καταλογιστεί στον λήπτη, ήτοι την εταιρεία ... και τον ίδιο που την εκπροσωπεί, καθώς ενήργησε σύννομα, όπως θα ενεργούσε ο οποιοσδήποτε ανυποψίαστος τρίτος ήταν στην θέση του και ότι υπάρχουν όλα τα απαραίτητα παραστατικά για τις συναλλαγές αυτές, ήτοι τιμολόγια, δελτία αποστολής, αποδείξεις, πινάκια καταβολών αξιόγραφων, επιταγές με τις οποίες εξοφλήθηκαν τα επίδικα τιμολόγια. Σε σχέση με τα παραστατικά που προσκόμισε ο κατηγορούμενος λεκτέα τα ακόλουθα: Ως προς το ....11.2006 τιμολόγιο : Στις 5-5-2006 καταρτίστηκε, μη δηλωθέν στην εφορία, ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ... και του Οργανισμού Λ., αξίας 7.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ με αντικείμενο τη δημιουργία 3 μακετών για το λογότυπο του περιοδικού ... διάρκειας ενός μηνός. Για τη συναλλαγή αυτή η ... εξέδωσε το ...12.5.2006 τιμολόγιο της που αναφέρει ως αιτία, τη δημιουργία προσχεδίων και μακετών για το λογότυπο του περιοδικού ... και με την ....6.2006 απόδειξη η ... παρέλαβε από τον οργανισμό Λ. μία επιταγή, αξίας 8.925 ευρώ, σε διαταγή της ... οποία φέρει τη ρήτρα μη μεταβιβάσιμη, με ημερομηνία εκδόσεως 15.8.2006. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου το συμφωνητικό αυτό αντιστοιχεί στο φερόμενο ως εικονικό τιμολόγιο εκδόσεως της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. με ημερομηνία 18/11/2006 και αριθμό …, αξίας 8.925 ευρώ με το ΦΠΑ, που αναφέρει ως αιτία εκδόσεώς του τη δημιουργία προσχεδίων και μακετών για το λογότυπο του περιοδικού .... Το τιμολόγιο, όμως, αυτό είναι εικονικό όχι μόνο ως προς τον εκδότη, αλλά και ως προς την όλη συναλλαγή αφού δεν αποδείχθηκε το πραγματικό της συναλλαγής μεταξύ της ... και της Α.Τ.Ε.Β,.ΔΕ., δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται παράδοση του έργου από την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ στον Οργανισμό Λ. η στην ..., ούτε η πληρωμή της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ, αφού δεν προσκομίζονται σχετικά παραστατικά. Περαιτέρω το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε τον 11° , ενώ η εκπλήρωση της σύμβασης στην οποία υποτίθεται ότι αντιστοιχεί είχε ολοκληρωθεί από τις 12.5.2006, ημερομηνία εκδόσεως του τιμολογίου της ... ή σε κάθε περίπτωση, κατά τη λήξη της που ήταν μετά την πάροδο ενός μηνός από τη σύναψή της.
Συνεπώς, δεν υπήρχε έργο για να εκτελέσει η Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ τον 11° μήνα. Τέλος η οφειλή της ... προς την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ από το ως άνω τιμολόγιο είναι ίση ή μεγαλύτερη από όσα εισέπραξε η ..., στοιχείο ενισχυτικό της εικονικότητας της όλης συναλλαγής μεταξύ της ... και της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. Σημειώνεται ότι η επιταγή που, με την 199X7.3.2006 απόδειξη, παρέλαβε η ... από τον οργανισμό Λ., αξίας 12.819,38 ευρώ, σε διαταγή της ..., η οποία φέρει τη ρήτρα μη μεταβιβάσιμη, με ημερομηνία εκδόσεως τη 15.8.2006, είναι άσχετη με την ως άνω συναλλαγή, αφού παραδόθηκε στις 7.3.2006, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της σύμβασης (5.5.2006), αλλά και διότι το οικονομικό αντικείμενο της σύμβασης καλύφθηκε πλήρως με την παραπάνω στην οικεία θέση αναφερθείσα επιταγή.
Ως προς το ...X12.11.2006 τιμολόγιο : Στις 5-5-2006 καταρτίστηκε, μη κατατεθέν στην εφορία, ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ... και του περιοδικού ..., αξίας 7.500 ευρώ πλέον ΦΠΑ, με αντικείμενο τρεις μακέτες για λογότυπο του περιοδικού, διάρκειας ενός μηνός και για τη συναλλαγή αυτή η ... εξέδωσε το ...12.5.2006 τιμολόγιο της αξίας 8.925 ευρώ με το ΦΠΑ και παρέλαβε, σύμφωνα με τη νο ...5.5.2006 απόδειξη παράδοσης αξιόγραφου την ... επιταγή, ποσού 8.925 ευρώ, με ημερομηνία πληρωμής του αξιόγραφου στις 4.7.2006, σε διαταγή της ..., η οποία φέρει τη ρήτρα μη μεταβιβάσιμη. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου το συμφωνητικό αυτό αντιστοιχεί στο φερόμενο ως εικονικό τιμολόγιο εκδόσεως της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. με ημερομηνία 12/11/2006 και αριθμό ..., αξίας 8.334 ευρώ μαζί με το ΦΠΑ, στο οποίο αναγράφεται ως αιτία για τη δημιουργία προσχεδίων και μακετών για το λογότυπο του περιοδικού .... Το τιμολόγιο αυτό είναι εικονικό όχι μόνο ως προς τον εκδότη, αλλά και ως προς την όλη συναλλαγή, αφού δεν αποδείχθηκε το πραγματικό της συναλλαγής μεταξύ της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. και της ..., δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται παράδοση του έργου από την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ στο ... ή στην ..., ούτε η πληρωμή της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ, αφού δεν προσκομίζονται σχετικά παραστατικά. Περαιτέρω το εν λόγω τιμολόγιο εκδόθηκε τον 11° , ενώ η εκπλήρωση της σύμβασης στην οποία υποτίθεται ότι αντιστοιχεί είχε ολοκληρωθεί από τις 12.5.2006, ημερομηνία εκδόσεως του τιμολογίου της ... ή σε κάθε περίπτωση κατά τη λήξη της σύμβασης, ήτοι ένα μήνα μετά από τη σύναψή της, συνεπώς δεν υπήρχε έργο για να εκτελέσει η Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ τον 11° μήνα. Τέλος η ... φαίνεται υπόχρεη να πληρώνει στην Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ τα ίδια ή και περισσότερα από όσα εισέπραξε, στοιχείο ενισχυτικό της εικονικότητας της όλης συναλλαγής. Ως προς το ....11.2006 τιμολόγιο :
Στις 5-5-2006 καταρτίστηκε ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ... και του περιοδικού ... αξίας 8.746 ευρώ με το ΦΠΑ με αντικείμενο δημιουργία δέκα μακετών για τη δημιουργία προσχεδίων και 10 μακετών του ένθετου ομορφιάς του περιοδικού ..., διάρκειας ενός μηνός. Για τη συναλλαγή αυτή η ... εξέδωσε το ...18.5.2006 τιμολόγιο της, αξίας 7.350 ευρώ +ΦΠΑ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου το συμφωνητικό αυτό αντιστοιχεί στο φερόμενο ως εικονικό τιμολόγιο εκδόσεως της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. με ημερομηνία 20/11/2006 και αριθμό …, αξίας 8.746,50 με το ΦΠΑ. Το τιμολόγιο αυτό είναι εικονικό όχι μόνο ως προς τον εκδότη, αλλά και ως προς την όλη συναλλαγή, αφού δεν αποδείχθηκε το πραγματικό της συναλλαγής μεταξύ της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. και της ..., δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται παράδοση του έργου από την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ στη ... ή στην ..., ούτε η πληρωμή της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ, αφού δεν προσκομίζονται σχετικά παραστατικά. Περαιτέρω, εκδόθηκε τον 11° , ενώ η εκπλήρωση της σύμβασης στην οποία υποτίθεται ότι αντιστοιχεί είχε ολοκληρωθεί από τις 18.5.2006, ημερομηνία εκδόσεως του τιμολογίου της ... ή σε κάθε περίπτωση μετά από ένα μήνα από τη σύναψη της σύμβασης, συνεπώς δεν υπήρχε έργο για να εκτελέσει η Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ τον 11° μήνα. Τέλος φαίνεται η ... να οφείλει στην Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ τα ίδια ή και περισσότερα από όσα εισέπραξε, στοιχείο, που παρατηρείται και σε άλλες συναλλαγές, και είναι ενισχυτικό της εικονικότητας της όλης συναλλαγής.
Ως προς τα ...X10.11.2006 και ...X30.11.2006 τιμολόγια : Στις 1-5-2006 καταρτίστηκε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό (μη κατατεθέν στην εφορία) μεταξύ της ... και του ραδιοσταθμού ..., το οποίο δεν έχει κατατεθεί στην Εφορία, αξίας 15.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, διάρκειας ενός μηνός με αντικείμενο τη δημιουργία τριών προσχεδίων και τριών μακετών για τον επανασχεδιασμό του σήματος του σταθμού. Για τη συναλλαγή αυτή η ... εξέδωσε το ....5.2006 τιμολόγιο της, αξίας 15.000 ευρώ + ΦΠΑ, σύνολο 17.850 ευρώ, και αναγράφεται ως αιτία στο εν λόγω τιμολόγιο, 3 προσχέδια και 3 μακέτες για το σήμα του σταθμού κα ... και παρέλαβε προς εξόφληση την ... δίγραμμη τραπεζική επιταγή της ως άνω εταιρίας σε διαταγή της ..., ποσού 17.850 ευρώ, με ημερομηνία πληρωμής στις 3.8.2006. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, το συμφωνητικό αυτό αντιστοιχεί στα φερόμενα ως εικονικά τιμολόγια εκδόσεως της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ: α) με ημερομηνία 30/11/2006 και αριθμό ..., αξίας 8.330 με το ΦΠΑ, και β) με ημερομηνία 10/11/2006 και αριθμό ..., αξίας 8.925 με το ΦΠΑ. Σε αμφότερα τα ως άνω τιμολόγια αναγράφεται ως αιτία για τον επανασχεδιασμό του σήματος του σταθμού ... (3 προσχέδια και 3 μακέτες). Τα τιμολόγια αυτά είναι εικονικά όχι μόνο ως προς τον εκδότη, αλλά και ως προς την όλη συναλλαγή, αφού δεν αποδείχθηκε το πραγματικό της συναλλαγής μεταξύ της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. και της ..., δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται παράδοση του έργου από την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ στην ... ή στην ..., ούτε η πληρωμή της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ, αφού δεν προσκομίζονται σχετικά παραστατικά. Περαιτέρω, εκδόθηκαν τον 11°, ενώ η εκπλήρωση της σύμβασης στην οποία υποτίθεται ότι αντιστοιχούν είχε ολοκληρωθεί από τις 18.5.2006, ημερομηνία εκδόσεως του τιμολογίου της ..., ή σε κάθε περίπτωση στις 1.6.2006 που είχε οριστεί ο χρόνος λήξης της σύμβασης, συνεπώς δεν υπήρχε έργο για να εκτελέσει η Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ τον 11° μήνα. Τέλος, και σε αυτή την περίπτωση, φαίνεται η ... να οφείλει στην Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ τα ίδια ή και περισσότερα από όσα εισέπραξε, στοιχείο, που παρατηρείται και σε άλλες συναλλαγές, και είναι ενισχυτικό της εικονικότητας της όλης συναλλαγής.
Ως προς το υπ' αρ. ...-11-2005 τιμολόγιο: Η ... ανέλαβε για λογαριασμό της εταιρίας "...", διαφήμιση στα νότια προάστια της Αττικής με ανάρτηση αφισών σε προκαθορισμένα σημεία της πόλης. Για τη συναλλαγή αυτή η ... εξέδωσε το ...30.11.2005 τιμολόγιο της, αξίας 62.570,20 ευρώ με το ΦΠΑ. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, για τη σύμβαση αυτή εκδόθηκε το φερόμενο ως εικονικό τιμολόγιο αρ. ...-11-2005 εκδόσεως της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ, αξίας 6.710 ευρώ και το αντίστοιχο Δ.Α. με αριθμό ...11.2005. Το τιμολόγιο αυτό είναι εικονικό όχι μόνο ως προς τον εκδότη, αλλά και ως προς την όλη συναλλαγή, αφού δεν αποδείχθηκε το πραγματικό της συναλλαγής μεταξύ της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. και της ..., δεδομένου ότι δεν αποδεικνύεται παράδοση του έργου από την Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ στην "...", ή στην ..., αφού το προσκομιζόμενο Δ.Α. της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ δεν φέρει υπογραφή του παραλαβόντος, ούτε αποδεικνύεται η πληρωμή της Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ, αφού δεν προσκομίζονται σχετικά παραστατικά.
Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος προς απόδειξη των επικαλούμενων από αυτόν πληρωμών των ως άνω επίδικων τιμολογίων αλλά και των κατωτέρω αναφερόμενων τιμολογίων, προσκομίζει τα ...X24.11.2006, ...13.12.2006, ....11.2006 πινάκια παράδοσης επιταγών από την ... στην "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ", και φωτοτυπίες μόνο της εμπρόσθιας πλευράς των επιταγών οι οποίες έχουν εκδοθεί σε διαταγή της ..., που φέρεται ότι παραδόθηκαν με τις ως άνω αποδείξεις. Από τα στοιχεία, όμως, αυτά δεν αποδεικνύεται ούτε η οπισθογράφηση των επιταγών προς την "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ" ούτε η είσπραξή τους από αυτήν.
Μεταξύ της ... και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... HELLAS Α.Ε." που είχε αναλάβει το έργο της ελεγχόμενης στάθμευσης του Δήμου Αθηναίων, καταρτίστηκε το από 12-7-2006, δηλωθέν στην εφορία, ιδιωτικό συμφωνητικό με αντικείμενο την διαφημιστική προβολή των υπηρεσιών που αυτή παρέχει. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι στις 5-10-2006, καταρτίστηκε, τα μη δηλωθέν στην εφορία, ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της ... και της "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ.", με το οποίο φέρεται η τελευταία ότι ανέλαβε υπεργολαβικά την εκτέλεση μέρους του ως άνω έργου και συγκεκριμένα : 1. την εκτύπωση 80 τεμαχίων PISA 4 θέματα σε βινύλιο διαστάσεων 4X3 που θα τα παραδώσει έως τις 30.10.2006 στη Δημοτική Αστυνομία Αθηνών, αντί 12.000 πλέον ΦΠΑ, 2. την εκτύπωση 165.000 τεμαχίων διαφημιστικών εντύπων 12 σελίδων που θα τα παραδώσει σταδιακά έως τις 30.10.2006 στο Δήμο Αθηνών, αντί 11.488 ευρώ συν ΦΠΑ, 3. την εκτύπωση 1.500 μπλοκ κλήσεων των 100 σελίδων διαστάσεων 10Χ 28εκ. που θα τα παραδώσει έως τις 30.10.2006 στη Δημοτική Αστυνομία Αθηνών, αντί 11.488 ευρώ, 4. την εκτύπωση 800 manual έντυπα οδηγιών 10X15 που θα τα παραδώσει έως τις 26.10.2006 στη Δημοτική Αστυνομία Αθηνών αντί 6.000 ευρώ. Για τη συναλλαγή αυτή η "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ" εξέδωσε : α] το με ημερομηνία 26/10/2006 και αριθμό ... τιμολόγιο με αναφερόμενη αιτία 800 τεμάχια τεχνικών εντύπων οδηγιών αξίας 7.140 ευρώ με το ΦΠΑ και το αντίστοιχο με αριθ. ....10.2006 δελτίο αποστολής προς την ... με προορισμό τη δημοτική αστυνομία, β] το με ημερομηνία 25/10/2006 και αριθμό ... τιμολόγιο με αναφερόμενη αιτία 1.500 μπλοκ κλήσεων 10X28, αξίας 6.559,28 ευρώ και το αντίστοιχο με αριθ. ....10.2006 δελτίο αποστολής προς την ... με προορισμό τη δημοτική αστυνομία, γ] το με ημερομηνίο 27/10/2006 και αριθμό ... τιμολόγιο με αναφερόμενη αιτία 80 τεμάχια PISA 4X3 αξίας 14.280 ευρώ και το αντίστοιχο με αριθ. ...10.2006 δελτίο αποστολής προς την ... με προορισμό το δήμο Αθηνών, δ] το με ημερομηνία 24/10/2006 και αριθμό ... τιμολόγιο με αναφερόμενη αιτία 165.000 εντύπων 12 σελίδων, και το αντίστοιχο με αριθ. ....10.2006 δελτίο αποστολής προς την ... με προορισμό τη δημοτική αστυνομία. Τα τιμολόγια αυτά, όμως είναι εικονικά γιατί α) δεν αποδείχθηκε η παράδοση σε κανένα από αυτά, αφού κανένα από τα δελτία αποστολής, που εξέδωσε η "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ" δεν φέρει την υπογραφή του παραλαβόντος, ήτοι το ....10.2006 δελτίο αποστολής προς την ... με προορισμό τη δημοτική αστυνομία, το ....10.2006 δελτίο αποστολής προς την ... με προορισμό τη δημοτική αστυνομία, το ...10.2006 δελτίο αποστολής προς την ... με προορισμό το δήμο Αθηνών και το ....10.2006 δελτίο αποστολής προς την ... με προορισμό τη δημοτική αστυνομία, β) δεν αποδεικνύεται η πληρωμή τους, διότι προσκομίζονται μεν τα ως άνω αναφερόμενα πινάκια παράδοσης επιταγών από την ... στην "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ", δεν αποδεικνύεται όμως, όπως προαναφέρθηκε, ούτε η οπισθογράφησή τους προς την "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ" ούτε η είσπραξή τους από αυτήν, αφού προσκομίζονται φωτοτυπίες μόνο της εμπρόσθιας πλευράς των επιταγών.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω δεν αποδείχθηκε ούτε η παράδοση ούτε ότι πράγματι πληρώθηκε το αντίτιμο των ως άνω τιμολογίων. Η κατάθεση του μάρτυρος υπεράσπισης δεν μπορεί να στηρίξει δικανική πεποίθηση, διότι δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός του ότι "πότε υπέγραφαν και πότε δεν υπέγραφαν κατά την παραλαβή". Τούτο δεν συνάδει με τη συναλλακτική πρακτική ούτε καν των αμιγώς ιδιωτικών εταιριών και συναλλαγών, πολύ δε περισσότερο στην προκείμενη περίπτωση, που η συναλλαγή αφορούσε το δήμο και τη δημοτική αστυνομία. Περαιτέρω, η ιδιότητα του μάρτυρος ως Διευθυντή της ... και γενικώς η σχέση του με την εν λόγω εταιρία δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο (σύμβαση πρόσληψης, ένσημα κλπ). Εξάλλου, στην προκείμενη περίπτωση δεν ερευνάται η συναλλακτική σχέση της ... με την ..., αλλά η συναλλακτική σχέση της τελευταίας με την "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ" και ο μάρτυρας, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη η ιδιότητα αυτού ως Διευθύνοντος Συμβούλου της ..., δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ούτε τη σχέση μεταξύ της ... και της ΑΤΕΒΙΔΕ, αφού η τελευταία δεν συμμετείχε στη σύμβαση, ούτε από ποιόν παραδόθηκε το έργο στον Δήμο Αθηναίων ή στη Δημοτική Αστυνομία. Περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της μάρτυρος υπεράσπισης και του κατηγορούμενου ότι η ΑΤΕΒΙΔΕ αποτελούσε ή ανήκε η ίδια σε όμιλο εταιριών αλλά ούτε και κάτι τέτοιο εκτέθηκε σαφώς, αφού ούτε ο κατηγορούμενος ούτε η μάρτυρας-υπάλληλός του δεν προσδιόρισαν τον όμιλο, σε ποιον ανήκε, που ήταν η έδρα, ποια ήταν τα στοιχεία επικοινωνίας, ποια ήταν τα στοιχεία του εκπροσώπου και των προσώπων που συναλλάσσονταν, ούτε παρείχε ο κατηγορούμενος τέτοια στοιχεία στη φορολογική αρχή, ως όφειλε και ευχερώς θα μπορούσε, αν ήταν αληθείς οι ισχυρισμοί της περί μακροχρόνιας συνεργασίας με την ΑΤΕΒΙΔΕ, (40- χρόνια, ανέφερε συγκεκριμένα η μάρτυρας υπεράσπισης, πράγμα βέβαια αδύνατο, αφού η ΑΤΕΒΙΔΕ ιδρύθηκε το 2000). Ούτε κρίνεται πειστικός ο ισχυρισμός ότι η ΑΤΕΒΙΔΕ εκπροσωπείτο από κάποιον Κ., αφού δεν προσδιορίστηκαν τα λοιπά στοιχεία του, ενώ ο αναφερόμενος από αυτούς κ. Π. ο οποίος υπήρξε πράγματι Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος από την έναρξη έως και το έτος 2003, όπως, όμως, προαναφέρθηκε αυτός κατέθεσε στην φορολογική αρχή ότι την περίοδο αυτή η εταιρία δεν πραγματοποίησε εργασίες. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, η εν λόγω εταιρία δεν παρείχε ποτέ στην εταιρία του κατηγορουμένου τις υπηρεσίες που εμφανίζονται στα επίδικα τιμολόγια, ούτε όμως και άλλο ή άλλα κρυπτόμενα άτομα, αποδείχθηκε, συνεπώς, ότι τα επίδικα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά και είχαν ληφθεί, εν γνώσει του κατηγορουμένου και ότι τα φορολογικά αυτά στοιχεία δεν αφορούσαν, στο σύνολο τους, πραγματικές συναλλαγές, (δηλαδή οι παραπάνω συναλλαγές δεν πραγματοποιήθηκαν καθόλου) συνεπώς αυτά ήταν εικονικά και ως προς τον λήπτη κατηγορούμενο. Επομένως, θεμελιώνεται αντικειμενικά και υποκειμενικά η, σε βάρος του κατηγορούμενου, αποδιδόμενη πράξη.".
Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην Αθήνα, κατά τις διαχειριστικές περιόδους: 1) από 1.1.2005 έως 31.12.2005 και 2) από 1.1.2006 έως 31.12.2006, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής και ειδικότερα απεδέχθη εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους ή για μέρος αυτών, με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, των οποίων η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, αρχομένης της παραγραφής από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής, ήτοι από την 23.10.2016. Ειδικότερα, ως νόμιμος εκπρόσωπος (διαχειριστής) της εταιρείας με την επωνυμία: "... ΠΑΡΟΧΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝ. ΥΠΗΡ. ΕΠΕ", με αντικείμενο εργασιών: ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ, που εδρεύει στο ... Αττικής, επί της οδού ..., ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε: α) κατά την χρήση 2005, στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης ένα (1) εικονικό φορολογικό στοιχείο, συνολικής καθαρής αξίας 6.710,00€, εκδόσεως της επιχείρησης "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ" και β) κατά την χρήση 2006, στα βιβλία της πιο πάνω επιχείρησης εννέα (9) εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 71.350,00€, εκδόσεως της επιχείρησης "Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ", τα οποία είναι εικονικά, διότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους, γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος και παρά ταύτα απεδέχθη αυτά. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία είναι τα παρακάτω: χρήση 2005:
-το υπ' αριθμ ...-11-2005 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 6.710,00€, πλέον Φ.Π.Α. 1.274,90€ χρήση 2006:
-το υπ' αριθμ. ...-10-2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 11.488,00€, πλέον Φ.Π.Α. 2.182,72€ -το υπ' αριθμ. ...-10-2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 5.512,00€, πλέον Φ.Π.Α. 1 047,28€ -το υπ' αριθμ. ...-10-2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 6.000,00€, πλέον Φ.Π.Α. 1.140,00€ -το υπ' αριθμ. ...-10-2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 12.000,00€, πλέον Φ.Π.Α. 2.280,00€ -το υπ' αριθμ. ...-11-2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 7.500,00€, πλέον Φ.Π.Α. 1.425,00€ -το υπ' αριθμ. ...-11-2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 7.000,00€, πλέον Φ.Π.Α. 1.330,00€ -το υπ' αριθμ. ...-11-2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 7.500,00€, πλέον Φ.Π.Α. 1.425,00€ -το υπ' αριθμ ...-11-2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 7.350,00€, πλέον Φ.Π.Α. 1.396,50 ευρώ -το υπ' αριθμ. ....11.2006 Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 7.000,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 1.330,00 ευρώ, συνολικής καθαρής αξίας 71.350,00 ευρώ.".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, όσον αφορά στο προμνημονευόμενο έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και τον Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 5 εδ. β' περ. α', 68 παρ. 2, 3, 71 παρ. 1 του Ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμη βάση Επί πλέον, προκειμένου να αχθεί στην παραδοχή ότι η εκδότρια των επιδίκων φορολογικών στοιχείων εταιρία με την επωνυμία Α.Τ.Ε.ΒΙ.ΔΕ. "δεν παρείχε ποτέ στην εταιρία του κατηγορουμένου τις υπηρεσίες που εμφανίζονται σ' αυτά, ούτε όμως και άλλο ή άλλα κρυπτόμενα άτομα..." και συνακόλουθα ότι "τα επίδικα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά και είχαν ληφθεί εν γνώσει του κατηγορουμένου και ότι... δεν αφορούσαν, στο σύνολο τους, πραγματικές συναλλαγές, (δηλαδή οι παραπάνω συναλλαγές δεν πραγματοποιήθηκαν καθόλου), σχηματίζοντας την δικανική του πεποίθηση περί του ότι επρόκειτο για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή και να αχθεί στην καταδικαστική του αναιρεσείοντος κρίση του για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα της δικογραφίας και αυτά που προσκομίστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου (ήτοι ιδιωτικά συμφωνητικά, εκδοθέντα τιμολόγια, αποδείξεις παραλαβής επιταγών κλπ, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο αυτών), όπως και τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, με ειδικότερες αναφορές σ' αυτές, και αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους, χωρίς να έχει περιοριστεί σε αρνητική αξιολόγηση ή να έχει προβεί στην μετάθεση στον αναιρεσείοντα του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών του παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητας αυτού.
Κατά συνέπεια, ο υπό αλφαβητικό στοιχείο "Α" λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 2 του ιδίου κώδικα, που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι τα επίδικα φορολογικά στοιχεία αφορούσαν πραγματική συναλλαγή, στον οποίο απάντησε αιτιολογημένα με την περί ενοχής αυτού κρίση του και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές, εμπεριεχόμενες στον ίδιο λόγο και σχετικές με την κατηγορία, αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, πλήττουν ανεπίτρεπτα την αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Καθόσον αφορά στην αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να τον καταδικάσει για το έγκλημα της αποδοχής των επίδικων εικονικών φορολογικών στοιχείων, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, με την επίκληση ότι η αποδοχή των φορολογικών αυτών στοιχείων φέρεται ότι τελέστηκε για να προπαρασκευάσει ή να υποστηρίξει την τέλεση του αδικήματος των παραγράφων 1-4 του ιδίου άρθρου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού και του διατακτικού της, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή, ότι τα επίδικα εικονικά φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις ως άνω πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του προαναφερόμενου άρθρου 66 Ν. 4174/2013 (αντίστοιχες των προϊσχυσασών παραβάσεων των άρθρων 17 και 18 του Ν. 2523/1997).
Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση η πιο πάνω παραδοχή, πολύ δε περισσότερο ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή ότι έχει καταδικαστεί για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, διότι ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία του τα επίδικα εικονικά τιμολόγια για τα οποία καταδικάστηκε με τη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αιτίασή του ότι δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, για το οποίο καταδικάστηκε με την αναιρεσειβαλλομένη απόφαση και συνακόλουθα ότι πρέπει, κατ' εφαρμογή της ως άνω επιεικέστερης διάταξης του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. γ' του Ν. 4174/2013, να αναιρεθεί η απόφαση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, τούτο δε διότι, προκειμένου να τύχει εφαρμογής η τελευταία αυτή διάταξη, πρέπει τα εικονικά αυτά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή, να χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 Ν. 4174/2013 και να υπάρχει περί τούτου σχετική παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από την εκτίμηση των πραγμάτων. Μάλιστα ο συναφής ισχυρισμός του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκε, κατά πιστή μεταφορά ότι: "τα εν λόγω τιμολόγια (εάν κριθεί ότι ήταν εικονικά) χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο για την τέλεση έτερης φορολογικής πράξης και επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω σκέψη, η πράξη της έκδοσης και αποδοχής εικονικών τιμολογίων απορροφάται και επομένως πρέπει να κηρυχθώ αθώος της σχετικής κατηγορίας", ήταν αόριστος, διότι δεν έγινε επίκληση από τον αναιρεσείοντα αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων και χρησιμοποίηση αυτών, από τον ίδιο, για την διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής στο εισόδημά του και στον Φ.Π.Α., πολύ δε περισσότερο ότι έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή έχει καταδικαστεί για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, διότι ζήτησε, έλαβε και καταχώρησε στα βιβλία του τα εν λόγω εικονικά τιμολόγια για τα οποία καταδικάστηκε με τη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Έτσι το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στον εν λόγω αόριστο ισχυρισμό.
Οι αντίθετες αιτιάσεις με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου για εσφαλμένη ερμηνεία των ως άνω διατάξεων, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, τον δεύτερο λόγο του ιδίου δικογράφου και τον υπό αλφαβητικό στοιχείο "Β" των προσθέτων λόγων για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτης ακυρότητας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' του ιδίου κώδικα είναι αβάσιμες.
Τέλος, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 6 του ανωτέρω άρθρου 66 του Νόμου 4174/2013 για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης. Η μεταχείριση από τον δράστη ιδιαιτέρων τεχνασμάτων συνιστά επιβαρυντική περίσταση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 79 του Π.Κ., η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση, στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του την βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως εν προκειμένω συμβαίνει με την προπαρατεθείσα του άρθρου 66 παρ. 6 του Νόμου 4174/2013, η οποία ορίζει πρόσθετα στοιχεία από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 79 του Π.Κ. και κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα για την επιβολή της απειλούμενης ποινής είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει την σχετική περί ποινής διάταξή του, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και την διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης, οπότε, σε ανυπαρξία τέτοιας αιτιολογίας, καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή, για έλλειψη της απαιτούμενης και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1981/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που εκδόθηκε επί εφέσεως του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. ΣΤΤ1993/2018 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της φοροδιαφυγής με την λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α' του Π.Κ., σε ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών με τριετή αναστολή. Όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση, ναι μεν αυτή διέλαβε με σαφήνεια και πληρότητα ως προς την ενοχή του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως επίσης διέλαβε στο περί της ποινής τμήμα του αιτιολογικού της τους όρους του άρθρου 79 του Π.Κ., πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία για το ύψος του ποσού που δεν αποδόθηκε και την διάρκεια της μη απόδοσης, με αποτέλεσμα μόνο κατά την εν λόγω περί ποινής διάταξή της, η πληττόμενη απόφαση να καταστεί κατά τούτο αναιρετέα, αφού πλήττεται η προσβαλλομένη για τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης. Επί πλέον, κατά το άρθρο 463 παρ. 2 του κυρωθέντος από το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ. όπου σε ειδικούς νόμους απειλείται ποινή φυλάκισης, προστίθεται διαζευκτικά "και η χρηματική ποινή", όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 57 του παρόντος Κώδικα. Η τελευταία αυτή διάταξη, έναντι των αντιστοίχων του προϊσχύσαντος νόμου, που προαναφέρθηκαν, οι οποίες προέβλεπαν μόνο ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, είναι ευμενέστερη, καθόσον προβλέπεται διαζευκτικά, εκτός από την ποινή φυλάκισης, η χρηματική ποινή.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και εφόσον η υπό κρίση από 5.4.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1981/2019 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση είναι παραδεκτή, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης και κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης επιεικέστερης διάταξης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή και να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, και αν είναι δυνατόν συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 Κ.Π.Δ του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ., που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση κατά το άρθρο 590 του ιδίου κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα"), και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1981/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και μόνο ως προς την επιβληθείσα ποινή στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, εφόσον τούτο είναι δυνατόν.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 5.4.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1981/29.3.2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Δεκεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ       Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login