ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Από 17-10-2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013, οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 37/2017). Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη.
Αριθμός 160/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου και Μαριάνθη Παγουτέλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αριστοτέλη Χριστόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιπποκράτη-Αλέξανδρο Μυλωνά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 16, 64/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 13 Απριλίου 2021 κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 15.4.2021, έλαβε αριθμό 3128/2021 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 401/2021 .
Αφού άκουσε Tον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η υπό κρίση, υπ' αρ. πρωτ. 3128/2021, αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 16,64/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την κακουργηματική πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών, μετατραπείσα σε χρηματική, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 4 ΚΠΔ, 1 παρ.1 αρ. 4 στ. 5 αβ της από 6.11.2020 ΚΥΑ με αρ. Δ1α/Γ.Π.οικ.71342 και αυτές που επακολούθησαν, για αναστολή των προθεσμιών άσκησης των ένδικων μέσων στα πλαίσια λήψης έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο διασποράς του κορωναϊού COVID - 19 και άρθρο 83 ν.4790/2021). Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
II. i) Κατά τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 του ν. 4174/2013, όπως προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (που άρχισε να ισχύει από 17-10-2015), ορίζεται ότι "όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 (σημ. αντίστοιχες των άρθρων 17 παρ. 1 και 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 και αντικαταστάθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά τον ν. 4337/2015), οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος. Ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ. Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος..."
ii) Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι από 17-10-2015 και εφεξής η πράξη της έκδοσης πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων, καθώς και της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων ή της νόθευσης τέτοιων στοιχείων, καθίσταται ανέγκλητη, στην περίπτωση που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία για την τέλεση ή υποστήριξη άλλης πράξης φοροδιαφυγής του άρθρου 66 παρ. 1 έως 4 του ν. 4174/2013, (δηλαδή αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος κλπ, φόρου προστιθέμενης αξίας κλπ και φόρου πλοίων), οπότε δεν είναι αυτοτελώς κολάσιμη, όπως συνέβαινε υπό την ισχύ της προϊσχύσασας δυσμενέστερης διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του ν. 2523/1997, αλλά απορροφάται από την άλλη εγκληματική φορολογική παράβαση, με την οποία, όταν συντρέξει η ως άνω περίπτωση, συρρέει φαινομενικώς και η οποία καλύπτει και την απαξία της πρώτης (ΑΠ 37/2017). Η ρύθμιση αυτή προϋποθέτει, ότι χρησιμοποιήθηκαν πράγματι τα ως άνω φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις φοροδιαφυγής των παραγράφων 1 έως 4 του άρθρου 66 του ν. 4174/2013, καθώς και ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικασθεί για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις αυτές ή ότι έχει ασκηθεί και εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις και δεν ισχύει στις περιπτώσεις που ο υπαίτιος χρησιμοποίησε μεν τα εικονικά φορολογικά στοιχεία για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, πλην όμως δεν καταδικάσθηκε ούτε έχει ασκηθεί σε βάρος του σχετική ποινική δίωξη ( ΑΠ 1711/2019).
III. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 139, 177 του ισχύοντος ΚΠΔ, όταν υφίσταται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το Δικαστήριο ως αληθή για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για τη έκβαση της δίκης.
Η επιβαλλόμενη, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε(139 παρ.2 ΚΠΔ).
IV. Λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011).
V. Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, κήρυξε ένοχο το κατηγορούμενο για την κακουργηματική πράξη της φοροδιαφυγής κατ' εξακολούθηση με τη μορφή της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ, και συγκεκριμένα του ότι: "στον Πειραιά κατά τα έτη 2003 και 2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου αδικήματος, τέλεσε έγκλημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή. Ειδικότερα, στους παραπάνω τόπο και χρόνους, διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, λαμβάνοντας εικονικά φορολογικά στοιχεία, υπό την έννοια ότι εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολο τους και, συγκεκριμένα, με την ιδιότητά του ως διαχειριστή της εδρεύουσας στον …, επί της οδού ..., ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Τ. Ο.Ε." με ΑΦΜ …, έλαβε τα παρακάτω αναφερόμενα φορολογικά στοιχεία που εξέδωσαν οι ατομικές επιχειρήσεις του Ε. Φ. του Γ. και της Θ. Φ. του Δ. αντίστοιχα, τα οποία ήταν εικονικά στο σύνολό τους, σύμφωνα με την παραπάνω έννοια του νόμου, επειδή εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολο τους και δη τα εξής, όπως αναφέρονται λεπτομερώς στην από 13.9.2010 έκθεση ελέγχου:
ΧΡΗΣΗ 2003 Α) Είκοσι εννέα(29) παραβάσεις, γιατί ζήτησε, έλαβε και καταχώρισε στα τηρούμενα βιβλία της τα παρακάτω εικονικά φορολογικά στοιχεία, άνω των 300.000 δρχ. (880,00 ευρώ): ΧΡΗΣΗ 2004 Δεκατρείς (13) παραβάσεις, γιατί ζήτησε ,έλαβε και καταχώρησε στα τηρούμενα βιβλία της τα παρακάτω εικονικά φορολογικά στοιχεία, άνω των 300.000 δρχ.(880,00 ευρώ):
Από την επιχείρηση Φ. Ε. Γ., με ΑΦΜ …, αρμοδιότητας Δ.Ο.Υ. ΙΣΤΙΑΙΑΣ ΕΥΒΟΙΑΣ. Ήτοι, συνολικά στη χρήση 2003 έλαβε τριάντα έξι (36) εικονικά φορολογικά στοιχεία συνολικής καθαρης αξίας 454.208,42 ευρώ, πλέον ΦΠΑ και στη χρήση 2004 έλαβε δέκα τρία (13) εικονικά φορολογικά στοιχεία, συνολικής καθαρής αξίας 170.852,96 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., που εξέδωσαν οι παραπάνω εταιρίες, τα οποία αφορούσαν συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους.
VI. Με τους δύο μόνους λόγους αναίρεσης, που αναφέρονται στην απόρριψη του προβληθέντος ισχυρισμού περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. γ' του ν. 4174/2013, ο αναιρεσείων προβάλλει την έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απορριπτικής αυτής απόφασης και της εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, ο κατηγορούμενος πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη πράξη απορροφήθηκε από την πράξη του άρθρου 66 παρ. 1α του ν. 4471/2013 (πρώην άρθρο 17 του ν. 2523/1997) και συνεπώς ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. α - γ' του ν. 4471/2013, με βάση την οποία έπρεπε να κηρυχθεί αθώος, καθόσον τα αναφερόμενα εικονικά τιμολόγια χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση του εγκλήματος φοροδιαφυγής του άρθρου 17 του ν. 2523/1997 και νυν 66 παρ. 1α του ν. 4471/2013, για το οποίο παραπέμφθηκε να δικασθεί και για το οποίο καταδικάσθηκε σε πρώτο βαθμό, με την ΒΤ4756/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, αλλά το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την υπ' αρ. 1618/2014 απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη ως προς τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο.
Το Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, δεχόμενο, μετά την παράθεση, εκτενών νομικών σκέψεων και αναφορά στη νομολογία, τα ακόλουθα: "... Στο με αριθμό 15/Β 11-1402/30.4.2012 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκαν τότε στο ακροατήριο οι και τώρα κατηγορούμενοι αναφέρεται ότι τα καθαρά κέρδη που δεν δηλώθηκαν από αυτούς, με αποτέλεσμα να επιτύχουν την αποφυγή πληρωμής του φόρου της εταιρίας τους για τα έτη 2003 και 2004, υπολογίζονται βάσει των εικονικών τιμολογίων που έλαβαν "από διάφορες επιχειρήσεις", η αξία των οποίων ανέρχεται στα ποσά που προαναφέρονται (490.604,25 € για τη χρήση του 2003 και 184.472,89 € για τη χρήση 2004), τα οποία ταυτίζονται με αυτά που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας. Εκ τούτου έπεται ότι, κατά την κατηγορία εκείνη, η πράξη της φοροδιαφυγής στο εισόδημα και στο ΦΠΑ που αποδόθηκε στους κατηγορούμενους τελέστηκε με τη χρήση των φορολογικών στοιχείων που ελέγχονται ως εικονικά και στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Κατά της με αριθμό 4756/2.10.12 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που σε πρώτο βαθμό τους κήρυξε ενόχους των πράξεων που προαναφέρθηκαν οι κατηγορούμενοι άσκησαν εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 1618/10.11.2014 (ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την οποία: α] ο μεν πρώτος κατηγορούμενος Μ. Τ. κηρύχθηκε αθώος λόγω της, όπως κρίθηκε, εντελώς τυπικής συμμετοχής του στην ομόρρυθμη εταιρία, για τις φορολογικές υποχρεώσεις της οποίας μοναδικός υπεύθυνος θεωρήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Τ., διαχειριστής και ταμίας της και β) για τον τελευταίο αυτόν η ποινική δίωξη για τις πράξεις της τότε ελεγχόμενης φοροδιαφυγής κηρύχθηκε απαράδεκτη, επειδή είχε ασκηθεί πριν από την τελεσιδικία των ως άνω προσφυγών κατά των προσωρινών πράξεων προσδιορισμού ΦΠΑ και των οριστικών πράξεων προσδιορισμού αποτελεσμάτων και επιβολής φόρου εισοδήματος του προϊσταμένου της Γ' Δ.Ο.Υ. Πειραιώς. Με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 66 § 5 εδάφ. α και γ του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι τα επίμαχα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν πράγματι για τη διάπραξη τουλάχιστον φοροδιαφυγής στο εισόδημα (του αδικήματος δηλαδή που προβλεπόταν στο άρθρο 17 του προϊσχύσαντος Ν. 2523/1997 και ήδη στοιχειοθετείται στο άρθρο 66 § 1 στοιχ. α του ισχύοντος ΚΦΔ) και του ότι για το έγκλημα αυτό ασκήθηκε ποινική δίωξη, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν έχει προηγηθεί καταδίκη των κατηγορουμένων για κάποια από τις πράξεις φοροδιαφυγής που τελέστηκαν με τη χρήση των φορολογικών αυτών στοιχείων, το άδικο της αποδοχής των οποίων ουσιαστικά μέχρι τώρα δεν έχει αξιολογηθεί ποινικά. Για το λόγο αυτό κρίνεται απορριπτέος ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων από το άρθρο 66 παρ. 5 του Ν. 4174/2013, όπως ισχύει μετά το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015".
VII. Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, ως προς τον προβληθέντα ισχυρισμό περί ανεγκλήτου της επίδικης πράξης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά και ορθώς έκρινε ότι δεν ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 65 παρ. 5 εδ. α' και γ' του ν. 4174/2013, αφού δέχθηκε ότι δεν υφίστατο καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη του άρθρου 66 παρ. 1α' του ν. 4174/2013 ούτε εξάλλου, μετά την κήρυξη απαράδεκτης της ασκηθείσας σχετικής ποινικής δίωξης, με την 1618/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, εκκρεμούσε σε βάρος του ποινική δίωξη κατά το χρόνο εκδίκασης της ένδικης υπόθεσης. Δηλαδή, δέχθηκε, παραθέτοντας σαφείς και μη αντικρουόμενες ερμηνευτικές εκδοχές και παραδοχές, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να τύχουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις και να μην τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων για την πράξη της αποδοχής εικονικών τιμολογίων, οι οποίες προϋποθέσεις, κατά τα προεκτεθέντα (βλ. νομική σκέψη της παρούσας στοιχ II), ii) είναι να έχει ήδη καταδικασθεί ο υπαίτιος για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις του άρθρου 66 παρ. 1-4 του ν. 4174/2013 ή να έχει ασκηθεί και να εκκρεμεί σε βάρος του ποινική δίωξη για τις εν λόγω πράξεις. Το γεγονός της καταδίκης του αναιρεσείοντος σε πρώτο βαθμό δεν πληροί την προαναφερθείσα προϋπόθεση, όπως αβάσιμα προβάλλει ο ίδιος, αφού η καταδικαστική αυτή απόφαση, μετά την κήρυξη απαράδεκτης της ποινικής δίωξης με την προαναφερθείσα με αρ. 1618/2014 απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, δεν υφίστατο σε ισχύ κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης. Οι αντίθετες με τα προεκτεθέντα αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, όπως αβάσιμες είναι και οι εμπεριεχόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις για αντιφατικές αιτιολογίες, αφού στο σκεπτικό της απόφασης που παρατέθηκε πιο πάνω δεν διαλαμβάνονται τέτοιες αντιφατικές αιτιολογίες.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι οι εκ του άρθρου 510 παρ.1 Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης.
VII. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 παρ. 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την υπ' αρ. πρωτ. 3128/2021, αίτηση-δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της 16,64/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2022
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2022
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ