ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ - ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗ - 363 ΚΠΔ - ΑΠ 681-2023

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Οι ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 363 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ. θεσπίστηκαν για την διασφάλιση του υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου να θέτει ερωτήσεις και να ζητεί διευκρινίσεις από τους μάρτυρες που καταθέτουν πραγματικά περιστατικά σχετιζόμενα με την ενοχή ή αθωότητά του, η παραβίαση δε των παραπάνω διατάξεων προκαλεί απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικό λόγο της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Για να μην προκληθεί απόλυτη ακυρότητα από την ανάγνωση στο ακροατήριο ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που δόθηκε κατά την προδικασία πρέπει να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι είναι ανέφικτη η παρουσία του (μάρτυρα), άλλως πρέπει να συναινεί ρητώς στην ανάγνωση ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος υπεράσπισης που τον εκπροσωπεί. Όταν όμως πρόκειται να αναγνωσθεί η προανακριτική κατάθεση μάρτυρα, ο οποίος είναι παρών στο ακροατήριο και καταθέτει ενόρκως, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται στον κατηγορούμενο από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, με συνέπεια να μην προκαλείται ακυρότητα, καθόσον στην περίπτωση αυτή ο δεύτερος (κατηγορούμενος) έχει τη δυνατότητα να θέτει ερωτήσεις και να ζητεί διευκρινίσεις από τον πρώτο (μάρτυρα) και για όσα κατέθεσε κατά την προδικασία (Α.Π. 375/2021).

Αριθμός 681/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Βάρκα, Ελευθέριο Σισμανίδη - Εισηγητή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αριστοτέλη Χριστόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Σ. του Η., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Αθανασόπουλο, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΔΤ1529/2022 απόφασης του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Δ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 19 Δεκεμβρίου 2022, κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 19.12.2022, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 10946/2022 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1258/2022.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη, από 19-12-2022, δήλωση (αίτηση) του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Μ. Σ. του Η. και της Ρ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αρ. ΔΤ 1529/18-5-2022 απόφασης του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και καταδίκασε αυτόν (αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο), για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ.), σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε ευρώ (5,00 €) για κάθε ημέρα φυλάκισης, που ασκήθηκε νομότυπα, αυτοπροσώπως από τον ίδιο (αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο), με επίδοση της ανωτέρω δήλωσης (αίτησης) στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 19-12-2022 (αρ. γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου 10946/19-12-2022), και εμπρόθεσμα, εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του ανωτέρω δικαστηρίου, την 1-12-2022, είναι παραδεκτή (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2, 3 και 474 παρ. 2Α, 4 του Κ.Ποιν.Δ.), καθόσον περιέχει σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο που την εξέδωσε. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για την βασιμότητα των λόγων της.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 και 369 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ., συνάγεται ότι, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριό του κατά την εκδίκαση της απόφασης, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου, που απορρέει από το άρθρο 358 του ίδιου ανωτέρω κώδικα, να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το ως άνω αποδεικτικό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το κάθε έγγραφο ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, αρκεί δε μόνο να αναφέρονται τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του (εγγράφου), σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. απορρέοντα δικαιώματά του, λαμβανομένου υπόψη ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο, με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας του εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε, καθώς και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε, τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ο προσδιορισμός, δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας ότι το έγγραφο αυτό, όχι δε κάποιο άλλο, αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη, έτσι δε δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του (Α.Π. 375/2022, Α.Π. 1750/2018).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 365 παρ. 1 εδ. α' του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., "Στις περιπτώσεις που είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο, εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, διαμονής στο εξωτερικό ή άλλου εξαιρετικά σοβαρού κωλύματος (άρθρο 219 παρ. 2) ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση, η ένορκη κατάθεσή του, που δόθηκε στην προδικασία, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία. Στις παραπάνω περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να διατάξει όσα ορίζονται στο άρθρο 354.". Από την ανωτέρω διάταξη, καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 του προϊσχύσαντος Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνην του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου παραπάνω κώδικα, προκύπτει ότι η ανάγνωση προανακριτικών ή ανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων που απολείπονται, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισής τους στο ακροατήριο, καθώς και η λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου, δεν προκαλεί ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικό λόγο, αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του δεν είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, δεδομένου ότι έτσι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται σε κάθε κατηγορούμενο, από τα άρθρα 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (Φ.Ε.Κ. 25/26-2-1997, τεύχος πρώτο), να θέτει ερωτήματα στους μάρτυρες, αφού διατηρείται το από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. δικαίωμά του να κάνει παρατηρήσεις επί των εν λόγω καταθέσεων που αναγνώσθηκαν. Αντιθέτως, οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα παραβιάζονται, με συνέπεια να προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., αν ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του είχαν αντιλέξει στην ανάγνωση των καταθέσεων των απολειπομένων μαρτύρων που λήφθηκαν κατά την προδικασία, και το δικαστήριο, παρά ταύτα, απορρίπτοντας το αίτημα, για τη μη ανάγνωση των εν λόγω καταθέσεων, προέβη στην ανάγνωση αυτών, οπότε ιδρύεται ο από το άνω άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναίρεσης (Α.Π. 508/2018). Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 363 του ήδη ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 590 παρ. 1 του ανωτέρω Κ.Ποιν.Δ., σε εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιοδήποτε βαθμό, ορίζεται ότι: "1. Στις περιπτώσεις που κρίνεται αιτιολογημένα ότι είναι αδύνατη η εμφάνιση ενός μάρτυρα στο ακροατήριο εξαιτίας θανάτου, γήρατος, μακράς και σοβαρής ασθένειας, μη ανεύρεσής του λόγω αδυναμίας εντοπισμού της διεύθυνσης κατοικίας του ή σε όσες άλλες περιπτώσεις ορίζει ο νόμος, διαβάζεται στο ακροατήριο, αν υποβληθεί αίτηση ή αυτεπαγγέλτως, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία, εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 354. Η ανάγνωση της ένορκης κατάθεσης της προδικασίας χωρίς τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. 2. Σε περιπτώσεις που η εμφάνιση του απόντος μάρτυρα στο ακροατήριο είναι εφικτή, η ένορκη κατάθεσή του που δόθηκε στην προδικασία διαβάζεται στο ακροατήριο μόνον εφόσον συναινεί ρητώς ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος που τον εκπροσωπεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά". Η ως άνω νεότερη διάταξη δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από την προϊσχύσασα του άρθρου 365 του παλαιού Κ.Ποιν.Δ., εκτός του ότι με την προσθήκη της παρ. 2 του άρθρου 363 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ., η ανάγνωση ένορκης προδικαστικής κατάθεσης απόντος - πλην όμως δυναμένου να εμφανισθεί στο ακροατήριο - μάρτυρα εξαρτάται πλέον από τη ρητή συναίνεση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου που τον εκπροσωπεί. Η αξίωση αυτή μάλιστα δεν απορρέει μόνον από την υποχρέωση τήρησης της δικαιότητας της διαδικασίας, αλλά και από την υποχρέωση τήρησης της αρχής της προφορικότητας (βλ. σελ. 107 της αιτιολογικής έκθεσης του σχεδίου νόμου για την κύρωση του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ.). Οι ως άνω ρυθμίσεις των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 363 του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ. προφανώς θεσπίστηκαν για την διασφάλιση του υπερασπιστικού δικαιώματος του κατηγορουμένου να θέτει ερωτήσεις και να ζητεί διευκρινίσεις από τους μάρτυρες που καταθέτουν πραγματικά περιστατικά σχετιζόμενα με την ενοχή ή αθωότητά του, η παραβίαση δε των παραπάνω διατάξεων προκαλεί απόλυτη ακυρότητα, κατ' άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ. και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικό λόγο της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, για να μην προκληθεί απόλυτη ακυρότητα από την ανάγνωση στο ακροατήριο ένορκης κατάθεσης μάρτυρα που δόθηκε κατά την προδικασία πρέπει να βεβαιώνεται στην απόφαση ότι είναι ανέφικτη η παρουσία του (μάρτυρα), άλλως πρέπει να συναινεί ρητώς στην ανάγνωση ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος υπεράσπισης που τον εκπροσωπεί. Όταν όμως πρόκειται να αναγνωσθεί η προανακριτική κατάθεση μάρτυρα, ο οποίος είναι παρών στο ακροατήριο και καταθέτει ενόρκως, δεν παραβιάζεται το δικαίωμα που παρέχεται στον κατηγορούμενο από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 στοιχ. δ' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και 14 παρ. 3 στοιχ. ε' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, με συνέπεια να μην προκαλείται ακυρότητα, καθόσον στην περίπτωση αυτή ο δεύτερος (κατηγορούμενος) έχει τη δυνατότητα να θέτει ερωτήσεις και να ζητεί διευκρινίσεις από τον πρώτο (μάρτυρα) και για όσα κατέθεσε κατά την προδικασία (Α.Π. 375/2021). IV. Κατά τη διάταξη του άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., αλλά και του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., που κυρώθηκε με το Ν. 4620/2019 (Φ.Ε.Κ. 96/11-6-2019, τεύχος πρώτο), απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από τον νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της E.E.". Εξάλλου, κατά τη διάταξη άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο), "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του", κατά δε την με ταυτόσημη διατύπωση διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 και 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (Φ.Ε.Κ. 25/26-2-1997, τεύχος πρώτο) και επίσης έχει αυξημένη τυπική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, στην οποία ορίζεται "2. "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο. 3. Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα τις ακόλουθες τουλάχιστον εγγυήσεις: (...) ζ) να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του και τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", διακηρύσσεται η θεμελιώδης αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου, η οποία στο πλαίσιο της έννοιας της "δίκαιης δίκης" καθιερώνει και κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου, καθόλα τα διαδικαστικά στάδια της ποινικής διαδικασίας, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, να θεωρείται αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί με την τήρηση νόμιμης διαδικασίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο ή στο πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση δικαιωμάτων, αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση ή διαμαρτυρία του κατηγορουμένου (Α.Π. 1175/2022). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 366 παρ. 2 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., αλλά και η με ταυτόσημη διατύπωση διάταξη του άρθρου 365 παρ. 2 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., ορίζει ότι: "Αν όσα εκθέτει στην απολογία του ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολο τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατό να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση". Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει, ότι η ανάγνωση περικοπών, και μόνον, της έγγραφης απολογίας του κατηγορουμένου στην προδικασία είναι επιτρεπτή, στην περίπτωση κατά την οποία, στο στάδιο της απολογίας του στο ακροατήριο, απαντά κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχει καταθέσει στην προδικασία, όχι δε όταν απλώς αρνείται να απαντήσει σε κάποια ερώτηση, ασκώντας και προστατεύοντας έτσι πληρέστερα, το καθιερωμένο πλέον, κατά τα προαναφερόμενα, δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του. Για τον ίδιο δικαιολογητικό λόγο δεν παρέχεται από το νόμο δυνατότητα ανάγνωσης της απολογίας του κατηγορουμένου προς υποβοήθηση της μνήμης του, ως εκ τούτου δε απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του (κατηγορουμένου) ολόκληρης της απολογίας του, που έγινε κατά την προδικασία. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς, εκ μέρους του δικαστηρίου, ολόκληρης της απολογίας του κατηγορουμένου, που έδωσε κατά τη διενέργεια της προδικασίας (κύριας ανάκρισης, προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης), δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα (Κ.Ποιν.Δ.), η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου (Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 1/2004). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 173 παρ. 3 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ., αλλά και η με ταυτόσημη διατύπωση διάταξη του άρθρου 174 παρ. 3 του ισχύοντος από 1-7-2019 Κ.Ποιν.Δ., ορίζει ότι: "Εκτός από την απόλυτη ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 171, η ακυρότητα που προήλθε από ενέργεια ή από παράλειψη του Εισαγγελέα ή του διαδίκου ή που έγινε δεκτή ρητά από αυτούς δεν μπορεί να προταθεί από τους ίδιους". Από την ανωτέρω διάταξη με σαφήνεια συνάγεται ότι η σχετική ακυρότητα, που προήλθε από ενέργεια ή παράλειψη του εισαγγελέα ή του διαδίκου, έστω και αν ο τελευταίος έχει έννομο συμφέρον, δεν μπορεί να προταθεί από τους ίδιους, σε αντίθεση με την απόλυτη ακυρότητα, όπως η προαναφερόμενη της ανάγνωσης στο ακροατήριο της έγγραφης απολογίας του κατηγορουμένου, η οποία ακόμη και αν προκλήθηκε με ενέργεια του εισαγγελέα ή του διαδίκου, μπορεί να προταθεί από αυτούς και να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο (Α.Π. 1193/2016). Από τη συνδυαστική ερμηνεία όλων των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η ανάγνωση ολόκληρης της κατά την προδικασία ληφθείσας απολογίας του κατηγορουμένου, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα, ακόμη και όταν αυτή έχει περιληφθεί στα αναγνωστέα έγγραφα με ενέργεια του εισαγγελέα ή και του διαδίκου, πριν από την προφορική του απολογία στο ακροατήριο και χωρίς να ερωτηθεί, ανεξάρτητα από την τυχόν προβολή ή μη αντιρρήσεων εκ μέρους του για την ανάγνωσή της, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο παραβιάζεται το καθιερωμένο πλέον και με τις προπαρατεθείσες διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, αλλά και η αρχή της αμεσότητας που πρέπει να διέπει την ποινική διαδικασία. Έτσι, η ανάγνωση στο ακροατήριο, υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις, ακολούθως δε η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικά εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας της απολογίας του κατηγορουμένου, η οποία δόθηκε στην προδικασία, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ., η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικό λόγο, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου, συγκεκριμένα δε στο δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζουν τα άρθρα 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και 14 παρ. 2 και 3 εδ. ζ' του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, καθώς και το δικαίωμά του, από το άρθρο 223 παρ. 4 του Κ.Ποιν.Δ., να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη (Α.Π. 1350/2019). V. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. ΔΤ 1529/18-5-2022 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας (άρθρο 216 παρ. 1 του Π.Κ.), προκειμένου δε το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στην ως άνω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "(...) ο κατηγορούμενος, στη ... στις 9-12-2016 με πρόθεση κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα κατήρτισε το υπ' αριθμ. ... (δελτίο αστυνομικής ταυτότητας) εκδοθέν στις 7-11-2016 από το Τ.Α. ΟΜΟΝΟΙΑΣ, που έφερε επικολλημένη τη φωτογραφία του με στοιχεία κατόχου Μ. Χ. του Γ. και της Μ., το οποίο δελτίο αντιστοιχούσε σε άλλο υπαρκτό πρόσωπο με ενεργό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τον ως άνω αριθμό. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, επειδή πρόκειται για δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο 217 ΠΚ, είναι απορριπτέος, καθ' όσον δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος κατήρτισε το εν λόγω πλαστό έγγραφο με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδό του (...), αντίθετα αποδείχθηκε, σύμφωνα με την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρος, ότι κατά του κατηγορουμένου εκκρεμούσε η εκτέλεση καταδικαστικής απόφασης. Κατόπιν των ανωτέρω ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατόπιν επιτρεπτής μεταβολής της κατηγορίας από την πράξη της νόθευσης εγγράφου με χρήση αυτού, σε κατάρτιση πλαστού εγγράφου, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί μεταβολής της κατηγορίας από την πράξη της νόθευσης εγγράφου σε πλαστογραφία πιστοποιητικών.". Στη συνέχεια το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, κατά πιστή μεταφορά, του ότι: "(...) Στη ... στις 9-12-2016, με πρόθεση κατήρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και συγκεκριμένα κατήρτισε το υπ' αριθμ. ... (δελτίο αστυνομικής ταυτότητας) εκδοθέν στις 7-11-2016 από το Τ.Α. ΟΜΟΝΟΙΑΣ, που έφερε επικολλημένη τη φωτογραφία του με στοιχεία κατόχου Μ. Χ. του Γ. και της Μ., το οποίο δελτίο αντιστοιχούσε σε άλλο υπαρκτό πρόσωπο με ενεργό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας με τον ως άνω αριθμό", ακολούθως δε τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική, προς πέντε ευρώ (5,00 €) για κάθε ημέρα φυλάκισης. VI. Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατά το πρώτο σκέλος του, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ειδικότερα δε ότι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έγγραφα, η ταυτότητα των οποίων δεν προσδιορίζεται επαρκώς, συγκεκριμένα δε ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύεται ότι αναγνώσθηκαν και λήφθηκαν υπόψη για την κήρυξή του ενόχου: α) έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, χωρίς αναφορά του ονόματος του μάρτυρα και της ημερομηνίας σύνταξης της έκθεσης, β) έκθεση παράδοσης και κατάσχεσης, χωρίς να αναφέρεται η ημερομηνία σύνταξής της και οποιοδήποτε άλλο προσδιοριστικό στοιχείο του ως άνω εγγράφου και γ) έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου, χωρίς αναφορά του κατηγορουμένου, της ημερομηνίας σύνταξής της και της αρχής ενώπιον της οποίας έγινε η εξέταση. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας (Δ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών), για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής και καταδίκης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασής του, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριό του, συγκεκριμένα δε, κατά πιστή αντιγραφή, "(...) η εκκαλουμένη με τα πρακτικά της, τα αναγνωστέα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτήν, καθώς και τα κάτωθι έγγραφα: - ΕΚΘΕΣΗ ΕΝΟΡΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑ - ΕΚΘΕΣΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ - ΕΚΘΕΣΗ ΣΥΛΛΗΨΗΣ - ΕΚΘΕΣΗ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΚΑΤ/ΝΟΥ - ΦΩΤ/ΦΟ ΠΥ. ΑΡΙΘΜ. 1040/2/24β - ΦΩΤ/ΦΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. ... - ΕΚΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΑΤ ... - ΔΕΛΤΙΟ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ - Η ΑΠΟ 9/12/2016 ΕΝΟΡΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ ΜΑΡΤΥΡΑ Δ. Β. - ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΑ ΕΦΟΡΙΑΣ". Ο κατά τα ανωτέρω προσδιορισμός των παραπάνω εγγράφων είναι επαρκής για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους και δεν ήταν αναγκαία η αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού αυτών, αφού με την ανάγνωσή τους κατέστησαν γνωστά και κατά περιεχόμενό τους στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, οπότε αυτός είχε τη δυνατότητα, δια του συνηγόρου υπεράσπισής του, που τον εκπροσωπούσε, στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο καθενός από τα ως άνω έγγραφα, κατ' άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ., γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο προσδιορισμού των ανωτέρω εγγράφων στα πρακτικά της δίκης (Α.Π. 1061/2018), σε συνδυασμό με το ότι τα ίδια έγγραφα αναγνώσθηκαν και στην πρωτοβάθμια δίκη, για την ίδια υπόθεση, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ' αρ. 126858/12-12-2016 απόφαση του Β' Αυτόφωρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των αντίστοιχων πρακτικών, ενώ από τα πρακτικά της δίκης στο ως άνω πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω υπ' αρ. 126858/12-12-2016 απόφαση, όσο και από εκείνα (πρακτικά της δίκης) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ουδεμία αντίρρηση προέβαλε, δια των συνηγόρων υπεράσπισής του στις αντίστοιχες δίκες, για την ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων. Με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο

ΙΙ νομική σκέψη, οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον σχετικό πρώτο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, της κρινόμενης αίτησης, ότι το δικαστήριο της ουσίας προς στήριξη της περί ενοχής και καταδίκης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του τα προαναφερθέντα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριό του, χωρίς να προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά τους, με τις οποίες (αιτιάσεις) πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα), καθώς και για παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του Κ.Ποιν.Δ.), είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησής του, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προβάλλει την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ειδικότερα δε ότι αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς τη ρητή συναίνεσή του, αφενός εκθέσεις ένορκων καταθέσεων μαρτύρων που δόθηκαν κατά το στάδιο της προδικασίας, συγκεκριμένα δε: α) έκθεση ένορκης μάρτυρα, χωρίς αναφορά του ονόματός του (μάρτυρα) και της ημερομηνίας σύνταξής της (έκθεσης) και β) της από 9-12-2016 έκθεσης ένορκης εξέτασης του μάρτυρα Β. Δ., αφετέρου δε η προανακριτική απολογία του (αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου), που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την περί ενοχής και καταδίκης του κρίση του. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας (Δ' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών), για τον σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής και καταδίκης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασής του, την από 9-12-2016 έκθεση, που αναγνώσθηκε στο ακροατήριό του, η οποία αφορά ένορκη εξέταση, κατά την αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσα αστυνομική προανάκριση (άρθρο 243 παρ. 2 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ.), του μάρτυρα του Β. Δ. του Κ., χωρίς την προηγούμενη ρητή συναίνεση του συνηγόρου υπεράσπισης του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, που τον εκπροσώπησε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς όμως και την οποιαδήποτε αντίρρηση ή εναντίωση στην ανάγνωσή της, ο παραπάνω δε μάρτυρας (Β. Δ. του Κ.) εξετάστηκε και ενόρκως στο ακροατήριο του δικαστηρίου της ουσίας, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε στο ακροατήριό του και έλαβε υπόψη του, για την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, μεταξύ και άλλων έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, η οποία όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, αφορά την ένορκη προανακριτική κατάθεση, κατά το στάδιο της αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης για την παρούσα υπόθεση (άρθρο 243 παρ. 2 του προϊσχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Κ.Ποιν.Δ.), του ανωτέρω μάρτυρα, Β. Δ. του Κ., για την οποία συντάχθηκε η ανωτέρω από 9-12-2016 έκθεση, καθόσον δεν εξετάστηκε άλλος μάρτυρας, κατά την προδικασία της προκείμενης υπόθεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της υπ' αρ. πρωτ. 1040/2/24 - α'/10-12-2016 αναφοράς του Τμήματος Αναζητήσεων Προσώπων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, με την οποία υποβλήθηκε η σχηματισθείσα για την παρούσα υπόθεση δικογραφία στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών και εισήχθη προς εκδίκαση στο ακροατήριο του Β' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την 10-12-2016, κατά τη διαδικασία των άρθρων 417 και επ. του Κ.Ποιν.Δ., ούτε άλλωστε υπάρχει στον φάκελο της δικογραφίας ένορκη προανακριτική κατάθεση οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα. Με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο

ΙΙΙ νομική σκέψη, από την ανάγνωση της ανωτέρω από 9-12-2016 έκθεσης ένορκης εξέτασης, που αφορά ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Β. Δ., κατά την προδικασία, και τη λήψη της υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την ενοχή και καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, χωρίς την προηγούμενη ρητή συναίνεση του συνηγόρου υπεράσπισης του τελευταίου, που τον εκπροσώπησε στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε, ενόψει του ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν παρών και κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, οι περί του αντιθέτου ως άνω σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με τις οποίες επιχειρεί να θεμελιώσει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. αναιρετικό λόγο της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι αβάσιμες. Περαιτέρω, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε στο ακροατήριό του και έλαβε υπόψη του, για την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, μεταξύ και άλλων, την έκθεση εξέτασης του κατηγορουμένου, ήδη αναιρεσείοντος, δηλαδή την απολογία του, που δόθηκε την 9-12-2016, κατά το στάδιο της αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης [άρθρο 243 παρ. 2 του τότε (9-12-2016) ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ.]. Επομένως, αφού από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι συνεκτιμήθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικό μέσο, η κατά το στάδιο της αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης απολογία του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, από την ανάγνωση και αποδεικτική συνεκτίμηση της οποίας προσβλήθηκε το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, παραβιάστηκε η αρχή της αμεσότητας της διαδικασίας που εξασφαλίζει η προφορική απολογία και προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Π.Δ.), σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα υπό στοιχείο

ΙV νομική σκέψη.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά το μέρος που αφορά την αποδεικτική αξιολόγηση και συνεκτίμηση της από 9-12-2016 προανακριτικής απολογίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, με τον οποίο ο τελευταίος (αναιρεσείων - κατηγορούμενος) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, είναι βάσιμος. VIΙ. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Ποιν.Δ., περί απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά το μέρος που αφορά την αποδεικτική συναξιολόγηση και συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού μέσου, της από 9-12-2016 προανακριτικής απολογίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, κατά το στάδιο της αυτεπαγγέλτως διενεργηθείσας αστυνομικής προανάκρισης [άρθρο 243 παρ. 2 του τότε (9-12-2016) ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ.], η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καλύπτει το σύνολο της υπόθεσης, πρέπει, χωρίς να εξεταστούν οι αιτιάσεις που προβάλλονται με τον δεύτερο λόγο της (κρινόμενης αίτησης), περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης από το δικαστήριο της ουσίας που την εξέδωσε, η έρευνα των οποίων παρέλκει, ως αλυσιτελής (Α.Π. 817/2020), να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ακολούθως δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 του Κ.Ποιν.Δ., όπως το πρώτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 35 του Ν. 4637/2019 (Φ.Ε.Κ. 180/18-11-2019, τεύχος πρώτο) και το δεύτερο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 159 του Ν. 4855/2021 (Φ.Ε.Κ. 215/12-11-2021, τεύχος πρώτο), να παραπεμφθεί η υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. ΔΤ 1529/18-5-2022 απόφαση του Δ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2023.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Login