ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της απόλυτης ακυρότητας, όταν η κατάθεση συνιστά το περιεχόμενο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, που τελέστηκε με αυτήν και εξαιτίας του γεγονότος τούτου ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του καταθέσαντος για ψευδορκία, αφού αποτελεί το σώμα του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα που τελέστηκε από αυτόν και θεμελιώνει αυτοτελές και διακριτό έγκλημα, διάφορο εκείνου για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει ο μάρτυρας και ως εκ τούτου, αν ασκηθεί για το έγκλημα αυτό της ψευδορκίας μάρτυρος ποινική δίωξη, η αποδεικτική αξιοποίηση της ένορκης αυτής κατάθεσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ.
Αριθμός 1789/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ’ αριθμό 136-Α/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ι. Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Καραγιάννη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 480/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτ. Στερ. Ελλάδας.
Mε πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Α. Γ. του Ι., κάτοικο ..., 2. Ε. Β. του Σ. κάτοικο ..., 3. Θ. Γ. του Χ., κάτοικο ..., 4. Χ. Γ. του Χ. κάτοικο ..., η 1η, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρυσόστομο Κύργιο και ο 4ος παρέστη με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτ. Στερ. Ελλάδας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1-2-2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1-2-2016 αίτηση του Κ. Φ. του Σ., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 1-2-2016, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 480/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ. 3 εδ. α’ του ΚΠΔ βιβλίο την 12-1-2016, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως κατά το άρθρο 473 παρ. 2 και 3 του ΚΠΔ. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά μεν την παρ 1 του άρθρου 59 του ΚΠΔ, όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση, για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη. Κατά δε την παρ. 2 του αυτού ως άνω άρθρου 59 του ΚΠΔ "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, 362, 363 του ΠΚ αν το γεγονός για το οποίο δόθηκε ο όρκος ή έγινε καταμήνυση ή ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη ο εισαγγελέας Πλημμελειοδικών μετά την προκαταρκτική εξέταση (άρθρα 31,43 παρ.1 εδ β`) αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής διώξεως κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα Εφετών". Η προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις αναβολή της ποινικής δίκης γίνεται, όταν στη δίκη αυτή υφίσταται προδικαστικό ποινικό ζήτημα. Τέτοιο νοείται εκείνο, από το οποίο εξαρτάται η κρίση και η απόφαση του ποινικού δικαστή, εκείνο δηλαδή, χωρίς την προηγούμενη λύση του οποίου, δεν είναι δυνατό να προχωρήσει ο δικαστής στην επί της κατηγορίας απόφαση του (ΑΠ 33/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ. γ` του ΚΠΔ, ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο και ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ιδίου Κώδικα, προκαλείται και όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις, που καθορίζουν την αναστολή της ποινικής διώξεως σε όσες περιπτώσεις την επιβάλλει υποχρεωτικά ο νόμος. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η απόλυτη ακυρότητα, που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. γ` του ΚΠΔ, προϋποθέτει τη μη τήρηση των διατάξεων, που καθορίζουν την υποχρεωτική αναστολή της ποινικής διώξεως και όχι την αναβολή της δίκης και, επομένως, η παραβίαση των τελευταίων δεν επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και δεν ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 890/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας της κρινομένης αιτήσεως προκύπτουν τα εξής: Μετά την διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας προκειμένου να διακριβωθεί ποιος ήταν οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... επιβατικού υπηρεσιακού αυτοκινήτου της Ελληνικής Αστυνομίας, ο οποίος οδηγώντας αυτό την 27-2-2007 στο ... χιλιομετρικό σημείο της επαρχιακής οδού ... προκάλεσε από υπαιτιότητά του τροχαίο ατύχημα, που είχε ως συνέπεια τον θάνατο πέντε ατόμων, ασκήθηκε στις 24-12-2013 από τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Λευκάδας ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για τις αξιόποινες πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και παραγγέλθηκε η διενέργεια προανακρίσεως. Μετά την ολοκλήρωση της προανακρίσεως παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του αρμοδίου Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λευκάδας για να δικασθεί ως υπαίτιος των ανωτέρω πράξεων, χωρίς να σχηματισθεί άλλη δικογραφία και ειδικώς για τις, από τις ανωτέρω, πράξεις εκείνες της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Το ως άνω δικαστήριο, δίκασε τις πράξεις αυτές (ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα) και με την υπ’ αριθμ. 462/2014 απόφασή του κήρυξε ένοχο αυτών τον κατηγορούμενο και τον κατεδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως επτά (7) ετών. Στη συνέχεια, μετά την άσκηση από τον καταδικασθέντα κατηγορούμενο εφέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε και εκδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό, επίσης ως προς (όλες) τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, από το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του έκρινε τον αναιρεσείοντα ένοχο αυτών και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών για εκάστη ανθρωποκτονία εξ αμελείας και ενός (1) έτους για εκάστη των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρος κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρος και συνολικά σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών και δώδεκα (12) μηνών.
Συνεπώς, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι δεν υπήρξαν, σε κανένα στάδιο της ποινικής διαδικασίας εκδικάσεως των ως άνω αξιοποίνων πράξεων, δύο διάφορες δίκες με κατηγορούμενο τον αναιρεσείοντα και με αντικείμενο η μια την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και η άλλη (δίκη) για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, ώστε έτσι να είναι αναγκαία η προηγουμένη εκδίκαση της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, ως προδικαστικού ζητήματος και εκ τούτου να πρέπει, σύμφωνα με διάταξη νόμου, υποχρεωτικά να ανασταλεί η εκδίκαση των κατηγοριών για την ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και για την ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα, αλλά όλες οι κατά του αναιρεσείοντος κατηγορίες αυτές παραπέμφθηκαν και συνεκδικάσθησαν σε πρώτο βαθμό από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Λευκάδας και ακολούθως σε δεύτερο βαθμό από το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Σημειωτέον, ότι ούτε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ούτε οι συνήγοροι υπερασπίσεώς του υπέβαλαν ποτέ αίτημα αναβολής της εκδικάσεως των πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, και αφού δεν πρόκειται για περίπτωση υποχρεωτικής κατά το νόμο αναστολής της ποινικής διώξεως, η προβαλλομένη με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτίαση της από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ Α` ΚΠΔ πλημμέλειας της απόλυτης ακυρότητας, που προκλήθηκε στο ακροατήριο και συνίσταται στο ότι το ως άνω δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δεν ανέστειλε, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 59 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, την ενώπιόν του διαδικασία εκδικάσεως των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο αξιοποίνων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως για την ενώπιον του, συνεκδικαζομένη με τις ανωτέρω πράξεις, εκείνη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 31, 105 και 223 παρ. 4 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι απαγορεύεται η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της καταθέσεώς του, που έγινε κατά την διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της ένορκης ή χωρίς όρκο καταθέσεως, που έδωσε κατά τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξετάσεως και της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως και πριν στραφούν οι υπόνοιες εναντίον του. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς εκ μέρους του δικαστηρίου των μαρτυρικών καταθέσεων, οι οποίες λήφθηκαν κατά την διάρκεια προκαταρκτικής εξετάσεως, είτε μετά τη άσκηση ποινική διώξεως για συγκεκριμένη πράξη, πριν ο εξετασθείς αποκτήσει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 72 του ΚΠΔ, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά τα άρθρα 171 παρ.1 περ. δ’ του ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεώς του, ως ειδικοτέρας εκφράσεως του δικαιώματος του για "δίκαιη δίκη", που του εξασφαλίζει το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς και το δικαίωμα του από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη. Σημειωτέον ότι η θεμελιώδης αυτή αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται ήδη στο άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997. Δεν επάγεται όμως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, ούτε θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση της καταθέσεως αυτής για αδικήματα που διαπράττονται με αυτήν και είναι διάφορα από εκείνα για τα οποία διενεργείτο προκαταρκτική εξέταση και η κατάθεση αυτή αποτελεί τη βάση των εγκλημάτων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Έτσι δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της απόλυτης ακυρότητας, όταν η κατάθεση συνιστά το περιεχόμενο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, που τελέστηκε με αυτήν και εξαιτίας του γεγονότος τούτου ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του καταθέσαντος για ψευδορκία, αφού αποτελεί το σώμα του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα που τελέστηκε από αυτόν και θεμελιώνει αυτοτελές και διακριτό έγκλημα, διάφορο εκείνου για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει ο μάρτυρας και ως εκ τούτου, αν ασκηθεί για το έγκλημα αυτό της ψευδορκίας μάρτυρος ποινική δίωξη, η αποδεικτική αξιοποίηση της ένορκης αυτής κατάθεσης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατά τα ανωτέρω απαγορεύσεως (ΑΠ 1154/2011, ΑΠ 732/2009, ΑΠ 34/2003). Περαιτέρω, η κατά τα ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα, η οποία όπως προαναφέρεται, δημιουργείται από τη λήψη υπόψη και την αξιολόγηση από το Δικαστήριο της ένορκης ή ανώμοτης καταθέσεως, που λήφθηκε στα πλαίσια της προκαταρκτικής εξετάσεως ή της αυτεπάγγελτης προανακρίσεως, από τον εξεταζόμενο ως μάρτυρα ύποπτο και στη συνέχεια κατηγορούμενο για την ερευνώμενη αξιόποινη πράξη, δεν επέρχεται όταν ο κατηγορούμενος κατά την ενάσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων στο Δικαστήριο, αναφέρεται και επιβεβαιώνει το περιεχόμενο της καταθέσεώς του αυτής, θέλοντας να αποτελέσει αυτή οργανικό περιεχόμενο της απολογίας του και να ενσωματωθεί με αυτή. Είναι δε επιτρεπτή η αναφορά αυτή από τον κατηγορούμενο στην ένορκη ή ανώμοτη κατάθεσή του ως μάρτυρα και ως υπόπτου εξετασθέντος σε τέτοια εξέταση, δεδομένου ότι η απόλυτη αυτή ακυρότητα από τη λήψη υπόψη και τη μη θέση της στο αρχείο της καταθέσεως αυτής δεν επέρχεται ευθέως, αφού ο νόμος (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠΔ) δεν απαγγέλλει ακυρότητα, αλλά, όπως προαναφέρεται, σε σχέση με τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, ο οποίος έχει δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως του ως ειδικότερη έκφανση του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη που διασφαλίζει το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 2/1999). Δηλαδή ο κατηγορούμενος κατά την ενάσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, όπως είναι και η απολογία του δικαιούται να αναφερθεί εξολοκλήρου ή κατά ένα μέρος σε ένορκη κατά την αυτεπάγγελτη προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση κατάθεσή του και να θεωρήσει και να αποδεχθεί το περιεχόμενο αυτής και ως περιεχόμενο της απολογίας του (ΑΠ 7/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά την διαδικασία στο ακροατήριο του δικαστηρίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ανεγνώσθησαν και αξιοποιήθηκαν αποδεικτικώς, όπως διαβεβαιώνεται με αυτήν, εκτός άλλων και τα έγγραφα, που ανεγνώσθησαν στην πρωτόδικη δίκη, κατά την οποίαν εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 462/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Λευκάδας. Μεταξύ των αναγνωσθέντων αυτών εγγράφων περιλαμβάνονται, όπως από τα πρακτικά της τελευταίας αυτής αποφάσεως προκύπτει, και οι από 3-3-2009, 4-3-2009 και 19-3-2009 ένορκες καταθέσεις του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος ενώπιον των ανθ/μου του ΑΤ Λευκάδας Σ. Κ. η πρώτη και του αστυνόμου Α’ Φ. Τ. του Α.Τ ... οι λοιπές. Οι καταθέσεις αυτές είχαν δοθεί από τον αναιρεσείοντα στα πλαίσια διενεργούμενης προκαταρκτικής έρευνας και διακριβώσεως των συνθηκών και περιστάσεων, υπό τις οποίες, στις 27-2-2007 στο ... χιλιομετρικό σημείο της επαρχιακής οδού ..., συγκρούσθηκαν τα υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... επιβατικό υπηρεσιακό αυτοκίνητο της ΕΛ.ΑΣ και το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα τον θάνατο πέντε ατόμων. Μεταξύ δε των υπό του ήδη αναιρεσείοντος κατατεθέντων με τις ως άνω καταθέσεις του ήταν και ότι οδηγός του ως άνω υπ’ αριθμ. ... επιβατικού υπηρεσιακού αυτοκινήτου της ΕΛ.ΑΣ ήταν ο κατά την σύγκρουση αυτή θανατωθείς Γ. Γ. και όχι ο ίδιος (αναιρεσείων). Διότι δε κατά την, εν συνεχεία διαταχθείσα και διενεργηθείσα, προανάκριση προέκυψε, ότι οδηγός του αυτοκινήτου αυτού ήταν ο ίδιος (αναιρεσείων) και όχι ο ανωτέρω Γ. Γ. και ότι το ατύχημα αυτό προκλήθηκε όχι από τις εκτιθέμενες υπό του ιδίου (αναιρεσείοντος) στις καταθέσεις του αυτές πράξεις και παραλείψεις του τελευταίου (Γ. Γ.), αλλά από εξ αμελείας του τελεσθείσες πράξεις και παραλείψεις του ιδίου, ασκήθηκε κατ’ αυτού ποινική δίωξη για ψευδορκία μάρτυρος κατ’ εξακολούθηση, συνιστάμενης στα ως άνω υπ’ αυτού ψευδώς κατατεθέντα σε βάρος του Γ. Γ., για την οποίαν πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάσθηκε, σε δεύτερο βαθμό, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, σε ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους.
Συνεπώς, η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση των καταθέσεων αυτών από το δικαστήριο της ουσίας για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος κατ’ εξακολούθηση, που κατά την κατηγορία τέλεσε και για την οποίαν κατηγορείται ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, ουδεμία ακυρότητα της διαδικασίας προκάλεσε, αφού οι καταθέσεις του αυτές συνιστούν το περιεχόμενο (σώμα) του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, που τελέστηκε με αυτές και εξαιτίας του γεγονότος τούτου ασκήθηκε η ποινική δίωξη εναντίον του για το αδίκημα αυτό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, με το οικείο σκέλος του οποίου προβάλλεται η αιτίαση, ότι από την ανάγνωση και την αποδεικτική αξιοποίηση των ανωτέρω καταθέσεων του αναιρεσείοντος, καθ’ όσον αφορά την αποδιδόμενη σε αυτόν αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ως άνω πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως, που επίσης κατά την διαβεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς υπερασπιστικούς του ισχυρισμούς προς αντίκρουση και των εναντίον του κατηγοριών για τις πράξεις της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή και της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία μάρτυρος της L. B., που επίσης του αποδίδονται και προς τούτο ρητώς επικαλέσθηκε τις ανωτέρω ένορκες καταθέσεις του, στις οποίες και αναφέρθηκε. Εκ τούτου σε συνδυασμό περαιτέρω με το ότι οι ένορκες αυτές καταθέσεις του αναιρεσείοντος ανεγνώσθησαν πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, χωρίς ο κατηγορούμενος, που σημειωτέον πρωτοδίκως παρίστατο μετά συνηγόρων υπερασπίσεως και κατ’ έφεση εκπροσωπείτο από συνηγόρους υπερασπίσεως, να προβάλουν, ο ίδιος ή οι συνήγοροί του, οποιαδήποτε αντίρρηση στην ανάγνωσή τους, προκύπτει, ότι τις καταθέσεις του αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων τις επικαλέσθηκε και αναφέρθηκε σε αυτές προς υπεράσπισή του, κατά την ενάσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, κατά των αποδιδομένων σ’ αυτόν αξιοποίνων πράξεων της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, θέλοντας έτσι να αποτελέσουν αυτές οργανικό περιεχόμενο της απολογίας του και να ενσωματωθούν με αυτή.
Συνεπώς, και σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σχετικές νομικές διατάξεις, από την ανάγνωση και την αποδεικτική αξιοποίηση των καταθέσεων αυτών του αναιρεσείοντος από το δικαστήριο της ουσίας για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο καθ’ όσον αφορά τις πράξεις αυτές και ως εκ τούτου ο δεύτερος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η περαιτέρω αιτίαση, με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ, που επήλθε από την ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση από το δικαστήριο της ουσίας, εκτός των ανωτέρω, και των από 17-9-2009 και 29-10-2009 προανακριτικών καταθέσεών του ενώπιον του Πταισματοδίκου Λευκάδας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί από τα επισκοπούμενα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία, όπως προαναφέρεται δεν προσβάλλονται ως πλαστά ούτε προκύπτει ότι διορθώθηκαν, δεν προκύπτει ούτε ότι ανεγνώσθησαν, ούτε ότι αξιοποιήθηκαν αποδεικτικώς οι καταθέσεις του αυτές.- Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υφίσταται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... 4) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ` ακροατηρίου διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.3904/2010, με το οποίο ορίζεται, ότι ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται "αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", η οποία (απόλυτη αυτή ακυρότητα) ιδρύει τον υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 339/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ, κατ’ ενδεικτική απαρίθμηση, κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η ομολογία του κατηγορουμένου, ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα. Από την διάταξη αυτή και εκείνες των άρθρων 177 παρ.1 και 274 εδ. β’ του ΚΠΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, οφείλει να λάβει υπ’ όψη και να συνεκτιμήσει όλα, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ` επιλογήν, τα αποδεικτικά στοιχεία, επομένως και τα έγγραφα, που προς υπεράσπισή του προσκόμισε και ζήτησε να αναγνωσθούν ο κατηγορούμενος, ώστε να μη αποστερείται ο τελευταίος του από το άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί ο ίδιος ή δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου υπερασπίσεώς του σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, να δημιουργείται εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα και να στοιχειοθετείται ο ως άνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (τα οποία όπως προαναφέρθηκε, δεν προσβάλλονται για πλαστότητα ουδέ προκύπτει ότι διορθώθηκαν) δεν προκύπτει, ότι προσκομίσθηκε από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, εκπροσωπούμενο από τους συνηγόρους υπερασπίσεώς του συνήγορο υπερασπίσεως Γ. Τ. και Ν. Ο., έγγραφο, του οποίου να ζητήθηκε η ανάγνωση και δη η, υπ’ αριθμ. 268/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία απερρίφθη ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η αγωγή αποζημιώσεως του εκπροσωπούμενου, ως ανηλίκου, από την μητέρα του Ε. Β., Α. - Χ. Γ. του Γ. υιού του εκ των θανατωθέντων στο επίδικο ατύχημα Γ. Γ., κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, για το λόγο, ότι το πολιτικό αυτό δικαστήριο έκρινε ότι οδηγός του ως άνω υπηρεσιακού αστυνομικού αυτοκινήτου, δεν ήταν ο τελευταίος (αναιρεσείων) αλλά ο θανών Γ. Γ., εξ υπαιτιότητάς του οποίου και επήλθε ο θάνατός του. Ουδέ προκύπτει, ότι την ανάγνωση της αποφάσεως αυτής το δικαστήριο την αρνήθηκε και μάλιστα μετά από προσφυγή του κατηγορουμένου και της αρνήσεως του προέδρου να την αναγνώσει. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, που επήλθε από την παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και προκλήθηκε από την παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει την ανωτέρω απόφαση, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, η συναφή αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το δικαστήριο της ουσίας χωρίς την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απέρριψε το αίτημά του να λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα άλλα αποδεικτικά μέσα την ως άνω δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, με την οποία πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, λόγο, επίσης στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως και ως εκ τούτου ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος επιφέρει από αμέλεια τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 28 ΠΚ "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιοποίνου πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση θανατώσεως άλλου, υποκειμενικώς δε, α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλομένης κατ’ αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων του, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο, από έλλειψη της προαναφερομένης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή και τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμελείας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν αυτή συνετέλεσε αποκλειστικώς στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενεργείας ή της παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 224 παρ. 1 και 2 ΠΚ (όπως η παρ. 1 ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3327/2005) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο είναι διαζευκτικά μικτό, απαιτείται: α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, β) τα πραγματικά περιστατικά που κατατέθηκαν να είναι αναληθή και γ) ύπαρξη άμεσου δόλου, ο οποίος συνίσταται στο ότι ο μάρτυρας γνωρίζει (με την έννοια της συνειδητής βεβαιότητας) ότι τα περιστατικά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι αυτός γνωρίζει τα αληθή περιστατικά, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει. Ως περιστατικά, νοούνται συγκεκριμένα συμβάντα του εξωτερικού ή εσωτερικού κόσμου, που ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν, είναι δεκτικά απόδειξης και είναι αντικειμενικά ψευδή, με την έννοια ότι είτε δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική πραγματικότητα είτε είναι αντίθετα ή διαφορετικά με όσα ο μάρτυρας γνωρίζει από δική του αντίληψη ή από πληροφόρηση τρίτων. Δυσμενείς γνώμες, κρίσεις, πεποιθήσεις ή χαρακτηρισμοί του μάρτυρα έχουν έννομη σημασία μόνο αν συνάπτονται άμεσα με τα περιστατικά που κατέθεσε και συνδιαμορφώνουν παράσταση συγκεκριμένης πράξης ή συμπεριφοράς, που επιδέχεται απόδειξη. Επί πλέον τα περιστατικά, που κατατέθηκαν, ανεξάρτητα από το εάν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη, πρέπει να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν ή όχι. Ειδικότερα, πρέπει τα περιστατικά αυτά είτε να εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα, αν πρόκειται για πολιτική δίκη ή να αφορούν τα στοιχεία του διωκόμενου εγκλήματος, αν πρόκειται για ποινική δίκη είτε να συνδέονται αναπόσπαστα με περιστατικά που εμπίπτουν στο αποδεικτέο θέμα ή αφορούν τα στοιχεία του εγκλήματος είτε να αναφέρονται στον προσδιορισμό της προσωπικότητας ή διαγωγής του κατηγορουμένου (ΑΠ 1227/2016).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α’ του Π.Κ., "με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς μεν α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με την επιβολή λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως ή την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό κλπ και β) διάπραξη από τον άλλον (αυτουργό) της πράξεως αυτής, υποκειμενικώς δε δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για τη διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με τη γνώση και θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος, εκτός αν για την υποκειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Τέτοιος άμεσος δόλος απαιτείται όπως προαναφέρθηκε για την υποκειμενική θεμελίωση της ψευδορκίας μάρτυρα, οπότε άμεσος δόλος απαιτείται και για την υποκειμενική θεμελίωση της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα. Πλέον τούτων, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Περαιτέρω, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Επίσης, δεν αποτελούν έλλειψη αιτιολογίας και λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου, στα εγκλήματα, στα οποία για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως τους απαιτείται, κατ’ αρχήν, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος). Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα που προβλέπεται από το άρθρο 224 παρ. 2 του Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, ότι τα ενόρκως κατατεθέντα περιστατικά είναι ψευδή. Η ύπαρξη του άμεσου δόλου και η γνώση του ψευδούς γεγονότος είτε πρέπει να αιτιολογείται ρητά και ειδικά στην καταδικαστική απόφαση, με παράθεση των συγκεκριμένων περιστατικών, που θεμελιώνουν υπαγωγικά και δικαιολογούν τη σχετική κρίση είτε πρέπει (η γνώση του ψευδούς) να συνάγεται σαφώς ως αυτονόητη ή αναγκαία από τα περιστατικά που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχτηκαν. Διαφορετικά, η απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις αιτιολογία. Όμως, σε περίπτωση που διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ρητή και ευθεία παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε προσωπική γνώση ή αντίληψη των αληθών γεγονότων (που πάντοτε υποκρύπτονται υπό τα ψευδή γεγονότα) και, ως εκ τούτου, είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του που μεταβάλλει ή παραποιεί τα αληθή, καθώς και σε περίπτωση που το γεγονός που περιέχεται στον ψευδή ισχυρισμό και συνιστά το αντικείμενο του είναι ενέργεια ή παράλειψη του ίδιου του υπαιτίου ή συνδέεται αναπόσπαστα με το πρόσωπο του, ώστε αυτός να έχει, κατά λογική αναγκαιότητα, άμεση αντίληψη της αληθείας του, οπότε η δικαστική διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο σχετικός ισχυρισμός (για το γεγονός αυτό) είναι ψευδής, ενέχει αυτονοήτως και τη διαπίστωση - παραδοχή, ότι ο υπαίτιος είχε και γνώση του ψευδούς ισχυρισμού του, υπάρχει η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών για τη θεμελίωση του άμεσου δόλου (ΑΠ 1227/2016). Ακόμη, με βάση τα προεκτεθέντα, για την πληρότητα της αιτιολογίας επί καταδίκης για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, πρέπει να αναφέρονται και τα αληθή περιστατικά, που γνώριζε ο εξετασθείς μάρτυρας και αντ’ αυτών κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση ποια ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ’ αντιπαράθεση προς εκείνα που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον μάρτυρα κατηγορούμενο. Για δε την κατά τα άνω πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής αποφάσεως ως προς την ηθική αυτουργία, αρκεί η μνεία του τρόπου ή μέσου, όπως παραινέσεων, προτροπών, πειθούς, φορτικότητας κλπ, με την έννοια της πειστικότητας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και άλλων πραγματικών περιστατικών ή περαιτέρω εξειδίκευση σε τί συνίστανται οι παραινέσεις, οι προτροπές, η πειθώ, η φορτικότητα κλπ. (ΑΠ 836/2016).- Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (επί πλημμελημάτων) Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με εκπροσωπούμενο από τους συνηγόρους υπερασπίσεώς του, τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, τον κήρυξε ένοχο των πράξεων της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, της ψευδορκίας κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλάκισεως τεσσάρων (4) ετών και δώδεκα (12) μηνών, δέχθηκε ανελέγκτως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του στο σκεπτικό τα εξής, επί λέξει: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο Δικαστήριο τούτο καθώς και την ανάγνωση της εκκαλουμένης και των εγγράφων που αναφέρονται ανωτέρω, την επισκόπηση των φωτογραφιών των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδέχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 27.2.2009 και περί ώρα 03:15 π.μ., ο κατηγορούμενος οδηγών το με αριθ. κυκλοφορίας ... υπηρεσιακό αυτοκίνητο της ΕΛ.ΑΣ. με συμβατικές πινακίδες, μάρκας ...", στο οποίο επέβαιναν ο Γ. Γ. του Χ., Αστυνομικός Υποδ/ντής στη θέση του συνοδηγού και η αλλοδαπή υπήκοος I. B. στο πίσω κάθισμα, εκινείτο επί της Ε.Ο. Λευκάδας - ...ς με κατεύθυνση προς Λευκάδα. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Δ. Γ. του Ι. οδηγών το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε μάρκας RENAULT "Megane 1.4 Coupe" στο οποίο επέβαιναν η Ε. Γ., Θ. Γ. και Π. Κ. εκινείτο επί της ιδίας οδού με αντίθετη κατεύθυνση ήτοι από Λευκάδα προς .... Η ανωτέρω Ε.Ο. είναι διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 6,86 μ. και πλάτος ερείσματος 0,20 μ. και μια λωρίδα ανά κατεύθυνση διαχωριζόμενες με διπλή διαχωριστική γραμμή. Στο 43° χιλιόμετρο αυτής, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, η οδός έχει καμπύλη με κάθετη σήμανση: ... (επικίνδυνη αριστερή στροφή) στο ρεύμα προς ..., Κ-Ιδ (επικίνδυνη δεξιά στροφή) στο ρεύμα προς ... (διαδοχικά βέλη κατεύθυνσης και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας). Στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 90 χλμ/ώρα. Η οδός ήταν επιστρωμένη με άσφαλτο, η οποία ήταν παλαιά. Η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά και επικρατούσε παγωνιά. Η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η κυκλοφορία των πεζών ήταν ανύπαρκτη. Ήταν νύχτα χωρίς τεχνητό φωτισμό. Ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή ενόψει των επικρατουσών συνθηκών (νύκτα χωρίς τεχνικό φωτισμό και δεξιά στροφή στην πορεία αυτού) ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς αλλά εκινείτο με ταχύτητα 133 χλμ/ώρα τουλάχιστον (βλ. την από Μαρτίου 2011 Έκθεση Διερεύνησης - Ανάλυση Τροχαίου Ατυχήματος του Δ. Κ.) με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου, που οδηγούσε, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα του στο έτερο αυτοκίνητο που εκινείτο κανονικά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Από τη σύγκρουση το υπηρεσιακό αυτοκίνητο στροβιλιζόμενο κατέληξε με το μεγαλύτερο μέρος του εκτός οδοστρώματος και το εμπρόσθιο τμήμα του προς Λευκάδα σε απόσταση 40,40 μέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, ενώ το έτερο όχημα, αφού σύρθηκε επί του οδοστρώματος κατέληξε εκτός αυτού σε παρακείμενο χωμάτινο πλάτωμα στην ίδια πλευρά με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Από τη σύγκρουση τραυματίσθηκαν θανάσιμα οι τέσσερις επιβαίνοντες στο ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ενώ ο Γ. Γ. που καθόταν στη θέση του συνοδηγού και δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, αφού χτύπησε με το κεφάλι στο εμπρόσθιο δεξιό παρμπρίζ εκτινάχθηκε σε μεγάλη απόσταση εκτός οδοστρώματος από τη δεξιά πόρτα του συνοδηγού η οποία αποκολλήθηκε. Αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο κατηγορούμενος οδηγός του υπηρεσιακού αυτοκινήτου. Ο ίδιος αρνείται την κατηγορία. Ισχυρίζεται δε ότι οδηγούσε το υπηρεσιακό αυτοκίνητο ο θανών Αστυνομικός Υποδιευθυντής. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ’ ουσία αφού σε τεμάχιο του ραγισμένου δεξιού τμήματος του παρμπρίζ του υπηρεσιακού αυτοκινήτου ανερεύθησαν τρίχες που προέρχονται από την κεφαλή του θανόντος Γ. Γ., ο οποίος καθόταν στη θέση του συνοδηγού (βλ. και την από 21-05-2009 Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης της Δ/σης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ). Ο κατηγορούμενος είχε πάντοτε το κεφάλι του ξυρισμένο. Η εκτίναξη δε του σώματος του συνοδηγού υποδιευθυντή δεξιά οφείλεται στον στροβιλισμό του αυτοκινήτου που επέβαινε μετά τη σύγκρουση, ενώ ο κατηγορούμενος συγκρατήθηκε αρχικά από το τιμόνι, το οποίο λόγω της σύγκρουσης έπεσε από την αρχική του θέση για λόγους ασφαλείας και σε μεταγενέστερο χρόνο και ενώ η αρχική ταχύτητα του υπηρεσιακού αυτοκινήτου είχε μειωθεί βρέθηκε εκτός αυτού και αυτός, που τραυματίστηκε ελαφρά. Σημειώνεται ότι με την με αριθ. 351/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών επί της από 31-7-2011 αγωγής της Ε. Β. και της από 3-8-201 I αγωγής της Α. χας Χ. Β. κλπ. κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του υπηρεσιακού αυτοκινήτου. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για τις προαναφερόμενες πράξεις της ανθρωποκτονίας κατ’ ιδέα, αφού τελέστηκαν με μια πράξη. Περαιτέρω πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη της ψευδορκίας κατ’ εξακολούθηση τις οποίες τέλεσε στις 3-3-2009 και 4-3-2009 στη Λευκάδα κατ στις 19-3-2009 στη ... καθώς και της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδορκίας που τέλεσε η I. B., συνεπιβάτιδα του ζημιογόνου αυτοκινήτου, που τέλεσε στις 16-3-2009 στη ..., ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα ως προς το πρόσωπο που οδηγούσε το υπηρεσιακό κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.". Στην συνέχεια, στο διατακτικό, το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι, επί λέξει: "Α (1). την 27.2.2009 και περί ώρα 03:15 π.μ. (περίπου) στο 43° χλμ της Ε.Ο. ... από αμέλεια του, επέφερε με μία του πράξη (δρώντας κατά συρροή) το θάνατο περισσοτέρων προσώπων και δη των: 1) Δ. Γ. του Ι., 2) Ε. Γ. του Ι., 3).Θ. Γ. του Α., 4) Π. Κ. του Δ., κατοίκων απάντων των προαναφερομένων - όσο ζούσαν - … και 5) Γ. Γ. του Χ., κατοίκου όσο ζούσε -…, τέως Αστυνομικού Υποδ/ντή, υπηρετούντος την εποχή εκείνη στο Τ.Α. Λευκάδας και ειδικότερα, από έλλειψη της κατά αντικειμενική κρίση επιμέλειας και προσοχής την οποία αφενός όφειλε να καταβάλει ως μέσος συνετός κι ευσυνείδητος άνθρωπος του οικείου τομέα δραστηριότητας του (εν προκειμένω ως τυγχάνων οδηγός επιβατηγού αυτοκινήτου) κάτω από ίδιες πραγματικές καταστάσεις με βάση τους ισχύοντες νομικούς κανόνες, την κοινή πείρα, την συνήθη πορεία των πραγμάτων και τη λογική κι αφετέρου μπορούσε να καταβάλει με βάση τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που επήλθε από την πιο κάτω περιγραφόμενη ενέργεια του. Πιο συγκεκριμένα, ως οδηγός του με αριθμ. κυκλ. ... επιβατηγού υπηρεσιακού αυτοκινήτου της ΕΑ.ΑΣ. εργοστασίου κατασκευής AUDI, τύπου "S8" (4.2 litre) που του είχε παραχωρήσει να οδηγήσει ο 5ος θανών κατά τον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο για επιστροφή αμφοτέρων μαζί με την I. B. ως συνεπιβαίνουσα μαζί τους από ... προς Λευκάδα, από έλλειψη προσοχής και συνέσεως δεν είχε κατά την οδήγηση συνεχώς τεταμένη την προσοχή του ούτε μερίμνησε να διατηρήσει κατάλληλη ταχύτητα με βάση τις συνθήκες που επικρατούσαν (ήτοι ότι πρόκειται για επαρχιακή οδό με παλαιό ασφαλτοτάπητα που παρέχει κακής ποιότητας οδόστρωμα, ότι λόγω του χειμώνα αυτό (οδόστρωμα) είχε χαμηλή θερμοκρασία ("παγωνιά") και παρείχε μέτρια έως κακή πρόσφυση, ότι επικρατούσαν κακές συνθήκες φωτισμού λόγω βαθειάς νύχτας με έλλειψη εξωτερικού φωτισμού επί της οδού και τέλος διαδοχικές αλλαγές τροχιάς λόγω στροφών με υπάρχουσα κάθετη σήμανση στην πορεία του περί "επικίνδυνων στροφών" (Κ-1)], ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να ελέγξει την πορεία του οχήματος τους αποφεύγοντας επικίνδυνες καταστάσεις. Συνέπεια της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του και της συνακόλουθα επικίνδυνης οδηγήσεως με διατήρηση αυξημένης ταχύτητας επί των αμέσως προαναφερομένων δυσμενών οδικών συνθηκών με το ανωτέρω όχημα (...), το οποίο ήταν μεγάλου κυβισμού (4.200 c.c) και αντίστοιχα μεγάλης μηχανικής ισχύος, δυνάμενο να αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες, ήταν να μην μειώσει ταχύτητα και να μην προβεί σε κάθε περίπτωση στους ενδεδειγμένους για την περίσταση χειρισμούς με χρήση φρένων και συστήματος διευθύνσεως του οχήματος, ώστε σε κάθε περίπτωσή να διατηρήσει αυτό εντός του ρεύματος κατευθύνσεως του (προς Λευκάδα) αλλά αντίθετα, φτάνοντας επί δεξιάς στροφής της ανωτέρω επαρχιακής οδού (δηλαδή σε οδόστρωμα με καμπύλη τροχιά), οδηγώντας κατά την αμέσως προαναφερθείσα επισήμανση ασύνετα και χωρίς προσοχή προκάλεσε εκτροπή από την μέχρι τότε πορεία του οδηγούμενου από αυτόν οχήματος εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου την ίδια ακριβώς στιγμή, ερχόταν αντίθετα από Λευκάδα με κατεύθυνση την ... και την ..., το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής RENAULT τύπου "Megane 1.4 Coupe" (1.400 c.c) με οδηγό τον 1ο μετέπειτα θανόντα (Δ. Γ. του Ι.), και τελικά συγκρούστηκε μετωπικά, με μεγάλη σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα του ... που οδηγούσε, επί του αντίστοιχου εμπρόσθιου τμήματος του Renault Megane, ενώ αμέσως μετά τη σύγκρουση λόγω της μεγάλης ορμής (κινητικής ενέργειας) και του μεγέθους του, το Audi ανυψώθηκε "επιβαίνοντας" και "σαρώνοντας" το Renault στο πάνω μέρος του, μέχρι την ολική καταστροφή του. Από τη σύγκρουση όμως προκλήθηκε επιπλέον και κυρίως ο βαρύτατος και ασύμβατος προς την επιβίωση τραυματισμός του οδηγού και των υπολοίπων συνεπιβαινόντων, δηλαδή του 1ου έως 4ου του τελευταίου οχήματος (Renault), καθώς και του 5ου, ο οποίος επέβαινε στη θέση του συνοδηγού του οχήματος του κατηγορουμένου (Audi), δηλαδή του Γ. Γ. του Χ., οι οποίοι υπέστησαν αντίστοιχα: Ο μεν 1ος (Δ. Γ.): Αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων πρόσθιου θωρακικού τοιχώματος, πολλαπλά κατάγματα οστών στέρνου, παραστερνικών, πλευρών, σπονδυλικής στήλης, ημιθωρακίων, θωρακικών σπονδύλων, διατομή κατιούσας αορτής (αιμοφόρου αγγείου), θλάσεις πνευμόνων, διάσχιση περικαρδίου, αιμοθώρακα, αιμοπεριτόναιο, ρήξη ήπατος και διάσταση ηβικής σύμφυσης. Οι δε 2η (Ε. Γ.): κατάγματα κρανίου, υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, συντριπτικά κατάγματα στέρνου, πλευρών και ημιθωρακίων, κατάγματα θωρακικών σπονδύλων και θλάση νωτιαίου μυελού, αιμοθώρακα, πολλαπλές θλάσεις και διασχίσεις πνευμόνων, διάσχιση πρόσθιας αριστερής κοιλίας καρδιάς, αιμορραγική διήθηση οπισθοπεριτοναϊκού χώρου, ρήξεις παρεγχύματος ήπατος και διάσταση ηβικής σύμφυσης, 3η (Θ. Γ.): υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου, διάσχιση λάρυγγα, αποσπαστικό κάταγμα αριστερού ινιακού οστού, θλάση νωτιαίου μυελού, κατάγματα στέρνου, αριστερών πλευρών ημιθωρακίου με αιμοθώρακα, κατάγματα θωρακικών σπονδύλων, πολλαπλές θλάσεις πνευμόνων, διάσχιση καρδιάς και περικαρδίου, αιμοπεριτόναιο, γραμμοειδείς ρήξεις παρεγχύματος ήπατος και ρωγμώδες κάταγμα ηβικού κλάδου πυέλου, 4ος (Π. Κ.): Κατάγματα πλευρών αριστερού ημιθωρακίου, παρασπονδυλικά και κατάγματα πλευράς δεξιού ημιθωρακίου, ρήξη διαφράγματος πολλαπλές θλάσεις και διασχίσεις παρεγχύματος πνευμόνων, διάσχιση κατιούσας θωρακικής αορτής αιμορραγική διήθηση οπισθοπεριτοναϊκού χώρου αριστερά, πολλαπλές ρήξεις παρεγχύματος ήπατος και σπληνός, θλάσεις μεσεντερίου και συντριπτικό κάταγμα αριστερού ηβοϊσχιακού κλάδου, 5ος (Γ. Γ.): Αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων κεφαλής (δεξιάς κροταφικής βρεγματικής και ινιακής χώρας) με συνοδά οστικά ελλείμματα στη δεξιά βρεγματοκροταφική χώρα, διαστάσεων 10 cm επί 8 cm και 11 cm επί 9 cm, οπή διαμέτρου ενός (1) cm, εγκάρσιο κάταγμα βάσης κρανίου, υποσκληρίδια συλλογή αίματος (υποσκληρίδιο αιμάτωμα) δεξιάς κροταφικής χώρας και υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου. Από τις παραπάνω δε περιγραφείσες βαρύτατες κακώσεις οι οποίες περιγράφονται στις υπ’ αριθμ. πρωτ; ... Ιατροδικαστικές Εκθέσεις του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, επήλθε ως μόνη ενεργός αιτία ο θάνατος όλων των παθόντων, που για τους πρώτους τέσσερις, οδηγό και επιβάτες του Renault Megane ήταν ακαριαίος. Α(2). την ...3 του 2009, στην Λευκάδα και την ... Αιτωλοακαρνανίας κατά περίπτωση, ενώ εξεταζόταν ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του και κατ’ εξακολούθηση ψέματα. Πιο συγκεκριμένα, έχοντας τον ίδιο, ενιαίο και διαρκή δόλο τελέσεως κατά τα προαναφερόμενα χρονικά σημεία, δηλαδή στο μεν πρώτο (3/3/2009), ενώ εξεταζόταν ενώπιον αστυνομικού υπαλλήλου (Ανθ/μου Σ. Κ. του Α.Τ Λευκάδας) στη Λευκάδα, στα δε λοιπά χρονικά σημεία (4/3 και 19/3/2009) ενώπιον έτερου αστυνομικού υπαλλήλου (Ανθ/μου Φ. Τ. του Α.Τ ...) στη ..., κατέθεσε τα εξής ψευδή: ότι δήθεν " ... Μπήκε ο Γ. στη θέση του οδηγού κι ο ίδιος (lος κατηγορούμενος) στη θέση του συνοδηγού και έφυγαν για την Λευκάδα ... Ο Γ. οδηγούσε κανονικά στο δρόμο με νορμάλ ταχύτητα. Ενώ πήγαιναν κανονικά στο δρόμο σε κάποια δεξιά στροφή, σύμφωνα με την πορεία τους είδε δύο φώτα αυτοκινήτου τα οποία τον θάμπωσαν προς τα πάνω τους" (κατάθεση της 3/3/2009). Την 4/4/2009 επανέλαβε με παρόμοιου περιεχομένου κατάθεση ότι δηλαδή δήθεν "καθόταν χαλαρά στη θέση του συνοδηγού δίχως να φορά ζώνη" (ενν. ασφαλείας). Τέλος στην από 19/3/2009 κατάθεση του και σε ερώτηση πώς εξηγεί τον τρόπο παράσυρσης εκτός του αυτοκινήτου του Γ. Γ. υποτίθεται από τα δεξιά του στη θέση του οδηγού χωρίς να παρασύρει και αυτόν έξω στην συγκεκριμένη πλευρά κατέθεσε ότι δήθεν "από τη δύναμη της σύγκρουσης έχασε αμέσως τις αισθήσεις του και θυμόταν μόνο την κοπέλα (I. B. του Α.) που τον παρακινούσε για να τον συνεφέρει". Η αλήθεια όμως την οποία καλώς γνώριζε ήταν πως ο ίδιος οδηγούσε το ανωτέρω υπαίτιο για την σφοδρή σύγκρουση όχημα κι όχι ο Γ. Γ. και δεν θαμπώθηκε ο Γ. Γ. από τα φώτα του αντιθέτως διερχομένου οχήματος (Renault Megane) αλλά ο ίδιος με πλημμελείς οδηγικούς χειρισμούς εισήλθε λόγω αμέλειας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας που προοριζόταν για το ανωτέρω Renault με οδηγό τον μετέπειτα θανόντα Δ. Γ.. Επίσης, στην πραγματικότητα δεν λιποθύμησε ενώ βρισκόταν στη θέση του συνοδηγού αλλά τραυματίστηκε μετά τη σύγκρουση ελαφρά όντας στη θέση του οδηγού κι εξήλθε μόνος του από τo όχημα ήταν σε θέση να βαδίσει. Α(3). Την 16/3/2009, στην ... Αιτωλοακαρνανίας με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να τελέσει αξιόποινη πράξη την οποία τελικά και ο παρακινηθείς τέλεσε και πιο συγκεκριμένα, με αφορμή την γνωριμία που τον συνέδεε με την I. B. του Α., όταν τον πληροφόρησε ότι κλήθηκε από την υπηρεσία του Α.Τ. ... να παράσχει ένορκη κατάθεση στο πλαίσιο της αστυνομικής προανάκρισης προς διαπίστωση των συνθηκών του επισυμβάντος κατά την 27/2/2009 τροχαίου ατυχήματος με πρόκληση θανάτου επιβατών, ασκώντας πειθώ και φορτικότητα την έπεισε να αναφέρει κατά διαστρέβλωση της πραγματικότητας τα όσα εν γνώσει της ψευδή τελικά κατέθεσε. Πιο συγκεκριμένα, την 16/3/2009, ενώ εξεταζόταν ενώπιον του αστυνομικού υπαλλήλου, Ανθ/μου Φ. Τ. του Α.Τ ... ανέφερε ψευδώς ότι δήθεν το αυτοκίνητο "που ήταν ένα μεγάλο AUDI το οδηγούσε ο Γ. (ενν. Γ.), ο Κ. ήταν δίπλα του κι εγώ πίσω από τον Κ. ... Ο Κ. ήταν μέσα σε ένα χωράφι..., και λιπόθυμος". Η αλήθεια όμως την οποία καλά γνώριζε ήταν πως οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος και όταν συνέβη το ατύχημα δεν λιποθύμησε αλλά τραυματίσθηκε ελαφρά και ήταν σε θέση να βαδίζει.". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, καθ’ όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις των ανθρωποκτονιών εξ αμελείας κατά συρροή, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων, για το οποία καταδίκασε τον αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο, τις αποδείξεις από τις οποίες εξήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. β’ , 28, 94 παρ. 1 και 2 και 302 παρ. 1 του Π Κ, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές παραβίασε. Ειδικότερα, για την καταδικαστική κρίση του το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο δικαστήριο, τα αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία (πρακτικά) επίσης ανεγνώσθησαν και την επισκόπηση των φωτογραφιών. Ειδικώς δε μεταξύ δε των αναγνωσθέντων εγγράφων περιλαμβάνονται και εκείνα, που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους (πρακτικών πρωτοβάθμιας δίκης), είναι η από 27-02-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Α.Τ. ... ... μετά του συνημμένου πρόχειρου σχεδιαγράμματος ατυχήματος "άνευ κλίμακας", οι με αριθμ. πρωτ. ... ιατροδικαστικές εκθέσεις του εργαστηρίου ιατροδικαστικής και τοξικολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων του ιατροδικαστή Θ. Βουγιουκλάκη, η υπ’ αριθ. πρωτ. ...21-5-2009 έκθεση εργαστηριακής πραγµ/νης της Δ.Ε.Ε. (Τµ/τος Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών) Αρχηγείου ΕΛ.ΑΣ., η υπ’ αριθ. πρωτ. ... /25-11-2009 "υποβολή αναμορφωμένου πορίσματος Ε.Δ.Ε. της Γεν. Αστυν. Δ/νσης Περ. Ιονίων Νήσων", η υπ’ με αριθμ. "..." πραγματογνωμοσύνη - Ανάλυση Τροχαίου Ατυχήματος του πραγματογνώμονα Σ. Δ., οι από ... του 2009 ένορκες καταθέσεις του κατηγορουμένου ενώπιον των Α.Τ. Λευκάδας και ... (κατά περίπτωση), η από 16-1:2009 ένορκη κατάθεση της I. B. του Α. ενώπιον του Α.Τ. ..., η υπ’ αριθ. 269/2012 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η υπ’ αριθμ. 844/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών και φωτοαντίγραφο φύλλου της εφημερίδας "..." της 20-3-2009. Περαιτέρω καθ’ όσον αφορά τις πράξεις αυτές (των ανθρωποκτονιών εξ αμελείας κατά συρροή) στο αιτιολογικό, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό, εκτίθενται οι ακριβείς συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το εν λόγω τροχαίο ατύχημα και ο κατ’ αυτό θάνατος των παθόντων. Συγκεκριμένα εκτίθεται, ότι στο ... χιλιομετρικό σημείο της επαρχιακής οδού …- ..., την 27-2-2009 και περί ώρα 03.15’ περίπου, ενώ επικρατούσε νύκτα, δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός, η κίνηση αυτοκινήτων ήταν αραιή και των πεζών ανύπαρκτη, η οποία (οδός αυτή) κατά τον επίδικο αυτό χρόνο ήταν ασφαλτοστρωμένη, η επίστρωση αυτής ήταν παλαιά και το οδόστρωμα ήταν ξηρό και παγωμένο με συνέπεια να παρέχει μέτρια έως κακή πρόσφυση στα ελαστικά των οχημάτων που εκινούντο επ’ αυτού, είχε πλάτος (η οδός) οδοστρώματος 6,86 μέτρων και ερείσματος 0,20 μέτρων, ήταν διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, διαχωριζόμενη της άλλης με διπλή διαχωριστική γραμμή, σημαινόταν με πινακίδα Π-75 διαδοχικών βελών κατευθύνσεως και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, επί πλέον δε στο μεν ρεύμα πορείας προς ... σημαινόταν με πινακίδα σημάνσεως ... επικίνδυνης αριστερής στροφής, στο δε ρεύμα πορείας από ... προς Λευκάδα με πινακίδα σημάνσεως Κ-1δ επικίνδυνης δεξιάς στροφής και στο οδικό αυτό σημείο το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 90 χιλιόμετρα την ώρα, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, οδηγώντας το μεγάλης ιπποδυνάμεως υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... επιβατικό υπηρεσιακό αυτοκίνητο της ΕΑ.ΑΣ. εργοστασίου κατασκευής AUDI, τύπου "S8", κυβισμού 4.2 lit, στο οποίο συνεπέβαιναν οι Γ. Γ., καθήμενος στην θέση του συνοδηγού και η L. B., καθήμενη όπισθεν του συνοδηγού, εκινείτο με κατεύθυνση από ... προς Λευκάδα βαίνοντας με ταχύτητα 133 χιλιομέτρων την ώρα. Ότι κατά τον ίδιο αυτό χρόνο και στο αυτό ως άνω οδικό σημείο με κατεύθυνση από Λευκάδα προς ... εκινείτο το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Δ. Γ. του Ι. και συνεπέβαιναν οι Ε. Γ., Θ. Γ. και Π. Κ.. Ότι στο προαναφερόμενο σημείο της οδού αυτής και στο ρεύμα πορείας από Λευκάδα προς ... τα δύο αυτά αυτοκίνητα συγκρούσθηκαν, όταν εισήλθε σε αυτό (ρεύμα πορείας προς ...), λόγω εκτροπής από την πορεία του, το ως άνω αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, όπου εκινείτο, κανονικά στην πορεία του, το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες του τελευταίου αυτοκινήτου Δ. Γ., Ε. Γ., Θ. Γ. και Π. Κ. και επίσης ο Γ. Γ., που συνεπέβαινε στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, να υποστούν τις εκτιθέμενες στην προσβαλλομένη απόφαση σωματικές βλάβες, από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατός τους. Περαιτέρω, το δικαστήριο στην προσβαλλομένη απόφαση εκθέτει, ότι η σύγκρουση των οχημάτων αυτών και ο θάνατος των ανωτέρω παθόντων, που προκλήθηκε συνεπεία αυτής, οφείλεται σε μη ενσυνείδητη αμέλεια του καταδικασθέντος κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, η οποία, συνίσταται στο ότι, παρ’ ότι όφειλε και μπορούσε να πράξει ως μέσος συνετός οδηγός αυτοκινήτου, όπως αυτό που οδηγούσε και εκινείτο υπό τις προαναφερθείσες οδικές συνθήκες, που επικρατούσαν στο σημείο αυτό της συγκρούσεως, να κινείται με τέτοια ταχύτητα, ενόψει των ως άνω οδικών συνθηκών και έχοντας συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ώστε να είναι σε θέση να ενεργεί του κατάλληλους χειρισμούς προκειμένου το αυτοκίνητο που οδηγούσε να κινείται συνεχώς στο ρεύμα πορείας του προς Λευκάδα, από έλλειψη της οφειλόμενης αυτή προσοχής και επιμέλειας, που μπορούσε υπό τις ανωτέρω περιστάσεις να καταβάλει, δεν μείωσε την ταχύτητα των 133 χιλιομέτρων την ώρα, με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο που οδηγούσε, ουδέ προέβη με την χρήση των φρένων και του συστήματος διευθύνσεως στους ενδεδειγμένους χειρισμούς, όπως είχε υποχρέωση και μπορούσε να πράξει, ώστε, όπως προαναφέρεται, να μπορεί πάντοτε να ελέγχει το αυτοκίνητο και να διατηρεί την κίνησή του στο ρεύμα πορείας του και να αποφύγει την εκτροπή του και την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα, ένεκα των πράξεων και των παραλείψεών του αυτών, το αυτοκίνητο αυτό που οδηγούσε να εκτραπεί της πορείας του, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας της οδού, να συγκρουσθεί με το εκεί κανονικώς στην πορεία του κινούμενο ως άνω υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο και να προκληθεί από την σύγκρουση αυτή ο θάνατος των προαναφερομένων παθόντων, τον οποίον (θάνατο παθόντων) ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν προέβλεψε. Επίσης διαλαμβάνεται και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των πράξεων και των παραλείψεων αυτών του αναιρεσείοντος και του συγκεκριμένου εγκληματικού αποτελέσματος, ο οποίος προκύπτει από τις παραδοχές, ότι η θανάτωση των παθόντων επήλθε από τις πράξεις και παραλείψεις του (αναιρεσείοντος κατηγορουμένου) να οδηγεί το αυτοκίνητο με την ανωτέρω ανεπιτρέπτως αυξημένη ταχύτητα των 133 χιλιομέτρων την ώρα, να μη μειώσει την ταχύτητα αυτή στο σημείο της συγκρούσεως και να μη προβεί με την χρήση των φρένων και του συστήματος διευθύνσεως στους ενδεδειγμένους χειρισμούς, ώστε ενόψει των ως άνω δυσμενών οδικών συνθηκών να μπορεί πάντοτε να ελέγχει το αυτοκίνητο, να διατηρεί την κίνησή του στο ρεύμα πορείας του και να αποφύγει την εκτροπή του και την είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στις οποίες λογικώς και αναγκαίως περιέχονται και εκείνες (παραδοχές), ότι εάν ο αναιρεσείων δεν προέβαινε στις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις του, με πιθανότητα, που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, το εγκληματικό αυτό αποτέλεσμα δεν θα είχε επέλθει. Η αιτίαση, με την οποίαν πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για τον σχηματισμό της κρίσεώς του την από 27-02-2009 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Α.Τ. ... ..., το υπ’ αριθ. πρωτ. ... /25-11-2009 πορίσματος Ε.Δ.Ε. της Γεν. Αστυν. Δ/νσης Περ. Ιονίων Νήσων", την από 16-1:2009 ένορκη κατάθεση της I. B. του Α. ενώπιον του Α.Τ. ..., την υπ’ αριθ. 269/2012 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, και την υπ’ αριθμ. 844/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού, όπως προαναφέρεται ότι διαβεβαιώνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, τα έγγραφα αυτά ανεγνώσθησαν και αξιοποιήθηκαν αποδεικτικώς, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ουδέ απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Η περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση, επίσης για έλλειψη αιτιολογίας, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του α) το δελτίο συμβάντος του εν λόγω ατυχήματος που συνέταξε και υπέγραψε ο διοικητής του Α.Τ. ..., 2) το από "15-6-2009 διαβιβαστικό της Αστυνομίας", 3) τις καταθέσεις του Π. Γ. και τις καταθέσεις των αστυνομικών Ε. Ν., Ν. Κ. και Χ. Π., χωρίς άλλον, ειδικότερο, προσδιορισμό αυτών, είναι απορριπτέα ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενη, αφού δεν προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτοβάθμιας και της κατ’ έφεση δίκης, ότι προσκομίσθησαν από τον αναιρεσείοντα ή τους συνηγόρους υπερασπίσεώς τους και ζητήθηκε η ανάγνωσή τους, την οποίαν αρνήθηκε ο πρόεδρος του δικαστηρίου και κατόπιν προσφυγής τους στο δικαστήριο, τούτο δεν απάντησε και τα απέρριψε αναιτιολογήτως. Επίσης η προβαλλόμενη αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας από την παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς τις πράξεις αυτές των ανθρωποκτονιών εξ αμελείας κατά συρροή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η δε εμπεριεχόμενη στο λόγο αυτό, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη, γιατί, με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος αυτού, τις αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27, 46 παρ. 1 εδ. α’ , 98 και 224 παρ. 2 σε συνδ. με παρ. 1 του Π Κ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, ως προς το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρος κατ’ εξακολούθηση και για το οποίο ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διαλαμβάνονται ο τρόπος τελέσεως των ως άνω πράξεων κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και δη οι αρμόδιες αρχές, ήτοι ο ανθυπαστυνόμοι του ΑΤ ... και του ΑΤ ... αντιστοίχως Σ. Κ. και Φ. Τ., που ως εκ της ιδιότητάς τους και της υπηρεσίας τους αυτής διενεργούσαν προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες και οι περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε χώρα το προαναφερόμενο τροχαίο ατύχημα και ο κατ’ αυτό θάνατος των ανωτέρω πέντε παθόντων και επίσης να εξακριβωθεί ποιος ήταν ο υπαίτιος οδηγός της λόγω συγκρούσεως, ενώπιον των οποίων (ως άνω αρμοδίων αρχών), κατά τις εν λόγω ημερομηνίες της 3-3-2009, 4-3-2009 και 19-3-2009 ενόρκως κατέθεσε τα προαναφερόμενα και διαλαμβανόμενα στις καταθέσεις του αυτές γεγονότα, ώστε να χρησιμεύσουν (οι καταθέσεις του αυτές) ως αποδεικτικά μέσα στην έρευνα του ζητήματος ποιος οδηγούσε το εν λόγω ζημιογόνο αστυνομικό αυτοκίνητο και προκάλεσε τον θάνατο των προαναφερομένων παθόντων, για να ασκηθεί κατ’ αυτού (οδηγού) ποινική δίωξη και να αχθεί σε δίκη, όπου επίσης οι καταθέσεις αυτές θα χρησιμοποιούντο ως αποδεικτικά μέσα του αυτού ζητήματος. Διαλαμβάνεται επίσης η, κοινή για το έγκλημα αυτό και εκείνο της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας κατά συρροή, για το οποίο επίσης καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, παραδοχή, ότι το εκτραπέν της πορείας του αστυνομικό αυτοκίνητο και συγκρουσθέν με το ως άνω αντιθέτως κινούμενο, δεν το οδηγούσε κατά την σύγκρουση ο θανατωθείς και συνεπιβαίνων αυτού, καθήμενος στην θέση του συνοδηγού, Γ. Γ., αλλά το οδηγούσε ο ίδιος (αναιρεσείων) και ότι ένεκα των, κατά τα προαναφερθέντα, σχετικών πράξεων και παραλείψεών του, που οφείλονται σε μη ενσυνείδητη αμέλειά του, προκάλεσε, υπό τις επίσης προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις, την σύγκρουση και τον θάνατο των ανωτέρω παθόντων και επομένως ήσαν ψευδή, τα όσα ως άνω αντίθετα προς τα αληθή αυτά περιστατικά διέλαβε στις ανωτέρω καταθέσεις του. Περαιτέρω, επαρκώς αιτιολογείται η γνώση (άμεσος δόλος) του, ως προς την αναλήθεια των γεγονότων, που ο αναιρεσείων κατέθεσε, με τις παραδοχές ότι γνώριζε το ψεύδος, αφού επέβαινε του εν λόγω αυτοκινήτου, το οδηγούσε ο ίδιος και όχι ο Γ. Γ., ο οποίος επέβαινε ως συνεπιβάτης αυτού, καθήμενος στην θέση του συνοδηγού, ήτοι ότι είχε (ο αναιρεσείων) άμεση και προσωπική αντίληψη, ότι τα κατατεθέντα υπ’ αυτού ως άνω γεγονότα ήσαν ψευδή, οπότε δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως και με παράθεση άλλων, σχετικών με την γνώση, περιστατικών ο δόλος του, διότι αυτονοήτως καταδεικνύεται αυτός από το ότι θεμελιώνεται σε προσωπική αντίληψη, γνώση και πεποίθηση του ιδίου. Επομένως, και ως προς την ανωτέρω αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρος, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ , περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η δε εμπεριεχόμενη και στον λόγο αυτόν, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη, γιατί, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ως προς το αποδιδόμενο στον αναιρεσείοντα αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρος, για το οποίο επίσης καταδικάσθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προσδιορίζονται, ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ηθελημένα προκάλεσε στην L. B., συγκατηγορουμένη του σημειωτέον στον πρώτο βαθμό, την απόφαση να τελέσει αυτή την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα (προτροπές, παραινέσεις, υποσχέσεις, παρακλήσεις, που έγιναν με πειθώ και φορτικότητα), συνισταμένης στα προαναφερόμενα περιστατικά, η δε δόλια προαίρεσή του αναγκαίως και αυτονοήτως συνάγεται από τον σκοπό, στον οποίον απέβλεπε ο αναιρεσείων, που, όπως από τις προαναφερόμενες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, ήταν να γίνει δεκτό ότι οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν ήταν ο ίδιος, αλλά ο συνεπιβαίνων Γ. Γ. και έτσι να μη ασκηθεί εναντίον του ποινική δίωξη για τις ανωτέρω ανθρωποκτονίες εξ αμελείας, δεν απαιτείτο δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η παράθεση περαιτέρω περιστατικών. Επομένως, και ως προς την ανωτέρω αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκίας μάρτυρος L. B., ο υποστηρίζων τα αντίθετα πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ , περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η δε εμπεριεχόμενη και στον λόγο αυτόν, αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτη, γιατί, υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται η, αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη από 1-2-2016 αίτηση του Κ. Φ. του Σ., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 1-2-2016, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 480/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2016 αίτηση του Κ. Φ. του Σ., κατοίκου ..., που ασκήθηκε με δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 1-2-2016, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 480/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2016..
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ