ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
-Απώτατο χρονικό διαδικαστικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, δηλαδή η έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, η οποία έναρξη συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας και όχι οπωσδήποτε με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξετάσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οιουδήποτε αποδεικτικού μέσου. Μετά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα αργότερα, ούτε και μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλαδή μέχρι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά τέτοια ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
-Για την παραδεκτή επίκληση της τυχόν ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος από τον πρωτοδίκως ερήμην καταδικασθέντα κατηγορούμενο, ενώπιον του Εφετείου, απαιτείται αυτός, αφενός μεν να διαλάβει στην έφεσή τον ειδικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο θα προβάλλει ρητά την ακυρότητα αυτή αφετέρου δε να προτείνει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τον σχετικό ισχυρισμό του έγκαιρα, δηλαδή πριν από την ανάπτυξη της έφεσής του από τον Εισαγγελέα ή πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά η σχετική αυτή ακυρότητα θεραπεύεται και δεν μπορεί να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της κατ' έφεση δίκης.
Απόφαση 385 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 385/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα, Ιωάννη Μαγγίνα και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 6 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Αναγνωστοπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της αποφάσεως 1197/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Σ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αντώνιος Λιόγας, ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2018 και με αριθμό 73/2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 12/2019.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 170 παρ.1 ΚΠΔ, η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β' του ιδίου Κώδικα, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προβληθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 170 παρ.1 ΚΠΔ)(εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ως άνω Κώδικα. Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 ΚΠΔ προκύπτει, ότι η κυρία διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσεως με τα οποία καλείται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο, αδιαφόρως αν η υπόθεση αναβλήθηκε ή εκδικάσθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση του στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη δεν αρχίζει η κυρία διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής που για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως περισσότερο από τρία έτη (άρθρα 111 παρ.1 και 3, 112και113παρ.1-3ΠΚ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 174 παρ. 2 ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσεως στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, καθώς και η ακυρότητα της επιδόσεως ή της κοινοποιήσεως τους στον κατηγορούμενο καλύπτεται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην, καλύπτεται η τυχόν ακυρότητα της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος (ως διαδικαστικής πράξεως που κατ' ανάγκη επιδρά στο κύρος της διαδικασίας στο ακροατήριο και στην καταδικαστική απόφαση που θα εκδοθεί), ή αυτή που προκύπτει από την άκυρη επίδοσή τους και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της παραδεκτώς ασκηθείσης εφέσεως, έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και όταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν παρών στην πρωτοβάθμια διαδικασία, προέβαλε αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης υποβάλλοντας ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρο 321 ΚΠΔ), την οποία απέρριψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εφόσον ο κατηγορούμενος προέβαλε με ειδικό λόγο εφέσεως την ανωτέρω ακυρότητα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, έχει υποχρέωση να αποφανθεί επί του σχετικού λόγου της παραδεκτώς ασκηθείσας εφέσεως. Διαφορετικά, αν παραλείψει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, καίτοι συντρέχει νόμιμη προς τούτο περίπτωση, υποπίπτει σε αρνητική υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα δε, από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 του ΚποινΔ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει εκτός άλλων, ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπιση του. Κατά τις διατάξεις όμως των άρθρων 170 παρ. 1, 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 του ΚΠΔ, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α της Ε.Σ.Δ.Α. προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, η ακυρότητα από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών (320-321 Κ.Ποιν.Δ.), όπως είναι και εκείνη της ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, είναι σχετική, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλει, κατά την έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, αντιρρήσεις στην πρόοδο της, η σχετική ακυρότητα καλύπτεται και το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο και από την επίδοση αυτού αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή. Έτσι, απώτατο χρονικό διαδικαστικό σημείο, που μπορεί ο κατηγορούμενος να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στην πρωτοβάθμια δίκη και τις αντιρρήσεις του στην πρόοδο της δίκης, για να μην καλυφθεί η υπάρχουσα σχετική ακυρότητα, είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης, δηλαδή η έναρξη της πρωτοβαθμίου δίκης, η οποία έναρξη συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας και όχι οπωσδήποτε με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, που γίνεται με την έναρξη εξετάσεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου οιουδήποτε αποδεικτικού μέσου. Μετά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα αργότερα, ούτε και μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλαδή μέχρι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά τέτοια ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Τούτο συνάγεται και από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 126 του Κ.Ποιν.Δ., στις οποίες, σε αντίθεση με την ειδική διαφορετική διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 174 παρ. 2, προβλέπεται ρητά ότι η δήλωση πολιτικής αγωγής και η ένσταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας του δικαστηρίου, μπορεί να προβληθούν μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, μόνον εάν δεν εμφανισθεί ο κατηγορούμενος στην πρωτοβάθμια δίκη και δικαστεί ερήμην ή σε περίπτωση εμφανίσεως του, μόνον αν προβληθεί εγκαίρως και παραδεκτώς απ' αυτόν η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος κατά την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πάντως πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν καλύπτεται η σχετική ακυρότητα και σε περίπτωση που απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορεί να προβληθεί από τον κατηγορούμενο ο ισχυρισμός αυτός και με λόγο εφέσεως, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένεκα του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, που προσδιορίζεται από την έκταση αυτής και τους λόγους εφέσεως (άρθρ. 502 παρ. 2 Κποιν.Δ), έχει υποχρέωση να αποφανθεί και επί του λόγου αυτού. Σε κάθε περίπτωση, η πρόταση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο του ειδικού αυτού λόγου εφέσεως πρέπει να γίνει εκ μέρους του κατηγορουμένου πριν από την ανάπτυξη της εφέσεως του από τον Εισαγγελέα ή πριν την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Συνακόλουθα, για την παραδεκτή επίκληση της τυχόν ακυρότητας της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος από τον πρωτοδίκως ερήμην καταδικασθέντα κατηγορούμενο, ενώπιον του Εφετείου, απαιτείται αυτός, αφενός μεν να διαλάβει στην έφεσή τον ειδικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο θα προβάλλει ρητά την ακυρότητα αυτή αφετέρου δε να προτείνει ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τον σχετικό ισχυρισμό του έγκαιρα, δηλαδή πριν από την ανάπτυξη της έφεσής του από τον Εισαγγελέα ή πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, διαφορετικά η σχετική αυτή ακυρότητα θεραπεύεται και δεν μπορεί να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της κατ' έφεση δίκης. Τέλος, κατά το άρθρο 510§1 Η' του ΚποινΔ, υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν όμως οι όροι, οι οποίοι του παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία, η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι (Ολ. ΑΠ 3/2005). Τέτοια υπέρβαση εξουσίας συντρέχει και ιδρύεται ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, εκτός άλλων περιπτώσεων, όταν το Δικαστήριο της ουσίας παύσει οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, αντί να προχωρήσει στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υπόθεσης, καθόσον δεν έχει παρέλθει ο χρόνος της παραγραφής. Κατά δε το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510§1 Κ.Ποιν.Δ λόγους, μεταξύ των οποίων και για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Η' Κ.ΠοινΔ), μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 ΚΠΔ ήτοι εντός ενός (1) μηνός από την καταχώρηση της απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την 13413/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό ερήμην σε ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, που μετατράπηκε προς δέκα (10) ευρώ ημερησίως, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, με χρόνο τελέσεως 1.1.2012. Κατά της παραπάνω αποφάσεως άσκησε την υπ' αριθμ. 2748/1.8.2014 εκπρόθεσμη έφεση, στην οποία με ειδικό λόγο έφεσης προέβαλε ακυρότητα όλων των προς αυτόν γενομένων επιδόσεων ως αγνώστου διαμονής , ενώ κατά τους ισχυρισμούς του ήταν γνωστής διαμονής και δη, τόσον του κλητηρίου θεσπίσματος, όσον και της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, με το εξής, κατά πιστή μεταφορά, περιεχόμενο της εκθέσεως εφέσεως: "ουδέποτε έλαβα γνώση τόσο του κλητηρίου θεσπίσματος, όσο και της εκκαλουμένης αποφάσεως, παρά μόνο λίαν προσφάτως, για το λόγο ότι κατά τα τελευταία δώδεκα (12) έτη, ήτοι από το έτος 2002, διαμένω μόνιμα στην Δημοτική Ενότητα …. ..., μετά της οικογενείας μου, αποτελουμένης από την σύζυγό μου και τα τρία (3) τέκνα μου, εκ των οποίων το ένα (1) ενήλικο και τα δύο ανήλικα. Τούτο δε ήταν γνωστό στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, γεγονός το οποίο θα αποδείξω με προσκόμιση σωρείας αποδεικτικών εγγράφων και μαρτυρικής κατάθεσης". Κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο προς εκδίκαση της εφέσεως αυτής ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, που ήτο η 24.11.2014, ο εκκαλών - κατηγορούμενος παρέστη δια πληρεξουσίου δικηγόρου, η έφεσή του έγινε τυπικά δεκτή με την αιτιολογία ότι αυτός δεν είχε λάβει γνώση της εκκαλούμενης απόφασης από ανωτέρα βία, οπότε η έφεση του θεωρήθηκε ως εμπροθέσμως ασκηθείσα και στη συνέχεια το Δικαστήριο εισήλθε στην κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως και ανέβαλε κατ' άρθρον 352 ΚποινΔ, προκειμένου κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης προσέλθει, ο μάρτυρας Μ. Π. (ήτοι για κρείσσονες αποδείξεις), ορίσθηκε δε ρητή δικάσιμος η 1.4.2015. Όπως προκύπτει δε από την παραδεκτή επισκόπηση της 8015/24.11.2014 αποφάσεως, που εκδόθηκε από το ανωτέρω Δικαστήριο, όταν εισήχθη το πρώτον η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, ο εκκαλών - κατηγορούμενος, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν συνηγόρου του, δεν αναφέρθηκε καν, ούτε εγγράφως αλλά ούτε και προφορικώς, στο επιδοθέν στον πελάτη του κλητήριο θέσπισμα, η μόνο δε σχετική αναφορά, που φέρεται καταχωρημένη στα πρακτικά της εκδοθείσης ως άνω αποφάσεως είναι κατά πιστή μεταφορά, ότι "ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε να γίνει δεκτό ότι η κρινόμενη έφεση έχει εμπρόθεσμα ασκηθεί, εφόσον ο πελάτης του δεν έλαβε γνώση της εκκαλουμένης αποφάσεως και προσκόμισε δικαιολογητικά έγγραφα για την απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού". Πρέπει να σημειωθεί ενταύθα, ότι η ως άνω υπερασπιστική θέση του συνηγόρου έλαβε χώραν μετά την υπό της Εισαγγελέως της έδρας ανάπτυξη της εφέσεως, που είπε ότι έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα. Κατά τη νέα όμως, μετά από διαδοχικές αναβολές, δικάσιμο της 2.3.2017, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 1197/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο ως άνω κατηγορούμενος, εκπροσωπούμενος υπό του συνηγόρου του, με το κατατεθέν και καταχωρηθέν στα πρακτικά συνεδριάσεως του ως άνω Δικαστηρίου έγγραφο σημείωμά του, το πρώτον προέβαλε αντιρρήσεις για τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας, επικαλούμενος την αναφερόμενη στο εφετήριο ακυρότητα της κλητεύσεως του στην πρωτόδικη δίκη και στην συνεπεία αυτής επελθούσα παραγραφή της πράξεως, για την οποία κατηγορείται και είχε καταδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση. Το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε και πάλι ως εμπροθέσμως ασκηθείσα του έφεση, κήρυξε άκυρη την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος και ακολούθως έπαυσε οριστικά την κατ' αυτού ασκηθείσα ποινική δίωξη για την ως άνω πλημμεληματική πράξη, λόγω παρόδου πενταετίας από την τέλεσή της (1.1.2012). Σύμφωνα όμως, με τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις και σκέψεις, η προβαλλόμενη ακυρότητα είναι σχετική και, εφόσον αυτή δεν προτάθηκε κατά την αρχική εμφάνιση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και μέχρι την έναρξη της συζήτησης (εκδίκασης) της υποθέσεως του, κατά την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεσή του και διετάχθη η συνέχιση της διαδικασίας, ανεξαρτήτως των μεσολαβουσών διαδοχικών αναβολών, είχε ήδη καλυφθεί (συνακόλουθα δε η πενταετής παραγραφή του αποδιδόμενου στον εκκαλούντα πλημμελήματος είχε ανασταλεί για μία ακόμη τριετία) και δεν μπορούσε να προταθεί, όπως ανεπιτρέπτως συνέβη, στο μεταγενέστερο στάδιο συνέχισης της ακροαματικής διαδικασίας με την εξέταση των μαρτύρων. Έπρεπε, επομένως, να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η ως άνω προταθείσα ένσταση και να προχωρήσει το Δικαστήριο στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως, έσφαλε με το να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, καθόσον από τον φερόμενο ως χρόνο τελέσεως της πράξεως (1.1.2012) έως το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (2.3.2017) δεν είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της οκταετίας. Το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί τ' ανωτέρω, υπερέβη την εξουσία του και έτσι κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατ' άρθρο 510§1 στοιχ. Η' ΚποινΔ. Πρέπει, επομένως, για το λόγο αυτό να αναιρεθεί η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση ερήμην του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δικάζεται σαν να ήταν παρών, κατ' άρθρο 515 παρ. 2 εδ. α' Κ.ΠοινΔ, εφόσον νομίμως εκλήθη για την παρούσα δικάσιμο, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. γ' και 155 έως 161 του ίδιου Κώδικα, δι' επιδόσεως εις χείρας του της σχετικής κλήσεως (βλ. Το από 18.1.2019 αποδεικτικό επίδοσης Α. Μ. του ΑΤ ..), και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1197/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ