ΧΡΟΝΟΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ - ΜΕΙΩΣΗ ΠΟΙΝΗΣ ΑΠΟ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ - Διάταξη Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου 134-2014

ΧΡΟΝΟΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ – ΕΠΑΝΑΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ - Ποιος ο τρόπος άρσης του περιοριστικού όρου, όταν αυτός επιβλήθηκε με βούλευμα αλλά  δεν υφίσταται χρόνος δοκιμασίας λόγω μείωσης ποινής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο : α)  ανακαλείται η χορηγηθείσα απόλυση ,  ΣυμβΠλημΠειραιά 424/1991 , β)παραγγελία εισαγγελέα προς ΑΤ με βάση το άρθρο 572 ΚΠΔ – Διάταξη Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου 134/2014

Διάταξη Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου 134/2014

Αφού λάβαμε υπόψη το με αριθμ. πρωτ. 6549/22.9.2014 έγγραφο του Διευθυντή Καταστήματος Κράτησης Αλικαρνασσού αναφορικά με τη χορήγηση απονομής χάριτος διά μετριασμού της ποινής του υφ' όρον της ανάκλησης απολυθέντα καταδίκου Γ.Ν., επαγόμεθα τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 572 παρ. 1 ΚΠΔ «Ο εισαγγελέας των Πλημμελειοδικών του τόπου όπου εκτίεται η ποινή ασκεί τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα βασικών κανόνων για τη μεταχείριση των κρατουμένων αρμοδιότητές του και μεριμνά για την έκτιση της ποινής και την εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα αυτού, του Ποινικού Κώδικα και των ειδικών νόμων για την εκτέλεση των ποινών ...». Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 1-3 ΠΚ προκύπτει ότι ακόμη και σε περίπτωση όπου ο απολυθείς υφ' όρον διαμένει εκτός του τόπου όπου εξέτιε την ποινή του, η αρχικώς καθιδρυθείσα τοπική αρμοδιότητα των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών διατηρείται και ουδόλως μεταβάλλεται μέχρις αποτίσεως της ποινής, καθώς από τη σαφή και αδιάστικτη γραμματική διατύπωση των άρθρων 106 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ και 110 παρ. 3 ΠΚ προβλέπεται ρητώς ότι τόσο για την ανάκληση όσο και για την τροποποίηση τυχόν τιθέμενων όρων ως προς τη διαβίωση του απολυθέντος, αρμόδιο είναι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών που χορήγησε την απόλυση μετά από πρόταση των (εισαγγελικών) αρχών που εποπτεύουν αυτόν που απολύθηκε. Έπειτα, η εκδοχή αυτή –που είναι η μόνη ορθή– αντλεί και ένα πρόσθετο επιχείρημα που υπακούει στη λογική μιας άτυπης αρχής του ποινικοδικονομικού δικαίου (βλ. ενδεικτικά άρθρα 101, 145, 163, 548 ΚΠΔ) ότι το ίδιο δικαστικό όργανο που χορηγεί ένα μέτρο είναι το ίδιο αρμόδιο να ανακαλέσει ή να το μεταρρυθμίσει (ΑΠ 398/1984 ΠοινΧρ 1984, 838, ΑΠ 1315/1983 ΠοινΧρ 1984, 259, ΣυμβΕφΠειρ 306/2000 ΠοινΧρ 2001, 555, ΣυμβΕφΑθ 1912/1990 ΠοινΧρ 1990, 752, ΣυμβΠλημΧαλκ 40/1999 ΠοινΧρ 2000, 84, Μπουρόπουλος, ΕρμΠΚ, Α΄, 1959 σελ. 290, Λ. Μαργαρίτης, Ποινολογία, 2005, σελ. 640 υποσημ. 86, Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, Δίκαιο Ποινικών Κυρώσεων, 2008, σελ. 494). Ακόμη, κατά το άρθρο 110 παρ. 5 ΠΚ «ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών του τόπου διαμονής εκείνου που απολύθηκε μπορεί να διατάξει την προσωρινή σύλληψή του, σε επείγουσα περίπτωση ανάγκης για να προληφθεί ο κίνδυνος της δημόσιας τάξης. Μετά τη νόμιμη σύλληψη του καταδίκου προκαλείται αμέσως με τη νόμιμη διαδικασία η απόφαση για την ανάκληση». Από τη διάταξη του άρθρου αυτού σε συνδυασμό με την ανάλυση που προηγήθηκε, οριοθετείται ευθέως η τοπική αρμοδιότητα των εισαγγελικών αρχών, σαφώς διαχωρίζεται δε η αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του τόπου διαμονής του απολυθέντος ο οποίος και τον εποπτεύει (άρθρο 110 παρ. 5 ΠΚ) με αυτή του Εισαγγελέα τόπου έκτισης της ποινής.

Από τις διατάξεις των άρθρων 105 παρ. 1, 106 παρ. 2 εδ. β΄ ΠΚ, προκύπτει ότι ο θεσμός της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης, ως θεσμός ουσιαστικός του τμήματος εκτέλεσης που εντάσσεται χωροχρονικά στο στάδιο σωφρονιστικής υλοποίησης της ποινής κατατείνοντας στην ελαστικοποίηση της τελευταίας, δεν αποτελεί μέτρο επιείκειας, προσωπικό ευεργέτημα ή απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτέλεσής της, που επιδιώκει την αποτροπή, με τη βελτίωση του καταδίκου και την κοινωνική του αποκατάσταση (ΑΠ Ολ 106/1991, ΑΠ 32/2011 αμφότερες δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αποτελεί, δηλαδή, γνήσιο σωφρονιστικό μέτρο, δοκιμαστικό και προπαρασκευαστικό της οριστικής απόλυσης του καταδίκου, είναι δε εναλλακτικός τρόπος έκτισης της ποινής σε κατάσταση περιορισμένης ή ελεγχόμενης ελευθερίας και όχι χαριστικό μέτρο, οι συνέπειες δε της ποινής παραμένουν άθικτες (ΑΠ 106/1991 ΠοινΧρ 1994, 658, Λ. Μαργαρίτης, ό.π., σελ. 645, Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι, ό.π., σελ. 475-476). Κατά συνέπεια, ο χρόνος παραγραφής της ποινής τρέχει όχι από την ημέρα της απολύσεως, αλλά από την ημέρα της ανάκλησης, η καταγνωσθείσα ποινή προσμετράται σε περίπτωση υποτροπής αλλά και κατά τη διάρκεια της υφ' όρον απόλυσης, διαδραμόντος δε του χρόνου δοκιμασίας αυτή μπορεί να χαριστεί εφ' όσον δεν έχει ολοσχερώς αποτιθεί (ΓνωμΕισΕφΝαυπλ 26.9.1983 ΠοινΧρ 1983, 650, Αδάμπας Β., Ο επιβαλλόμενος όρος για την παραμονή απολυθέντος εκτός της ελληνικής επικράτειας, ΠοινΔικ 2007, 212, Γαρδίκας, Υφ' όρον απόλυση του καταδίκου, ΠοινΧρ 1952, 473 επ., Ζησιάδης, Ποινικόν Δίκαιον, Γεν. Μέρος Β΄, 1971, σελ. 453 επ.).

Σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ. 1 Συντ. 1975/1986/2001 το πρόσωπο στο οποίο έχει καταγνωστεί κάποια ποινή μπορεί να αποφύγει, ολικά ή μερικά, την έκτισή της, εφόσον του παρασχεθεί χάρη με απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και (απλή) γνώμη του Συμβουλίου Χαρίτων. Με τη χάρη παύει η παραπέρα έκτιση της ποινής ή αυτή μετριάζεται ή μετατρέπεται (άρθρα 567 στοιχ. β΄ ΚΠΔ, 47 παρ. 1 Συντ.). Η χάρη σε αντίθεση με την αμνηστία δεν καταλύει την καταδίκη, ιδίως δε ο με χάρη μετριασμός της στερητικής της ελευθερίας ποινής απλά και μόνο εμποδίζει τη μερική εκτέλεση αυτής και μάλιστα κατά το χρονικό διάστημα που αφορά ο γενόμενος μετριασμός, δεν μειώνει την ποινή, η οποία διατηρεί την αυθυπαρξία της και παραμένει αμετάβλητη ως καταγνώσθηκε. Η έννομη συνέπειά της εστιάζει στη μεταβολή της υλοποιημένης σωφρονιστικά ποινής καθώς η χάρη δεν αναφέρεται γενικά σε πράξεις αλλά σε ατομικά προσδιορισμένο δράστη και παρέχεται με βάση εξατομικευμένα και όχι γενικά κριτήρια (Μαγκάκης, Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα Γεν. Μέρους, σελ. 373).

Με τη χάρη μπορεί λοιπόν είτε να αίρεται είτε να μειώνεται απλώς η ποινή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση εκτίεται η μετά τη χορήγηση της χάρης μετριασθείσα ποινή, η οποία και λαμβάνεται υπόψη για την υπό όρο απόλυση (Σταμάτης, ΣυστΕρμΠΚ, αρ. 105 αρ. 15). Εξάλλου –και προς επίρρωση των ανωτέρω διαπιστώσεων– επήλθε η νομολογιακή περιαφή και αποτύπωση τούτων στην υπ' αριθμ. 190/1981 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (ΠοινΧρ 1981, 558), δυνάμει της οποίας κρίθηκε ότι «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα όπως, προτάσει του Υπουργού Δικαιοσύνης και μετά γνώμην συμβουλίου συγκροτουμένου εκ δικαστών, χαρίζη, μετατρέπη ή μετριάζη τας παρά των δικαστηρίων καταγιγνωσκομένας ποινάς, ως και να αίρη τας πάσης φύσεως κατά νόμον συνεπείας, εν συνδυασμώ προς τη μη θιγείσαν διάταξιν του άρθρου 567 στοιχ. β΄ του ΚΠΔ, καθ' ην η χάρις παύει απλώς την εκτέλεσιν της ποινής, μη εξαλείφουσα ταύτην, ως αντιθέτως η παραγραφή και η αμνηστία, συνάγεται ότι ο διά χάριτος μετριασμός της στερητικής της ελευθερίας ποινής εμποδίζει απλώς και μόνον την εκτέλεσιν αυτής εν μέρει, ήτοι κατά το εις αφορά ο γενόμενος μετριασμός χρονικόν διάστημα, και δεν μειοί αυτήν την καταγνωσθείσαν ποινήν, ήτις παραμένει αμετάβλητος, μεθ' όλων των κατά νόμον συνεπειών της, εφ' όσον τις τούτων δεν ήρθη ρητώς διά της απονομής της χάριτος …».

Επιπρόσθετα, αναγκαίο σύστοιχο του θεσμού της υφ' όρον απόλυσης αποτελεί η μη άρση ή ανάκλησή του στο χρόνο δοκιμασίας τον οποίο διανύει ο κατάδικος μετά την αποφυλάκισή του και προκύπτει πάντοτε εκ του νόμου (άρθρο 109 ΠΚ): το χρονικό αυτό διάστημα διαρκεί όσο και το υπόλοιπο της ποινής, αν αυτό είναι μεγαλύτερο από τρία χρόνια, αν το υπόλοιπο προς απότιση της ποινής είναι μικρότερο από τρία χρόνια, ο χρόνος δοκιμασίας συμπίπτει με το ανωτέρω χρονικό διάστημα των τριών ετών. Ειδικά για την ισόβια κάθειρξη, ο χρόνος δοκιμασίας ορίζεται σε δέκα έτη. Αν μέσα στον παραπάνω χρόνο η απόλυση δεν ανακληθεί, ούτε αρθεί, θεωρείται η μεν ποινή αποτιθείσα, ο δε κατάδικος ως οριστικώς απολυμένος (ΑΠ 1313/2003 ΠοινΧρ 2004, 337, ΑΠ 1485/1995 ΠοινΧρ 1996, 1258).

Με δεδομένες τις ως άνω διαπιστώσεις, στην υπό κρίση περίπτωση, δυνάμει του υπ' αριθμ. 360/2003 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου και σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1941/2013 παραγγελίας μας, απολύθηκε υφ' όρον ο κατάδικος Γ.Ν., επιβλήθηκαν δε σε αυτόν οι κάτωθι υποχρεώσεις μέχρι του πέρατος του χρόνου δοκιμασίας του ήτοι, α) της διαμονής του στη δηλωθείσα διεύθυνση στη ... Χανίων, β) της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα και γ) της εμφάνισής του το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, συντασσομένης της σχετικής έκθεσης, στο Κέντρο Ψυχικών Παθήσεων όπου θα παρακολουθείται η κατάσταση της ψυχικής του υγείας και θα δίδεται η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Το εν λόγω Κέντρο οφείλει να ενημερώνει εγγράφως τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου για την τήρηση ή μη του περιοριστικού όρου. Ο εν θέματι κατάδικος κρατούνταν στο Κατάστημα Κράτησης Αλικαρνασσού σε εκτέλεση των ακόλουθων δικαστικών αποφάσεων που κατέγνωσαν τις κάτωθι αναφερόμενες ποινές, αθροιστικά εκτιόμενες, ήτοι: α) της υπ' αριθμ. 13/8.1.1993 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή ισόβιας κάθειρξης για καλλιέργεια και συγκομιδή ινδικής κάνναβης, κατά συναυτουργία, από δράστη που ενεργεί κατ' επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος και β) της υπ' αριθμ. 4101/23.10.2012 (συγχωνευτικής) απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων με την οποία καθορίστηκε συνολική ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών και δέκα (10) ημερών για απόδραση κρατουμένου και παραβίαση περιορισμών διαμονής. Ήδη δυνάμει του Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ Γ΄ 826/1.7.2014) ο απολυθείς έτυχε χορήγησης χάριτος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας διά μετριασμού της ποινής του και δη μεταβλήθηκε η επιβληθείσα ισόβια κάθειρξη σε ποινή κάθειρξης είκοσι πέντε (25) ετών.

Με βάση όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας συντρέχει νόμιμος λόγος νέας προσμέτρησης και επανακαθορισμού του χρόνου δοκιμασίας ο οποίος σε κάθε περίπτωση προκύπτει ευθέως εκ του νόμου χωρίς να απαιτείται ο δικαιοδοτικός προσδιορισμός του επιβάλλεται ωστόσο κατόπιν της ενδιάμεσης χορήγησης χάριτος που έλαβε χώρα μετά την απόλυση του καταδίκου η έκδοση της παρούσας Διάταξης διαπιστωτικού χαρακτήρα, ενόψει οψιγενών δεδομένων μη τεθέντων υπόψη του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών και προς άρση αμφισβητήσεων ή αμφιβολιών που τυχόν ανακύψουν στο εμπειρικό επίπεδο υλοποίησης της ποινής, ιδίως κατά την τήρηση των περιοριστικών όρων από τα καθ' ύλη και κατά τόπο επιτετραμμένα όργανα που εποπτεύουν τον κατάδικο καθ' όλο το διάστημα του χρόνου δοκιμασίας, ήτοι, τόσο του Αρχηγείου της ΕΛ.ΑΣ. ως προς τον όρο περί της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, του ΑΤ τόπου διαμονής του, του Κέντρου Ψυχικών Παθήσεων Χανίων όσο και του Διευθυντή Καταστήματος Κράτησης που εξέδωσε το σχετικό αποφυλακιστήριο προς ενημέρωση του σχετικού φακέλου του καταδίκου.

Μετά ταύτα και κατόπιν της προαναφερθείσας μεταρρύθμισης της ποινής, ως προκύπτει από το με υπ' αριθμ. 360/2013 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου καθώς και από το αριθμ.πρωτ. 9214/17.10.2013 αποφυλακιστήριο του Καταστήματος Κράτησης Αλικαρνασσού, ο εν λόγω κατάδικος εξέτισε συνολικά το άθροισμα των είκοσι (20) ετών, έξι (6) μηνών και είκοσι τριών (23) ημερών έως και τις 17.10.2013 οπότε και απολύθηκε υφ' όρον, καθορίσθηκε δε χρόνος πέρατος της δοκιμασίας του η 16.10.2023 υπολογισθείς με βάση την επιβληθείσα ποινή ισόβιας κάθειρξης. Πλέον, με βάση την ποινή των είκοσι πέντε (25) ετών κάθειρξης πλέον της αθροιστικά εκτιόμενης ποινής των δεκατεσσάρων (14) μηνών και δέκα (10) ημερών, επανακαθορίζουμε το χρόνο δοκιμασίας στο ανασταλέν υπόλοιπο ποινής των πέντε (5) ετών, επτά (7) μηνών και δεκαεπτά (17) ημερών από του χρόνου αποφυλάκισής του, ήτοι εκ του νέου υπολογισμού ο χρόνος δοκιμασίας φέρεται λήγων στις 3.6.2019.

Για τους λόγους αυτούς

Αφού λάβαμε υπόψη μας τα άρθρα 47 παρ. 1 Συντ, 105-110 ΠΚ και 572 ΚΠΔ, ενόψει της ως άνω χορήγησης χάριτος διά μετριασμού της ποινής ως το ΠΔ δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Γ΄ 826/1.7.2014.

Επανακαθορίζουμε το χρόνο δοκιμασίας του υφ' όρον απολυθέντος καταδίκου Γ.Ν., ο οποίος απολύθηκε δυνάμει του με αριθμ. 360/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου και ως χρονικό όριο συμπλήρωσης του διαστήματος δοκιμασίας αυτού ορίζεται πλέον η 3.6.2019, οπότε και όλοι οι τιθέμενοι περιοριστικοί όροι λήγουν την ως άνω ημεροχρονολογία.

Ο Πάρεδρος Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ηρακλείου,

Ευστάθιος Ι. Θεοφανίδης

Login