ΒΙΑΣΜΟΣ - ΕΥΜΕΝΕΣΤΕΡΗ ΔΙΑΤΑΞΗ - ΑΠ 1507-2022

ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Βιασμός. Ευμενέστερες διατάξεις είναι αυτές του ισχύοντος από 1.7.2019 ποινικού κώδικα στην αρχική όσον και στη, μετά την τροποποίησή του, δια του άρθρου 12 του νόμου 4637/2019, μορφή, όσον αφορά τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, καθόσον στις ισχύουσες πλέον από 1.7.2019 διατάξεις, πέραν της εξειδίκευσης σε σημαντικό βαθμό του περιεχομένου της απειλής με ρητή αναφορά στον προσδιορισμό των αγαθών που πρόκειται να πληγούν, οπότε για την τέλεση του εγκλήματος είναι αναγκαία η απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, αντί για την αναφορά στην ασελγή πράξη γίνεται πλέον λόγος για επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, η οποία έχει την έννοια της συνουσίας και άλλων πράξεων με την ίδια βαρύτητα από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας, όπως είναι η “παρά φύση” συνεύρεση, ο ετεροαυνανισμός, η πεολειξία και η αιδοιολειξία ή η χρήση υποκατάστατων μέσων, και δεν περιλαμβάνονται πράξεις ήσσονος βαρύτητας, οι οποίες προσβάλλουν τη γενετήσια αξιοπρέπεια, όπως χειρονομίες ή θωπείες ή ψαύσεις του σώματος που δεν εξικνούνται όμως σε γενετήσια πράξη. Ευμενέστερη η ποινή που ίσχυσε από την 1.7.2019 έως τις 18.11.2019, προς του Ν 4637/2019, αφού με αυτήν προβλέπεται κάθειρξη από 5-15 έτη (άρθρ. 52 παρ. 2 νΠΚ), ενώ ο πΠΚ προέβλεπε κάθειρξη 5-20 έτη, μετά δε το Ν 4637/2019 προβλέπεται κάθειρξη 10-15 έτη .

 

Αριθμός 1507/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, ο οποίος ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 18/2021 πράξη της Προέδρου), Κ. Μαυρικοπούλου, Γεώργιο Κόκκορη, Μαριάνθη Παγουτέλη - Εισηγήτρια και 'Αννα Φωτοπούλου - Ιωάννου), η οποία ορίστηκε με την υπ'αριθμ. 48/2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αρεοπαγίτες.

 

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2021, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου 'Ολγας Σμυρλή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κ.Κ. Γρεβενών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Κυριακή Πακιρτζίδου, για αναίρεση της υπ'αριθ. 11,12/2020 απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου ...ς.

Το Μικτό Ορκωτό Εφετείο ...ς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην, από 15 Ιουνίου 2020, κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή του Κ.Κ. Γρεβενών, Χ. Ψ., έλαβε αριθμό 39/2020, και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 748/2020.

 

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς κρίση, η, με αριθ. πρωτ. 39/15-6-2020, έκθεση αίτησης του Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της, υπ` αριθ. 11-12/6-2-2020, απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου ...ς, η οποία καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο του άρθ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ, στις 2-6-2020, με αριθ. 2 και με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του προτέρου σύννομου βίου, για τις αξιόποινες πράξεις: α) της κατάχρησης ανηλίκου που συμπλήρωσε τα 14 έτη, από πρόσωπο που του έχουν εμπιστευθεί για να το επιβλέπει, κατ' εξακολούθηση, β) της γενετήσιας πράξης με ανήλικη έναντι αμοιβής, όπου η παθούσα συμπλήρωσε τα 14 έτη, κατ' εξακολούθηση και γ) της απόπειρας βιασμού, που προβλέπονται και τιμωρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδάφ. α , 27 παρ. 1, 42 παρ. 1, 50, 51, 52, 53, 68, 79, 83, 84 παρ. 1 και 2α , 94 παρ. 1, 98, 336 παρ. 1 και 2, 342 παρ. 1γ'και 351Α παρ. 1γ' του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν. 4637/2019). Για τις πράξεις του αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών για την υπό στοιχ. α' ως άνω πράξη, ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για την υπό στοιχ. β' ως άνω πράξη και σε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών για την υπό στοιχ. γ' ως άνω πράξη, και σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 15-6-2020, από άτομο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς άσκησή της, κατ' αποφάσεως που υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, (άρθρα 462 παρ. 1 περ. β', 464, 466, 473 παρ. 2, 3, 504 παρ. 1 και 505 ΚΠΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων μ` αυτή αναιρετικών λόγων, εκδικαζόμενη, κατ' άρθρο 590 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά τις διατάξεις, του ισχύοντος νέου ΚΠΔ, (Ν. 4620/2019, 4637/2019 και 4855/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 336 του ΠΚ, περί βιασμού (όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019), με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος, στο δέκατο ένατο κεφάλαιο αυτού (ΠΚ) με τον τίτλο "Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής", οριζόταν ότι: "1) Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σπουδαίου και άμεσου κινδύνου εξαναγκάζει άλλον σε συνουσία ή σε άλλη ασελγή πράξη ή σε ανοχή της τιμωρείται με κάθειρξη. 2) Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου έγινε από δύο ή περισσότερους δράστες που ενεργούσαν από κοινού, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη συγκρότηση του εγκλήματος του βιασμού απαιτείται: α) εξαναγκασμός κάποιου, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας, σε συνουσία ή σε ανοχή ή σε επιχείρηση ασελγούς πράξης, που συντρέχει, όταν το πρόσωπο, χωρίς τη θέλησή του, υποβάλλεται σε συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης και β) ο εξαναγκασμός του προσώπου αυτού να γίνεται με απειλή σπουδαίου ή αμέσου κινδύνου ή με σωματική βία, που είναι η φυσική δύναμη, η οποία δεν μπορεί να αποκρουσθεί και που αναγκάζει έτσι κάποιον να υποστεί, χωρίς τη θέλησή του, σαρκική συνάφεια ή να επιχειρήσει ή να ανεχθεί ασελγή πράξη. Ο εξαναγκασμός μπορεί να γίνει με καθένα από τους παραπάνω αναφερόμενους τρόπους ή και με τους δύο, δηλαδή τη χρήση σωματικής βίας και με απειλή. Ως ασελγής πράξη νοείται κάθε ενέργεια που ανάγεται στη γενετήσια σφαίρα, που αντικειμενικώς προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών (μεταξύ δε άλλων η παρά φύση ασέλγεια, η απλή ψαύση των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος και υποκειμενικώς κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας και η οποία διακρίνεται από την συνουσία, που είναι η συνένωση των γεννητικών μορίων). Η πράξη είναι τετελεσμένη όταν επιτευχθεί η συνουσία, αλλά και στην περίπτωση που σκοπήθηκε η συνουσία, αν τελέσθηκαν άλλες πράξεις που αυτοτελώς θεωρούμενες αποτελούν ασέλγεια, υπάρχει ολοκληρωμένο έγκλημα βιασμού και αν ακόμη δεν συντελέσθηκε η ικανοποίηση της ορμής του δράστη. Υποκειμενικώς δε απαιτείται (έστω και ενδεχόμενος) δόλος, που συνίσταται στη γνώση και τη θέληση των ανωτέρω στοιχείων του εγκλήματος του βιασμού, δηλαδή στη βούληση του δράστη, όπως με σωματική βία ή απειλή σπουδαίου και αμέσου κινδύνου ή και με τα δύο μαζί εξαναγκάσει άλλον σε συνουσία ή σε ανοχή ή επιχείρηση ασελγούς πράξης και περιλαμβάνει τη γνώση ότι ο "άλλος" δεν συναινεί στη συνουσία ή την ασελγή πράξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., "όποιος, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα ή πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 342 παρ. 1 περ. α' και 2 περ. γ' του Π.Κ. (όπως αυτός ίσχυε μέχρι 30-6-2019) με βάση την οποία επίσης ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος, οριζόταν ότι: "Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί ασελγείς πράξεις με ανήλικο, τον οποίο του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα, όχι όμως και τα δεκαοκτώ έτη, με κάθειρξη" και "2. συνιστά επιβαρυντική περίσταση η τέλεση της πράξεως της πρώτης παραγράφου: α) ... β) από πρόσωπο που συνοικεί με τον ανήλικο ή διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους οικείους του, γ)... δ) από πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες του ανηλίκου...". "Υπό το καθεστώς των ως άνω διατάξεων, ως ασελγείς πράξεις νοούνται όχι μόνο η συνουσία ή η παραφύση ασέλγεια, αλλά και κάθε άλλη ασελγής πράξη, η οποία κατατείνει στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, όπως οι ψαύσεις και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος του ανηλίκου, ήτοι σοβαρές προσβολές της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος, οι οποίες κατατείνουν στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη, διακρινόμενες από τη συνουσία κατά φύση (ΟλΑΠ 3/2018, ΑΠ 785/2012, ΑΠ 560/2010). Με τις διατάξεις αυτές αφενός επιδιώκεται να προστατευθεί η γενετήσια ελευθερία των ανηλίκων, οι οποίοι, λόγω των ιδιαίτερων και δη συγκεκριμένων σχέσεων εμπιστοσύνης με τον δράστη, είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε γενετήσιες προσβολές από αυτόν και αφετέρου να διαφυλαχθούν οι σχέσεις αυτές καθαρές από γενετήσιες επιδιώξεις, οι οποίες θίγουν σοβαρά το ηθικό περιεχόμενο ή τον χαρακτήρα των σχέσεων αυτών, ως σχέσεων εμπιστοσύνης. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου απ' αυτήν εγκλήματος της καταχρήσεως ανηλίκων, που συμπλήρωσαν τα 14 έτη, σε ασέλγεια απαιτείται ομοίως (όπως και στο έγκλημα της αποπλάνησης παιδιών) οποιαδήποτε υπό γενετήσια άποψη ασελγής πράξη με πρόσωπο νεότερο των δεκαοκτώ (18) ετών, η οποία αντικειμενικά μεν προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την, περί των ηθών, κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστη, μόνο στην περίπτωση που τον ανήλικο αυτό, οι έχοντες την επιμέλεια του, τον έχουν εμπιστευθεί στον ενήλικο δράστη για κάποιο λόγο, για να τον επιβλέψει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, παραβιαζόμενης έτσι με κατάχρηση της εμπιστοσύνης που του επέδειξαν. Περαιτέρω, κατά τις ίδιες διατάξεις του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, που κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019 όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4637/2019, η διατύπωση των πιο πάνω αξιόποινων πράξεων γίνεται ως εξής, δηλαδή: στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 336 του ΠΚ περί βιασμού ορίζεται ότι:: "1) Όποιος με σωματική βία ή με απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας εξαναγκάζει άλλον σε επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. 2) Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις. 3)...". Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών με τις προϊσχύσασες, προκύπτει ότι ευμενέστερες διατάξεις είναι αυτές του ισχύοντος από 1.7.2019 ποινικού κώδικα στην αρχική όσον και στη, μετά την τροποποίησή του, δια του άρθρου 12 του νόμου 4637/2019, μορφή, όσον αφορά τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος, καθόσον στις ισχύουσες πλέον από 1.7.2019 διατάξεις, πέραν της εξειδίκευσης σε σημαντικό βαθμό του περιεχομένου της απειλής με ρητή αναφορά στον προσδιορισμό των αγαθών που πρόκειται να πληγούν, οπότε για την τέλεση του εγκλήματος είναι αναγκαία η απειλή σοβαρού και άμεσου κινδύνου για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα, αντί για την αναφορά στην ασελγή πράξη γίνεται πλέον λόγος για επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, η οποία έχει την έννοια της συνουσίας και άλλων πράξεων με την ίδια βαρύτητα από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας, όπως είναι η "παρά φύση" συνεύρεση, ο ετεροαυνανισμός, η πεολειξία και η αιδοιολειξία ή η χρήση υποκατάστατων μέσων, και δεν περιλαμβάνονται πράξεις ήσσονος βαρύτητας, οι οποίες προσβάλλουν τη γενετήσια αξιοπρέπεια, όπως χειρονομίες ή θωπείες ή ψαύσεις του σώματος που δεν εξικνούνται όμως σε γενετήσια πράξη. Περαιτέρω όμως, ως προς την προβλεπόμενη ποινή ευμενέστερη είναι η διάταξη του άρθ. 336 παρ. 1 και 2 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτή ίσχυσε από την 1.7.2019 έως τις 18.11.2019, και πριν την τροποποίησή της με τον ως άνω ν. 4637/2019, καθόσον οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αφού με αυτήν προβλέπεται πλαίσιο ποινής κάθειρξης, χωρίς ελάχιστο όριο, δηλ. από πέντε (5) έτη έως δέκα πέντε (15) έτη (άρθρ. 52 παρ. 2 του νέου ΠΚ), ενώ η μεν προηγούμενη διάταξη, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, προέβλεπε κάθειρξη από πέντε (5) έως είκοσι (20) έτη, η, δε μετά την τροποποίηση δια του άρθρου 12 του νόμου 4637/2019 και νυν ισχύουσα, με βάση την οποία εσφαλμένα καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, προβλέπεται κάθειρξη τουλάχιστον από δέκα (10) έως δέκα πέντε (15) έτη. Εξ άλλου, στη διάταξη του άρθρου 42 § 1 του (νέου) ΠΚ ορίζεται: "Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στον νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Από τη διάταξη αυτή, με τη νέα της διατύπωση, κατά την οποία δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή ως προς την ερμηνεία του όρου της αρχής εκτέλεσης του προϊσχύσαντος ΠΚ, συνάγεται ότι για την ύπαρξη απόπειρας απαιτείται πράξη, την οποία επιχειρεί ο δράστης με τον δόλο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος, η οποία περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος αυτού. Ως τέτοια θεωρείται κάθε ενέργεια του δράστη, με την οποία αρχίζει να πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και η οποία, αν δεν ανακοπεί από οποιονδήποτε λόγο, οδηγεί αναμφισβήτητα στην πραγμάτωση αυτού ή τελεί σε τέτοια αναγκαία και άμεση σχέση συνάφειας, ώστε κατά την κοινή αντίληψη να θεωρείται ως τμήμα αυτής. Οπότε συνδυαζόμενων των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 1, 83 και 336 παρ. 1 του (νέου) ΠΚ, (το άρθ. 336, πριν τον ν. 4637/18-11-2019), το πλαίσιο ποινής για το κακούργημα της απόπειρας βιασμού διαμορφώνεται σε φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) ετών. Περαιτέρω στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 342 παρ. 1 του νέου ΠΚ, περί κατάχρησης ανηλίκων, ορίζεται ότι "1. Ο ενήλικος ο οποίος ενεργεί γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, τον οποίον του έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει, έστω και προσωρινά, τιμωρείται ως εξής: α)..., β)... γ) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη, ως δέκα έτη" χωρίς να προβλέπονται περαιτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις. Από τις παραπάνω διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα προκύπτει ότι παθών στο αδίκημα της κατάχρησης ανηλίκων είναι ανήλικος, τον οποίο έχουν εμπιστευθεί στον δράστη για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει έστω και προσωρινά. Η σχέση της εμπιστοσύνης προς επίβλεψη ή φύλαξη του ανηλίκου, την οποία καταχράται ο δράστης, δεν είναι αναγκαίο να είναι μακράς διάρκειας, αρκεί δε και προσωρινή ανάθεση προς επίβλεψη ή φύλαξη του ανηλίκου. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των διατάξεων του δέκατου ένατου κεφαλαίου του ΠΚ με τίτλο "Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής", προκύπτει ότι προτιμήθηκε γενικώς από τον νομοθέτη κατά τη σύνταξη του νέου ΠΚ ο όρος "γενετήσια πράξη", επειδή, όπως αναφέρεται σχετικά στην Αιτιολογική Έκθεση ".. .πρόκειται για έννοια, η οποία ορίζει τόσο τη διαδικασία της αναπαραγωγής (γένεσης) όσο και τις σχετικές ή παράλληλες με αυτήν πράξεις, διαθέσεις και ορμές, την ερωτική ζωή των ανθρώπων. Λόγω της γενικότητάς της υιοθετήθηκε στη σύγχρονη επιστημονική και κοινή γλώσσα". Μάλιστα, ο ίδιος ο νομοθέτης στην παράγραφο 2 του άρθρου 336 του νέου ΠΚ ορίζει ότι "Γενετήσια πράξη είναι η συνουσία και οι ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις", ενώ στην Αιτιολογική Έκθεση επεξηγείται ότι: Ο όρος "γενετήσια πράξη", έχει την έννοια που προσδιορίζει η νομολογία και η επιστήμη. Πρόκειται για τη συνουσία και άλλες πράξεις με την ίδια βαρύτητα από πλευράς προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας, όπως είναι η "παρά φύση" συνεύρεση...... Ο κύριος γνώμονας για το εάν μια πράξη πρέπει να χαρακτηριστεί ως "γενετήσια" είναι η ένταση της προσβολής του εννόμου αγαθού της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος. Κατά συνέπεια, πράξεις με έντονο σεξουαλικό χαρακτήρα, όπως είναι η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων του ανηλίκου, οι οποίες όμως κατατείνουν και εξικνούνται μέχρι τη γενετήσια ικανοποίηση του δράστη και την προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας του θύματος, θεωρούνται γενετήσιες πράξεις κατά τον νέο ΠΚ. Τα παραπάνω είναι σύμφωνα και με το άρθρο 36 παρ. 1 και 2 της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, που κυρώθηκε με το ν. 4531/2018 και έχει υπερνομοθετική ισχύ. Κατά την εν λόγω διάταξη, η ποινικοποίηση των πράξεων κατά της γενετήσιας ελευθερίας πρέπει να αφορά όχι μόνο τη "διάπραξη μη συναινετικής, κολπικής ή στοματικής διείσδυσης σεξουαλικού χαρακτήρα στο σώμα άλλου ατόμου με τη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε οργάνου του σώματος ή αντικειμένου" αλλά και "τη διάπραξη άλλων μη συναινετικών πράξεων σεξουαλικού χαρακτήρα". Υπό το πρίσμα αυτό, ο όρος της "γενετήσιας πράξης" δεν παρεκκλίνει ουσιωδώς από τον προαναφερθέντα ορισμό της "ασελγούς πράξης" όπως ερμηνευόταν, υπό την αυστηρή της εκδοχή, από τη μέχρι τώρα νομολογία των δικαστηρίων στα εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, στα οποία περιλαμβάνονται και οι περιπτώσεις των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 336 παρ. 1 και 342 παρ. 1γ' ΠΚ (ΑΠ 288/2021, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 474/2020, ΑΠ 241/2020). Τέλος στην τρίτη περίπτωση, κατά το άρθ. 351Α του ισχύοντος από 1-7-2019, νέου ΠΚ, όπως τροπ. με ν. 4637/2019, με βάση τον οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων και πριν την τροποποίησή του, προς το δυσμενέστερο, με τον ν. 4855/2021, ορίζεται ότι: "1. Η γενετήσια πράξη με ανήλικο που τελείται από ενήλικο με αμοιβή ή με άλλα υλικά ανταλλάγματα ή η γενετήσια πράξη μεταξύ ανηλίκων που προκαλείται από ενήλικο με τον ίδιο τρόπο και τελείται ενώπιον αυτού ή άλλου ενηλίκου τιμωρείται: α) αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή, β) αν ο παθών συμπλήρωσε τα δώδεκα, όχι όμως και τα δεκατέσσερα έτη, με κάθειρξη και χρηματική ποινή και γ) αν συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή". Συγκεκριμένα 1. Ο χαρακτηρισμός της πράξης ως γενετήσιας εξαρτάται και από τις ειδικές περιστάσεις αυτής, του τόπου, χρόνου και τρόπου τέλεσής της αλλά και των ιδιοτήτων των προσώπων μεταξύ των οποίων αυτή τελέστηκε. 2. Η πράξη να τελέστηκε με την παροχή αμοιβής ή άλλου υλικού ανταλλάγματος (χρήματα, δώρα, υποσχέσεις δώρων) δηλαδή το θύμα ή το πρόσωπο που καθοδηγεί ή ελέγχει ο δράστης, να έλαβε κάποια από τις εν λόγω παροχές από αυτόν και 3. υποκειμενικώς απαιτείται η γενετήσια πράξη να κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστη και δόλος αυτού άμεσος ή ενδεχόμενος που πρέπει να καταλαμβάνει όλα τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία της πράξης και να εκτείνεται και στη γνώση του ότι το πρόσωπο κατά του οποίου κατευθύνεται η πράξη του έχει ηλικία κατώτερη των δεκαπέντε ετών, αρκούντος ως προς το στοιχείο αυτό, του ότι ο δράστης αμφιβάλλει ως προς την ηλικία του παθόντος. Η συναίνεση του ανηλίκου ή η, παρ` αυτού, αμφιβολία ή και πρόκληση δεν έχει σημασία (ΑΠ 765/2019, ΑΠ 422/2014). Τέλος η κατάχρηση ανηλίκων (άρθ. 342 ΠΚ), μπορεί να συρρέει αληθώς κατ' ιδέαν με την τέλεση γενετήσιας πράξης με ανήλικο, με αμοιβή, (άρθ. 351Α) αφού, στην προαναφερόμενη περίπτωση, προσβάλλονται, κατά τα προεκτιθέμενα, δύο αυτοτελή έννομα αγαθά, ήτοι αφενός ο οφειλόμενος σεβασμός προς το νεότερο από 18 ετών ανήλικο και η διαφύλαξη της αγνότητας του και η σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ δράστη και θύματος και αφετέρου, το αδίκημα της τέλεσης γενετήσιας πράξης με ανήλικο έναντι αμοιβής, σκοπό έχει τον αυστηρό κολασμό της αμειβόμενης γενετήσιας πράξης με ανήλικο, στο πλαίσιο της προστασίας της γενετήσιας ελευθερίας, σε ευρεία έννοια, στην οποία διαλαμβάνονται και τα εγκλήματα της γενετήσιας ζωής, αλλά συγχρόνως και της σωματικής και ψυχικής υγείας του ανηλίκου και τη μη υποβολή του σώματος αυτού σε οικονομική συναλλαγή (ΑΠ 288/2021, ΑΠ 1231/2019, ΑΠ 1550/2012). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του νέου ΠΚ, όπως κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019, η οποία επίσης είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης του προϊσχύσαντος, ορίζεται ότι: "Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιο της καθορίζεται ως εξής: α)..., β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως οκτώ έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι έτη, δ)...". Περαιτέρω όμως, σύμφωνα με το άρθρο 83 του Π.Κ. όπως αυτό τροποποιήθηκε και ισχύει ήδη, κατ' άρθ. 2 Π.Κ., μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, με το άρθ. 7 του ν. 4855/2021, με το οποίο προστίθεται περ. γ' και αναριθμούνται οι περ. γ' σε περ. δ' και ε' ορίζεται, ότι: "Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της....". Άλλωστε κατ' άρθ. 85 του ΠΚ ορίζεται ότι: "Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος, σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή". Επομένως από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθ. 2 Π.Κ. προς εκείνες των άρθρων 514 και 511 του Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, τον νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 327/2020).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτό, αλλά πρέπει με βεβαιότητα να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1338/2020, ΑΠ 45/2020, ΑΠ 1705/2019, ΑΠ 1380/2017). Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 230/2020, ΑΠ 160/2020, ΑΠ 28/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 11-12/6-2-2020 αποφάσεώς του, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο ...ς, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για τις προαναφερθείσες πράξεις που αυτός τέλεσε εξακολουθητικά σε βάρος ανηλίκου, που συμπλήρωσε τα 14 έτη, δηλαδή: 1) της κατάχρησης σε γενετήσιες πράξεις ανηλίκου που συμπλήρωσε τα 14 έτη, από ενήλικο που του τον έχουν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει έστω και προσωρινά, 2) της γενετήσιας πράξης με ανήλικη, έναντι αμοιβής, όπου η παθούσα συμπλήρωσε τα 14 έτη και 3) της απόπειρας βιασμού και τον καταδίκασε, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του νέου ΠΚ όπως κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019 και τροποποιήθηκε με τον ν. 4637/2019, με τη συνδρομή και της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ) σε συνολική ποινή κάθειρξης δέκα (10) ετών. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν κατά λέξη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ο πρώτος κατηγορούμενος, Δ. Χ., ηλικίας σήμερα ... ετών, είναι κάτοικος ..., όπου δραστηριοποιείται επιχειρηματικά, διατηρώντας μίνι μάρκετ στην περιοχή της ..., επί της οδού .... Κοντά στην επιχείρηση του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα στο σπίτι της γιαγιάς της, από τη μητρική της πλευρά, διέμενε και η ανήλικη παθούσα, Κ. - Β. Δ., η οποία γεννήθηκε τη ...2002. Η ανήλικη είναι ένα από τα πέντε (5) παιδιά της δεύτερης κατηγορουμένης, Α. Σ., η οποία τα ανέτρεφε μόνη της, χωρίς τη συνδρομή του πατέρα τους. Η τελευταία, λόγω του ότι ευρίσκετο σε δεινή οικονομική κατάσταση μετακόμισε με τα τέκνα της, κατά το έτος 2015, στο σπίτι της μητέρας της, μη έχοντας άλλη επιλογή και αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Με τη γιαγιά της ανήλικης ο κατηγορούμενος συνδέετο με πολύχρονη φιλική σχέση και μέσω αυτής γνώρισε όλη την υπόλοιπη οικογένεια της ανήλικης. Η γιαγιά της ανήλικης εκφράζετο πάντα θετικά για τον κατηγορούμενο και έδειχνε ότι του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Αυτός, εκμεταλλευόμενος την έλλειψη πατρικής παρουσίας και τις φιλικές του σχέσεις με τη γιαγιά, προσέγγισε την οικογένεια της ανήλικης και επιχείρησε να κερδίσει την εύνοια και τη συμπάθεια τους, προσφέροντας δωρεάν τρόφιμα από το κατάστημά του. Όταν η ανήλικη Κ. γνώρισε τον κατηγορούμενο ήταν ηλικίας 12 ετών. Κάθε φορά που πήγαινε στο κατάστημά του της κερνούσε παγωτά, γλυκά και διάφορα άλλα. Εκείνη τη χρονική περίοδο η μεγαλύτερη αδελφή της, Ε., η οποία γεννήθηκε το έτος 1998, ήταν μαθήτρια της τρίτης τάξης του νυκτερινού Γυμνασίου. Ο κατηγορούμενος, προσέφερε εργασία στο κατάστημα του στην Ε., με τη συμφωνία να καταβάλει ως αμοιβή δέκα (10) ευρώ στην ίδια (Ε.) και πέντε (5) ευρώ στη γιαγιά της, ημερησίως. Η Ε. ξεκίνησε την απασχόληση της στο εν λόγω κατάστημα και κάθε φορά που η γιαγιά έστελνε την Κ. να ψωνίσει, ο κατηγορούμενος πάντα την κερνούσε. Όπως κατέθεσε η ανήλικη Κ. (στην ως άνω χωρίς όρκο κατάθεσή της), κάποια στιγμή διαπίστωσε ότι τόσο η αδελφή της όσο και ο κατηγορούμενος δεν ήσαν στο μίνι μάρκετ από ώρα 14:00 έως 15:30, καθημερινώς και επειδή υποψιάστηκε ότι κάτι μπορεί να συμβαίνει μεταξύ τους, κάποια ημέρα τους αναζήτησε και τους βρήκε στο υπόγειο του καταστήματος και ότι, μετά το περιστατικό αυτό και ύστερα από επίμονες ερωτήσεις της, προς την αδελφή της, η τελευταία της εκμυστηρεύθηκε ότι για ένα περίπου χρόνο είχε ολοκληρωμένες ερωτικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο, οι οποίες ελάμβαναν χώρα στο υπόγειο του καταστήματος, σε χώρο που τον είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος γι' αυτό τον σκοπό. Μετά από αυτό, οι δύο αδελφές αποκάλυψαν στη θεία τους τα παραπάνω και αυτή αμέσως το γνωστοποίησε στη μητέρα τους, δεύτερη κατηγορούμενη. Έτσι, για λίγο χρονικό διάστημα διεκόπησαν οι σχέσεις της οικογένειας με τον κατηγορούμενο, ο οποίος όμως εξακολουθούσε να προσφέρει πράγματα στη γιαγιά, η οποία, παρόλο που πληροφορήθηκε όσα ανέφεραν οι ανήλικες εγγονές της, εξακολουθούσε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με αυτόν και να τον θεωρεί έμπιστο. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθούν τα εξής, σε σχέση με τα παραπάνω: Σε βάρος του πρώτου κατηγορουμένου ασκήθηκε ποινική δίωξη για κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια, που συμπλήρωσε τα δέκα τέσσερα (14) όχι όμως και τα δέκα οκτώ (18) έτη, κατ' εξακολούθηση, από πρόσωπό που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τους οικείους του ανηλίκου, αφετέρου δε εδέχετο τις υπηρεσίες του (άρθρ. 342 παρ. 1 εδ. β' και 2 περ. β' και δ' του προϊσχύσαντος ΠΚ), πράξη που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2015 έως τον Αύγουστο του 2016, στο κατάστημα του που διατηρεί στη ..., επί της οδού ..., σε βάρος της Ε. - Π. Δ. του Α., που γεννήθηκε το έτος 1998 και παραγγέλθηκε η διενέργεια κύριας ανάκρισης. Μετά το πέρας τελευταίας, με το υπ' αριθμ. 73/2019 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, ο κατηγορούμενος παραπέμφθηκε ενώπιον του ΜΟΔ της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, προκειμένου να δικασθεί για την ως άνω αξιόποινη πράξη. Ακολούθως, εισήχθη η υπόθεση ενώπιον του ΜΟΔ Λάρισας, το οποίο με την υπ' αριθμ. 119-23/9-10-2019 απόφασή του, κήρυξε ομοφώνως αθώο τον κατηγορούμενο (βλ. το απόσπασμα της εν λόγω απόφασης, καθόσον, όπως αναφέρθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, η απόφαση ακόμη δεν έχει καθαρογραφεί και συνεπώς δεν έγινε γνωστό το σκεπτικό της). Περαιτέρω, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν ακόμη και τα παρακάτω. Στα τέλη της χρονικής χρονιάς του 2016, ενώ η δεύτερη κατηγορούμενη αποχώρησε από το σπίτι της μητέρας της και εγκαταστάθηκε στην ..., ένα χωριό έξω από το …, όπου ευρίσκετο ο τόπος εργασίας της, η δε ανήλικη Κ., τότε ηλικίας 13 ετών, συνέχιζε να ζει με τη γιαγιά της στο …, ο πρώτος κατηγορούμενος τακτικά μετέφερε την ανήλικη, με το αυτοκίνητό του, από το σπίτι της γιαγιάς της στο σχολείο. Κατά τη διάρκεια δε αυτής της μεταφοράς χάιδευε την ανήλικη στα πόδια και πολλές φόρες χρειάστηκε η ίδια να τον απομακρύνει χτυπώντας τον στα χέρια για να σταματήσει. Κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα ο κατηγορούμενος αγόραζε διάφορα δώρα για την ανήλικη, όπως ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, κινητό τηλέφωνο. Τον μήνα Ιούλιο του 2016, με τη λήξη των σχολικών μαθημάτων, πρόσφερε εργασία στην ανήλικη στο κατάστημά του, με αμοιβή δέκα πέντε (15) ευρώ ημερησίως και αυτή αποδέχθηκε, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι απουσίαζε η μητέρα της, ενώ η γιαγιά της δεν προέβαλε κάποια αντίρρηση, λόγω της εμπιστοσύνης που έτρεφε προς το πρόσωπό του. Ύστερα από ένα μήνα εργασίας στο κατάστημά του, ο κατηγορούμενος, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα κάποιες εργασίες, της πρότεινε να κατεβούν στο υπόγειο, όπου η ανήλικη αντιλήφθηκε ότι ήταν διαμορφωμένος ο χώρος σαν μία "ερωτική φωλιά", καθώς ο κατηγορούμενος είχε τοποθετήσει δυο στρώματα και μια λάμπα. Αρχικά, η ανήλικη αντέδρασε και του ζήτησε να ανέβουν επάνω διότι αντιλήφθηκε τον εγκληματικό του σκοπό. Αυτός, όμως, άρχισε να την θωπεύει σε διάφορα σημεία του σώματός της, λέγοντας της παράλληλα πόσο πολύ την θέλει και όταν αυτός επιχείρησε να την φιλήσει, εκείνη τον απώθησε με δύναμη ζητώντας του να σταματήσει, απειλώντας τον ότι θα το αναφέρει στην μητέρα της. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε καθησυχάζοντάς την ότι δεν θα της κάνει κακό. Μία εβδομάδα αργότερα και αφού της είχε αγοράσει αρκετά δώρα την έπεισε να κατέβουν στο υπόγειο. Εκεί την έβαλε να καθίσουν στα στρώματα και αφού την διαβεβαίωσε ότι δεν επιθυμεί να έλθουν σε ερωτική επαφή της ζήτησε να μείνει για λίγο μαζί του και να τον χαϊδέψει. Η ανήλικη τον πίστεψε και τότε αυτός ξάπλωσε στο στρώμα και ενώ με το ένα του χέρι έτριβε τα πόδια της, με το άλλο χέρι αυνανιζόταν, εωσότου εκσπερμάτωσε. Αμέσως μετά ντύθηκε και ανέβηκαν στο μαγαζί. Το γεγονός αυτό λάμβανε χώρα σε καθημερινή σχεδόν βάση και ο κατηγορούμενος της αγόραζε δώρα για την ευχαριστήσει. Μετά από δεκαπέντε ημέρες περίπου, κατέβηκαν στο υπόγειο και η ανήλικη ενώ ήταν γυμνόστηθη, φορώντας μόνο το εσώρουχό της, την έπεισε σε ετεροαυνανισμό μέχρις ότου εκσπερματώσει πάνω της. Άλλες φορές, ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωνε στα πόδια της, ενώ παράλληλα αυτός την χάιδευε στο αιδοίο και την φιλούσε στα στήθη. Οι αυτές πράξεις είχαν γίνει σχεδόν η καθημερινότητα της ανήλικης, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος κάθε φορά να απαιτεί ακόμα περισσότερα από αυτήν, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που της ζητούσε επίμονα να ολοκληρώσουν την ερωτική τους επαφή, αλλά η ανήλικη αρνείτο σθεναρά. Τα παραπάνω διήρκησαν μέχρι αρχές Νοεμβρίου του 2016, οπότε η γιαγιά της ανήλικης αρρώστησε βαριά, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί η μητέρα της, δεύτερη κατηγορούμενη, να επιστρέφει για να μείνει μαζί τους. Όταν πληροφορήθηκε ότι η Κ. απασχολείτο στο κατάστημα του κατηγορουμένου, αποδέχθηκε τη δικαιολογία της ανήλικης ότι χρειάζονται χρήματα. Κάποια ημέρα που η ανήλικη άργησε να γυρίσει στο σπίτι η μητέρα της πήγε να την ψάξει στο κατάστημα του κατηγορουμένου. Όταν οι υπάλληλοι του μίνι μάρκετ της είπαν ότι δεν ξέρουν που είναι η κόρη της και έχοντας κατά νου όσα ανέφεραν, σε προηγούμενο χρόνο, οι δύο ανήλικες θυγατέρες, σχετικά με τη σχέση του κατηγορουμένου με τη μεγαλύτερη, την Ε., άρχισε να φωνάζει και τότε η ανήλικη ανέβηκε μαζί με τον κατηγορούμενο από το υπόγειο, όπου, όπως προέκυψε, επιδίδοντο σε γενετήσιες πράξεις. Τότε αντιλήφθηκε τι πραγματικά συνέβαινε μεταξύ του κατηγορουμένου και της ανήλικης θυγατέρας της, Κ. και αφού την πήρε φωνάζοντας από το κατάστημα κατέφυγε στην αρμόδια αστυνομική αρχή, προκειμένου να τον καταμηνύσει, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε καταγγελία σε βάρος του. Έκτοτε διεκόπησαν οι σχέσεις της οικογένειας με τον κατηγορούμενο, κάτι στο οποίο συνέβαλε και ο θάνατος της γιαγιάς, στις ...2016, εξ αφορμής του οποίου μετακόμισαν σε άλλη γειτονιά. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την ανήλικη και τη μητέρα της, χωρίς αποτέλεσμα. Τελικώς, το Μάιο του 2017 συναντήθηκαν σε μία ταβέρνα και μετά από συζήτηση αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις τους. Έτσι, ο κατηγορούμενος επανήλθε στη ζωή τους και με δώρα προσπάθησε και πέτυχε να πλησιάσει ξανά την οικογένεια, προσφέροντας στην ανήλικη ρούχα και κοσμήματα. Τον μήνα Ιούνιο πρότεινε στην ανήλικη να ταξιδέψουν στην ... για να επισκεφθούν το υδάτινο πάρκο ... και αυτή του είπε ότι θα του απαντήσει αφού ενημέρωνε τη μητέρα της. Η τελευταία, ενώ αρχικώς αρνήθηκε, ακολούθως επέτρεψε στη θυγατέρα της να μεταβεί στην ... μαζί με τον κατηγορούμενο. Έτσι, την 7-7-2017, αναχώρησαν οδικώς από το …, με όχημα του κατηγορουμένου, με τελικό προορισμό την ..., όπου έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο "...", στην περιοχή .... Με την άφιξη στο ξενοδοχείο η ανήλικη είχε την πεποίθηση ότι θα εκοιμούντο σε ξεχωριστά κρεβάτια. Αντ' αυτού διαπίστωσε ότι τα κρεβάτια ήσαν ενωμένα. Όπως προέκυψε, ο πρώτος κατηγορούμενος, πριν το ταξίδι, είχε πραγματοποιήσει κράτηση μέσω της πλατφόρμας Booking.com, για ένα δωμάτιο και μάλιστα, φθάνοντας, ζήτησε από τον υπάλληλο υποδοχής του ξενοδοχείου, το δωμάτιο να διαμορφωθεί ως δίκλινο, με ένα κρεβάτι και όχι με δύο, γεγονός που λόγω της εμφανούς διαφοράς ηλικίας με την ανήλικη που τον συνόδευε, έκανε εντύπωση στους υπαλλήλους του ξενοδοχείου. Ο δε κατηγορούμενος, σε σχετική ερώτηση της ανήλικης, γιατί τα κρεβάτια είναι ενωμένα, της απάντησε ότι το ξενοδοχείο ήταν γεμάτο και δεν είχε δωμάτιο με μονά κρεβάτια, κάτι που ήταν ψευδές, αφού ο ίδιος είχε ζητήσει δωμάτιο με διπλό κρεβάτι. Μετά την τακτοποίηση τους στο δωμάτιο, βγήκαν στην πόλη, όπου ο κατηγορούμενος αγόρασε στην ανήλικη μπλούζες και βραχιόλια και αφού έφαγαν επέστρεψαν στο ξενοδοχείο. Η ανήλικη βγήκε και κάθισε στο μπαλκόνι. Λίγο αργότερα, ήλθε και ο κατηγορούμενος φορώντας μόνο το εσώρουχό του. Προσέγγισε την ανήλικη, κάθισε δίπλα της με βαθύ κάθισμα και άρχισε να την θωπεύει στα πόδια και στην περιοχή του αιδοίου. Η ανήλικη αντέδρασε και του ζήτησε επίμονα να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε και μπήκε στο δωμάτιο, ενώ η ανήλικη παρέμεινε στη βεράντα περιμένοντας να περάσει η ώρα, ώστε ο κατηγορούμενος να κοιμηθεί και να μην την ξαναενοχλήσει. Μετά από μία ώρα περίπου εισήλθε στο δωμάτιο και ξάπλωσε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος την περίμενε προσποιούμενος ότι κοιμάται, την πλησίασε και άρχισε να της χαϊδεύει τα πόδια. Η ανήλικη αντέδρασε σθεναρά και με φωνές τον κάλεσε να την αφήσει ήσυχη. Αυτός, όμως, συνέχισε να την θωπεύει στο σώμα, στα στήθη και το αιδοίο της εξωτερικά πάνω από το κοντό παντελόνι που φορούσε, ενώ παράλληλα με το άλλο του χέρι αυνανιζόταν, λέγοντάς της ότι του λείπει και ότι θέλει να ξανασμίξουν όπως παλιά. Σε κάποια στιγμή έντονης ερωτικής διέγερσης τράβηξε, με δύναμη το χέρι της βάζοντας το επάνω στο πέος του λέγοντας της "θέλω να μου τον παίξεις". Η ανήλικη αντέδρασε, λέγοντας ότι δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της, το οποίο ο κατηγορούμενος κρατούσε με δύναμη. Αυτός, παρά την αντίδραση της ανήλικης, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, συνέχισε και πιέζοντάς την με το σώμα του ανέβηκε πάνω της λέγοντας της "καύλα μου απόψε θα σου κάνω έρωτα" "καυλώνω πολύ μαζί σου" και ενώ συνέχιζε να την κρατάει από το χέρι με δύναμη, ώστε να κάμψει την αντίσταση της και να προβεί σε συνουσία μαζί της, η ανήλικη για να τον αποφύγει, τον απώθησε με όλες τις δυνάμεις της και γύρισε το σώμα της με δύναμη. Στην προσπάθειά της δε να του ξεφύγει τον κτύπησε, με το ρολόι που φορούσε, στο μπράτσο και του προκάλεσε εκδορά, με αποτέλεσμα να αιμορραγήσει. Στον μικροτραυματισμό του κατηγορουμένου οφείλεται το ματωμένο σεντόνι και οι ματωμένες πετσέτες που βρήκαν οι καμαριέρες στο ξενοδοχείο, μετά την αναχώρησή τους, ως και το σημάδι στο λευκό κοντό παντελόνι της ανήλικης, το οποίο πρόσεξε η υπάλληλος του ξενοδοχείου, A. K., την επομένη ημέρα, κατά τη διάρκεια του πρωινού (βλ. την κατάθεση της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Ο κατηγορούμενος αφού δεν έκαμψε την αντίσταση της ανήλικης και δεν κατάφερε να παραμείνει πάνω της, γύρισε δίπλα, αυνανίστηκε και εκσπερμάτωσε πάνω στο σεντόνι. Περί την 06:45 ώρα της επομένης ημέρας, 8-7-2017, ο κατηγορούμενος πλησίασε την ανήλικη, φορώντας μόνο το εσώρουχό του και προσπάθησε να την θωπεύσει, ζητώντας της να κάνουν ό,τι και στο παρελθόν. Η ανήλικη φωνάζοντας έντονα αρνήθηκε. Η έντονη αντίδραση της ανήλικης επιβεβαιώνεται από τη μάρτυρα, Σ. Γ., η οποία εργάζετο ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο και το πρωί εκείνης της ημέρας σφουγγάριζε έξω από το δωμάτιο, όπου διέμεναν και άκουσε την ανήλικη να φωνάζει λέγοντας "μη με ακουμπάς, θέλω να φύγουμε" (βλ. την κατάθεση της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου). Γύρω στις 09:00 κατέβηκαν στην αίθουσα του πρωινού, όπου η κακή εικόνα της ανήλικης που έδειχνε ταλαιπωρημένη, προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον του προσωπικού, το οποίο είχε θορυβηθεί, τόσο από την εικόνα της, όσο και από τις φωνές της, που ακούστηκαν από το δωμάτιο και ειδοποίησε την αστυνομία, που τους εντόπισε περί ώρα 14:00 της ίδιας ημέρα στο λιμάνι, όπου είχαν μεταβεί, ώστε να αναχωρήσουν με το αυτοκίνητο του πρώτου κατηγορουμένου. Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορουμένου και η παραπομπή του στον αρμόδιο Εισαγγελέα .... Τονίζεται, ότι ο κατηγορούμενος ήταν ενήμερος για την ηλικία της ανήλικης, που άλλωστε ήταν μόλις 12 ετών όταν την γνώρισε, το έτος 2015. Εκτός τούτου, την συναντούσε συχνά στο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων που είχε αναπτύξει με τη γιαγιά της και αργότερα με τη μητέρα της, κατά τη διάρκεια δε των συναντήσεων εύλογα λάμβανε πληροφορίες για το πρόσωπο της παθούσας, αναφορικά με τη ζωή της, που ήταν αυτή μίας ανήλικης μαθήτριας. Επίσης, για ικανό χρονικό διάστημα, στο τέλος της σχολικής χρονιάς του 2016, την μετέφερε ο ίδιος στο σχολείο. Όταν δε κλήθηκε από την Πρόεδρο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου να διατυπώσει συνοπτικά τη θέση του επί της κατηγορίας, ανέφερε τα εξής: "Αποδέχομαι τις ασελγείς πράξεις και αρνούμαι τις λοιπές κατηγορίες όπως μου αποδίδονται", ενώ κατά την ενώπιον, του ιδίου (πρωτοβαθμίου) Δικαστηρίου, απολογία του ομολόγησε και πάλι την τέλεση των γενετήσιων πράξεων με την ανήλικη, ωστόσο ισχυρίστηκε ότι τα γεγονότα αυτά δεν συνέβαιναν επί πέντε μήνες, ούτε και έγιναν πάνω από δέκα φορές, ενώ, αρνήθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην ..., χρησιμοποίησε βία σε βάρος της ανήλικης με σκοπό να την εξαναγκάσει σε ανοχή γενετήσιας πράξης. Κατόπιν αυτών το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τέλεσε τις πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκε πρωτοδίκως, ήτοι 1) της κατάχρησης ανηλίκου, όπου η παθούσα συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα έτη, κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 342 παρ. 1 εδ. γ' του ισχύοντος ΠΚ, όπως αυτός κυρώθηκε με το ν.4619/2019 και τροποπ. με το ν. 4637/2019), χωρίς την επιβαρυντική περίσταση τέλεσης της πράξης από πρόσωπο που διατηρεί σχέσεις με τους οικείους της παθούσας, αφού οι επιβαρυντικές περιστάσεις της παρ. 2 του άρθρου 342 του προϊσχύσαντος ΠΚ έχουν καταργηθεί με τις διατάξεις του νέου ισχύοντος ΠΚ, 2) της γενετήσιας πράξης με ανήλικη, έναντι αμοιβής, όπου η παθούσα συμπλήρωσε τα δεκατέσσερα (14) έτη, κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 351Α παρ. 1 εδ. γ' του ισχύοντος ΠΚ) και 3) της απόπειρας βιασμού (άρθρ. 336 παρ. 1 και 2, και 42 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των ως άνω πράξεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος ΠΚ, οι οποίες οδηγούν σε ευμενέστερη μεταχείρισή του (άρθρ. 2 παρ. 1 και 52 παρ. 2 του ισχύοντος ΠΚ) και να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί του α) περί μη στοιχειοθέτησης της πράξης της κατάχρησης ανηλίκου ελλείψει σχέσης εμπίστευσης και β) περί μη στοιχειοθέτησης του εγκλήματος της απόπειρας βιασμού ελλείψει στοιχείου βίας, ως και γ) ο αυτοτελής ισχυρισμός του, φαινομενικής συρροής μεταξύ των εγκλημάτων της κατάχρησης ανηλίκου (άρθρ. 342 παρ. 1 εδ. γ' του ισχύοντος ΠΚ) και της γενετήσιας πράξης με ανήλικο, έναντι αμοιβής (άρθρ. 351Α παρ. 1 εδ. γ' του ισχύοντος ΠΚ), καθόσον στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλονται δύο αυτοτελή έννομα αγαθά, η διάταξη του άρθρου 342 παρ. 1 ΠΚ έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας και τη σχέση εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ θύματος και δράστη, ενώ η διάταξη του άρθρου 351 Α ΠΚ έχει ως σκοπό τον αυστηρό κολασμό της αμειβομένης ασέλγειας με ανήλικο, στο πλαίσιο της προστασίας της γενετήσιας ελευθερίας, σε ευρεία έννοια, στην οποία διαλαμβάνονται και τα εγκλήματα της γενετήσιας ζωής, αλλά συγχρόνως και της σωματικής και ψυχικής υγείας της οικογένειας, ήτοι προστατεύεται και μία άλλη έκφανση της προσωπικότητας του ατόμου ως προς τη μη υποβολή του σώματος του ανηλίκου σε οικονομική συναλλαγή (με παράλληλη προστασία και της οικογένειας). Αντιθέτως, από το ως άνω αποδεικτικό υλικό, το Δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με το δόλο της δεύτερης κατηγορουμένης και συγκεκριμένα περί του εάν αυτή, μητέρα της ανήλικης παθούσας, γνώριζε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος τελούσε τις ως άνω πράξεις α) της κατάχρησης ανηλίκου και β) της γενετήσιας πράξης με ανήλικο, έναντι αμοιβής, σε βάρος της ανήλικης θυγατέρας της, Κ. - Β. και παρόλα αυτά, με πρόθεση προσέφερε σ' αυτόν τη συνδρομή της, πριν και κατά τη διάρκεια της τέλεσή τους, με την ανοχή και τη μη εναντίωσή της σε αυτές, ήτοι γνώση της κατηγορουμένης και βούλησή της να τον συνδράμει στην τέλεσή τους. Το γεγονός και μόνον ότι ο συγκατηγορούμενός της διατηρούσε φιλικές σχέσεις κυρίως με τη μητέρα της, αλλά και με την ίδια και προσέφερε τόσο και στις δύο δωρεάν τρόφιμα και άλλα προϊόντα του καταστήματος του, όσο και στην ανήλικη θυγατέρα της, Κ. - Β., διάφορα δώρα, όπως ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα, τα οποία και εδέχοντο λόγω της δεινής οικονομικής τους κατάστασης και ότι επέτρεψε σε αυτόν να συνοδεύσει την ανήλικη θυγατέρα της σε ταξίδι στην ..., δεν οδηγούν σε πλήρη δικανική πεποίθηση περί της γνώσης και βούλησης της να τον συνδράμει στην τέλεση των ως άνω άδικων πράξεων, σε βάρος της θυγατέρας της. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώα, λόγω αμφιβολιών ως προς το δόλο της...". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για τις αξιόποινες πράξεις: α) της κατάχρησης κατ' εξακολούθηση, σε γενετήσιες πράξεις με ανήλικο που συμπλήρωσε τα 14 έτη, που του τον έχουν εμπιστευτεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει β) της γενετήσιας πράξης με ανήλικη έναντι αμοιβής όπου η παθούσα συμπλήρωσε τα 14 έτη, κατ' εξακολούθηση και γ) της απόπειρας βιασμού, με το ελαφρυντικό του σύννομου πρότερου βίου (άρθ. 84 παρ. 2α Π.Κ.) και ειδικότερα για το ότι: "...στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, ήτοι: Α) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενήργησε γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, τον οποίο του τον είχαν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει προσωρινώς και ο οποίος είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη, εν γνώσει της ηλικίας του. Συγκεκριμένα, στο ... και ενώ η μητέρα και η γιαγιά της ανήλικης Κ.. - Β.. Δ. του Α. και της Α., γεννηθείσας την ...2002, του εμπιστεύτηκαν αυτήν για να την επιβλέπει προσωρινώς, κατά το χρόνο που βρισκόταν εκτός της οικίας της και ιδίως στο κατάστημά του, αυτός, κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2016 μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2016 και σε καθημερινή σχεδόν βάση, σε υπόγειο του καταστήματος του, επί της οδού ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, θώπευσε την ως άνω ανήλικη στα πόδια, στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα και την έπεισε σε ετεροαυνανισμό, κατά τη διάρκεια του οποίου αυτή ήταν γυμνόστηθη, φορώντας μόνο το εσώρουχό της, ενώ αυτός ήταν τελείως γυμνός και φιλούσε τα στήθη της. Επιπλέον, στην ..., ενώ η μητέρα της ανωτέρω ανήλικης, Α. Σ., του εμπιστεύτηκε την ως άνω ανήλικη κόρη της να την επιβλέπει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους στην ..., αυτός, την 8-7-2017, σε περιοχή ... ..., θώπευσε την ανωτέρω ανήλικη σε όλο της το σώμα και κυρίως στα πόδια, στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα και αυνανίστηκε μπροστά της έως ότου εκσπερμάτωσε πάνω στο σεντόνι του κρεβατιού δίπλα από την ανήλικη. Όλες τις παραπάνω πράξεις τις τέλεσε, εν γνώσει του γεγονότος ότι η ανωτέρω ανήλικη είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα όχι όμως και τα δεκαοχτώ έτη. Β) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως ενήλικος τέλεσε γενετήσιες πράξεις με ανήλικο, με αμοιβή και με άλλα υλικά ανταλλάγματα και ο οποίος είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη. Συγκεκριμένα, στο ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του έτους 2016 μέχρι και το Νοέμβριο του έτους 2016 και σε καθημερινή σχεδόν βάση, σε υπόγειο του καταστήματος του, επί της οδού ..., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, παρέχοντάς της ως ανταλλάγματα χρήματα και δώρα, όπως ρούχα, παπούτσια, κοσμήματα και κινητό τηλέφωνο, θώπευσε την ανήλικη Κ.. - Β.. Δ.. του Α. και της Α., γεννηθείσα την ...2002, στα πόδια, στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα και την έπεισε σε ετεροαυνανισμό, κατά τη διάρκεια του οποίου αυτή ήταν γυμνόστηθη, φορώντας μόνο το εσώρουχό της, ενώ αυτός ήταν τελείως γυμνός και φιλούσε τα στήθη της. Επιπλέον, παρέχοντάς της ως αντάλλαγμα δώρα, όπως ρούχα, κοσμήματα και άρωμα και υποσχόμενος στην ως άνω ανήλικη ότι θα επισκεφτούν, τοπικό υδάτινο πάρκο, την ..., στην ..., την 8-7-2017, σε δωμάτιο του ξενοδοχείου "...", που βρίσκεται στην περιοχή ... ..., θώπευσε την ανωτέρω ανήλικη σε όλο της το σώμα και κυρίως στα πόδια, στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα και αυνανίστηκε μπροστά της έως ότου εκσπερμάτωσε πάνω στο σεντόνι του κρεβατιού δίπλα από την ανήλικη. Τις ανωτέρω ασελγείς πράξεις τις ενήργησε εν γνώσει του γεγονότος ότι η ανωτέρω ανήλικη είχε συμπληρώσει τα δεκατέσσερα έτη και προσφέροντας υλικά ανταλλάγματα τόσο στην ως άνω ανήλικη, όπως προπεριγράφηκε, αλλά και συχνά παρέχοντας δωρεάν υλικά ανταλλάγματα, όπως τρόφιμα και προϊόντα του καταστήματος του στη μητέρα και στη γιαγιά της ανήλικης. Και Γ) Στην ..., την 8-7-2017, σε δωμάτιο του ξενοδοχείου "...", που βρίσκεται στην περιοχή ... ..., χρησιμοποιώντας σωματική βία και συγκεκριμένα ακινητοποιώντας και κρατώντας τα χέρια της ανήλικης Κ.. - Β.. Δ. του Α. και της Α., γεννηθείσας την ...2002, έχοντας αποφασίσει να τελέσει το έγκλημα του βιασμού, άρχισε να εκτελεί την εν λόγω αξιόποινη πράξη, πλην όμως το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε όχι από δική του βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά και ανεξάρτητα της θελήσεώς του. Ειδικότερα, χρησιμοποιώντας τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, αποπειράθηκε να εξαναγκάσει αυτήν σε επιχείρηση και ανοχή γενετήσιων πράξεων και συγκεκριμένα σε ετεροαυνανισμό και συνουσία, πλην όμως δεν ολοκλήρωσε την πράξη του, διότι η παθούσα φώναζε δυνατά και αντιστάθηκε σθεναρά απωθώντας τον με όλες τις δυνάμεις της".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14§1,18 εδ. α, 26§1 εδ. α', 27§1 εδ. α', 42 παρ. 1, 50, 51, 52, 53, 79, 83, 84 § 2 εδ. α', 94 παρ. 1, 98, 336 § 1 και 2, 342 §1 εδ. γ' και 351Α παρ. 1 εδ. γ' του ισχύοντος ΠΚ, όπως αυτός κυρώθηκε με τον Ν. 4619/2019 και τροπ. με τον Ν. 4637/2019, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς τη θεμελίωση της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης των ως άνω πράξεων και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, για την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος, εκτίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, όπως αυτά αναλυτικά παρατίθενται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: (...Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, την από 9-7-2017 έκθεση εξέτασης μάρτυρα, χωρίς όρκο, της Κ.. - Β.. Δ., ενώπιον του Υπαστυνόμου Α' Ν. Π.ροβατά, της Υ.Α, ..., την από 11-7-2017 ψυχιατρική γνωμάτευση της παιδοψυχιάτρου Σ. Ζ., τις υπ' αριθμ. πρωτ. ... και .../11-7-2017 ιατροδικαστικές εκθέσεις της Κ. Χ., ειδικού ιατροδικαστή του Γενικού Νοσοκομείου ..., σε συνδυασμό με την απολογία της δεύτερης κατηγορουμένης και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως...), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν παραπάνω, στα οποία θεμελίωσε την καταδικαστική του κρίση. Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με την προσήκουσα αιτιολογική επάρκεια προσδιορίζονται, εξειδικεύονται και αιτιολογούνται οι γενετήσιες πράξεις τις οποίες τέλεσε ή επιχείρησε να τελέσει ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων με την ανήλικη παθούσα, οι ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές έλαβαν χώρα στις οποίες θεμελιώνεται η κρίση του Δικαστηρίου ότι επρόκειτο για πράξεις με έντονο γενετήσιο χαρακτήρα, που κατέτειναν στη διέγερση και ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του και προσέβαλαν, αφενός, την αγνότητα και την αιδώ της παιδικής ηλικίας της παθούσας ανήλικης και την ακώλυτη γενετήσια εξέλιξή της και τέλος η ηλικία της παθούσας ανήλικης, γεννηθείσας την ...2002, η οποία κατά τον χρόνο τέλεσης των, σε βάρος της, πράξεων, εντασσόμενων στο χρονικό διάστημα από μήνα Ιούλιο του έτους 2016 και μέχρι τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2016 δηλαδή, όταν αυτή είχε συμπληρώσει (στις ...2016) τα δεκατέσσερα έτη της ηλικίας της και ότι την ηλικία της αυτή γνώριζε ο κατηγορούμενος, αφού αυτός "... ήταν ενήμερος για την ηλικία της ανήλικης, που άλλωστε ήταν μόλις 12 ετών όταν την γνώρισε, το έτος 2015. Εκτός τούτου, την συναντούσε συχνά στο πλαίσιο των κοινωνικών σχέσεων που είχε αναπτύξει με τη γιαγιά της και αργότερα με τη μητέρα της, κατά τη διάρκεια δε των συναντήσεων εύλογα λάμβανε πληροφορίες για το πρόσωπο της παθούσας, αναφορικά με τη ζωή της, που ήταν αυτή μίας ανήλικης μαθήτριας. Επίσης, για ικανό χρονικό διάστημα, στο τέλος της σχολικής χρονιάς του 2016, την μετέφερε ο ίδιος στο σχολείο...", όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Εξάλλου, ορθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχει κατ' ιδέα συρροή μεταξύ των πράξεων του άρθ. 342 και 351Α ΠΚ, όπως παραπάνω στη μείζονα σκέψη αναλύθηκε και οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και για τις δύο αυτές πράξεις. Επίσης ορθώς έκρινε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε και την απόπειρα βιασμού σε βάρος της ως άνω ανήλικης, αφού με βάση τα αναλυθέντα πραγματικά περιστατικά, δέχεται ότι αυτός χρησιμοποίησε τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις με σκοπό να κάμψει την αντίστασή της στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και να πετύχει τη συνουσία μαζί της, πλην όμως υπαναχώρησε όχι από δική του βούληση, αλλά διότι η ανήλικη παθούσα "έβαλε τις φωνές" και συνεπώς αυτός φοβήθηκε ότι θα γινόταν αντιληπτός από το προσωπικό του ξενοδοχείου, στο οποίο είχαν διαμείνει. Επομένως, το δικάσαν Δικαστήριο, με τις αναφερθείσες παραπάνω αναλυτικές και σαφείς παραδοχές του που αποτελούν την κύρια αιτιολογία της απόφασης σχετικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος, απήντησε αιτιολογημένα και στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό αυτού, ότι δεν υπήρξε σχέση εμπίστευσης από τη μητέρα της ανήλικης, η οποία υπήρξε συγκατηγορούμενη του, για απλή συνέργεια στις παραπάνω δύο πράξεις του, των άρθ. 342 και 351Α ΠΚ και απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών. Ο ισχυρισμός του αυτός είναι αβάσιμος, αφού η απαλλαγή της μητέρας της ανήλικης για την πράξη της απλής συνέργειας στις πράξεις των άρθ. 342 και 351Α ΠΚ, ανεξαρτήτως της αιτιολογίας (λόγω αμφιβολιών) είναι ανεξάρτητη από την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, η οποία, υπαιτιότητα δεν αναιρείται από το γεγονός και μόνον ότι λόγω αμφιβολιών κρίθηκε ότι η μητέρα δεν συνέργησε στην τέλεση των ως άνω δύο πράξεων από τον αναιρεσείοντα, του οποίου ο δόλος και η τέλεση των πραγματικών περιστατικών της αντικειμενικής υπόστασης των πράξεων αυτών, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή, με βάση την κεντρική αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας και τη θεμελίωση σ' αυτήν της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου. Πέραν τούτων, όσο αφορά την αιτίαση του αναιρεσείοντος, περί εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 336 και 42 του ΠΚ, από το δικάσαν Δικαστήριο, με την παραδοχή ότι η αναγραφόμενη στο σκεπτικό φράση "...συνέχισε να την κρατάει από το χέρι με δύναμη, ώστε να κάμψει την αντίστασή της και να προβεί σε συνουσία μαζί της, η ανήλικη τον απώθησε με όλες τις δυνάμεις της και γύρισε το σώμα της με δύναμη.... Ο κατηγορούμενος αφού δεν έκαμψε την αντίσταση της ανήλικης και δεν κατάφερε να παραμείνει πάνω της, γύρισε δίπλα..." εσφαλμένα υπήχθη στην έννοια της απαιτούμενης για τη στοιχειοθέτηση της πράξης της απόπειρας βιασμού, ως αρχή εκτέλεσης, αυτή (αιτίαση) κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι η ενέργεια του αναιρεσείοντος- κατηγορούμενου προς την ανήλικη, που έλαβε χώρα, υπό τις περιγραφείσες στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιστάσεις, και αποδίδεται με τις ανωτέρω επίμαχες φράσεις, προφανώς καταδεικνύει έναρξη της προσπάθειας αυτού για εξαναγκασμό της ανήλικης σε ανοχή και επιχείρηση γενετήσιας πράξης, και συγκεκριμένα ετεροαυνανισμό και συνουσία, η οποία, όμως, δεν πραγματώθηκε ακριβώς επειδή, κατά τη σχετική σαφή και αναλυτική περιγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση "...η παθούσα φώναζε δυνατά και αντιστάθηκε σθεναρά απωθώντας τον με όλες τις δυνάμεις της...". Κατ' ακολουθίαν τούτων, απορριπτέες ως αβάσιμες κρίνονται όλες οι ειδικότερες αιτιάσεις του πρώτου λόγου αναίρεσης που θεμελιώνονται στη διάταξη του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τις οποίες ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, ως προς την κρίση του περί ενοχής.

Εν προκειμένω όμως θα πρέπει, κατ'αυτεπάγγελτη έρευνα, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη ως προς την επιβολή ποινής για την πράξη της απόπειρας βιασμού, διότι εσφαλμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφάρμοσε ως προς την ποινή, τον ισχύοντα ήδη για την πράξη αυτή, δυσμενέστερο νόμο, αφού έλαβε υπόψη του ως πλαίσιο ποινής το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθ. 336 ΠΚ, όπως αυτός κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019 και τροποποιήθηκε με τον ν. 4637/2019, ενώ θα έπρεπε να λάβει υπόψη του την προβλεπόμενη ευμενέστερη ποινή πριν τον ν. 4637/2019, όπως παραπάνω στη μείζονα σκέψη αναλυτικά αναφέρθηκε. Επίσης πρέπει, κατ` εφαρμογή της προαναφερόμενης επιεικέστερης διάταξης του άρθ. 83 περ. γ' ΠΚ, που ίσχυσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και στο οποίο περιλήφθηκε, ειδικά, υπό το στοιχ. γ' και η περίπτωση προβλεπόμενης ποινής, απλής (πρόσκαιρης) κάθειρξης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς όλες τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, μόνο όμως ως προς την επιβληθείσα γι' αυτές ποινή και να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο προκειμένου αυτό να προβεί σε νέα επιμέτρηση αυτής στο πλαίσιο της ευνοϊκότερης ρύθμισης των διατάξεων του άρθ. 83 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4855/2021, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με το (άρθρο 522 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κ.Π.Δ όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 159 ν. 4855/12-11-2021 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 590 του ιδίου κώδικα, σύμφωνα με το οποίο, "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα".

Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, με τους οποίους ζητείται η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφανση για συνδρομή ή μη των αντιστοίχων ελαφρυντικών περιστάσεων. Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους (ΑΠ 166/2021, ΑΠ 28/2021, ΑΠ 20/2020). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ υπό την ισχύ του Νέου Ποινικού Κώδικα από την 1-7-2019 (Ν. 4619/2019), ελαφρυντικές περιστάσεις, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ. θεωρούνται ιδίως, πλην άλλων και το ότι: "α)... β)..., γ)...δ)... ε) συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτηση του". Για να συντρέξει η προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου μετά την πράξη του να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, λαμβανομένης προς τούτο υπόψη και της βαρύτητας της εγκληματικής δραστηριότητας του και όχι μόνο όσο διαρκεί η δίκη και αυτή να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και όχι αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού. Σύμφωνα δε με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε` ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 4619/2019, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, στον ευρισκόμενο σε σωφρονιστικό κατάστημα κρατούμενο, από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι από αυτή την κατάσταση, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση) κατά το διάστημα της κράτησής του, εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά. Όμως, και στην περίπτωση αυτή, η αποδοχή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε` του ΠΚ, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου και συνέχεται με την εξαιρετική βελτίωση της συμπεριφοράς του, εκφραζόμενη ποικιλοτρόπως. Μόνο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της κρατήσεως του μέσα στη φυλακή δεν υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα ή είχε καλή συμπεριφορά δεν αρκεί για να του αναγνωρισθεί το εν λόγω ελαφρυντικό (ΑΠ 1018/2020, ΑΠ 133/2019). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του, προέβαλε διά του πληρεξουσίου του Δικηγόρου τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 α', και ε' ΠΚ, (προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη αφού παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, απολύτως εντίμου και άψογου βίου). Ότι παρότι τους ισχυρισμούς αυτούς ανέπτυξε και προφορικά και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο με επίκληση πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, το δευτεροβάθμιο ως άνω δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκανε δεκτό μόνον τον ισχυρισμό της ελαφρυντικής περίστασης του 84 παρ. 2α ΠΚ και απέρριψε τον δεύτερο ως άνω ισχυρισμό του χωρίς αιτιολογία. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι μετά την, περί ενοχής του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, απόφαση, κατά πιστή μεταφορά ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου αφού έλαβε τον λόγο από τον Προεδρεύοντα ζήτησε να αναγνωρισθούν στον κατηγορούμενο οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθ. 84 παρ. 2α' και ε' του Π.Κ. Ειδικότερα ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, εγγράφως ισχυρίστηκε επί λέξει, τα εξής, ως προς το αιτούμενο ελαφρυντικό του άρθ. 84 παρ. 2ε' Π.Κ. που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής: "...Επέδειξα υποδειγματική συμπεριφορά και άριστη διαγωγή, ανταποκρινόμενος θετικά υπό συνθήκες κράτησης, συμμορφούμενος πλήρως με τους κανόνες που τίθενται από τα καταστήματα κράτησης και δείχνοντας έμπρακτα την ειλικρινή μου πρόθεση για έντιμη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνέπεια. Μέχρι σήμερα όχι μόνο δεν τιμωρήθηκα πειθαρχικά και δεν δημιούργησα το παραμικρό πρόβλημα, όπως αποδεικνύεται από τα αντίστοιχα πιστοποιητικά πειθαρχικού ελέγχου που προσάγω και επικαλούμαι, αλλά έχω πραγματοποιήσει πλήθος ημερομισθίων. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. .../09-01-2020 Βεβαίωση Κράτησης του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, όπου κρατούμαι σε εκτέλεση της πρωτοβαθμίου αποφάσεως από την 18-07-2017 έχω πραγματοποιήσει πλήθος ημερομισθίων και έχω επιδείξει άριστη συμπεριφορά συμμορφούμενος πλήρως με τους κανόνες που θέτει ο Σωφρονιστικός Κώδικας και επιβάλλει η ορθή και καλή λειτουργία του Καταστήματος Κράτησης. Συγκριμένα έχω πραγματοποιήσει 663 ημερομίσθια εργαζόμενος ως καθαριστής αρχικά και εν συνεχεία, αφού αναγνωρίστηκε το πνεύμα εργατικότητας που επέδειξα και επιδεικνύω τοποθετήθηκα στο κυλικείο του Καταστήματος. Η εργατικότητα δε που επιδεικνύω μέχρι σήμερα είναι απόδειξη της ειλικρινούς μετάνοιας, της μεταμέλειας, του σωφρονισμού μου και των αρχών που διέπουν την θέληση για προσφορά στον συνάνθρωπο. Η συμπεριφορά μου δε υπήρξε διακριτή του μέσου κατηγορουμένου, όπως επιβεβαιώνεται από το Πληροφοριακό Σημείωμα, με το οποίο η αρμόδια κοινωνική λειτουργός Χ. Σ. διαβεβαιώνει την άψογη συμπεριφορά μου και τις άριστες σχέσεις μου με τους λοιπούς συγκρατουμένους και υπαλλήλους του καταστήματος. Συγκεκριμένα στο εν λόγω Σημείωμα το οποίο προσάγω και επικαλούμαι αναφέρονται κατ' αντιγραφήν τα ακόλουθα: "Ατομικά στοιχεία: Ο Χ. Δ. γεννήθηκε το 1962 στο …. Είναι απόφοιτος Λυκείου. Πριν την φυλάκισή του κατοικούσε στο … μαζί με την οικογένεια του. Οικογενειακή - Κοινωνική κατάσταση: Είναι έγγαμος και πατέρας ενός παιδιού. Ιατρική και Ψυχολογική κατάσταση: Δεν αναφέρθηκε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα υγείας, ενώ η συνεργασία του με το επιστημονικό πρόσωπο του Καταστήματος (Κοινωνική Λειτουργός- Ψυχολόγος) είναι ομαλή. Διαγωγή - Εργασία μέσα στο Κατάστημα: εργάζεται με ευεργετικό υπολογισμό ημερομισθίων στο κυλικείο προσωπικού, όπου τοποθετήθηκε από το Πενταμελές Συμβούλιο Εργασίας του Καταστήματος, καθώς συνεκτιμήθηκε η συμπεριφορά του, και η εργατικότητα του. Η συμπεριφορά του απέναντι σε συγκρατούμενους και σωφρονιστικό προσωπικό υπήρξε άψογη και η προσφορά του στην θέση εργασίας όπου τοποθετήθηκε ήταν πολύ σημαντική. Κατά την διάρκεια της κράτησης του δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και δείχνει με το σύνολο των συμπεριφορών του να καταβάλει προσπάθειες να αναπτύξει όλες τις απαραίτητες δεξιότητες για την ομαλή του επανένταξη στον κοινωνικό και επαγγελματικό βίο.". Σημειωτέον ότι έχω επιδείξει πνεύμα ιδιαίτερης εργατικότητας εντός τους Καταστήματος Κράτησης, προθυμοποιούμενος να παράσχω τις υπηρεσίες μου για την αρμονική λειτουργία του Καταστήματος. Έτσι έχω τοποθετηθεί από το Συμβούλιο Εργασίας στο Κυλικείο του Καταστήματος, ήτοι σε νευραλγική θέση για τη λειτουργία της φυλακής. Η τοποθέτηση μου στην εν λόγω θέση από το πενταμελές Συμβούλιο Εργασίας του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών δεν ήταν μια τυχαία επιλογή, αλλά έλαβε χώρα κατόπιν αξιολόγησης των γνώσεων, της εργασιακής εμπειρίας, των ικανοτήτων και κυρίως της συνέπειας που επιδεικνύω, αλλιώς την συμπεριφορά μου όπως επιβάλλεται από τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 10 του Σωφρονιστικού Κώδικα. Επίσης όπως προκύπτει από την από 26-10-2018 Βεβαίωση Επιτυχούς Συμμετοχής, συμμετείχα και ολοκλήρωσα τον κύκλο επιμορφωτικών δράσεων "Θερινό Σχολείο 2018" με τις παρακάτω θεματικές: 1. Βιομίμηση, εφευρετικότητα και έμπνευση από τη φύση. Στη θεματική αναδείχτηκε η αξία της φύσης και πως μπορεί να προσφέρει έμπνευση για βιώσιμο σχεδιασμό, αλλά για ιδέες και μοντέλα που λειτουργούν και μπορούν να εφαρμοστούν ώστε να δώσουν λύσεις στην επιστήμη και στην πραγματικότητα. 2. Προγραμματισμός, Ρομποτική και Καινοτομία. Στην παρούσα ο ωφελούμενος εκπαιδεύτηκε σε θέματα όπως η δημιουργία ιστοσελίδων, ο προγραμματισμός ευφυών συστημάτων, στην πρόσβαση πληροφοριών, στην ομαδική εργασία και στην επίλυση προβλημάτων. 3. UI/UX και Gamification Εφαρμογών. Ο συμμετέχων εκπαιδεύτηκε στην διαδικασία ανάπτυξης ψηφιακών και φυσικών προϊόντων, τα οποία θα είναι εύχρηστα και ευχάριστα προς τον τελικό χρήστη. Η συγκεκριμένη μεθοδολογία έχει καταστεί η κύρια φιλοσοφία πίσω από την δημιουργία ψηφιακών προϊόντων. Η άριστη συμπεριφορά και διαγωγή μου είναι προϊόν ενσυνείδητης στάσης, εκτείνεται δε σε μεγάλο χρονικό διάστημα καθόσον τυγχάνω κρατούμενος για χρονικό διάστημα περίπου τριών ετών και συνιστά αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητά της κοινωνικής μου προδιαθέσεως. Ως εκ τούτων αιτούμαι την αναγνώριση στο πρόσωπο μου της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς..." Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ως αβάσιμο, με την παρακάτω, επί λέξει αιτιολογία: "...ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, περί μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς εντός του σωφρονιστικού καταστήματος... όπου κρατείται από το χρόνο τέλεσης των πράξεων του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν αναδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή του κατηγορουμένου προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση του να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του. Ενώ περαιτέρω, τα επικαλούμενα και θεωρούμενα από αυτόν ως θετικά στοιχεία (καλή διαγωγή εντός του σωφρονιστικού καταστήματος και ενδεδειγμένη συμπεριφορά του έναντι του προσωπικού και των άλλων συγκρατουμένων του, η πραγματοποίηση 663 ημερομισθίων, εργαζόμενος ως καθαριστής αρχικά και στη συνέχεια στο κυλικείο του καταστήματος, ως και η συμμετοχή στην επιμορφωτική δράση "Θερινό Σχολείο 2018" , όπου εκπαιδεύτηκε με επιτυχία στις εξής θεματικές: α. Βιομίμηση, εφευρετικότητα και έμπνευση από το φύση β. Προγραμματισμός, ρομποτική και καινοτομία και γ. UI/UX & Gamification εφαρμογών, όπως αυτά βεβαιώνονται στα αναγνωσθέντα έγγραφα), δεν δύνανται να θεμελιώσουν την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού... καθόσον η συμπεριφορά τους αυτή, εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, δεν είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου, ούτε συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση αυτής, η οποία εκδηλώνεται μόνο με θετικό τρόπο...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την προσήκουσα αιτιολογία, στην ουσία του, δεχόμενο με βάση επαρκή και συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των απαιτουμένων από τον νόμο προϋποθέσεων του, όπως αυτές αναλύονται στην προηγηθείσα παραπάνω νομική σκέψη. Επομένως, ο προβαλλόμενος δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς το σκέλος της απόρριψης της αιτουμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθ. 84 παρ. 2ε ΠΚ, όπως παραπάνω αναλύθηκε είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά το άρθρο 470 εδ. α του Κ.Π.Δ. "στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής αποφάσεως από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας συνιστά υπέρβαση εξουσίας και ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. και ήδη Θ' του ισχύοντος νέου Κ.Π.Δ, (ν. 4620/2019), λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, προκύπτει ότι χειροτερεύει η θέση του κατηγορουμένου, όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, παρότι του αναγνώρισε προβλεπόμενη από το νόμο ελαφρυντική περίσταση την οποία δεν του είχε αναγνωρίσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν του χορήγησε μειωμένη ποινή (άρθρο 83 Π.Κ.) αλλά του επέβαλε την πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή (ΑΠ 1157/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του βάσιμου των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως, προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. 31-32-38/2018, απόφαση του πρωτοβαθμίου Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ..., ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε, πλην των άλλων και για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας βιασμού (άρθρο 336 παρ. 1 και 42 του προϊσχύσαντος του ν. 4619/2019 ΠΚ), όπως αυτό ίσχυε μέχρι τις 30-6-2019, και μετά την απόρριψη αιτήματός του για αναγνώριση της, από το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., ελαφρυντικής περιστάσεως, του επιβλήθηκε για την πράξη αυτή ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών. Ακολούθως, μετά από την άσκηση εφέσεως κατά της αποφάσεως αυτής από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο ..., ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 11,12/2020, απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση κήρυξε ένοχο και καταδίκασε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη αυτή, στην ίδια ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, με την παράλληλη αναγνώριση όμως της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου σύννομου βίου (84 παρ. 2 περ. α' του νέου Π.Κ.). Έτσι, όμως, που έκρινε το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο, κατέστησε χειρότερη τη θέση του τότε εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, καθόσον, παρότι αναγνώρισε σ' αυτόν τη, μη αναγνωρισθείσα πρωτοδίκως, ως άνω ελαφρυντική περίσταση, δεν του επέβαλε την εκ του άρθρου 83 ΠΚ, μειωμένη ποινή αλλά την, και πρωτοδίκως, επιβληθείσα ποινή καθείρξεως των πέντε (5) ετών, και υπέπεσε συνεπώς, στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, ιδρυομένου του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του νέου Κ.Π.Δ., σχετικού λόγου αναιρέσεως, όπως βασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως. Επομένως, ενόψει τούτων, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' Κ.Π.Δ. τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρότι αναγνώρισε στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο τη συνδρομή της, μη, κατά τα ανωτέρω, πρωτοδίκως αναγνωρισθείσας, ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, παρέλειψε να του επιβάλει την εκ του άρθρου 83 ΠΚ μειωμένη ποινή, καθώς επίσης και ως προς την επιμέτρηση της ποινής (χωρίς να θιγεί η, επί της ενοχής, διάταξη ως προς την οποία η απόφαση κατέστη αμετάκλητη) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί όπως παραπάνω αναφέρθηκε από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 522 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Κ.Π.Δ όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 159 ν. 4855/12-11-2021 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατά το άρθρο 590 του ιδίου κώδικα).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την, υπ` αριθ. 11,12/6-2-2020, απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου ..., που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μόνο ως προς τις επιβληθείσες ποινές και συγκεκριμένα, για την επιβολή ποινών:

Α) για την πράξη της απόπειρας βιασμού, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 336 παρ. 1 Π.Κ., όπως κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019 (και πριν την τροποποίησή του με τον ν. 4637/2019), άρθ. 42 παρ. 1, 83 περ. γ', 84 παρ. 2α και 85 παρ. 1 Π.Κ., όπως αυτός κυρώθηκε και τροποποιήθηκε με τους ν. 4619/2019, 4637/2019 καθώς και το ν. 4855/2021.

Β) για την πράξη της κατάχρησης ενηλίκου σε ενέργεια γενετήσιων πράξεων με ανήλικο, που συμπλήρωσε τα 14 έτη, από πρόσωπο στο οποίο τον είχαν εμπιστευθεί για να τον επιβλέπει ή να τον φυλάσσει έστω και προσωρινά, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 342 παρ. 1β, 84 παρ. 2α και 83 περ. γ', Π.Κ., όπως αυτός κυρώθηκε και τροποποιήθηκε με τους ν. 4619/2019, 4637/2019 καθώς και το ν. 4855/2021 και Γ) για την πράξη της τέλεσης γενετήσιας πράξης με ανήλικο που συμπλήρωσε τα 14 έτη, έναντι αμοιβής, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθ. 351Α παρ. 1γ' ΠΚ, όπως αυτός κυρώθηκε με τον ν. 4619/2019 και τροποποιήθηκε με τους ν. 4637/2019, άρθ. 84 παρ. 2α και 83 περ. γ' Π.Κ. όπως αυτός κυρώθηκε και τροποποιήθηκε με τους ν. 4619/2019, 4637/2019 καθώς και το ν. 4855/2021.

 

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα πιο πάνω αναιρούμενα μέρη της, για νέα συζήτηση και μόνο ως προς τις επιβληθείσες ποινές στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

 

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τη, με αρ. πρωτ. 39/15-6-2020, έκθεση αίτησης του Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., (συμβολή των οδών ...), ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Γρεβενών, για αναίρεση της, προαναφερθείσας, υπ` αριθ. 11-12/6-2-2020, απόφασης του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Κέρκυρας.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2022.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2022.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Login