ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Στην άνω έννοια του επαγγέλματος δεν δύναται να ενταχθεί και η περίπτωση του ιδιοκτήτη σκύλου παρά μόνο αν αυτή συνδέεται με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς μόνο η άνω ιδιότητα δεν συνιστά εργασία ούτε προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη ούτε από τη φύση (κατοχή σκύλου στο σπίτι) της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για την πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων.
Συνεπώς, για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του ιδιοκτήτη σκύλου για σωματική βλάβη που υπέστη από οικόσιτο σκύλο ο παθών ,απαιτείται εκ μέρους του η υποβολή έγκλησης εναντίον του ιδιοκτήτη του εντός της προβλεπόμενης από την διάταξη του αρθ. 117 παρ. 1 ΠΚ προθεσμίας των τριών μηνών.
{Σημείωση : Ο ιδιοκτήτης σκύλου δεν είναι υπόχρεος από το επάγγελμα ή την υπηρεσία του, ώστε η δίωξη να ασκείται αυτεπάγγελτα , έχει όμως ιδιαίτερη νομική υποχρέωση {χωρίς ωστόσο η ιδιαίτερη αυτή υποχρέωση να καθιστά το έγκλημα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο}.Άλλη η έννοια του υπόχρεου λόγω του επαγγέλματος ή της υπηρεσίας {314 παρ.2 πκ} και άλλη του «υπόχρεου» από ιδιαίτερη νομική υποχρέωση.
Απόφαση 73 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 73/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη και Ζωή Κωστόγιαννη-Καλούση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2364/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών. Με κατηγορούμενους τους: 1) Γ. Γ. του Ν., 2) Ν. Γ. του Γ. και 3) Ν. Γ. του Γ. όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Γ. του Ν., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο. Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 36/18-6-2018 έκθεση αναιρέσεως του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αθανασίου Κατσιρώδη, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 789/18.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η υπ' αριθ. 36/2018 από 18 Ιουνίου 2018 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά της υπ' αριθ. 2364/16.4.2018 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε απαράδεκτη την εναντίον των κατηγορουμένων ποινική δίωξη.
Ι. Όπως προκύπτει από τα υπό χρονολογία 18 Αυγούστου 2018 αποδεικτικά επίδοσης του Αρχιφύλακα Ι. Σ. οι αναιρεσίβλητοι - κατηγορούμενοι Γ. Γ., Ν. Γ. και Ν. Γ. κλητεύθηκαν από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επίδοση της υπ' αριθ. 789/3-7-2018 κλήσης προς αυτούς να εμφανισθούν στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Οι άνω όμως κατηγορούμενοι, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες. II. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 505 παρ. 2 εδ. α' του Κ.Π.Δ. "ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 παρ. 2 (αρθρ. 483 παρ. 3)" δηλαδή εντός μηνός από την δημοσίευσή τους αν αυτές είναι πρωτοβάθμιες. Από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., η οποία ορίζει ότι "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Η καταχώριση της καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο απαιτείται μόνο για την έναρξη της προθεσμίας άσκησης αναίρεσης και τυχόν μη καταχώριση δεν εμποδίζει την παραγραφή της ποινής", προκύπτει ότι η πιο πάνω τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου εναντίον απόφασης, η οποία, όπως απαγγέλθηκε, είναι εκκλητή, αρχίζει, μετά την ισχύ της πιο πάνω διάταξης της παρ. 3, όχι από τη δημοσίευσή της, αλλά από την καταχώρησή της στο προβλεπόμενο, από την άνω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 473 του Κ.Π.Δ., ειδικό βιβλίο του Δικαστηρίου, ενώ αν ουδόλως καταχωρηθεί, η αναίρεση είναι πάντα εμπρόθεσμη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκεί αναίρεση κατά αποφάσεων των πρωτοβαθμίων δικαστηρίων που προσβάλλονται με έφεση: α) εντός μηνός από την δημοσίευσή τους ή β) εντός μηνός από την καταχώρησή τους στο ειδικό βιβλίο μετά από δική του πρωτοβουλία, που πρέπει να εκδηλώνεται εντός δύο μηνών από την δημοσίευσή τους. Σε περίπτωση που η απόφαση καταχωρηθεί στο παραπάνω βιβλίο εντός διμήνου με πρωτοβουλία του Προέδρου του Δικαστηρίου που την εξέδωσε τότε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατ' αυτής εντός προθεσμίας ενός μηνός από την καταχώρηση αυτή. Προκύπτει, δηλαδή, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση εναντίον οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1104/2015), μεταξύ των οποίων η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (ΑΠ 653/2017 - ΑΠ 769/2015), καθώς και για υπέρβαση εξουσίας (Ολ.ΑΠ 2/2009). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2364/16.4.2018 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσιβλήτων Γ. Γ., Ν. Γ. και Ν. Γ. για το έγκλημα της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεους σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή (άρθρα 314 παρ. 1α' και 315 παρ. 1 του Π.Κ.), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον ασκήθηκε μέσα σε ένα μήνα από την 12η Ιουνίου 2018, ημερομηνία που καταχωρήθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων αποφάσεων του εκδόντος αυτήν Δικαστηρίου, του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του γραμματέα επί του σώματός της, από την επομένη της οποίας αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ. Α.Π. 2/2011 - Α.Π. 62/2017). Μεταξύ των λόγων αναίρεσης κατά ποινικής απόφασης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 510 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. περιλαμβάνεται υπό στοιχείο Η' και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία, με βάση το γενικό ορισμό, υπάρχει όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία ενώ στη δεύτερη περίπτωση παραλείπει να αποφασίσει κάτι το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Έτσι, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, υπάρχει και στην περίπτωση κήρυξης απαράδεκτης της δίωξης λόγω υποβολής εκπρόθεσμης έγκλησης παρά το γεγονός ότι το έγκλημα για το οποίο υποβλήθηκε η εκπρόθεσμη έγκληση ήταν αυτεπάγγελτα διωκόμενο (ΑΠ 1672/1986). Από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 314 παρ. 1 εδ. α' του Ποινικού Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών, με τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, στην οποία ορίζεται ότι, από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, συνάγεται, ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτούνται τα ακόλουθα στοιχεία: α) να μην καταβλήθηκε από το δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική, β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις, ικανότητες και κυρίως εξαιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της! ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 314 παρ. 1 εδ. α' και 315 παρ. 1 εδ. β' του ΠΚ προκύπτει ότι στην περίπτωση σωματικής βλάβης από αμέλεια δεν απαιτείται έγκληση, αν ο υπαίτιος της πράξης ήταν υποχρεωμένος, λόγω της υπηρεσίας ή του επαγγέλματος του, να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή. Ως επάγγελμα νοείται οποιαδήποτε ενασχόληση, η οποία, ασχέτως του βιοποριστικού ή μη χαρακτήρα της, προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη και από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτεί για την αποφυγή της επέλευσης ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, δηλαδή υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθεις απασχολήσεις. Υπηρεσία είναι η δημόσια δημοτική ή ν.π.δ.δ. που έχει ανατεθεί έστω και προσωρινά στον υπαίτιο ενώ επάγγελμα είναι κάθε ενασχόληση συνεχής ή παροδική (όχι μεμονωμένη) σε κάποια εργασία που από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για τη σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου και ότι από ότι από τις συνήθεις ενασχολήσεις έστω και χωρίς βιοποριστικό σκοπό αλλά εμφανίζει όπως προαναφέρθηκε από τη φύση της αυξημένη επικινδυνότητα. Στην άνω έννοια του επαγγέλματος δεν δύναται να ενταχθεί και η περίπτωση του ιδιοκτήτη σκύλου παρά μόνο αν αυτή συνδέεται με την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, καθώς μόνο η άνω ιδιότητα δεν συνιστά εργασία ούτε προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία ή τέχνη και περίσκεψη ούτε από τη φύση (κατοχή σκύλου στο σπίτι) της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για την πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων.
Συνεπώς, για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος του ιδιοκτήτη σκύλου για σωματική βλάβη που υπέστη από οικόσιτο σκύλο ο παθών απαιτείται εκ μέρους του η υποβολή έγκλησης εναντίον του ιδιοκτήτη του εντός της προβλεπόμενης από την διάταξη του αρθ. 117 παρ. 1 ΠΚ προθεσμίας των τριών μηνών.
Συνεπώς, και στην προκειμένη περίπτωση που το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πατρών με την προσβαλλομένη απόφασή του κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων καθών η αναίρεση για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια που υπέστη ο παθών από τον οικόσιτο σκύλο του οποίου ήταν ιδιοκτήτες και δεν χρησιμοποιείτο σε οποιοδήποτε επαγγελματική των ενασχόληση, κρίνοντας ότι ήταν εκπρόθεσμη η υποβληθείσα έγκληση εκ μέρους του παθόντος, ορθά ερμήνευσε τις σχετικές διατάξεις των αρθ. 314,315 και 308 ΠΚ, χωρίς να υπερβεί αρνητικά την εξουσία του, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους αναίρεσης εκ του αρθ. 510 παρ. 1 περ . Ε και Η Κ.Ποιν.Δ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι όπως και η αναίρεση στο σύνολό της. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, της Αρεοπαγίτου Ζωής Κωστόγιαννη-Καλούση, το δικαστήριο της ουσίας με βάση τις αιτιολογίες και τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 314 και 315 του Π.Κ. κρίνοντας ότι η ποινική δίωξη του ιδιοκτήτη και κατόχου σκύλου για την σωματική βλάβη που προκάλεσε ο σκύλος από αμέλεια αυτού (ιδιοκτήτη - κατόχου) διώκεται κατ' έγκληση του παθόντα ενώ διώκεται αυτεπάγγελτα και υπερέβη αρνητικά την εξουσία του κρίνοντας την ποινική δίωξη σε βάρος των κατηγορουμένων απαράδεκτη, ενώ έπρεπε να ερευνήσει την υπόθεση στην ουσία της, τούτο δε διότι, από τις διατάξεις των άρθρων 315 παρ. 1εδ. α' και β', 308 και 314 του Π.Κ. συνάγεται ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης της σωματικής βλάβης ήταν υπόχρεος λόγω της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματός του να καταβάλει ιδιαίτερη επιμέλεια ή προσοχή, η δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως. Ως επάγγελμα νοείται οποιαδήποτε ενασχόληση, η οποία, άσχετα από το βιοποριστικό ή μη χαρακτήρα της, προϋποθέτει ιδιαίτερη γνώση, εμπειρία και περίσκεψη και από τη φύση της εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για την πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλων ανθρώπων και απαιτεί για την αποφυγή της επέλευσής του ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, ήτοι υπέρτερη από εκείνη που επιβάλλεται για την αποφυγή του κινδύνου από τις συνήθεις ενασχολήσεις (ΑΠ 344/2011 - ΑΠ 902/2010 - ΑΠ 962/1992). Στην τελευταία περίπτωση υπάγεται και ο ιδιοκτήτης σκύλου, ο οποίος έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εποπτεύει, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, τον σκύλο του, που από τη φύση του εμφανίζει μεγαλύτερο κίνδυνο για την πρόκληση σωματικής κάκωσης από τις συνήθεις ενασχολήσεις ώστε να μην υπάρχει ο κίνδυνος πρόκλησης σωματικών βλαβών σε τρίτους. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η σωματική βλάβη που προκαλείται από σκύλο εξ αιτίας της έλλειψης της προσοχής του ιδιοκτήτη του, κατά την ενασχόλησή του με αυτόν (ελεύθερη κυκλοφορία, μη πρόσδεση, έλλειψη φίμωτρου), με αποτέλεσμα ο σκύλος να προκαλέσει στον παθόντα σωματική βλάβη από αμέλειά του, υπάγεται στην εξαίρεση από τον κανόνα της κατ' έγκληση δίωξης, που εισαγάγει το άρθρο 315 του Π.Κ, επί σωματικών βλαβών από αμέλεια (άρθρο 314) και διώκεται αυτεπάγγελτα (ΑΠ 605/2014 - ΑΠ 337/2014). Επομένως, κατά την γνώμη της μειοψηφίας, οι, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του Κ.Π.Δ., λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού ποινικού δικαίου ως άνω διατάξεις και υπερέβη την εξουσία με το να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη έπρεπε να γίνουν δεκτοί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 36/18 Ιουνίου 2018 αίτηση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της 2364/16.4.2018 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ