ΧΡΗΣΗ ΠΛΑΣΤΟΥ - ΑΥΤΟΤΕΛΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑ- ΠΡΟΣΦΟΡΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗΣ- ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΟ ΚΑΛΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ - ΑΟΡΙΣΤΗ ΠΡΟΒΟΛΗ- ΑΠ 735-2024

ΧΡΗΣΗ ΠΛΑΣΤΟΥ - ΠΡΟΣΦΟΡΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΣΗΣ : Το αδίκημα της χρήσης πλαστού στοιχειοθετείται αντικειμενικώς, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στο πρόσωπο του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί απ' αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο καθ' οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, με άλλο πρόσωπο, που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την γνησιότητα του εγγράφου. Ισχυρισμός ότι το επίδικο πλαστό έγγραφο, που προσκόμισε, κατά το στάδιο της, κατ' άρ. 237 ΚΠολΔ, κατάθεσης των εγγράφων προτάσεων, ουδέποτε περιήλθε σε γνώση του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δοθέντος ότι κηρύχθηκε άκυρο το δικόγραφο της αγωγής λόγω της μη προσκομιδής εγγράφου περί παροχής πληρεξουσιότητας προς την δικηγόρο που την άσκησε.  Αβάσιμος ο ισχυρισμός.  Αρκεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατέστησε προσιτό στον τρίτο, ήτοι στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τον οποίο αποσκοπούσε να παραπλανήσει με τη χρήση του για τα ανωτέρω γεγονότα που είχαν έννομες συνέπειες, το επιλήψιμο έγγραφο και του παρείχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο εν λόγω Δικαστής να έλαβε πράγματι γνώση του ή να παραπλανήθηκε απ' αυτό.

ΑΥΤΟΤΕΛΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΡΗΣΗΣ ΠΛΑΣΤΟΥ : Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον ίδιο τον πλαστογράφο, αποτελεί αυτοτελή πράξη υπό την ισχύ του νέου ΠΚ (216 παρ. 2 ν. ΠΚ), η οποία συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια, και απορροφάται απ' αυτήν (ΑΠ 1338/2023). Αυτοτελές έγκλημα χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για τον πλαστογράφο ανακύπτει, όταν για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί πλέον αυτός να τιμωρηθεί ως πλαστογράφος, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν έχει παραγραφεί η πλαστογραφία, αδιαφόρως αν η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου έγινε πριν ή μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής αυτής (ΟλΑΠ 1284/1992, ΑΠ 671/2017).

ΕΛΑΦΡΥΝΤΙΚΗ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗ  ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗΣ ΚΑΛΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ  - ΑΟΡΙΣΤΗ ΠΡΟΒΟΛΗ Η αναγνώριση  της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης εκ μέρους του των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμη και κατά την κράτησή του. Δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση της αξιόποινης πράξης. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1121/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1047/2022). Το Δικαστήριο της ουσίας, δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, ο οποίος, όπως προβλήθηκε, μόνον με μνεία της σχετικής διατάξεως που προβλέπει την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, χωρίς την επίκληση των θεμελιούντων την συνδρομή του πραγματικών περιστατικών, δεν ήταν ορισμένος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ως εκ περισσού, απάντησε και κρίνοντας αυτόν και ως αβάσιμο, τον απέρριψε με  επαρκή αιτιολογία.

 

 

Αριθμός 735/2024

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη και Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

 

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Μαρτίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μαριάννας Ψαρουδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σινέλη, για αναίρεση της 570/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δάφνη Μπατσαρά.

Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 8/20-6-2023 αίτησή του αναίρεσης και στους από 15-11-2023 πρόσθετους λόγους αυτής, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 632/2023.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση: α] η με αρ. εκθ. κατ. 8/20-6-2023 αίτηση του Σ. Α. του Α. που ασκήθηκε δια δηλώσεώς του ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Λάρισας και 2] το από 15/11/2023 δικόγραφο πρόσθετων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 570/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημ/των] Λάρισας, με την οποία κρίθηκε ένοχος της αξιοποίνου πράξεως της χρήσεως πλαστού εγγράφου, που ασκήθηκαν παραδεκτά, ήτοι νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχουν δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, (άρθρα 464, 466 παρ. 1 εδ. α', 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1 και 4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α' και 509 Κ.Π.Δ).

Συνεπώς, πρέπει, να συνεκδικαστούν και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των αναιρετικών τους λόγων.

Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η ένδικη πράξη "1. Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες αποβλέπουν στην προστασία της δημόσιας πίστης περί τα υπομνήματα και της ασφάλειας των έγγραφων συναλλαγών (και όχι της περιουσίας ή άλλων αγαθών), προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού [με την έννοια είτε της απομίμησης του γραφικού χαρακτήρα, είτε της θέσης της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε της κατάχρησης της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου)] ή νοθευμένου (δηλαδή της αλλοίωσης της έννοιας του περιεχομένου του) εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ), και η χρήση αυτού (πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου) είτε από τον ίδιο τον πλαστογράφο που επιδιώκει την παραπλάνηση του άλλου, είτε από τρίτο δράστη, εν γνώσει της πλαστότητας. Στοιχειοθετείται δε, το ανωτέρω αδίκημα αντικειμενικώς, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στο πρόσωπο του οποίου επιδιώκεται η παραπλάνηση και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί απ' αυτό ο τρίτος, ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο καθ' οιονδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα, με άλλο πρόσωπο, που διατελεί σε καλή πίστη ως προς την γνησιότητα του εγγράφου, υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος που ενέχει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επετεύχθη. Αρκεί και ενδεχόμενος δόλος ως προς τα λοιπά στοιχεία, πλην του σκοπού παραπλάνησης για τον οποίο απαιτείται υπερχειλής δόλος (Ολ. Α.Π. 3/2008, ΑΠ 314/2020). Ως έγγραφο, που αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρ. 13 εδ. γ' του ΠΚ, "κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός". Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου από τον ίδιο τον πλαστογράφο, αποτελεί αυτοτελή πράξη υπό την ισχύ του νέου ΠΚ (216 παρ. 2 ν. ΠΚ), η οποία συρρέει φαινομενικά, όταν ακολουθεί την πλαστοποιητική ενέργεια, και απορροφάται απ' αυτήν (ΑΠ 1338/2023). Αυτοτελές έγκλημα χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για τον πλαστογράφο ανακύπτει, όταν για οποιονδήποτε λόγο δεν μπορεί πλέον αυτός να τιμωρηθεί ως πλαστογράφος, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν έχει παραγραφεί η πλαστογραφία, αδιαφόρως αν η χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου έγινε πριν ή μετά τη συμπλήρωση της παραγραφής αυτής (ΟλΑΠ 1284/1992, ΑΠ 671/2017). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ., για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα εξ αυτών χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι ανάγκη κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως στην καταδικαστική απόφαση, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Όταν, όμως, αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), όπως επί του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου, πρέπει η ύπαρξη τέτοιου δόλου, αλλά και του σκοπού παραπλάνησης άλλου να αιτιολογείται ειδικώς στην απόφαση με την παράθεση πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν αφενός τη γνώση αυτή και αφετέρου το σκοπό, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Λάρισας, που δίκασε την υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των κατά το είδος τους μνημονευομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος προκειμένου να υποστηρίξει την από 14-2-2019 με γενικό αριθμό κατάθεσης 3117/2019 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 2655/2019 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και την οποία εκπροσωπεί ο ίδιος, κατά της εγκαλούσας εταιρίας, επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το από 24-11-2014 χειρόγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό παράδοσης ακτινιδίων, στο οποίο φέρονταν ότι συνεβλήθηκε ο ίδιος ως εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρείας και ο Κ. Ο. ως εκπρόσωπος της εγκαλούσας και επιπλέον έφερε και την υπογραφή του Π. Χ. ως μάρτυρα. Όμως από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ποτέ δεν εργάστηκε στην εγκαλούσα εταιρία αποθηκάριος με το όνομα Κ. Ο., ούτε συνέτρεχε κανένας λόγος να υπογράψει κάποιος υπάλληλος το εν λόγω συμφωνητικό και μάλιστα χωρίς σχετική εξουσιοδότηση από τους διαχειριστές και όχι οι ίδιοι οι διαχειριστές, για τόσο μεγάλη ποσότητα προϊόντων, αφού ποτέ δεν ακολουθούσαν τέτοια πρακτική. Επιπλέον, δεν υπήρχε καμία ανάγκη κατάρτισης του ανωτέρω συμφωνητικού και δη χειρόγραφου, στις 25-11-2014, καθόσον ήδη την 29-10-2014 είχε ξεκινήσει η διαδικασία διαλογής των ακτινιδίων και επομένως δεν ευσταθεί στην λογική να υπογραφεί, στις 25-11-2014, ένα συμφωνητικό, στο οποίο να αναφέρεται ότι τα ακτινίδια παραδόθηκαν μόνο προς φύλαξη και αποθήκευση. Εξάλλου, ήδη στις 7-11-2014, είχε τελειώσει η παράδοση των ακτινιδίων από τον κατηγορούμενο στην εγκαλούσα εταιρία και ήταν γνωστή η ποσότητα των παραδοθέντων ακτινιδίων, ενώ είχε προηγηθεί και η έκδοση του πρώτου ως άνω τιμολογίου, με αριθμό ..., όπου φαίνονταν τα κιλά που αποθηκεύτηκαν, ήτοι 207.399, 071, και όχι 222.204 κιλά που παραδόθηκαν. Τέλος, λίγες ημέρες μετά, στις 30-11-2014, η εγκαλούσα άρχισε να παραδίδει στον κατηγορούμενο ποσότητες ακτινιδίων και δη καλιμπραρισμένων. Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό είναι πλαστό έγγραφο και καταρτίστηκε από τον κατηγορούμενο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση άλλον σχετικά με γεγονότα που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, και συγκεκριμένα με σκοπό να το προσκομίσει στα σχετικά Δικαστήρια και να παραπλανήσει τους δικαστές αναφορικά με τη βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του προκειμένου να υποχρεωθεί η εγκαλούσα να του καταβάλλει, ως αποζημίωση λόγω της θετικής και της αποθετικής ζημίας, που δήθεν υπέστη, από τη μη παράδοση ποσότητας 40.432 κιλών ακτινιδίων, το ποσό των 73.987,40 ευρώ.

Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την ανωτέρω πράξη κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο διατακτικό της παρούσας".

Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και νυν αναιρεσείοντα ένοχο, για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου (άρθρ. 216 παρ. 2-1 ν. ΠΚ) και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για μία τριετία, και χρηματική ποινή διακοσίων (200) ημερησίων μονάδων προς δύο (2) ευρώ ημερησίως, με το ακόλουθο διατακτικό, ήτοι: "....ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Σ. Α. ένοχο του ότι: Στη Θεσσαλονίκη, στον κάτωθι αναφερόμενο χρόνο, με πρόθεση έκανε χρήση πλαστού εγγράφου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον, σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ειδικότερα, στη Θεσσαλονίκη, την 20-11-2019, επικαλέστηκε και προσκόμισε, ενώπιον του Προέδρου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη συζήτηση, την 20-11-2019, της με γενικό αριθμό κατάθεσης 3117/2019 και ειδικό αριθμό κατάθεσης 2655/2019 αγωγής της εταιρίας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νομίμως από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, κατά της εγκαλούσας εταιρίας, με την οποία (αγωγή) ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλλει, ως αποζημίωση λόγω της θετικής και της αποθετικής ζημίας που δήθεν υπέστη, από τη μη παράδοση ποσότητας 40.432 κιλών ακτινιδίων, το ποσό των 73.987,40 ευρώ, το πλαστό έγγραφο με τίτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Παράδοσης Ακτινιδίων" και ημερομηνία 25-11-2014, ενώ γνώριζε ότι ήταν πλαστό και ότι το είχε καταρτίσει ο ίδιος εξ υπαρχής, με σκοπό να παραπλανήσει τον Πρόεδρο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και να κάνει δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας την εγκαλούσα εταιρεία να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, βλάπτοντας έτσι την περιουσία της εγκαλούσας κατά το ποσό αυτό, με αντίστοιχη παράνομη δική του ωφέλεια". Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας, ως προς την περί ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου κρίση της για το έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου, διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέπονται τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω αδικήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, οι αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 13 γ', 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 α', 27 παρ. 1, 51, 53, 79 και 216 παρ. 2-1 του νέου ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπή, ασαφή, αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της ένδικης πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου, για την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε. Αναπτύσσεται με επάρκεια και σαφήνεια ο χρόνος [20-11-2019], τόπος [Θεσσαλονίκη] και τρόπος τέλεσης αυτής από τον αναιρεσείοντα, ήτοι με την προσκομιδή και επίκληση, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, πλαστού εγγράφου, το οποίο είχε καταρτίσει ο ίδιος εξ υπαρχής, που έφερε τον τίτλο "Ιδιωτικό Συμφωνητικό Παράδοσης Ακτινιδίων", ημερομηνία 25/11/2014, και φερόμενους ως συμβαλλόμενους τον ίδιο (αναιρεσείοντα), ως νόμιμο εκπρόσωπο της αναφερόμενης αλλοδαπής εταιρείας, και τον Κ. Ο., ως εκπρόσωπο της αναφερόμενης εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρείας, επιπλέον δε και την υπογραφή του Π. Χ., ως μάρτυρα, κατά τη συζήτηση και προς υποστήριξη της εκτιθέμενης αγωγής της αναφερόμενης αλλοδαπής εταιρείας, της οποίας αυτός (αναιρεσείων) ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, κατά της εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρείας, επιδίκασης αποζημίωσης ποσού [73.987,40] ευρώ ένεκα δήθεν ισόποσης ζημίας που είχε υποστεί η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρεία από την μη παράδοση από την εναγόμενη-εγκαλούσα εταιρεία της αναφερόμενης ποσότητας ακτινιδίων. Με πληρότητα θεμελιώνεται ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων έκανε χρήση του επίδικου πλαστού εγγράφου, γνωρίζοντας ότι τούτο ήταν πλαστό (αφού το είχε καταρτίσει ο ίδιος) και πρόσφορο για την παραπλάνηση άλλου σχετικά με γεγονότα που είχαν έννομες συνέπειες, και δη δια της προσκομιδής του, μετ' επικλήσεως, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής, σκόπευε δε να παραπλανήσει τον παραπάνω Δικαστή, έτσι ώστε να κάνει δεκτή την ασκηθείσα ως άνω αγωγή και να υποχρεώσει την εγκαλούσα και υποστηρίζουσα την κατηγορία εταιρεία να του καταβάλλει, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά του, ως αποζημίωση το προαναφερθέν χρηματικό ποσό, με αντίστοιχη παράνομη δική του ωφέλεια. Σχετικά με τις αποδείξεις, που λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας, αναφέρονται στο προοίμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, ήτοι καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώστηκαν, μεταξύ των οποίων, και τα πρακτικά και η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από τα οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα ανωτέρω περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του για τον αναιρεσείοντα κρίση, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται στην απόφαση τι προέκυψε ξεχωριστά από καθένα αποδεικτικό μέσο, ούτε να απαιτείται συγκριτική στάθμιση, αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμηση τούτων ή προσδιορισμός της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, ενώ από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολό τους, που εισφέρθηκαν κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα εξ αυτών δεν συνεπάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης, και δη ότι το δικάσαν Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου αυτός παρέστη κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης μετά των συνηγόρων του, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, και την απολογία του, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμες. Τούτο δε, διότι ναι μεν η απολογία του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου δεν αναφέρεται στο προϊμιο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, πλην όμως από το όλο περιεχόμενο αυτού (αιτιολογικού), όπου γίνεται παράθεση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και των συλλογισμών που οδήγησαν το Δικαστήριο της ουσίας στην κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος για την ένδικη πράξη, συνάγεται μετά πλήρους βεβαιότητας ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε από το δικάσαν Δικαστήριο και η απολογία του αναιρεσείοντος, μετά των λοιπών ως άνω αποδεικτικών μέσων που παρατίθενται κατ' είδος στο προοίμιο του αιτιολογικού της. Ειδικότερα, από την επισκόπηση του περιεχομένου του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (σελ.65), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ' αυτό οι ακόλουθες αναφορές στην απολογία του κατηγορούμενου,, κατά πιστή μεταφορά, ήτοι "....ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό, επικαλούμενος πως του δόθηκαν λιγότερες ποσότητες από αυτές που παρέδωσε, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς του, η μεταξύ τους συμφωνία ήταν να αποτεθούν οι ποσότητες των ακτινιδίων στις εγκαταστάσεις της εγκαλούσας εταιρίας μόνο προς αποθήκευση και συντήρηση και ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε η διαλογή (καλιμπράρισμα) των φρούτων. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορούμενου δεν είναι βάσιμος, καθώς....". Από τις ανωτέρω αναφορές συνάγεται μετά βεβαιότητας ότι λήφθηκε υπόψη και συναξιολογήθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας, μαζί με τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα, και η απολογία του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος, στην οποία αυτός ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ".....Εγώ πλέον με αυτό τον κύριο δεν είχα κάνει ποτέ συμφωνία να μου καλιμπράρει το εμπόρευμα. Δεν είχε υπογράψει ποτέ....", "....του λέω λείπουν δύο φορτία και ποιος σου είπε να καλιμπράρεις...", και "...εγώ σου έδωσα 10.300 κλούβες και μου δίνεις 8.800 κλούβες που είναι οι 1.500 κλούβες...". Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης, περί έλλειψης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της ένδικης πράξης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμες. Τούτο δε, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται στο σκεπτικό και διατακτικό της ότι ο αναιρεσείων γνώριζε ότι το επίδικο έγγραφο, το οποίο προσκόμισε και επικαλέστηκε, στις 20/11/2019, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά τη συζήτηση της επίμαχης αγωγής, προς υποστήριξη αυτής, ήταν πλαστό, αφού το είχε καταρτίσει ο ίδιος εξ υπαρχής, και όχι κάποιος τρίτος, εν αγνοία του. Σημειώνεται δε ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι με την υπ' αρ. 1106/2021 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, που δίκασε την ένδικη υπόθεση σε πρώτο βαθμό, έπαυσε οριστικά η ασκηθείσα εναντίον του κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για την πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως [σε σχέση με την κατάρτιση του επίδικου πλαστού εγγράφου] λόγω παραγραφής του αξιοποίνου της, και κατόπιν τούτου, αυτός κηρύχθηκε ένοχος της ένδικης πράξης της χρήσης πλαστού εγγράφου, η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας, τιμωρείται πλέον ως αυτοτελές αδίκημα. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον τρίτο λόγο αναίρεσης, αναφορικά με το ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολόγησε την προσφορότητα του επίδικου πλαστού εγγράφου προς παραπλάνηση με τη χρήση του του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου το προσκόμισε και το επικαλέστηκε, είναι αβάσιμες. Τούτο δε, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει σαφείς παραδοχές περί της προσφορότητας του επίδικου πλαστού εγγράφου, το οποίο εξ υπαρχής κατάρτισε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τον ανωτέρω Δικαστή, ενόψει ότι στο έγγραφο αυτό φερόταν ότι ο ίδιος συμβλήθηκε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναφερόμενης αλλοδαπής εταιρείας, μετά του Κ. Ο., ως δήθεν εκπροσώπου της εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρείας, θέτοντας την υπογραφή του τελευταίου εν αγνοία του, και επιπλέον έθεσε και την υπογραφή του Π. Χ., ως μάρτυρος, έτσι ώστε να συνάγεται εξ αυτού (πλαστού εγγράφου) ότι η εγκαλούσα εταιρεία, δια του ως άνω εκπροσώπου της, αποδέχθηκε το περιεχόμενό του που συνίστατο στο ότι η αναφερόμενη ποσότητα ακτινιδίων την οποία παρέδωσε η συμφερόντων του αναιρεσείοντος αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "..." προς την εγκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "...." έγινε μόνο προς φύλαξη και αποθήκευσή της και ότι η εγκαλούσα εταιρεία δεν παρέδωσε στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία την παραληφθείσα ποσότητα ακτινιδίων, αλλά μικρότερη αυτής, έτσι ώστε να υποστηριχθεί η βασιμότητα των αντίστοιχων αγωγικών ισχυρισμών της ως άνω αλλοδαπής εταιρεία κατά της εγκαλούσας περί δήθεν προκλήσεως ζημίας της ποσού [73.987,40 ευρώ], και εντεύθεν να υποχρεωθεί η εγκαλούσα εταιρεία να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, υπό την ως άνω ιδιότητά του, το ανωτέρω ποσό ως αποζημίωση, προς βλάβη της περιουσίας της εγκαλούσας εταιρείας κατά το εν λόγω ποσό, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια του αναιρεσείοντος. Περαιτέρω, αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στον πρώτο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, περί εσφαλμένης εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 2-1 του νέου ΠΚ, αιτιώμενος ότι δεν στοιχειοθετείται η ένδικη πράξη κατά την ποινική της υπόσταση, ενόψει ότι το επίδικο πλαστό έγγραφο, που προσκόμισε, κατά το στάδιο της, κατ' άρ. 237 ΚΠολΔ, κατάθεσης των εγγράφων προτάσεων, ουδέποτε περιήλθε σε γνώση του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δοθέντος ότι κηρύχθηκε άκυρο το δικόγραφο της αγωγής της ανωτέρω αλλοδαπής εταιρείας, συμφερόντων του, κατά της εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρείας, λόγω της μη προσκομιδής εγγράφου περί παροχής πληρεξουσιότητας προς την δικηγόρο που την άσκησε. Τούτο δε, διότι, κατ' ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 216 παρ. 2-1 ν.ΠΚ και με πλήρη αιτιολογία έγινε δεκτό από το δικάσαν Δικαστήριο ότι στοιχειοθετείται η ένδικη αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και δη στην τετελεσμένη μορφή της, καθόσον ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος προσκόμισε, μετ' επικλήσεως, και κατέστησε προσιτό το επίδικο πλαστό έγγραφο, στις 20-11-2019, στον ανωτέρω Δικαστή με σκοπό την παραπλάνησή του σχετικά με γεγονότα που είχαν έννομες συνέπειες, κατά τη συζήτηση και προς υποστήριξη της επίμαχης αγωγής, την οποία άσκησε ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος, της εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά της εναγόμενης-εγκαλούσας και υποστηρίζουσας την κατηγορία εταιρεία με την επωνυμία "....". Εξάλλου, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας, για τη στοιχειοθέτηση της ένδικης πράξης αρκεί το γεγονός ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος κατέστησε προσιτό στον τρίτο, ήτοι στον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τον οποίο αποσκοπούσε να παραπλανήσει με τη χρήση του για τα ανωτέρω γεγονότα που είχαν έννομες συνέπειες, το επιλήψιμο έγγραφο και του παρείχε τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο εν λόγω Δικαστής να έλαβε πράγματι γνώση του ή να παραπλανήθηκε απ' αυτό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι. Οι δε εκτιθέμενες λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους και αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, που κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, ως και υπόλοιπες αιτιάσεις που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του, αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του για την ένδικη πράξη και αμφισβήτηση των σε βάρος του ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην αντίστοιχη νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και προβάλλονται απαραδέκτως, καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας την οποία επιχειρεί ο αναιρεσείων ανεπιτρέπτως να πλήξει με την επίφαση και το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου.

Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή, όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής. Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, ούτε πολύ περισσότερο να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι' αυτούς (Ολ. ΑΠ 2/2005). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρείται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, μεταξύ άλλων, και η υπό στοιχεία ε', που συνίσταται στο ότι " ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του". Η σχετική διάταξη που αφορά στην ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας, καθόσον η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου αξιολογείται ως ελαφρυντική περίσταση ακόμα και όταν υφίσταται τον εξαναγκασμό της φυλακής (ΑΠ 627/2022, ΑΠ 1466/2019). Για να συντρέξει δε η ανωτέρω ελαφρυντική περίσταση, η συμπεριφορά του υπαιτίου, πρέπει να είναι θετική και επωφελής για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση δηλαδή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ισχύοντος ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης εκ μέρους του των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμη και κατά την κράτησή του. Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θεσπίσεως της οικείας διατάξεως, που διατρέχει την όλη διαβίωση του κατηγορούμενου, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, μετά την τέλεση της πράξεως, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση της αξιόποινης πράξης. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα (ΑΠ 1121/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 13/2022, ΑΠ 1047/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζήτησε, δια των συνηγόρων του, να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και ε' του ΠΚ, τις οποίες αφού ανέπτυξαν προφορικά στο ακροατήριο του δικάσαντος Δικαστηρίου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής τους θεμελίωσης, ζήτησαν την καταχώρισή τους στα πρακτικά, κατ' άρ. 141 παρ. 2 ΚΠΔ, με το εξής περιεχόμενο, κατά πιστή μεταφορά, ήτοι: "Μετά τη τέλεση της πράξης ο κατηγορούμενος επέδειξε καλή διαγωγή, συμμόρφωση προς τα έννομα αγαθά και τις επιταγές του κράτους. Παρότι η εργασία του, εμπορία διακίνησης προϊόντων-φρούτων είναι τέτοια που σχεδόν καθημερινά με την αγορά-μεταφορά αγροτικών προϊόντων βρίσκεται στους δρόμους, δεν έχει δώσει το παραμικρό δικαίωμα. Εξάλλου, με το νέο Ποινικό Κώδικα προσετέθη στην παράγραφο 2ε', ότι η καλή διαγωγή δύναται να είναι και κατά τον χρόνο της κράτησης, ενώ με τον προηγούμενο Ποινικό Κώδικα δεν υπήρχε αυτή η διάταξη και ο Άρειος Πάγος με απόφασή του εδέχετο ότι η διαγωγή πρέπει να είναι σε καθεστώς ελευθερίας. Και τότε υπήρχαν δικαστές που αναγνώριζαν αυτή την ελαφρυντική περίσταση πόσο μάλλον τώρα". Το δικάσαν Δικαστήριο, κατόπιν ομοίας απορριπτικής εισαγγελικής πρότασης, απέρριψε τους ανωτέρω προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρ. 84 παρ. 2 α' και ε' ΠΚ, με την ακόλουθη αιτιολογία ότι "...Στην προκειμένη περίπτωση, από την ανάγνωση του ποινικού μητρώου του ως άνω καταδικασθέντος κατηγορούμενου, σε συνδυασμό με το υποβληθέν αίτημα για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρ. 84 παρ. 2 α' και ε', είναι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη απορριπτέα ως αόριστα δεδομένης της έντασης της πράξης για την οποία κατηγορείται και της χρήσης του πλαστού εγγράφου ενώπιον Δικαστηρίου". Με τις παραπάνω παραδοχές του, το Δικαστήριο της ουσίας, αν και δεν υποχρεούτο να αιτιολογήσει την απόφασή του για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς, ως προς την απόρριψη του οποίου και μόνον πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ) με τον συναφή δεύτερο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο οποίος, όπως προβλήθηκε, μόνον με μνεία της σχετικής διατάξεως που προβλέπει την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, χωρίς την επίκληση των θεμελιούντων την συνδρομή του πραγματικών περιστατικών, δεν ήταν ορισμένος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ως εκ περισσού, απάντησε και κρίνοντας αυτόν και ως αβάσιμο, τον απέρριψε με την ως άνω επαρκή αιτιολογία. Επομένως, ο δεύτερος λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εκ του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, ως προς την απόρριψη-και μόνον-του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για αναγνώριση στο πρόσωπό του της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης του άρ. 84 παρ. 2 ε' του ΠΚ, είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 578 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αρ. εκθ. κατ. 8/2023 αίτηση του Σ. Α. του Α. για αναίρεση της με αριθμό 570/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Πλημ/των] Λάρισας και τους επ' αυτής πρόσθετους λόγους. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2024.

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Login