ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Ανάκληση υφ' όρον απόλυσης. Χρόνος δοκιμασίας.
Ο υπολογισμός του χρόνου δοκιμασίας προϋποθέτει πραγματική απόλυση του κατάδικου. Η εξακολούθηση της κράτησής του λόγω προσωρινής κράτησης ή και φυλάκισης για άλλη αιτία, η οποία οδηγεί στην λεγόμενη «τυπική αποφυλάκιση», δεν επιτρέπει σε κείνον για τον οποίο διατάχθηκε η απόλυση υπό όρους να αναπτύξει αυτόβουλη δραστηριότητα, από την οποία θα αξιολογηθεί η κατά το στάδιο της δοκιμασίας συμπεριφορά του. Επομένως ο υπολογισμός της δοκιμασίας του κατάδικου που απολύθηκε υπό όρους αρχίζει από τότε που αυτός θα αφεθεί ελεύθερος (ΓνωμΕισΑΠ 7/1997). Ομοίως, σε περίπτωση που ο απολυθείς συλληφθεί και φυλακιστεί, εντός του χρόνου δοκιμασίας του, είτε σε εκτέλεση εντάλματος προσωρινής κράτησης είτε προκειμένου να εκτίσει στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 108 ΠΚ, ώστε να δικαιολογεί την άρση της απόλυσης, και για την οποία δεν προκλήθηκε (προφανώς εσφαλμένα) ο σχηματισμός συνολικής ποινής (με την στερητική της ελευθερίας ποινή για την οποία χορηγήθηκε η υφ’ όρον απόλυση), ο παρεμβαλλόμενος χρόνος παραμονής στη φυλακή δεν πρέπει να συνυπολογίζεται στο χρόνο δοκιμασίας, διότι και στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά ματαιώνεται το στάδιο εκτέλεσης της ποινής για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης, καθώς δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη αυτόβουλης δραστηριότητας, από την οποία θα αξιολογηθεί η κατά το στάδιο της δοκιμασίας συμπεριφορά του απολυθέντος καταδίκου.
Αριθμός 445 /2023
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΒΟΛΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, ,,,,,, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ......, Πρωτοδίκη, και ........, Πρωτοδίκη – Εισηγήτρια.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ στην αίθουσα διασκέψεων του Πρωτοδικείου Βόλου, την 4η Δεκεμβρίου 2023, παρουσία και του Γραμματέα, Δημητρίου Καραγιάννη, προκειμένου να αποφανθεί για την παρακάτω ποινική υπόθεση, για την οποία η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου, ...., υπέβαλε προς το Συμβούλιο την με αριθμό 262/15-11-2023 έγγραφη πρότασή της, η οποία καταχωρήθηκε στα βιβλία με αύξοντα αριθμό 398/16-11-2023 και έχει ως εξής:
«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ΒΟΛΟΥ
Αριθμός πρότασης:…………………………………
ΠΡΟΤΑΣΗ Προς Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών ΒΟΛΟΥ
Εισάγω υπό την κρίση Σας, την πρότασή μου κατά τα άρθρα 107 §1 και 110§3 ΠΚ , αναφορικά με τη μη συμμόρφωση του ……, γεν. το έτος 1998 ή 1999 στη Συρία, προς τις υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν σε αυτόν με το υπ' αριθμ. 263/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου και εκθέτω τα ακόλουθα:
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 107 ΠΚ, η απόλυση μπορεί να ανακληθεί, και αν εκείνος που απολύθηκε δεν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις, που επεβλήθησαν σ’ αυτόν κατά την απόλυση. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, σε περίπτωση ανάκλησης ο χρόνος από την απόλυση έως τη νέα σύλληψη δεν υπολογίζεται στην διάρκεια της ποινής. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι η απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως αυτής, με το οποίο επιδιώκεται η αποτροπή της υποτροπής μέσω της βελτιώσεως του καταδίκου και της κοινωνικής του αποκαταστάσεως (ΑΠ Ολ 106/1991, ΠοινΧρ ΜΑ, 852). Κατά συνέπεια, αν κατά το στάδιο της δοκιμασίας του ο απολυθείς δεν συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις, τις οποίες του επέβαλε το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, κατά την απόλυσή του από τις φυλακές, και εφόσον τούτο διαπιστώνεται από τις αρχές που εποπτεύουν αυτόν, το ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο μπορεί να ανακαλέσει την χορηγηθείσα απόλυση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 109 ΠΚ, αν από την απόλυση περάσει το χρονικό διάστημα της ποινής το οποίο υπολειπόταν για έκτιση, σε όσες περιπτώσεις αυτό είναι ανώτερο από τρία (3) έτη, ή αν περάσουν τρία (3) έτη χωρίς να γίνει ανάκληση, η ποινή θεωρείται ότι εκτίθηκε. Η ισόβια κάθειρξη θεωρείται ότι εκτίθηκε, αν περάσουν δέκα (10) έτη από την απόλυση χωρίς να γίνει ανάκληση της απόλυσης.». Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η υπό όρους απόλυση και ο υπολογισμός του χρόνου δοκιμασίας προϋποθέτει πραγματική απόλυση του κατάδικου. Η εξακολούθηση της κρατήσεώς του λόγω προσωρινής κρατήσεως ή και φυλακίσεως για άλλη αιτία, η οποία οδηγεί στην λεγόμενη «τυπική αποφυλάκιση», δεν επιτρέπει σε κείνον για τον οποίο διατάχθηκε η απόλυση υπό όρους να αναπτύξει αυτόβουλη δραστηριότητα, από την οποία θα αξιολογηθεί η κατά το στάδιο της δοκιμασίας συμπεριφορά του. Επομένως ο υπολογισμός της δοκιμασίας του κατάδικου που απολύθηκε υπό όρους αρχίζει από τότε που αυτός θα αφεθεί ελεύθερος (ΓνωμΕισΑΠ 7/1997). Αντίθετη άποψη θα ματαίωνε τον σκοπό της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης καθώς η απόλυση, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή, αλλά στάδιο εκτελέσεως αυτής, με το οποίο επιδιώκεται η αποτροπή της υποτροπής μέσω της βελτιώσεως του καταδίκου και της κοινωνικής του αποκαταστάσεως. Ομοίως, σε περίπτωση που ο χρόνος δοκιμασίας διακόπτεται με νέα σύλληψη και φυλάκιση, προς έκτιση άλλης κύριας ποινής ή σε εκτέλεση εντάλματος προσωρινής κράτησης, εφόσον ουσιαστικά ματαιώνεται το στάδιο εκτέλεσης της ποινής για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης, μιας και δεν νοείται η ανάπτυξη αυτόβουλης δραστηριότητας, από την οποία θα αξιολογηθεί η κατά το στάδιο της δοκιμασίας συμπεριφορά του απολυομένου εντός του καταστήματος κράτησης, παρά μόνο σε καθεστώς ελευθερίας, τότε ο παρεμβαλλόμενος χρόνος παραμονής στη φυλακή, θα πρέπει να αφαιρείται από το συνολικό χρόνο δοκιμασίας, ώστε να τρέξει εκ νέου πάλι μετά την αποφυλάκιση που μεσολάβησε για τη νέα αιτία. Ότι η ως άνω ερμηνεία είναι σύμφωνη με το νόμο συνάγεται ευχερώς, από το παράδειγμα της άμεσης αναφυλάκισης κάποιου που μόλις έχει απολυθεί με τριετή ή και μεγαλύτερο χρόνο δοκιμασίας προς έκτιση άλλης ποινής, και του οποίου η νέα κράτηση διαρκεί για διάστημα μεγαλύτερου του χρόνου δοκιμασίας. Αντίθετη ερμηνεία των διατάξεων θα οδηγούσε στο άτοπο ότι σε αυτή την περίπτωση η ποινή για την οποία χορηγήθηκε απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης εκτίεται ή μάλλον συνεκτίεται μη επιτρεπτά, εφόσον δεν καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, όχι πλέον σε καθεστώς ελευθερίας, αλλά κατά τη διάρκεια έκτισης άλλης ποινής και ότι τρέχει ο χρόνος δοκιμασίας, ενώ ο ίδιος είναι κρατούμενος, χωρίς να του επιτρέπεται να αναπτύξει αυτόβουλη δραστηριότητα, από την οποία θα αξιολογηθεί η κατά το στάδιο της δοκιμασίας συμπεριφορά του. Όλως οδηγούμαστε και στο άτοπο σε τέτοια περίπτωση να μετατρέπεται ο θεσμός της απόλυσης σε χαριστικό μέτρο ή μέτρο διαγραφής της ποινής (ιδ. και ΟΛ ΑΠ 106/1991 ΠοινΧρ 1991, 852 και δημ. περίληψη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 110 §3 Π.Κ., για την ανάκληση της απόλυσης υπό όρο αποφασίζει το Συμβούλιο των Πλημμελειοδικών του τόπου της έκτισης της ποινής, ενώ κατά τη διαδικασία της ανάκλησης, ο απολυόμενος κλητεύεται υποχρεωτικά δέκα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση, κατά την οποία μπορεί να παραστεί αυτοπροσώπως ή με συνήγορο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιό σας με το υπ’ αριθμ. 263/2020 βούλευμά του απέλυσε υπό τον όρο της ανάκλησης τον ……, γεν. το έτος 1998 ή 1999 στη Συρία, ο οποίος κρατήθηκε στο Ε.Α.Κ.Κ.Ν. Κασσαβέτειας με τη με αριθμό 49/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, προς έκτιση ποινής φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών για την πράξη της ζωοκλοπής από κοινού. Παράλληλα, μέχρι τη λήξη του χρόνου δοκιμασίας του, του επιβλήθηκαν οι υποχρεώσεις α) της διαμονής του στη δηλωθείσα από τον ίδιο διεύθυνση ( …..) και β) της άπαξ εμφάνισής του, εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, στην κατά τον τόπο διαμονής του αρμόδια υπηρεσία της ΕΛ. ΑΣ.. Κατά την αποφυλάκισή του την 20-10-2020 είχε προς έκτιση υπόλοιπο ποινής ενός (1) έτους, έντεκα (11) μηνών και δέκα (10) ημερών, όπως προκύπτει από το συνημμένο στο φάκελο με αριθμό πρωτ. 7066/20-10-2020 αποφυλακιστήριο του διευθυντή του Ε.Α.Κ.Κ.Ν. Κασσαβέτειας.
Ο ως άνω αποφυλακισθείς, όπως προκύπτει από τις συνημμένες στο φάκελο εκθέσεις εμφάνισης, εμφανίστηκε στην αρμόδια αστυνομική αρχή, ήτοι στο Τ.Α. Κολωνού, έως και το μήνα Νοέμβριου του 2021, ενώ και έπαυσε να εμφανίζεται από τον μήνα Δεκέμβριο του 2021 και εφεξής (ιδ. αριθμ. πρωτ. 1020/127142/5α/19-1-2022 έγγραφο Τ.Α. Κολωνού). Στη συνέχεια ερευνήσαμε μέσω του Τμήματος Λειτουργίας Καταστημάτων Κράτησης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, αν τυχόν η μη εμφάνισή του οφείλεται σε κράτησή του για άλλη αιτία. Όπως προκύπτει από το αριθμ. πρωτ. 741/28-4-2022 έγγραφο της ως άνω υπηρεσίας και το από 24-8-2022 πιστοποιητικό κράτησης του Κ.Κ. Χίου., πράγματι ο απολυθείς συνελήφθη εκ νέου για άλλη αιτία και κρατήθηκε στο Κ.Κ. Χίου από 15-11-2021, εκτίοντας ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών που του επιβλήθηκε με την αριθμ. 86/2-11-2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Βορείου Αιγαίου για την πράξη της ζωοκλοπής και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που τέλεσε στη Μόρια Λέσβου την 12-1-2018. Μετά ταύτα η παραβίαση των όρων που του τέθηκαν με το βούλευμα του Συμβουλίου σας, θεωρήθηκε δικαιολογημένη λόγω της εκ νέου φυλάκισής του και της διακοπής του χρόνου δοκιμασίας που επήλθε με την νέα φυλάκιση. Ακολούθως ο απολυθείς απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης την 1-12-2022, δυνάμει του αριθμ. 99/2022 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Χίου. Και ενώ όφειλε να συνεχίσει να παρουσιάζεται μετά την αποφυλάκισή του, δεδομένης τη μη λήξης του χρόνου δοκιμασίας του, όπως προκύπτει από τα αριθμ. πρωτ. 1020/127142/8α/9-6-2023 και 1020/127142/9β/12-10-2023 έγγραφα του Τ.Α. Κολωνού, δεν παρουσιάστηκε ποτέ ξανά μετά την αποφυλάκισή του, παρά μόνο τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2023 ενώ, δεν κατόπιν αναζήτησης προέκυψε ότι αυτός δεν κρατείται εκ νέου σε κατάστημα κράτησης της χώρας. Επιπλέον, αν και αναζητήθηκε στη δηλωθείσα διεύθυνση δεν διαμένει πλέον εκεί, αλλά μετοίκησε προς άγνωστη διεύθυνση.
Άλλωστε, επειδή ο ως άνω απολυθείς, διαρκούντος του χρόνου δοκιμασίας του και δη στις 15-11-2021 φυλακίστηκε για να εκτίσει άλλη ποινή, ήτοι την αριθμ. 86/2-11-2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Βορείου Αιγαίου, απολύθηκε δε για την αιτία αυτή την 1-12-2022, ο τριετής χρόνος δοκιμασίας του διακόπηκε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα που δεν εξέτιε την ποινή για την οποία απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης πλέον σε καθεστώς ελευθερίας, ήτοι για χρονικό διάστημα έντεκα (11) μηνών και δεκαέξι (16) ημερών, χρόνος που πρέπει να αφαιρεθεί από το χρόνο της τριετίας του χρόνου δοκιμασίας, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη. Συνεπώς ο χρόνος της τριετούς δοκιμασίας, δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί και είναι δυνατή η ανάκληση της χορηγηθείσας απόλυσης.
Επειδή με τη προαναφερόμενη συμπεριφορά του ο ανωτέρω εξωτερίκευσε την βούλησή του να μην υποβάλει τον εαυτό του στο ως άνω στάδιο εκτελέσεως της ποινής του, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις που του είχαν τεθεί, πρέπει να ανακληθεί η υφ’ όρον απόλυση που χορηγήθηκε σ` αυτόν με το υπ` αριθμ. 263/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Σας και να διαταχθεί η σύλληψή του, προκειμένου να εκτίσει το υπόλοιπο της ως άνω ποινής.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
Να ανακληθεί η υφ’ όρον απόλυση που χορηγήθηκε στον ……., γεν. το έτος 1998 ή 1999 στη Συρία με το υπ` αριθμ. 263/2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, με το οποίο απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης για την αριθμ. 49/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου και να διαταχθεί η σύλληψή του, προς έκτιση του υπολοίπου κατά το χρόνο της αποφυλάκισης ποινής, ενός (1) έτους, έντεκα (11) μηνών και δέκα (10) ημερών
Βόλος, 15-11-2023
Η Εισαγγελέας
Στην ορισθείσα συνεδρίαση του Συμβουλίου στις 4-12-2023 κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου που δεν παραστάθηκε και ο …., ο οποίος επίσης δεν παραστάθηκε, αλλά ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών επιφυλάχθηκε να διασκεφθεί περαιτέρω την υπόθεση.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προπαρατεθείσα εισαγγελική πρόταση, παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σε αυτήν, η ένδικη υπόθεση που αφορά την ανάκληση της υφ’ όρον απόλυσης που χορηγήθηκε στον ……., σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1εδάφ. β’ (μετά το ν. 4620/2019) ΚΠοινΔ, καθώς και 110 παρ. 3 και 465 του νέου Ποινικού Κώδικα (ως κυρώθηκε με το Ν.4619/2019). Δοθέντος ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκε, φυλακίστηκε και απολύθηκε υπό τον όρο της ανάκλησης ο ανωτέρω κατάδικος τελέστηκε την 3-1-2019, εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις των άρθρων 107, 109 και 110 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα που καταργήθηκε με το Ν.4619/2019, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις του ισχύοντος ΠΚ/2019, κατά το μέρος που τυγχάνουν ευμενέστερες και εφαρμοστέες, παραμεριζόμενης της διάταξης του άρθρου 465 παρ. 1 του ΠΚ/2019 - ως αντικείμενου σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρα 7 της ΕΣΔΑ, 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 2462/1997 και 7 του Συντάγματος), που επιβάλλουν την εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου κατά το στάδιο και τον τρόπο έκτισης της ποινής(βλ. σχ. ΟλΑΠ 4/2021). Πρέπει, συνεπώς, η κρινόμενη υπόθεση να εξεταστεί, περαιτέρω, και κατ’ ουσίαν, δεδομένου του ότι ο ως άνω απολυθείς κατάδικος κλήθηκε εμπροθέσμως (βλ. το από 20-11-2023 αποδεικτικό επίδοσης του, υπηρετούντος στο Τ.Α. Κολωνού, αρμόδιου αστυνομικού οργάνου και το από 20-11-2023 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου, …..) για να παραστεί ενώπιον του Συμβουλίου κατά την ορισθείσα συνεδρίαση στις 4-12-2023, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 1 εδαφ. β’ και παρ. 3 εδαφ. β’ του ισχύοντος ΠΚ, πλην, όμως, δεν παραστάθηκε ενώπιον του.
Με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 551 του Κ.Π.Δ. προβλέπεται ότι «αν πρόκειται να εκτελεσθούν κατά του ιδίου προσώπου περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν, εφαρμόζονται οι ορισμοί του Ποινικού Κώδικα για τη συρροή», ήτοι και του άρθρου 97 ΠΚ, κατά το οποίο οι διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α` παρ. 1 εφαρμόζονται και όταν κάποιος, προτού εκτιθεί ολοκληρωτικά ή παραγραφεί ή χαριστεί η ποινή που του επιβλήθηκε για κάποια αξιόποινη πράξη, καταδικαστεί για άλλη αξιόποινη πράξη, οποτεδήποτε και αν τελέστηκε αυτή. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ποινή που έχει επιβληθεί αμετάκλητα εκτελείται, εκτός αν έχει διαταχθεί η αναστολή της εκτέλεσής της, κατά τα άρθρα 99 και επ. του ισχύοντος Π.Κ., από το αρμόδιο δικαστήριο κατά την κατάγνωσή της ή η αναβολή ή η διακοπή της εκτέλεσής της, κατά τις διατάξεις των άρθρων 555 και επ. του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 1233/2022). Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 97 ΠΚ (επιγενόμενη συρροή), όταν πρόκειται να εκτελεστούν πλείονες καταδικαστικές αποφάσεις κατά του ίδιου προσώπου για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν (αληθινά) μεταξύ τους, επιβάλλεται υποχρεωτικά ο καθορισμός συνολικής ποινής, με προσμέτρηση των ποινών που συρρέουν, υπό την μορφή της νομικής και όχι της αθροιστικής σώρευσης, κατά τους ορισμούς των άρθρων 94 και 97 ΠΚ, για την αποφυγή της υπέρμετρης έντασης της τιμωρίας του κατηγορουμένου με την άθροιση των ποινών που έχουν καταγνωσθεί για κάθε συρρέον έγκλημα και την τιμωρία του δράστη με ποινή που να ανταποκρίνεται σε όλα τα συρρέοντα εγκλήματα και στην εγκληματική διάθεση που εκδήλωσε {βλ. σχ. για την υποχρεωτικότητα σχηματισμού συνολικής ποινής ΑΠ 914/2022, ΑΠ 625/2021, ΑΠ 264/2021, ΑΠ 929/2020, ΑΠ 1544/2017 και για τις εξαιρέσεις από το σύστημα της συνολικής ποινής με απόρροια να εφαρμόζεται η «αριθμητική σώρευση των ποινών», βλ. σε Χ. Στόικο, Καθορισμός συνολικής ποινής (κανόνες και προϋποθέσεις), Αρμ 2022. 518}. Επομένως, προϋπόθεση του καθορισμού συνολικής ποινής είναι να συναντώνται οι ποινές αυτές κατά την εκτέλεση, ενώ τον σχηματισμό της μπορεί να ζητήσει ο ίδιος ο καταδικασθείς, ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης και ο εισαγγελέας (Λ. Μαργαρίτης, Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία, σελ. 850). Περαιτέρω, ο θεσμός της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης που προβλεπόταν στα άρθρα 105 επ. του πΠΚ και ήδη ρυθμίζεται στα άρθρα 105Β επ. νΠΚ, δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή αλλά στάδιο εκτέλεσής της, ως σωφρονιστικού μέτρου που αποσκοπεί στην αποτροπή της υποτροπής με την ηθική βελτίωση του καταδίκου και στην κοινωνική του αποκατάσταση και αφετέρου στην υπεροχή της ειδικής πρόληψης ως σκοπού της ποινής στο στάδιο αυτό. Πρόκειται για μία sui generis έκτιση της ποινής, που εξακολουθεί τρέχουσα είτε μέχρι του χρόνου συμπλήρωσης της εκτιόμενης ποινής όταν το υπόλοιπο αυτής είναι ανώτερο από τρία έτη είτε, σε διαφορετική περίπτωση, μέχρι την συμπλήρωση τριών ετών από την απόλυση (βλ. άρθρο 109 ΠΚ), η οποία δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής ως στερητικής της ελευθερίας, αλλά αποτελεί ένα διαφορετικό, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τρόπο έκτισής της, κατά τον οποίο ο προσωρινώς απολυθείς τελεί, κατά τον χρόνο δοκιμασίας, σε καθεστώς περιορισμένης ελευθερίας {βλ. σχ. ΟλΑΠ 106/1991 ΕλλΔ/νη 1991 (7). 1546, Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι σε Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι/Ν. Μπιτζιλέκη Ν./Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, σελ. 607 επ. και 643 επ., Κ. Σταμάτη σε Ν. Ανδρουλάκη/Γ.-Α. Μαγκάκη/Ι. Μανωλεδάκη/Δ. Σπινέλλη/Κ. Σταμάτη/Α. Ψαρούδα-Μπενάκη, Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, Άρθρο 105, σελ. 1251, Λ. Μαργαρίτη σε Λ. Μαργαρίτη/Ν.Παρασκευόπουλου/Γ. Νούσκαλη, Ποινολογία, σελ. 36 και 775 επ., Π. Βρυνιώτη, Ο Προσδιορισμός της Ποινής, σελ. 316}. Ο υπολογισμός του χρόνου δοκιμασίας όμως προϋποθέτει πραγματική απόλυση του κατάδικου. Η εξακολούθηση της κράτησής του λόγω προσωρινής κράτησης ή και φυλάκισης για άλλη αιτία, η οποία οδηγεί στην λεγόμενη «τυπική αποφυλάκιση», δεν επιτρέπει σε κείνον για τον οποίο διατάχθηκε η απόλυση υπό όρους να αναπτύξει αυτόβουλη δραστηριότητα, από την οποία θα αξιολογηθεί η κατά το στάδιο της δοκιμασίας συμπεριφορά του. Επομένως ο υπολογισμός της δοκιμασίας του κατάδικου που απολύθηκε υπό όρους αρχίζει από τότε που αυτός θα αφεθεί ελεύθερος (ΓνωμΕισΑΠ 7/1997). Ομοίως, σε περίπτωση που ο απολυθείς συλληφθεί και φυλακιστεί, εντός του χρόνου δοκιμασίας του, είτε σε εκτέλεση εντάλματος προσωρινής κράτησης είτε προκειμένου να εκτίσει στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 108 ΠΚ, ώστε να δικαιολογεί την άρση της απόλυσης, και για την οποία δεν προκλήθηκε (προφανώς εσφαλμένα) ο σχηματισμός συνολικής ποινής (με την στερητική της ελευθερίας ποινή για την οποία χορηγήθηκε η υφ’ όρον απόλυση), ο παρεμβαλλόμενος χρόνος παραμονής στη φυλακή δεν πρέπει να συνυπολογίζεται στο χρόνο δοκιμασίας, διότι και στην περίπτωση αυτή ουσιαστικά ματαιώνεται το στάδιο εκτέλεσης της ποινής για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης, καθώς δεν είναι δυνατή η ανάπτυξη αυτόβουλης δραστηριότητας, από την οποία θα αξιολογηθεί η κατά το στάδιο της δοκιμασίας συμπεριφορά του απολυθέντος καταδίκου. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων, λοιπόν, πρέπει η ποινή στην οποία αναφέρεται η υπό όρο απόλυση να συγχωνεύεται με άλλες ποινές, αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση, και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια του χρόνου δοκιμασίας, διότι τότε, κατά το άρθρο 108 ΠΚ, επέρχεται άρση της απόλυσης και οι ποινές εκτίονται αθροιστικά (βλ. σχ. ΟλΑΠ 106/1991 ΕλλΔ/νη 1991 (7). 1546, ΑΠ 1347/2016, ΑΠ 841/2015, ΑΠ 1381/2012). Αν, παρά την προαναφερόμενη υποχρεωτικότητα σχηματισμού συνολικής ποινής, προκύψει στην πράξη περίπτωση να συναντηθούν κατά την εκτέλεση περισσότερες στερητικές της ελευθερίας ποινές για τις οποίες δεν έχει καταγνωσθεί μία συνολική ποινή, η απότιση των περισσότερων στερητικών της ελευθερίας ποινών θα γίνει διαδοχικά και όχι διά συνεκτίσεως, η οποία (συνέκτιση) δεν αναγνωρίζεται από την ποινική μας νομοθεσία, διότι ευνοεί τους καθ’ έξη εγκληματίες και, επιπλέον, αντίκειται προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της επιβολής στον υπαίτιο ποινής ανταποκρινόμενης στα συρρέοντα εγκλήματά του και στην εκδηλωθείσα εγκληματική του διάθεση (ΟλΑΠ 106/1991 ΕλλΔ/νη 1991 (7). 1546, ΑΠ 2311/2007 Πράξη & Λόγος Ποινικού Δικαίου 2008 (1). 232, ΑΠ 382/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μέχρι πρόσφατα η νομολογία υιοθετούσε τη λύση ότι μέχρι τον σχηματισμό της συνολικής ποινής, κατά το άρθρο 551 του ΚΠοινΔ, εκτίεται η παλαιότερη επιβληθείσα ποινή (ΑΠ 150/2012 ΠοινΧρον 2012. 605, Π. Παπανδρέου σε Λ. Μαργαρίτη, Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, σελ. 2074). Πλέον, μετά την τροποποίηση του άρθρου 552 του ΚΠοινΔ με το άρθρο 166 του ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α’ 215/12-11-2021), προστέθηκε νέο εδάφιο κατά το οποίο «όταν εκτελούνται κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις, μέχρις ότου καθοριστεί συνολική ποινή θεωρείται ότι εκτίεται η βαρύτερη ποινή». Περαιτέρω, ο θεσμός της διακοπής της ποινής, έκφανση της ελαστικότητας της υλοποιημένης ποινής στο στάδιο έκτισής της, προβλέπεται στο άρθρο 557 του ΚΠοινΔ. Διακοπή της έκτισης της ποινής προβλέπεται για συγκεκριμένους λόγους και με τη διαδικασία που περιγράφεται στο ανωτέρω άρθρο του ΚΠΔ. Η διακοπή εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι πάντοτε δυνητική και στοχεύει στην πρόληψη επιδείνωσης της υγείας του κρατουμένου (βλ., ενδεικτικά, Λ. Μαργαρίτη σε Λ. Μαργαρίτη/Ν.Παρασκευόπουλου/Γ. Νούσκαλη, Ποινολογία, σελ. 719 επ., Π. Βρυνιώτη, Ο Προσδιορισμός της Ποινής, σελ. 170). Όμως, ο αποκλεισμός συνέκτισης στερητικών της ελευθερίας ποινών, η προτεραιότητα μεταξύ των προς έκτιση στερητικών της ελευθερίας ποινών για τις οποίες δεν έχει προκληθεί για οποιοδήποτε λόγο σχηματισμός συνολικής ποινής και οι περιοριστικοί λόγοι διακοπής έκτισης της ποινής πρέπει να γίνει δεκτό ότι αφορούν την υπό στενή έννοια (stricto sensu) έκτιση των στερητικών της ελευθερίας ποινών, δηλαδή την έκτιση τους εντός σωφρονιστικού καταστήματος, και δεν καταλαμβάνουν τον θεσμό της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης, που αποτελεί έναν sui generis τρόπο έκτιση της ποινής με διαφορετικούς όρους και υπό διαφορετικές συνθήκες.
Από το σύνολο των στοιχείων που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Συμβουλίου, ότι ……… καταδικάστηκε, με την υπ’ αριθμ. 49/7-9-2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών για τ αδίκημα της ζωοκλοπής από κοινού σε περιφραγμένο χώρο που τέλεσε την 3-1-2019. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του στο Ε.Α.Σ.Κ.Ν. Κασσαβέτειας έτυχε του ευεργετήματος της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης, δυνάμει του με αριθμό 263/20-10-2020 βουλεύματος του Συμβουλίου, σύμφωνα με το οποίο διατάχθηκε η απόλυσή του με τις υποχρεώσεις: α) της διαμονής του στην Αθήνα, στο …….. και β) της εμφάνισής του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου διαμονής του άπαξ εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα μέχρι να παρέλθει ο χρόνος δοκιμασίας του, που ορίστηκε σε χρονικό διάστημα 3 ετών από την απόλυσή του. Ο ανωτέρω πράγματι αποφυλακίσθηκε την 20η-10-2020, με υπόλοιπο εκτιτέας ποινής ένα (1) έτος, έντεκα (11) μήνες και δέκα (10) ημέρες και γνωστοποιήθηκαν σε αυτόν οι ως άνω επιβληθείσες υποχρεώσεις (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. 7066/20-10-2020 έκθεση αποφυλάκισης του Ε.Α.Σ.Κ.Ν. Κασσαβέτειας και το από 20-10-2020 αποδεικτικό επίδοσης του ως άνω βουλεύματος της γραμματέως του Ε.Α.Σ.Κ.Ν. Κασσαβέτειας, …….). Από την αποφυλάκισή του άρχισε να τρέχει και ο χρόνος δοκιμασίας του. Περαιτέρω όμως προκύπτει ότι ο ….. καταδικάστηκε με την υπ’ αριθμ. 86/2-11-2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, σε συνολική ποινή κάθειρξης 5 ετών και 6 μηνών, για τα αδικήματα της ζωοκλοπής από κοινού και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, που τέλεσε στις 12-1-2018. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση και εκδόθηκε σχετικά η υπ’ αριθμ. 47/10-10-2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και 5 μηνών. Σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων παρέμεινε έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα από την 15-11-2021 μέχρι την 1-12-2022, (ήτοι σε χρονικό διάστημα που συμπίπτει με τον 3ετή χρόνο δοκιμασίας της απόλυσής του που διατάχθηκε με το υπ’ αριθμ. 263/20-10-2020 βούλευμα του Συμβουλίου), οπότε και αποφυλακίστηκε, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 99/2022 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χίου, με υπόλοιπο ποινής 2 έτη, 7 μήνες και 25 ημέρες, ενώ επιβλήθηκαν σε αυτόν οι εξής υποχρεώσεις: α) της διαμονής του στον ….. Αττικής, ……, β) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και γ) της εμφάνισής του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου διαμονής του άπαξ εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, όπου θα συντάσσεται σχετική έκθεση εμφάνισης, μέχρι να παρέλθει ο χρόνος δοκιμασίας του, ήτοι, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την αποφυλάκισή του, που έλαβε χώρα την 1η-12-2022. Συνεπώς, προκύπτει ότι σε βάρος του ……. συναντήθηκαν κατά την εκτέλεση οι ανωτέρω δύο στερητικές της ελευθερίας ποινές, για τις οποίες έπρεπε, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ανωτέρω νομική σκέψη, να προκληθεί είτε με αίτηση του εισαγγελέα, είτε με αίτηση του διευθυντή της φυλακής είτε με αίτηση του ιδίου του καταδίκου, ο σχηματισμός συνολικής ποινής, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ενόψει τούτων, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη του Συμβουλίου, το χρονικό διάστημα από 15-11-2021 μέχρι 1-12-2022 (ήτοι 11 μήνες και 16 ημέρες), κατά το οποίο ο ανωτέρω κατάδικος, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του αρμόδιου Εισαγγελέα, συνελήφθη και παρέμεινε έγκλειστος σε σωφρονιστικό κατάστημα, εκτίοντας την στερητικής της ελευθερίας ποινή που του επιβλήθηκε (αρχικά με την υπ’ αριθμ. 86/2-11-2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου) με την υπ’ αριθμ. 47/10-10-2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στο χρόνο δοκιμασίας της υφ’ όρων απόλυσής του που διατάχθηκε με το 263/20-10-2020 βούλευμα του Συμβουλίου, ο οποίος (χρόνος δοκιμασίας) για τους λόγους αυτούς δεν έληξε την 20-10-2023, αλλά πρόκειται να λήξει την 6-9-2024. Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο απολυθείς κατάδικος εμφανίσθηκε τελευταία φορά στο κατά τόπο αρμόδιο Τμήμα Ασφαλείας Κολωνού το πρώτο πενθήμερο του Ιανουαρίου 2023 και έκτοτε, αν και κατά τα ανωτέρω δεν έχει παρέλθει ο χρόνος δοκιμασίας του, έπαψε να εμφανίζεται, ενώ, αν και αναζητήθηκε από τους αστυνομικούς της ανωτέρω υπηρεσίας δεν ανευρέθη στην διεύθυνση της ανωτέρω δηλωθείσας κατοικίας του (βλ. το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1020/127142/8Α/9-6-2023 έγγραφο του Τ.Α. Κολωνού προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, επειδή προκύπτει ότι ο απολυθείς κατάδικος δεν συμμορφώθηκε με τις ανωτέρω υποχρεώσεις που τού επιβλήθηκαν κατά την απόλυσή του όσο και ότι δεν παρήλθε ο χρόνος δοκιμασίας του, πρέπει να ανακληθεί η απόλυση που του χορηγήθηκε με το με αριθμό 263/20-10-2020 βούλευμα, προκειμένου να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του.
Ωστόσο, ένα μέλος του Συμβουλίου και συγκεκριμένα η Πρωτοδίκης – Εισηγήτρια, Πανωραία Μαυρομμάτη, είχε την εξής άποψη: Στην συρροή εγκλημάτων ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το ζήτημα του καθορισμού συνολικής ποινής, η οποία σχηματίζεται από το δικαστήριο όταν άγονται ενώπιόν του ποινές που έχουν επιβληθεί στον ίδιο κατηγορούμενο με περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις για διαφορετικές αξιόποινες πράξεις που μεταξύ τους συρρέουν αληθινά (άρθρα 94 – 97 του ΠΚ). Η συνολική ποινή προϋποθέτει συνάντηση ποινών, είτε κατά το στάδιο της επιμέτρησης και της επιβολής τους (αρχική ή σύγχρονη συρροή κατά τα άρθρα 94-96Α ΠΚ), είτε κατά το στάδιο της εκτέλεσης και έκτισής τους (επιγενόμενη ή αναδρομική συρροή κατ’ άρθρο 97 ΠΚ και συρροή καταδικαστικών αποφάσεων κατ’ άρθρο 551 ΚΠοινΔ). Η επιγενόμενη συρροή (άρθρο 97 ΠΚ) δεν αποτελεί «συρροή εγκλημάτων» με την τεχνική έννοια του όρου, όπου η συρροή κλείνει με την επιβολή συνολικής ποινής, αλλά πρόκειται για «συρροή ποινών», ήτοι για συνάντηση περισσότερων ποινών κατά το στάδιο της εκτέλεσης και έκτισής τους. Σχηματισμός συνολικής ποινής, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 97 ΠΚ (επιγενόμενη συρροή), χωρεί όταν σε βάρος του ίδιου προσώπου εκκρεμούν προς έκτιση ποινές που έχουν επιβληθεί με περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις (οι οποίες δεν χρειάζεται να είναι αμετάκλητες, βλ., ενδεικτικά, ΑΠ 1485/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), για διαφορετικές αξιόποινες πράξεις, ανεξάρτητα από το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων και προτού εκτιθούν ολοκληρωτικά, παραγραφούν ή χαριστούν οι υπό κρίση ποινές. Επομένως, προϋπόθεση του καθορισμού συνολικής ποινής είναι να συναντώνται οι ποινές αυτές κατά την εκτέλεση (βλ. Φ. Ανδρέου, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Κατ’ άρθρο Ερμηνεία-Νομολογία-Βιβλιογραφία, σελ. 1991 επ, Αρ. Χαραλαμπάκης, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος, τόμος II, η Ποινή, σελ. 283 επ., Π. Παπανδρέου σε Αρ. Χαραλαμπάκη (επιμ.), Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος I (Άρθρα 1-234), σελ. 734, Λ. Μαργαρίτης σε Λ. Μαργαρίτη/Ν. Παρασκευόπουλο/Γ. Νούσκαλη, Ποινολογία (Άρθρα 50-133 νέου ΠΚ), σελ. 329 επ.). Όταν πρόκειται να εκτελεστούν πλείονες καταδικαστικές αποφάσεις κατά του ίδιου προσώπου για διαφορετικά εγκλήματα που συρρέουν (αληθινά) μεταξύ τους, επιβάλλεται υποχρεωτικά ο καθορισμός συνολικής ποινής, με προσμέτρηση των ποινών που συρρέουν, υπό την μορφή της νομικής και όχι της αθροιστικής σώρευσης, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 94 και 97 ΠΚ, για την αποφυγή της υπέρμετρης εντάσεως της τιμωρίας του κατηγορουμένου με την άθροιση των ποινών που έχουν καταγνωσθεί για κάθε συρρέον έγκλημα και την τιμωρία του δράστη με ποινή που να ανταποκρίνεται σε όλα τα συρρέοντα εγκλήματα και στην εγκληματική διάθεση που εκδήλωσε (ως προς την υποχρεωτικότητα (και όχι δυνατότητα) σχηματισμού συνολικής ποινής, βλ., ενδεικτικά, ΑΠ 384/2000, 1544/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 928/2020 ΕλλΔ/νη 2021 (1). 195, ΑΠ 929/2020, ΑΠ 625/2021 SakkoulasOnline, ΑΠ 264/2021 Πράξη & Λόγος του Ποινικού Δικαίου 2021 (4). 862, ΑΠ 914/2022 SakkoulasOnline – υπάρχουν, ωστόσο, και εξαιρέσεις από το σύστημα της συνολικής ποινής με απόρροια να εφαρμόζεται η «αριθμητική σώρευση των ποινών», βλ. την περιπτωσιολογία σε Χ. Στόικο, Καθορισμός συνολικής ποινής (κανόνες και προϋποθέσεις), Αρμ 2022 (3). 518). Τον κατ’ άρθρο 551 του ΚΠοινΔ σχηματισμό συνολικής ποινής μπορεί να ζητήσει ο ίδιος ο καταδικασθείς, ο διευθυντής του καταστήματος κρατήσεως και ο εισαγγελέας (Λ. Μαργαρίτης, Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία, σελ. 850). Περαιτέρω, η απόλυση υπό τον όρο της ανάκλησης της δεν αποτελεί απαλλαγή από την ποινή αλλά στάδιο εκτελέσεώς της, ως σωφρονιστικού μέτρου που αποσκοπεί στην αποτροπή της υποτροπής με την ηθική βελτίωση του καταδίκου και στην κοινωνική του αποκατάσταση και αφετέρου στην υπεροχή της ειδικής πρόληψης ως σκοπού της ποινής στο στάδιο αυτό. Συνιστά διακοπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής (υπό την έννοια της διακοπής του τρόπου έκτισής της και της έκτισής της με άλλον τρόπο), πλην όμως δεν τερματίζει αυτήν. Πρόκειται για μία sui generis εκτέλεση της ποινής, που εξακολουθεί τρέχουσα μέχρι του χρόνου συμπληρώσεως της επιβληθείσης ποινής. Η υφ’ όρον απόλυση δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ποινής ως στερητικής της ελευθερίας, αλλά αποτελεί τον τρόπο έκτισής της, άλλως θεσμό υλοποίησης της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Ως εκ τούτων, ο προσωρινώς απολυθείς τελεί, κατά τον χρόνο δοκιμασίας, σε καθεστώς περιορισμένης ελευθερίας (βλ. ΟλΑΠ 106/1991 ΕλλΔ/νη 1991 (7). 1546, Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι σε Μ. Καϊάφα-Γκμπάντι/Ν. Μπιτζιλέκη Ν./Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, σελ. 607 επ. και 643 επ., Κ. Σταμάτη σε Ν. Ανδρουλάκη/Γ.-Α. Μαγκάκη/Ι. Μανωλεδάκη/Δ. Σπινέλλη/Κ. Σταμάτη/Α. Ψαρούδα-Μπενάκη, Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, Άρθρο 105, σελ. 1251, Λ. Μαργαρίτη σε Λ. Μαργαρίτη/Ν.Παρασκευόπουλου/Γ. Νούσκαλη, Ποινολογία, σελ. 36 και 775 επ., Π. Βρυνιώτη, Ο Προσδιορισμός της Ποινής, σελ. 316). Επομένως, πρέπει η ποινή στην οποία αναφέρεται η υπό όρο απόλυση να συγχωνεύεται με άλλες ποινές, αν συναντάται με αυτές κατά την εκτέλεση, και υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ποινές δεν αναφέρονται σε εγκλήματα που τελέσθηκαν κατά τη διάρκεια του χρόνου δοκιμασίας, διότι τότε, κατά το άρθρο 108 ΠΚ, επέρχεται άρση της απόλυσης και οι ποινές εκτίονται αθροιστικά (βλ. ΟλΑΠ 106/1991 ΕλλΔ/νη 1991 (7). 1546, ΑΠ 1347/2016, ΑΠ 841/2015, ΑΠ 1381/2012, δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου). Ωστόσο, παρά την υποχρεωτικότητα σχηματισμού συνολικής ποινής, υπάρχει η πιθανότητα να προκύψει η περίπτωση να συναντηθούν κατά την εκτέλεση περισσότερες στερητικές της ελευθερίας ποινές για τις οποίες να μην έχει καταγνωσθεί μία συνολική ποινή. Στην πράξη, δυστυχώς, ένας μεγάλος αριθμός των κρατουμένων ολοκληρώνει την έκτιση περισσοτέρων της μίας ποινών που ναι μεν συναντήθηκαν κατά την εκτέλεση, πλην, όμως, ουδέποτε αποτέλεσαν την αφορμή για το σχηματισμό συνολικής ποινής, γεγονός που οφείλεται στην παράλειψη ή καθυστέρηση των εισαγγελικών αρχών να υλοποιήσουν αυτεπαγγέλτως συνολική ποινή, καθώς η εκπλήρωση της υποχρέωσής τους αυτής θα απέτρεπε την δημιουργία του προβλήματος (Β. Αδάμπας, Ποινικές αποφάσεις και εκτελεστότητά τους, Αντιρρήσεις – Αμφιβολίες (565 ΚΠΔ), σελ. 318επ.). Στην περίπτωση αυτή, η απότιση των περισσότερων στερητικών της ελευθερίας ποινών θα γίνει διαδοχικά και όχι διά συνεκτίσεως, η οποία (συνέκτιση) δεν αναγνωρίζεται από την ποινική μας νομοθεσία, διότι ευνοεί τους καθ’ έξη εγκληματίες και, επιπλέον, αντίκειται προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της επιβολής στον υπαίτιο ποινής ανταποκρινόμενης στα συρρέοντα εγκλήματά του και στην εκδηλωθείσα εγκληματική του διάθεση (ΟλΑΠ 106/1991 ΕλλΔ/νη 1991 (7). 1546, ΑΠ 2311/2007 Πράξη & Λόγος Ποινικού Δικαίου 2008 (1). 232, ΑΠ 382/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μέχρι πρόσφατα η νομολογία υιοθετούσε τη λύση ότι μέχρι τον σχηματισμό της συνολικής ποινής, κατά το άρθρο 551 του ΚΠοινΔ, εκτίεται η παλαιότερη επιβληθείσα ποινή (ΑΠ 150/2012 ΠοινΧρον 2012. 605, Π. Παπανδρέου σε Λ. Μαργαρίτη, Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, σελ. 2074). Πλέον, μετά την τροποποίηση του άρθρου 552 του ΚΠοινΔ με το άρθρο 166 του ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α’ 215/12-11-2021), προστέθηκε νέο εδάφιο κατά το οποίο «όταν εκτελούνται κατά του ίδιου προσώπου περισσότερες καταδικαστικές αποφάσεις, μέχρις ότου καθοριστεί συνολική ποινή θεωρείται ότι εκτίεται η βαρύτερη ποινή». Περαιτέρω, ο θεσμός της διακοπής της ποινής, έκφανση της ελαστικότητας της υλοποιημένης ποινής στο στάδιο έκτισής της, προβλέπεται στο άρθρο 557 του ΚΠοινΔ, περιλαμβάνει, δε, προφανώς και τον χρόνο δοκιμασίας που αποτελεί τρόπο έκτισης της ποινής, δίχως για τον τρόπο αυτό να υφίσταται διαφορετική πρόβλεψη. Διακοπή της έκτισης της ποινής είναι νοητή μόνο για τις αναφερόμενες στο ως άνω άρθρο περιπτώσεις, μόνο αν το αποφασίσει το αναφερόμενο στο άρθρο αυτό δικαστήριο και μόνο για το εκεί αναφερόμενο χρονικό διάστημα και δεν είναι δυνατό να εφαρμόζεται αναλογικά σε άλλες περιπτώσεις και δη αυθαίρετα, πολλώ δε μάλλον σε βάρος του καταδικασθέντος. Η διακοπή εκτελέσεως της στερητικής της ελευθερίας ποινής είναι πάντοτε δυνητική και στοχεύει στην πρόληψη επιδείνωσης της υγείας του κρατουμένου (βλ., ενδεικτικά, Λ. Μαργαρίτη σε Λ. Μαργαρίτη/Ν.Παρασκευόπουλου/Γ. Νούσκαλη, Ποινολογία, σελ. 719 επ., Π. Βρυνιώτη, Ο Προσδιορισμός της Ποινής, σελ. 170). Είναι, δε, διαφορετικό το ζήτημα της διακοπής που τίθεται μεταξύ προσωρινής κράτησης και ποινής, όπου υφίσταται συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση, η αναγκαιότητα της οποίας οφείλεται στον διαφορετικό τρόπο έκτισης ποινής και προσωρινής κράτησης (Β. Αδάμπας, Η διάρκεια της προσωρινής κράτησης και η διαδικασία ελέγχου της, 2016, σ. 51). Σε κάθε, άλλωστε, περίπτωση αν ο νομοθέτης επιθυμούσε την διακοπή της έκτισης ποινής για να εκτιθεί έτερη ποινή, θα όριζε τούτο ρητά, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της προσωρινής κράτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σύνολο των στοιχείων που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, προκύπτει ότι ο ……….. καταδικάστηκε, με την υπ’ αριθμ. 49/7-9-2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών για το, τελεσθέν τον Ιανουάριο του έτους 2019, αδίκημα της ζωοκλοπής από κοινού σε περιφραγμένο χώρο. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του στο Ε.Α.Σ.Κ.Ν. Κασσαβέτειας έτυχε του ευεργετήματος της απόλυσης υπό τον όρο της ανάκλησης, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 263/20-10-2020 βουλεύματος του Συμβουλίου τούτου, σύμφωνα με το οποίο διατάχθηκε η απόλυσή του με τις υποχρεώσεις: α) της διαμονής του στην Αθήνα, στο …... και β) της εμφάνισής του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου διαμονής του άπαξ εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα μέχρι να παρέλθει ο χρόνος δοκιμασίας του, ήτοι, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την απόλυσή του. Ο ανωτέρω πράγματι αποφυλακίσθηκε, την 20η-10-2020, με ανασταλέν υπόλοιπο ποινής ενός έτους, έντεκα μηνών και δέκα ημερών και γνωστοποιήθηκαν σε αυτόν οι ως άνω επιβληθείσες υποχρεώσεις (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. 7066/20-10-2020 έκθεση αποφυλάκισης του Ε.Α.Σ.Κ.Ν. Κασσαβέτειας και το από 20-10-2020 αποδεικτικό επίδοσης του ως άνω βουλεύματος της γραμματέως του Ε.Α.Σ.Κ.Ν. Κασσαβέτειας, ……). Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο ανωτέρω αποφυλακισθείς καταδικάσθηκε, με την υπ’ αριθμ. 86/2-11-2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, σε συνολική ποινή κάθειρξης 5 ετών και 6 μηνών, για το τελεσθέν, τον Ιανουάριο του έτους 2018, αδίκημα της ζωοκλοπής από κοινού και της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας από κοινού, κατά της οποίας άσκησε έφεση και εκδόθηκε σχετικά η υπ’ αριθμ. 47/10-10-2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και πέντε μηνών. Δυνάμει, δε, της προμνησθείσας απόφασης συνελήφθη και φυλακίσθηκε από την 2α-11-2021 μέχρι την 1η-12-2022, ήτοι εντός του χρόνου δοκιμασίας του, οπότε αποφυλακίσθηκε, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 99/2022 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Χίου, με ανασταλέν υπόλοιπο ποινής 2 ετών, 7 μηνών και 25 ημερών, ενώ τέθηκαν σε αυτόν οι εξής υποχρεώσεις α) της διαμονής του στον Ελαιώνα Αττικής, ΚΥΤ Αλλοδαπών, β) της απαγόρευσης εξόδου του από τη χώρα και γ) της εμφάνισής του στο αστυνομικό τμήμα του τόπου διαμονής του άπαξ εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, όπου θα συντάσσεται σχετική έκθεση εμφάνισης, μέχρι να παρέλθει ο χρόνος δοκιμασίας του, ήτοι, για χρονικό διάστημα τριών ετών από την αποφυλάκισή του, που έλαβε χώρα την 1η-12-2022. Το Τ.Α. Κολωνού, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1020/127142/5Α/19-1-2022 έγγραφό του προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, ανέφερε ότι ο αποφυλακισθείς δεν είχε εμφανισθεί στην ανωτέρω αστυνομική αρχή, σε εκτέλεση της υποχρέωσης που τού επέβαλε το Συμβούλιο τούτο, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, δε, πράγματι, ενημερώθηκε, όπως προκύπτει από την από 25-2-2022 βεβαίωση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου επί του ανωτέρω εγγράφου, σύμφωνα με την οποία διερευνήθηκε αν κρατείται δυνάμει άλλης αιτίας. Στη συνέχεια, το Τ.Α. Κολωνού, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1020/127142/5γ/13-5-2022 έγγραφό του προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, ανέφερε ότι ο ανωτέρω αποφυλακισθείς είναι κρατούμενος (και για τον λόγο αυτό δεν είχε εμφανισθεί σε εκτέλεση της υποχρέωσης που τού επέβαλε το Συμβούλιο τούτο), η Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, δε, πράγματι, ενημερώθηκε, όπως προκύπτει από την από 31-5-2022 βεβαίωση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου επί του ανωτέρω εγγράφου, σύμφωνα με την οποία διερευνήθηκε μόνον η πιθανότητα ανάκλησης της χορηγηθείσας απόλυσης και όχι και η πιθανότητα αίτησης για σχηματισμό συνολικής ποινής. Ακολούθως, το Τ.Α. Κολωνού, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1020/127142/6Α/23-6-2022 έγγραφό του προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, ανέφερε ότι ο ανωτέρω αποφυλακισθείς είναι κρατούμενος (και για τον λόγο αυτό δεν είχε εμφανισθεί σε εκτέλεση της υποχρέωσης που τού επέβαλε το Συμβούλιο τούτο και για το επόμενο χρονικό διάστημα), η Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, δε, πράγματι, ενημερώθηκε, όπως προκύπτει από τις από 23-8-2022 και 25-8-2022 βεβαιώσεις του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου επί του ανωτέρω εγγράφου, σύμφωνα με τις οποίες δεν απαιτείτο να γίνουν ενέργειες. Στη συνέχεια, το Τ.Α. Κολωνού, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 1020/127142/7Α/8-12-2022 έγγραφό του προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, ανέφερε ότι ο ανωτέρω αποφυλακισθείς ήταν κρατούμενος (επισυνάπτοντας και τα οικεία αποφυλακιστήριο και πιστοποιητικό κράτησης, από τα οποία προκύπτει και ο λόγος της κράτησης), η Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου, δε, πράγματι, ενημερώθηκε, όπως προκύπτει από τις από 2-2-2023 και 20-2-2023 βεβαιώσεις της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου επί του ανωτέρω εγγράφου (αλλά και από την από 22-3-2023 σημείωση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου επί του από 22-2-2023 εγγράφου του Τμήματος Φυγοποίνων – Εκτέλεσης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου), σύμφωνα με τις οποίες διερευνήθηκε μόνον η πιθανότητα άρσης ή ανάκλησης της χορηγηθείσας απόλυσης και όχι και η πιθανότητα αίτησης για σχηματισμό συνολικής ποινής, παρά το γεγονός ότι προέκυπτε ευθέως έτερη καταδικαστική απόφαση για αδίκημα τελεσθέν εκτός του χρόνου δοκιμασίας. Τέλος, με τα υπ’ αριθμ. πρωτ. 1020/127142/8Α/9-6-2023 και 1020/127142/9Β/12-10-2023 έγγραφά του, το Τ.Α. Κολωνού ενημέρωσε την Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου ότι ο αποφυλακισθείς δεν εμφανίζεται ούτε ανευρέθη στην ανωτέρω διεύθυνση κατοικίας του, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Βόλου έλαβε, δε, γνώση του δεύτερου προμνησθέντος εγγράφου την 15η-11-2023, όπως προκύπτει από την με την ανωτέρω ημερομηνία σημείωση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου επί του ως άνω εγγράφου, και εισήγαγε την υπόθεση με την ως άνω πρόταση ενώπιον του Συμβουλίου. Συνεπώς, σε βάρος του αποφυλακισθέντος συναντήθηκαν κατά την εκτέλεση δύο ποινές, για τις οποίες τόσο η αρμόδια εισαγγελική αρχή όσο και οι διευθυντές των φυλακών στις οποίες ο ανωτέρω κρατήθηκε, και οι οποίοι προκύπτει, από τα εκτιθέμενα ανωτέρω, ότι είχαν λάβει γνώση, και μάλιστα πολλάκις, των περισσοτέρων ποινών που εξέτιε ο κρατούμενος, όφειλαν να αιτηθούν την δημιουργία συνολικής ποινής, η οποία είναι υποχρεωτική, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ωστόσο, με δεδομένο αφενός το ότι η ανωτέρω υποχρέωση ουδέποτε εκπληρώθηκε και δεν καταγνώσθηκε συνολική ποινή και αφετέρου το ότι στο ποινικό μας δίκαιο δεν νοείται συνέκτιση των ποινών, για τους λόγους που αναλυτικά εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, τίθεται το ζήτημα αν ο κατά τα ανωτέρω απολυθείς, κατά το χρονικό διάστημα από την 2α-11-2021 και έκτοτε, εξέτιε την ποινή φυλάκισης των τεσσάρων ετών που τού επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 49/7-9-2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (καθώς κατά το διάστημα της υφ’ όρον απόλυσης και μέχρι την λήξη του χρόνου δοκιμασίας η ποινή εξακολουθεί, βέβαια, να εκτίεται, σύμφωνα με τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη). Δεκτού γενομένου του ότι στο ποινικό μας δίκαιο δεν αναγνωρίζεται διακοπή έκτισης της ποινής για άλλον λόγο πέραν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 557 του ΚΠοινΔ, πόσο μάλλον για την έκτιση έτερης ποινής (λόγος που, σε κάθε περίπτωση, δεν συνάδει με την φιλοσοφία του προμνησθέντος άρθρου, το οποίο περιλαμβάνει αποκλειστικά λόγους που αφορούν στην υγεία του κρατουμένου), δεν δύναται να θεωρηθεί ότι εχώρησε διακοπή έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε στον απολυθέντα με την υπ’ αριθμ. 49/7-9-2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, ώστε να εκτιθεί η ποινή που επιβλήθηκε σε αυτόν με την υπ’ αριθμ. 47/10-10-2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, και, στη συνέχεια, μετά από την ολοκληρωτική έκτιση αυτής (αρχικά σε καθεστώς φυλάκισης και ακολούθως σε καθεστώς υφ’ όρον απόλυσης), να εξακολουθήσει η έκτιση του υπολοίπου της πρώτης ποινής φυλάκισης (σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 557 του ΚΠοινΔ που προτάσσει την έκτισης της βαρύτερης ποινής). Ας σημειωθεί ότι, για τη δυνατότητα διακοπής ή όχι της στερητικής της ελευθερίας ποινής, ουδεμία επίδραση ασκεί ο τρόπος έκτισής της, ήτοι αν εκτίεται υπό καθεστώς υφ’ όρον απόλυσης ή εντός σωφρονιστικού καταστήματος. Το ότι κατά το χρόνο δοκιμασίας του ο κρατούμενος εκτίει την ποινή του σε καθεστώς περιορισμένης ελευθερίας δεν σημαίνει, βέβαια, ότι αν κάποια στιγμή ο κρατούμενος βρεθεί σε καθεστώς φυλάκισης, η ποινή του διακόπτεται αυτοδικαίως (εκτός των ειδικότερων ρυθμίσεων που ισχύουν για την προσωρινή κράτηση για τους λόγους που αναφέρονται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη). Είναι, δε, προδήλως διαφορετικό ζήτημα το ότι, ακόμη και αν χορηγηθεί απόλυση υφ’ όρον, ο χρόνος δοκιμασίας εκκινεί από την πραγματική αποφυλάκιση, η οποία (αποφυλάκιση) είναι δυνατό να απέχει χρονικά από την απόλυση, καθώς στην περίπτωση αυτή η ποινή κατά το χρονικό διάστημα από την απόλυση μέχρι την αποφυλάκιση εξακολουθεί να εκτίεται εντός του σωφρονιστικού καταστήματος και δεν διακόπτεται. Η αποδοχή, άλλωστε, της αντίθετης άποψης, σύμφωνα με την οποία η έκτιση της ποινής δύναται να διακόπτεται σε οποιοδήποτε στάδιο για την έκτιση έτερης ποινής και κάποτε (σε αόριστο, πάντως, χρόνο) να συνεχίζεται, θα οδηγούσε σε κατακερματισμό των ποινών με αυθαίρετα και δίχως εκ των προτέρων προσδιορισμένα κριτήρια με ιδιαίτερα επαχθή για τον καταδικασθέντα αποτελέσματα, σε ανασφάλεια ως προς το ποια ποινή εκτίεται, ενώ είναι κρίσιμο να είναι γνωστό τι εκάστοτε εκτίεται αφενός για να είναι δυνατός ο υπολογισμός της διάρκειάς του και αφετέρου για να οριοθετείται με ακρίβεια η αρμοδιότητα του δικαστηρίου ή του εισαγγελέα (Β. Αδάμπας, Η διάρκεια της προσωρινής κράτησης και η διαδικασία ελέγχου της, σελ. 49). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, σύμφωνα με την μειοψηφούσα άποψη, ο τριετής χρόνος δοκιμασίας του απολυθέντος συμπληρώθηκε την 20η-10-2023, δίχως η έκτιση της ποινής να διακόπτεται (για αναβολή έκτισης της ποινής, κατ’ άρθρο 556 ΚΠοινΔ, δεν μπορεί, βέβαια, να γίνει λόγος, καθώς η αναβολή προϋποθέτει ότι δεν έχει αρχίσει η εκτέλεση της ποινής) και ο χρόνος δοκιμασίας να παρατείνεται λόγω της έκτισης έτερης ποινής, και, επομένως, δεν δύναται να εξεταστεί η περίπτωση ανάκλησης της χορηγηθείσας υφ’ όρον απόλυσης, απώτατο χρονικό σημείο της οποίας είναι, σε κάθε περίπτωση, η πάροδος του χρόνου της δοκιμασίας (ΣυμβΠλημμΠειρ 397/2008 Qualex, ΣυμβΠλημμΧαλκιδ 325/1992 Υπεράσπιση 1993. 966, Κ. Φράγκος, Online κατ' άρθρο ερμηνεία Ποινικού Κώδικα, υπό άρθρο 107, αρ. 5, SakkoulasOnline).
Ενόψει τούτων, το Συμβούλιο αποφαίνεται κατά πλειοψηφία ότι πρέπει να ανακληθεί η απόλυση που χορηγήθηκε στον ……. με το υπ’ αριθμ. 263/20-10-2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, προκειμένου να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 47/10-10-2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, όπως αυτό θα καθοριστεί με την παραγγελία του αρμοδίου κατά το άρθρο 549 ΚΠΔ Εισαγγελέα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΚΑΛΕΙ, κατά πλειοψηφία, την υφ’ όρων απόλυση που χορηγήθηκε στον …… με το υπ’ αριθμ. 263/20-10-2020 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βόλου, προκειμένου αυτός να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής που του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 47/10-10-2022 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, όπως αυτό θα καθοριστεί με παραγγελία του αρμοδίου Εισαγγελέα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στο Βόλο την 5η Δεκεμβρίου 2023 και εκδόθηκε στον ίδιο τόπο την 15η Δεκεμβρίου 2023.
O ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ